Κεφάλαιο 9: Πείνα για αγάπη

Περασμένες 12:00 και ακόμα να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Ένιωθε μια ελαφριά κούραση και ήθελε να μείνει για λίγο ακόμα ξαπλωμένη, τυλιγμένη με το σεντόνι της, μα έπρεπε να σηκωθεί να βοηθήσει τη μάνα της στις ετοιμασίες.

Στις 14:00 θα ερχόταν  ο Μάκης να φάει μαζί τους και επιτέλους να γνωρίσει και η μάνα της αυτόν τον καλό άνθρωπο που βοήθησε τα παιδιά της. Το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για να τον ευχαριστήσει ήταν ένα Κυριακάτικο γεύμα και το είχε προτείνει στην κόρη της την προηγούμενη μέρα.

Μόλις η Λένα το πρότεινε στον Μάκη εκείνος δίστασε για μια στιγμή. Είχε πολύ καιρό να συναντηθεί με ανθρώπους και είχε ξεχάσει τι πάει να πει Κυριακάτικο τραπέζι. Κάτω όμως από τον νυχτερινό ουρανό και χαζεύοντας τα άστρα η Λένα δεν του άφησε περιθώριο για αρνητική απάντηση. «Εσύ έχεις κάνει τόσα πράγματα για εμένα, είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για εσένα Μάκη. Εκτός και αν δεν εμπιστεύεσαι τις μαγειρικές μας ικανότητες και φοβάσαι μήπως σε δηλητηριάσουμε», του είχε πειράζοντάς τον και εκείνος της είπε πως θα ερχόταν, αρκεί μετά και εκείνη να πήγαινε από το σπίτι του.

Η Μαρία είχε σηκωθεί από το πρωί και είχε βάλει το φαγητό στο φούρνο να ψήνεται σιγά σιγά. Κοτόπουλο με πατάτες για κυρίως πιάτο και είχε ετοιμάσει και μία τυρόπιτα για μετά. Στη μαγειρική καμία άλλη δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της. Άνοιγε τα φύλλα για την τυρόπιτα με αγάπη και μαεστρία που θα ζήλευαν και οι καλύτεροι μάγειρες του κόσμου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένιωθε μια ευτυχία να πλημυρίζει την καρδιά της και ένα μόνιμο χαμόγελο να έχει σχηματιστεί στα χείλη της, κάτι που είχε καιρό να νιώσει. Το πρωί έλαβε ένα δέμα από τον γιο της από το κέντρο απεξάρτησης και αποτοξίνωσης. Στο γράμμα έγραφε πως τα πήγαινε καλύτερα αν και ήταν πολύ δύσκολα. Το πάλευε και κάθε μέρα απασχολούσε τον εαυτό του για να μην σκέφτεται τα ναρκωτικά και όλες αυτές τις ουσίες που του στέρησαν τη ζωή όλα αυτά τα χρόνια.

Ακολουθούσε αυστηρά το πρόγραμμα που δεν χωρούσε αποκλίσεις. Πρωινό στην τραπεζαρία, άθληση στην αυλή, μεσημεριανό φαγητό, διάβασμα στη βιβλιοθήκη και το απόγευμα κλεινόταν στα εργαστήρια και δοκίμαζε τις ικανότητές του. Στην κατασκευή αντικειμένων με πηλό δεν τα πήγαινε καλά, αλλά στις χειροτεχνίες είχε βρει το ταλέντο του. Με τα υλικά που του παρείχαν έφτιαχνε χειροποίητα κοσμήματα για το χέρι και τον λαιμό. Μέσα στον φάκελο είχε τρία βραχιόλια. Ένα για τη μάνα του, ένα για τη Λένα και ένα για τον αδερφό του, να το φοράει στο λαιμό και να τον προσέχει ο Θεός, αφού είχε ένα μικρό σταυρουδάκι περασμένο. Για τον πατέρα του δεν ανέφερε τίποτα στο γράμμα και ούτε υπήρχε κάτι για εκείνον μέσα στον φάκελο.

 

Η Λένα μόλις ξύπνησε έριξε αμέσως παγωμένο νερό στο πρόσωπό της για να συνέλθει και ετοίμασε τις σαλάτες και στη συνέχεια ένα κορμό με μπόλικη σοκολάτα και ζάχαρη άχνη. Το αγαπημένο της γλυκό που σίγουρα θα άρεσε στον Μάκη.

Φορούσε ένα μακρύ, λευκό φόρεμα με λουλούδια και έπιανε τα μαλλιά της προς τα πίσω με ένα λαστιχάκι, όταν άκουσε το κουδούνι της πόρτας να χτυπά. Έτρεξε αμέσως να καλωσορίσει τον Μάκη που στέκονταν σαν άγαλμα στην είσοδο κρατώντας ένα κουτί με γλυκά στα χέρια. «Έλα, πέρασε δεν δαγκώνουμε!» του είπε και τον έπιασε από τον χέρι για να τον τραβήξει προς την είσοδο που τους περίμενε η Μαρία με το χαμόγελο στα χείλη.

Τον καλωσόρισε με μία θερμή αγκαλιά που ξάφνιασε πολύ τον Μάκη. Του θύμισε την αγκαλιά της μητέρας του, έτσι τον έκλεινε και εκείνη στη δική της αγκαλιά κάθε φορά που τον έβλεπε. Ο Μάκης ένιωσε την ίδια ζεστασιά, την ίδια μαμαδίστικη μυρωδιά, την ίδια αγάπη που τόσο καιρό είχε στερηθεί μετά την αυτοκτονία των γονιών του. Χαμογέλασε στη Μαρία και της ανταπέδωσε την αγκαλιά σφίγγοντάς την και αυτός, όπως έκανε κάθε φορά με τη μητέρα του.

 

Στο τραπέζι που είχε στρωθεί, ο Μάκης ένιωσε και πάλι σαν να βρίσκονταν με τη δική του οικογένεια. Μπορεί το σπίτι που τον κάλεσαν να ήταν μικρό και τα φαγητά απλά, αλλά η αγάπη και η καλοσύνη ξεχείλιζαν και τον έκαναν να νιώθει σαν στο σπίτι, σαν να είναι και πάλι με την δική του οικογένεια όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι που τρώνε και συζητούν. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή αμηχανίας ή σιωπής, πάντα κάτι είχαν να πουν. Η Μαρία δεν σταματούσε να του λέει ευχαριστώ, αλλά και αστείες ιστορίες από τα παιδιά της όταν ήταν μικρά και ο Μάκης μιλούσε για τους γονείς του με αγάπη. Τα λόγια του συγκινούσαν τη Μαρία.

«Να σου βάλω λίγο ακόμα;»  τον ρώτησε, καθώς τον είδε να έχει φάει όλο το φαγητό του.

«Όχι σας ευχαριστώ, ήταν υπέροχο» είπε ο Μάκης.

«Σε βλέπω λίγο χλωμό παιδί μου, αν θες φάε λίγο ακόμα» είπε η Μαρία και εκείνος της χαμογέλασε και την ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον της.

Μετά το γλυκό ο Μάκης με την Λένα ξεκίνησαν για το σπίτι του όπως είχαν συμφωνήσει. Στην πόρτα η Μαρία του είπε αγκαλιάζοντάς τον πως το σπίτι της θα είναι πάντα ανοιχτό και όποτε θέλει μπορεί να έρχεται. «Σε ευχαριστώ για όλα παλικάρι μου, δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα έκανες για την οικογένειά μου», του είπε με δάκρυα στα μάτια και ο Μάκης της χαμογέλασε λέγοντας πως δεν έκανε τίποτα παραπάνω από όσα θα έκανε κάποιος άλλος.

 

Το σπίτι του Μάκη ήταν μια τριώροφη πολυκατοικία του 1965 που όμως ήταν καλοδιατηρημένη και που βλέποντάς την κάποιος από έξω δεν θα περίμενε πως ήταν τόσο παλιά. Ο τρίτος όροφος ήταν πάντα κλειστός. Ήταν το διαμέρισμα της αδερφής του και, μετά το τροχαίο, το σπίτι δεν ανοίχτηκε ποτέ.

Κάποιες φορές ανέβαινε η μάνα του για να ξαπλώσει στο κρεβάτι της κόρης της ή να μυρίζει τα ρούχα της για να τη νιώσει και πάλι για λίγο κοντά της. Μετά τον θάνατο των γονιών του ο ίδιος δεν ανέβηκε ποτέ. Το ίδιο συνέβαινε και στον πρώτο όροφο που έμεναν οι γονείς του. Μετά τον θάνατο τους δεν μπορούσε να ξαναμπεί στον χώρο που τους βρήκε νεκρούς και αγκαλιασμένους. Στο δικό του διαμέρισμα όμως επικρατούσε ένας μεγάλος πανικός.

Προσπάθησε να συμμαζέψει λίγο, αλλά η ακαταστασία τόσων μηνών δε συμμαζεύονταν σε μία μέρα. «Γιατί ήρθαμε εδώ; Πες μου πως θες να σου καθαρίσω τα δωμάτια;»  είπε η Λένα κοροϊδευτικά και ο Μάκης γέλασε. «Όχι δεν έχω τέτοιο σκοπό, αν και το σπίτι μου είναι αρκετά παραμελημένο. Απλά που ξέρεις μπορεί στο μέλλον να χρειαστεί να έρθεις, να μην ξέρεις που μένω;» είπε ο Μάκης και άλλαξε γρήγορα θέμα πριν προλάβει να του πει τίποτα.

Η Λένα πρόσεξε πως στο διαμέρισμα του ήταν γεμάτο με φωτογραφίες από το παρελθόν με την οικογένειά του, αλλά και από τη μικρή Δανάη, που πότε ήταν στην αγκαλιά του νονού της, πότε έτρωγε παγωτό στο πάρκο και άλλοτε πάλι με το χαμόγελο στα χείλη άνοιγε ένα καινούργιο δώρο που της έφερνε.

«Η βαφτισιμιά σου που είναι; Δεν μένετε μαζί; Τι έχει συμβεί στην Δανάη;» είπε η Λένα και ο Μάκης της είπε πως είναι κατασκήνωση μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας της και πάλι άλλαξε γρήγορα θέμα. Ήθελε να της πει την αλήθεια, αλλά έπρεπε να κρατήσει το στόμα του κλειστό, δεν ήταν ακόμα η ώρα για αποκαλύψεις.

Λίγο πριν φύγουν η Λένα είδε έναν λευκό φάκελο στο γραφείο του ανάμεσα σε άλλα έγγραφα που έγραφε το όνομά της. Τον πήρε στα χέρια της και μόλις τον ρώτησε εκείνος την πλησίασε γρήγορα και της τον άρπαξε από τα χέρια λέγοντάς της πως θα μάθει το βράδυ το περιεχόμενο του φακέλου στην συνάντησή τους. «Τι μου ετοιμάζεις πάλι;» τον ρώτησε και εκείνος της απάντησε πως θα μάθει τα πάντα το βράδυ και έπεσε στην αγκαλιά της σφίγγοντάς την γερά.

Μόλις η Λένα έφυγε, ο Μάκης έπιασε το κινητό του και έκανε τα απαραίτητα τηλεφωνήματα για να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα. Όταν τα είχε τακτοποιήσει όλα, έβγαλε το πουκάμισό του, πήρε τα κλειδιά του διαμερίσματος της αδερφής του και για πρώτη φορά μετά από καιρό μπήκε μόνος του μέσα. Αμέσως ένιωσε τα μάτια του υγρά και όλες οι εικόνες άρχιζαν να θολώνουν μπροστά του.

Πάνω στο γραφείο της αδερφής του ήταν η φωτογραφία που είχαν βγάλει κάτω από τον πύργο του Άιφελ όλοι μαζί αγκαλιασμένοι πριν χρόνια. Την πήρε στα χέρια του και κατέβηκε στον πρώτο όροφο, στο διαμέρισμα των γονιών του. Ένιωθε τα πόδια να λυγίζουν και την αναπνοή του να σταματά μόλις άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου τους.

Αμέσως ξεχύθηκαν οι εικόνες του παρελθόντος. Μόλις κατάλαβε πως είχαν αυτοκτονήσει έτρεχε πανικόβλητος να καλέσει τις πρώτες βοήθειες. Ήταν σαν να ζούσε πάλι την ίδια σκηνή, τον ίδιο εφιάλτη, μόνο που αυτή την φορά ήταν ένας θεατής και όχι ο πρωταγωνιστής.

Κοίταξε το ρολόι πάνω στο κομοδίνο. Έδειχνε 22:30 την ώρα που κατάλαβε τι είχε συμβεί και, πάνω στην βιασύνη του για να καλέσει ασθενοφόρο, το έριξε κάτω και έσπασε. Ο χρόνος πάγωσε εκείνη την ημέρα και η ζωή από τότε του φέρθηκε άσχημα, αλλά πλέον δεν τον ένοιαζε.

Όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν, απόψε το βράδυ όλα θα άλλαζαν και είχε πάρει τις αποφάσεις του, τα είχε ετοιμάσει όλα με κάθε λεπτομέρεια. Ξάπλωσε στο κρεβάτι των γονιών του σε στάση εμβρύου και αγκαλιά με την φωτογραφία μύριζε τα σεντόνια.

Ήθελε να νιώσει έστω για λίγο την παρουσία τους, είχε ανάγκη να τους νιώσει και πάλι κοντά του για να τον καταλάβουν. Ο ύπνος ήρθε απαλά στα βλέφαρά του ύστερα από λίγο, με την γαλήνη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Τον είχε ανάγκη αυτόν τον ύπνο, ήταν το φάρμακό του για να μπορέσει να ετοιμάσει το ταξίδι του.

Στο σπίτι της Λένας επικρατούσε ησυχία. Ο αδερφός της κοιμόταν στο δωμάτιό του ήρεμος  ̶ όλο και πιο πολύ μετά τις συνεδρίες με τον γιατρό ̶  και μέρα με την μέρα συγκρατούσε τον θυμό του. Η μητέρα της που παρακολουθούσε χαμηλόφωνα τηλεόραση, της είπε πως ο Γιώργος δέχτηκε ένα τηλέφωνο για να πάει για συνέντευξη για μια δουλειά που ζητούσαν άτομο για σερβιτόρο σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας.

«Ο Γιώργος για δουλειά; Μου κάνεις πλάκα; Ο Γιώργος που ούτε να ακούσει για δουλειά, που τα ήθελε όλα στο χέρι χωρίς να δουλεύει θα πάει μου λες σε συνέντευξη;» είπε η Λένα μη μπορώντας να πιστέψει τα λόγια της μάνας της και έκανε τον σταυρό της.

«Είδες κόρη μου, αυτός ο άγγελος που γνώρισες μας έκανε μεγάλο καλό, να τον ξανακαλέσεις να έρθει να φάμε. Μόνο που τον είδα λίγο χλωμό. Κάτι τον βασανίζει, έτσι;» ρώτησε η μάνα της και η Λένα της είπε για την απώλεια της οικογένειάς του πριν χρόνια που τον στιγμάτισε πολύ και τον έκανε να χάσει για λίγο τον εαυτό του.

 

Το βράδυ που συναντήθηκαν στην γέφυρα ο ουρανός ήταν καθαρός, μα υπήρχε μια ελαφριά ψύχρα που σου δρόσιζε την ψυχή. Η Λένα είχε φτάσει φορώντας το πιο λαμπερό της χαμόγελο, έτσι όπως δεν την είχε δει ποτέ του ο Μάκης μια βδομάδα τώρα. «Λοιπόν σε βλέπω χαρούμενη! Εξακολουθείς να θέλεις να πέσεις από εδώ;» τη ρώτησε ο Μάκης χαμογελώντας. «Όχι δεν θα πέσω Μάκη και σε ευχαριστώ για όλα. Από τη μέρα, από τη νύχτα για την ακρίβεια που μπήκες στη ζωή μου με έκανες να δω τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία. Ναι, ξέρω πως δεν υπάρχει μόνο το μαύρο και το άσπρο, αλλά υπάρχει και το γκρι!» είπε η Λένα καθισμένη κάτω γέρνοντας στο πλευρό του.

«Χαίρομαι για εσένα μικρή γιατί είσαι και όμορφη και νέα και δεν αξίζει να αυτοκτονήσεις. Έχεις ακόμα πολλά να ζήσεις. Η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις, τα καλύτερα ακόμα δεν έχουν έρθει. Αυτό που θέλω να θυμάσαι πάντα είναι πως στην ζωή δεν θα είσαι πάντα πληγωμένη ή πάντα χαρούμενη. Η ζωή είναι στιγμές, μικρές ανάσες που άλλοτε είναι ευχάριστες και άλλοτε δυσάρεστες. Δύναμη και θάρρος χρειάζεται μικρή η ζωή για να την πολεμήσεις. Όσο κι αν πόνεσε μια απώλεια, ένας χωρισμός ή μια ερωτική απογοήτευση, ευτυχώς δεν κρατάει για πάντα. Ο χρόνος έχει πάντα τον τρόπο του να γιατρεύει τις πληγές» είπε ο Μάκης νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά στον ώμο του.

«Ξέρεις, Μάκη, είναι δύσκολο όμως να παλεύω, να μάχομαι κάθε μέρα για τα αυτονόητα. Ανεργία,  οικονομική κρίση, οι τράπεζες κλειστές, κρίση συναισθημάτων, άνθρωποι που δε χαμογελούν, που σε κοιτούν καχύποπτα και μόλις γυρίσεις την πλάτη σου σε κουτσομπολεύουν και θέλουν το κακό σου. Δεν είναι εύκολα όλα αυτά, αλλά τώρα που έχω εσένα στο πλευρό μου δεν φοβάμαι τίποτα! Έχω έναν φίλο αληθινό που με νιώθει, ξέρεις ακόμα και οι φιλίες είναι σπάνιες αυτήν την εποχή. Οι άνθρωποι κλείνονται στο καβούκι τους και δεν ανοίγονται, φοβούνται τον διπλανό τους, νομίζουν πως όλοι θέλουν το κακό τους».

«Ναι έχεις δίκιο, η κρίση που ζούμε δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και ηθική και συναισθηματική. Υπάρχουν άνθρωποι Λένα που δεν έχουν τα βασικά, που πεινούν, μα ξέρεις τι είναι πιο δύσκολο από την πείνα αυτή; Η πείνα για αγάπη! Να θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς και να μην μπορείς. Να θες να νιώσεις μια αγκαλιά που θα σε πάρει κάποιος και θα σε κάνει να νιώσεις ασφάλεια, θα σε κάνει να δεις τον κόσμο με άλλα μάτια και να μην τη βρίσκεις πουθενά.

Να αναζητάς  μια αγάπη άδολη που θα κάνει στην άκρη τα δικά της θέλω και θα σου γεμίζει την ψυχή με ένα σωρό ευχάριστα συναισθήματα και κάθε φορά να πέφτεις σε τοίχους και σε πέτρες, γιατί κάποιες φορές οι καρδιές τον ανθρώπων είναι κλειδωμένες. Οι άνθρωποι είναι άλλοτε φοβισμένοι και άλλοτε βυθισμένοι στο άγχος και στα προβλήματα που τους ρίχνει η ζωή. Ξέρεις Λένα, όταν όλα γύρω σου πάνε από το κακό στο χειρότερο, όταν γύρω σου όλα καταρρέουν, είναι δύσκολο να μείνεις σταθερός στις αρχές σου και στις αξίες σου και σύμφωνα με όσα λένε στις ειδήσεις και στις εφημερίδες έτσι θα πάνε τα πράγματα μέχρι το 2020».

 

«Μέχρι το 2020; Σε περίπου 5 χρόνια; Οκ, πέφτω τώρα από την γέφυρα», είπε η Λένα και έκανε να σηκωθεί πηγαίνοντας προς τη γέφυρα χαμογελώντας.

Ο Μάκης όλη την ώρα με την Λένα στο πλευρό του γελούσε και περνούσε υπέροχα, μα κοιτούσε συνέχεια το ρολόι του. Κάποια στιγμή λίγο μετά τις 2:00 βγάζει από την τσέπη του παντελονιού του τον λευκό φάκελο και της τον δίνει λέγοντάς της να τον ανοίξει μόλις πάει σπίτι. «Τι μου ετοιμάζεις πάλι;», του είπε κοιτώντας τον περίεργα.

Εκείνος με ένα αχνό χαμόγελο της είπε πως δεν σχεδίαζε τίποτα και της είπε πως είχε έναν πονοκέφαλο και ήθελε να πάει να ξαπλώσει. Όταν η Λένα του είπε πως αύριο θα τον περίμενε στην γέφυρα εκείνος της είπε πως δεν ήταν ανάγκη, μπορούσαν να συναντιούνται στο σπίτι του. «Πλέον ξέρεις που μένω», είπε χαμογελώντας και αφού αγκαλιάστηκαν για αρκετή ώρα έφυγαν για τα σπίτια τους.

Η Λένα ένιωσε περίεργα στην αγκαλιά του. Ήταν λες και δεν ήθελε να την αποχωριστεί, λες και ήθελε να τη χορτάσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Την έσφιγγε δυνατά στην αγκαλιά του και άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του που χτυπούσαν αντίστροφα χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί.

 

«Είσαι σίγουρα καλά;» τον ρώτησε.

 

«Καλύτερα από ποτέ», απάντησε χαμογελώντας και χάθηκε στο σκοτάδι.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;