Κεφάλαιο 5:Μερτικό στον ήλιο

 

Περασμένες 11:00 και ο ήχος από το κουδούνι της πόρτας που χτυπούσε ασταμάτητα κάθε δευτερόλεπτο, τον ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο. Σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς το θυροτηλέφωνο νευριασμένος που κάποιος τον ξυπνούσε και του χαλούσε την ηρεμία του. Με τα μάτια του ακόμα να μην έχουν ανοίξει είδε την γυναικεία φιγούρα να στέκεται θυμωμένη έξω από την πόρτα του σπιτιού κρατώντας στα χέρια της το κινητό της τηλέφωνο. Μέχρι να ανέβει τις σκάλες η Αγγελική, ο Μάκης έριξε λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπο του για να συνέλθει. Ήξερε καλά πως μαζί της δεν μπορούσε να τα βάλει και σίγουρα είχε έρθει έτοιμη για καβγά.

Χωρίς να το καταλάβει την είδε μπροστά του, αφού η πόρτα του ήταν ανοιχτή, κατακόκκινη από θυμό και λαχανιασμένη από το γρήγορα ανέβασμα των σκαλιών.

«Τι κατάσταση είναι αυτή Γεράσιμε; Η πόρτα του διαμερίσματος σου είναι ορθάνοιχτη και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά δεν σηκώνεις και το τηλέφωνο και από πάνω. Σε παίρνω τόσες μέρες, σου αφήνω μηνύματα και δεν μου απαντάς. Τι έχεις πάθει;», είπε με μια ανάσα η Αγγελική κοιτώντας γύρω το δωμάτιο που ήταν ακατάστατο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Θες καφέ;», ρώτησε ο Μάκης πιάνοντας το κεφάλι του.

«Όχι δεν θέλω καφέ! Θέλω να μου εξηγήσεις γιατί δεν σηκώνεις τα τηλέφωνα και πότε έχεις σκοπό να ασχοληθείς με το εργοστάσιο. Δεν βλέπεις γύρω σου; Επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη, ακόμα δεν έχουμε ξεπεράσει την οικονομική κρίση και εσύ κάνεις σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Πως είναι δυνατόν Γεράσιμε;», είπε η Αγγελική έξαλλη καθώς έψαχνε λίγο ελεύθερο χώρο για να καθίσει.

Βρήκε μια άδεια καρέκλα στην κουζίνα, έκατσε και έβγαλε από την τσάντα της την βεντάλια. Στα 55 της χρόνια δεν άντεχε καθόλου την ζέστη. Περίμενε πως και πως την άδειά της σε λίγες μέρες για να πάει με τον άντρα της και τα εγγόνια της στο εξοχικό της στην Ερέτρια. Η δουλειά όμως δεν την άφηνε.

Από μικρό κορίτσι είχε μπει στο εργοστάσιο. Είκοσι χρόνων κοπέλα ήταν μόλις πάτησε το πόδι της στο εργοστάσιο. Έψαχνε κάτι για να μπορέσει να βγάλει την σχολή της. Δύσκολα χρόνια τότε και η δουλειά αυτή ήρθε ξαφνικά σαν δώρο από τον ουρανό. Δεν είχε σκοπό να κάτσει για πάντα, αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια. Με τον καιρό την αγάπησε την δουλειά και έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς της. Όσο ο μισθός με τα χρόνια μεγάλωνε τόσο της ήταν δύσκολο και να την αποχωριστεί. Που θα έβρισκε καλύτερη δουλειά και από πάνω αφεντικό τόσο καλό σαν τον πατέρα του Μάκη που την είχε σαν παιδί του.

Ο πατέρας του Μάκη την είχε προσλάβει για γραμματέα. Ήταν το δεξί του χέρι και ήξερε τα πάντα για το εργοστάσιο. Εκεί μέσα έζησε 35 χρόνια και το πονούσε, δεν ήθελε να χαθεί ο κόπος τόσων χρόνων. Χαρές, λύπες, γάμους, κηδείες όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην ζωή της τα πέρασε δουλεύοντας στο εργοστάσιο αυτό και τώρα δεν ήθελε όλα αυτά να τα χάσει επειδή ο μοναδικός ιδιοκτήτης αποφάσισε ξαφνικά να τα εγκαταλείψει όλα.

«Τι σου συμβαίνει πάλι; Ξέρεις πως σε εμένα μπορείς να μιλήσεις, αρκεί να με αφήσεις να σε βοηθήσω», είπε η Αγγελική κάνοντας αέρα με την βεντάλια.

«Το ξέρω καλή μου Αγγελική, το ξέρω, αλλά θέλω λίγο χρόνο ακόμα. Έχουν συμβεί τόσα πολλά στην ζωή μου που δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω», είπε ο Μάκης πίνοντας λίγο από τον καφέ του που έφτιαξε.

Μίλησαν για λίγη ώρα και αφού ο Μάκης της υποσχέθηκε πως από βδομάδα όλα θα άλλαζαν, η Αγγελική έκανε τον σταυρό της και πήγε πάλι στο γραφείο να βάλει μια τάξη στο χάος που επικρατούσε. «Έχω τον λόγο σου έτσι;», είπε η Αγγελική καθώς πήγαινε προς την πόρτα και είδε το νεύμα του Μάκη που της έλεγε ναι και η καρδιά της ηρέμησε.

 

Η Λένα ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα και ανήσυχη. Η μάνα της άκουσε το παραμιλητό της και έτρεξε δίπλα της αμέσως να δει τι είχε η κόρη της και φώναζε στον ύπνο της. «Εφιάλτη έβλεπες κόρη μου, ηρέμησε. Μα εσύ είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα! Έλα να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου να συνέλθεις», είπε η μάνα της τρίβοντας τα χέρια της Λένας και χαϊδεύοντας το πρόσωπό της.

Το όνειρό της ήταν αρκετά μπερδεμένο. Έβλεπε τον εαυτό της να τρέχει πίσω από τον Μάκη να τον προλάβει. Δεν ήξερε τον λόγο απλά έτρεχε και του φώναζε δυνατά, εκείνος όμως δεν άκουγε. Ήταν πάνω στην γέφυρα και κοιτούσε τον Κηφισό που για κάποιο λόγο ήταν γεμάτος με καθαρό νερό. Ο Μάκης είχε αφαιρεθεί τόσο πολύ από αυτήν την ομορφιά που δεν ξεκολλούσε τα μάτια από το ποτάμι. Η Λένα έτρεχε να τον προλάβει, αλλά πάντα έμενε στο ίδιο σημείο και η φωνή της δεν έβγαινε από το στόμα της, σαν την Ηχώ από την ιστορία που της είχε πει ο Μάκης το προηγούμενο βράδυ. Ξαφνικά ο Μάκης καθώς κοιτούσε το είδωλό του στον ποταμό έπεσε από την γέφυρα και χάθηκε μέσα στα βαθιά νερά του ποταμού. Η Λένα όλη την ώρα στον ύπνο της σύμφωνα με την μητέρα της φώναζε συνέχεια «σταμάτα, μη, πρόσεχε», και κάτι άλλες ακαταλαβίστικες λέξεις για κάποια Ηχώ και κάποιον Νάρκισσο που δεν έβγαζαν νόημα.

Το βράδυ η Λένα άργησε λίγο να πάει στο ραντεβού της με τον Μάκη. Για μια στιγμή σκέφτηκε να μην πάει, δεν ήθελε να την δει σε αυτήν την κατάσταση, αλλά έβαλε τα μαύρα γυαλιά της και προσπάθησε να καλύψει τις μελανιές στο πρόσωπό  της με make up. Στα χέρια, τις κάλυψε με μια ελαφριά μακριά ζακέτα. Ο Μάκης μόλις την είδε κατάλαβε αμέσως πως κάτι είχε συμβεί. «Έλα κάτσε, σήμερα προβλέπεται μεγάλη η νύχτα», είπε καθώς της έτεινε το χέρι του με την μπύρα.

Η Λένα δίστασε στην αρχή να μιλήσει και ξεκίνησε κάτι ιστορίες πως δεν πρόσεξε και έπεσε από τις σκάλες και άλλα τέτοια παραμύθια. Μόλις όμως είδε πως ο Μάκης δεν την πίστεψε δεν άντεξε, ξέσπασε σε κλάματα και ο Μάκης την έκλεισε στην αγκαλιά του. Έμοιαζε τόσο μικρή και ευάλωτη καθώς της χάιδευε τα μαλλιά και την παρηγορούσε λέγοντάς της πως όλα θα πάνε καλά. Έμοιαζε με ένα αδύναμο κλαδί που το είχε σπάσει ο βοριάς. Χρειάστηκαν γύρω στα 10 λεπτά μέχρι η Λένα να ξεσπάσει και να ηρεμήσει για να μπορέσει να του μιλήσει και να του εξηγήσει τα όσα πέρασε από τον ίδιο της τον αδερφό.

Ο Γιώργος για μια ακόμα φορά σηκώθηκε με νεύρα και επειδή στο σπίτι τίποτα δεν λειτουργούσε σωστά, έψαχνε μια αφορμή για καβγά. Από την προηγούμενη μέρα δεν υπήρχε τίποτα στο ψυγείο για φαγητό και η κοιλιά του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται έντονα. Μάταια προσπαθούσε η μάνα του να τον ηρεμήσει, εκείνος έξαλλος άρχισε να φωνάζει πως δεν υπάρχει τίποτα στο σπίτι για φαγητό γιατί όλα τα λεφτά τα ξόδεψαν για το κέντρο αποτοξίνωσης του Δημήτρη. Ο καβγάς άναψε όταν η Λένα μπήκε και στην μέση και ο Γιώργος την έβριζε λέγοντας την τεμπέλα, ανεπρόκοπη και πουτάνα, αφού κάθε βράδυ φεύγει μετά τις 24:00 και γυρίζει στο σπίτι τα χαράματα. Η Λένα δεν κρατήθηκε άλλο και προσπάθησε να τον χαστουκίσει, αλλά ο Γιώργος της έπιασε το χέρι και άρχισε να την χτυπά παντού. Την έσπρωξε με δύναμη και έπεσε κάτω και συνέχισε να την κλωτσά όπου έβρισκε. Μάταια η μάνα τους προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να σταματήσει να την χτυπά, μόνο όταν ο πατέρας του άκουσε τις φωνές και βγήκε από το δωμάτιό του και είδε τον γιο του να χτυπά την Λένα σταμάτησε.

Ο Γιάννος που κάθε μέρα το μυαλό του χειροτέρευε μόλις είδε την σκηνή αυτή άρχισε να χειροκροτεί και να λέει μπράβο στον γιο του. Έκανε σαν μικρό παιδί ο Γιάννος που βλέπει έναν αγώνα μποξ και υποστηρίζει τον παίχτη του. Ο Γιώργος σταμάτησε να την χτυπά όταν για μια στιγμή κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη απέναντι του και αντί να δει το είδωλό του, είδε εκείνο του πατέρα του πριν 20 χρόνια περίπου που τον χτυπούσε. Πάγωσε, νόμιζε πως τρελάθηκε, πως δεν έβλεπε καλά, πως η όραση του κάτι είχε πάθει. Ιδρωμένος και αναψοκοκκινισμένος από την ένταση έφυγε γρήγορα από το σπίτι αφήνοντας την αδερφή του στο πάτωμα να αιμορραγεί.

Η Μαρία αφού πρώτα κατάφερε και κλείδωσε τον Γιάννο στο δωμάτιο, ο οποίος όλη την ώρα φώναζε δυνατά «και άλλο και άλλο», και χειροκροτούσε, έτρεξε αμέσως στην κόρη της. Την βοήθησε να σηκωθεί από το πάτωμα και την έβαλε να καθίσει στον καναπέ. Πήγε τρέχοντας στο μπάνιο και έψαχνε για βαμβάκι και οινόπνευμα για να καθαρίσει τις πληγές. «Δεν αντέχω άλλο μάνα, δεν Α-ΝΤΕ- ΧΩ», ούρλιαξε η Λένα ύστερα από λίγο και η μάνα της άπλωσε τα χέρια της και την έκλεισε στην αγκαλιά της.

Όση ώρα η Λένα μιλούσε στον Μάκη εκείνος την κοιτούσε στα μάτια και έδειχνε να την καταλαβαίνει. Μόλις η Λένα σταμάτησε της έδωσε ένα άλλο μπουκάλι μπύρα και πέρασε το χέρι του απαλά πάνω από τον ώμο της και την τράβηξε κοντά του. Η Λένα δεν αντιστάθηκε, αντίθετα ένιωσε μια ασφάλεια, ένιωσε πως κάποιος την καταλάβαινε και το μόνο που ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να μην ξημέρωνε ποτέ η μέρα εκείνη. Να πάγωνε ο χρόνος για πάντα και εκείνη να βρίσκονταν εκεί στην αγκαλιά του κοιτώντας την εθνική οδό με τα αυτοκίνητα που περνούσαν τρέχοντας από κάτω τους και τα αστέρια να τρεμοσβήνουν στον νυχτερινό ουρανό.

«Δεν αντέχω άλλο, δεν ξέρω αν μπορώ να περιμένω να περάσουν οι μέρες. Δεν έχω άλλες δυνάμεις να παλέψω Μάκη. Είναι στιγμές που θέλω να πέσω από την γέφυρα για να γλιτώσω, δεν μπορώ άλλο να ζω μέσα στο σκοτάδι», είπε η Λένα με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της.

«Μονάχα εκείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του, θα έχει μεθαύριο μερτικό στον ήλιο Λένα. Μοναχά εκείνος», είπε ο Μάκης και την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά στην αγκαλιά του και την φίλησε στο κούτελο σαν να ήταν η μικρή του κόρη που ποτέ δεν απέκτησε.

«Δεν μπορώ άλλο, νιώθω πως μόνο αν αυτοκτονήσω θα νιώσω ανακούφιση Μάκη», είπε η Λένα.

 

*Μονάχα εκείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του, θα έχει μεθαύριο μερτικό στον ήλιο, Οδυσσέας Ελύτης

 

«Λένα, η ανακούφιση που αναζητάς είναι συναίσθημα και μπορείς να το νιώσεις μόνο ζωντανή, όχι νεκρή. Μόλις τα προβλήματα σου λυθούν τότε θα νιώσεις ανακούφιση στην ψυχή σου Λένα. Ο νεκρός δεν νιώθει τίποτα μικρή μου και έτσι πέφτοντας δεν θα νιώσεις το αίσθημα αυτό που τόσο πολύ αναζητάς», είπε ο Μάκης κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του και βάζοντάς την σε σκέψεις.

Κάθισαν έτσι για ώρες κοιτώντας μια τον ουρανό και μία την εθνικό οδό, ώσπου η Λένα έσπασε την σιωπή και του είπε πως το πρωί είδε ένα άσχημο όνειρο με τον ίδιο που την έκανε να φωνάζει στον ύπνο της και να ξυπνήσει μούσκεμα στον ιδρώτα ύστερα από αρκετή ώρα που την ταρακουνούσε η μάνα της για να ξυπνήσει.

«Για πες τι είδες και σε αναστάτωσε τόσο πολύ;», ρώτησε ο Μάκης γεμάτος περιέργεια και η Λένα του είπε με κάθε λεπτομέρεια την αγωνία που ένιωθε όταν τον έβλεπε να πέφτει μέσα στον Κηφισό.

«Μάλλον σε επηρέασε ο μύθος που σου είπα χθες, μην ανησυχείς ένα όνειρο ήταν μοναχά και τίποτα άλλο», είπε ο Μάκης πίνοντας πάλι λίγο από την μπύρα του.

«Ναι μάλλον έτσι θα έγινε, έχεις δίκαιο», είπε η Λένα και του έδειξε το άδειο μπουκάλι μπύρας που κρατούσε.

Ο Μάκης άνοιξε το τελευταίο μπουκάλι και το μοιράζονταν όπως τα προηγούμενα βράδια, μια ο ένας μία ο άλλος, ώσπου να τελειώσει και να βγει ο ήλιος στον ορίζοντα.

«Ξέρεις κάτι Λένα;», είπε ο Μάκης σπάζοντας την σιωπή. «Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ όνειρο. Καθένας έχει ένα μεγάλο μυστικό και θα φύγουμε χωρίς να το μάθει ούτε αυτός, ούτε άλλος κανένας», είπε μελαγχολικά και η Λένα τον κοιτούσε περίεργα.

«Τι εννοείς; Ποιο μυστικό μου κρύβεις; Μιλάς σαν ποιητής το ξέρεις;», του είπε χαμογελώντας.

«Όλοι έχουν και από ένα μυστικό Λένα που το κρατούν καλά φυλαγμένο στην ψυχή τους. Ένας ποιητής το είπε αυτό Λένα, κάτι θα ήξερε όταν το έγραφε, δεν νομίζεις;», είπε και τα μάτια του μελαγχόλησαν χωρίς η Λένα να παρατηρήσει την συννεφιά που τον είχε τυλίξει.

 

 

*Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ όνειρο. Καθένας έχει ένα μεγάλο μυστικό και θα φύγουμε χωρίς να το μάθει ούτε αυτός, ούτε άλλος κανένας, Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

 

 

Λίγο πριν η νύχτα χαθεί και κάνει την εμφάνιση του ο ήλιος, ο Μάκης έβγαλε το κινητό του και είπε στην Λένα να σημειώσει έναν αριθμό. Ήταν το νούμερο ενός φίλο του που ήταν ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής και της πρότεινε να πάει τον Γιώργο, τον αδερφό της να του μιλήσει. «Ο αδερφός σου χρειάζεται βοήθεια για να μπορέσει να διαχειριστεί τον θυμό του. Ξέρω δεν θα είναι εύκολο να τον πείσετε να πάει, αλλά πιστεύω θα του κάνει καλό να μιλήσει σε κάποιον. Να βγάλει από μέσα του όλα όσα τον φοβίζουν και τον ταλαιπωρούν. Ένα φοβισμένο παιδί είναι ακόμα ο αδερφός σου Λένα που προσπαθεί να δείχνει δυνατός», είπε καθώς σηκώνονταν για να φύγουν.

«Σε ευχαριστώ πολύ!», είπε η Λένα και έπεσε πάλι στην αγκαλιά του, εκεί που ένιωθε ασφάλεια και σιγουριά, γιατί μερικές φορές οι ξένες αγκαλιές έχουν να σου δώσουν πολλά περισσότερα από ότι περίμενες.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;