Κεφάλαιο 8: Βόλτα στην Αθήνα

 

Η Λένα για πρώτη φορά ένιωθε την ψυχή της χορτάτη και το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία. Ανυπομονούσε να έρθει το βράδυ και να συναντηθεί με τον Μάκη για να δει από τον βράχο της Ακρόπολης τη βροχή των αστεριών. Πιο πολύ από όλα όμως χαίρονταν για τη φιλία του Μάκη. Επιτέλους, βρέθηκε ένας άνθρωπος που μπορούσε να την καταλάβει και είχε βάλει στόχο να κάνει τα πάντα για να κρατήσει τη φίλια του.

Το βράδυ που συναντήθηκαν στη γέφυρα η Λένα είχε φορέσει το αγαπημένο της λευκό φόρεμα και είχε πιάσει τα μαλλιά της πίσω με μια λεπτή κορδέλα που την έκανε ακόμα πιο όμορφη  ̶ και ο Μάκης το πρόσεξε.

Εκείνος φορούσε ένα απλό τζιν παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Τι συνδυασμός αυτός σήμερα; Και οι δύο στα λευκά!» είπε ο Μάκης χαμογελώντας, καθώς περπατούσαν προς τον ηλεκτρικό του Αγίου Ελευθερίου. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, αφού οι Αθηναίοι δεν είχαν επιστρέψει ακόμα από τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Μόνο κάτι τελευταίοι ρομαντικοί υπήρχαν, που ξέμειναν στην Αθήνα, αφού τα οικονομικά τους δεν τους επέτρεπαν να πάνε κάπου.

Ο Μάκης και η Λένα μπήκαν στο τελευταίο βαγόνι και βρήκαν να καθίσουν.

Κάτι τουρίστες με τον χάρτη στα χέρια προσπαθούσαν να βρουν την τοποθεσία που  ήθελαν και ρωτούσαν δεξιά και αριστερά. Ο Μάκης που ήξερε αγγλικά τους καθοδήγησε και τους είπε που έπρεπε να κατέβουν. Όση ώρα μιλούσε ο Μάκης, η Λένα τον κοίταζε και τον θαύμαζε.

Μόλις από τα μεγάφωνα άκουσαν Επόμενος σταθμός Μοναστηράκι, next station Monastiraki», κατέβηκαν γρήγορα και ανέβηκαν τα σκαλιά για να βγουν στην πλατεία. Μέσα στο πλήθος που περπατούσε στην νυχτερινή Αθήνα ήταν και μια παρέα ατόμων από την Αφρική που πουλούσαν διάφορα χρωματιστά βραχιόλια για τα χέρια και τον λαιμό που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, τα βραχιόλια αυτά φέρνουν τύχη και ευτυχία.

Μόλις τους σταμάτησαν ο Μάκης άφησε την Λένα να διαλέξει το χρώμα που επιθυμούσε και της το αγόρασε. «Ένα μικρό δωράκι από εμένα. Μόνο εσύ θα μου κάνεις δώρα;» της είπε καθώς το φορούσε  η Λένα στο χέρι της.

«Πριν πάμε εκεί που θες, ακολούθησέ με» είπε η Λένα και, πιάνοντας τον από το χέρι ανηφόρησαν προς τα στενά δρομάκια της Πλάκας.

Μόλις έφτασαν έξω από το μουσείο Ιστορίας, στην οδό Θόλου, η Λένα του είπε να ανέβουν σε μια ανηφόρα που οδηγούσε σε ένα ξέφωτο. Δίπλα τους περπατούσαν τουρίστες με τις φωτογραφικές μηχανές στα χέρια που απαθανάτιζαν κάθε στιγμή ότι έβλεπαν.

Καθώς ανέβαιναν είδαν στα αριστερά τους μια εκκλησία που ήταν κλειστή και συνέχισαν την μεγάλη ανηφόρα μέχρι το ξέφωτο. Ο Μάκης ανέβαινε με δυσκολία και η Λένα τον κρατούσε από το χέρι αποκαλώντας τον παππούλη και εκείνος γελούσε. Ένιωθε όμως πάλι σαν παιδί που πάει στην Disneyland και αυτό του έδινε δύναμη να συνεχίσει αν και οι δυνάμεις του άρχισαν να τον προδίδουν.

«Έλα, φτάσαμε» είπε ύστερα από λίγο η Λένα και στο σημείο εκείνο είχαν μπροστά τους όλη την Αθήνα. Μόλις η παρέα των Κινέζων τουριστών που έβγαζε φωτογραφία έφυγε, η Λένα τον έπιασε από το χέρι και πλησίασαν πιο κοντά. Υπήρχε ένα μικρό, πέτρινο τοιχάκι που οι δυο τους σκαρφάλωσαν πάνω και με τα πόδια τους να κρέμονται στο κενό και κοιτούσαν τα φώτα της πόλης που απλώνονταν μπροστά τους σαν ζωγραφιά σε πίνακα. «Δεν είναι όμορφα εδώ;» ρώτησε η Λένα καθώς το απαλό αεράκι που φυσούσε τους δρόσιζε την ψυχή.

 

«Είναι όμορφα Λένα. Κλείσε τα μάτια και πάρε βαθιές ανάσες! Νιώθεις την ελευθερία και τη γαλήνη στην ψυχή σου;» της είπε ο Μάκης και η Λένα του απάντησε ναι.

«Κάθε φορά που ένιωθα χάλια ερχόμουν εδώ πάνω και καθόμουν με τις ώρες κοιτώντας την Αθήνα. Έχει τόση ησυχία εδώ πάνω, είναι σαν το Παράδεισο Μάκη», είπε η Λένα και ο Μάκης συνέχισε να παίρνει βαθιές ανάσες κοιτώντας πότε τον ουρανό και πότε κάτω τα φώτα της πόλης.

 

Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται και να πηγαίνει προς τον βράχο της Ακρόπολης για να πιάσουν μια καλή θέση, ώστε να βλέπουν τα αστέρια που θα έπεφταν. «Έλα θέλω να σου δείξω κάτι ακόμα», του είπε και κατηφόρισαν προς τα στενά δρομάκια, κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης, στα Αναφιώτικα, εκεί που οι λιγοστοί κάτοικοι, ζούσαν ήρεμα και γαλήνια σαν να ήταν σε νησί.

Ένα νησί ξεχασμένο στην καρδιά της πολύβουης Αθήνας, που οι αυλές τους μύριζαν όμορφα από τα λουλούδια που υπήρχαν σε κάθε γωνιά. Μανόλιες, γαρίφαλα, δυόσμος και βασιλικοί στις γλάστρες και στου μικρούς κήπους έδιναν μια άλλη νότα σε εκείνο το μέρος που έμοιαζε με επίγειο παράδεισο δίπλα σε μια Αθήνα που έμοιαζε με κόλαση.

Ανάμεσα σε δυο αυλές υπήρχε ένας τοίχος με γκράφιτι και συνθήματα που έγραφαν οι τουρίστες, αλλά και τα παιδιά. Μέσα στο σκοτάδι, η Λένα κρατώντας το κινητό στα χέρια για να φέγγει έψαχνε τον τοίχο που ήταν μπροστά της. Μόλις βρήκε αυτό που έψαχνε τράβηξε τον Μάκη κοντά της λέγοντάς του να έρθει να δει.

Πριν χρόνια η Λένα, κάθε φορά που ένιωθε χάλια, το έσκαγε από το σπίτι και το σχολείο και ερχόταν στο κέντρο και έκανε βόλτες μόνη της.

Ήθελε να χαθεί μέσα στο πλήθος, εκεί που κανένας δεν την ήξερε, εκεί που ένιωθε περισσότερη ασφάλεια παρά μέσα στο σπίτι της. Μια μέρα, εντελώς τυχαία, βρέθηκε σε εκείνο το μέρος και έχοντας στο μυαλό της τα λόγια από το ποίημα που τόσο πολύ της άρεσε, έβγαλε από την τσάντα της ένα μαρκαδόρο και έγραψε σε μια ακρούλα του τοίχου μερικούς στίχους:

«Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται, μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη» είχε γράψει η Λένα και ο στίχος ήταν ακόμα εκεί, αν και είχε ξεθωριάσει από τα χρόνια.

«Καλλιτεχνική φλέβα βλέπω από μικρή», είπε ο Μάκης γελώντας και της έδειξε τον στίχο κάτω από τον δικό της που κάποιος είχε γράψει «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει. Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας» και με ένα βελάκι προς τον στίχο της Λένας έγραφε «Θέλω να σε δω. Αύριο στις 10 εδώ».

 

«Άσε, το είχα δει και είχα έρθει από τις 9 το πρωί και περίμενα σαν την χαζή μέχρι τις 2 το μεσημέρι και δεν ήρθε ποτέ ο τύπος» είπε εκνευρισμένη η Λένα μόλις θυμήθηκε τι είχε περάσει εκείνη τη μέρα.

Ο Μάκης, ακούγοντας τα λόγια της, είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια και η Λένα τον κοιτούσε περίεργα μη μπορώντας να καταλάβει το λόγο που τον είχε κάνει να γελά τόσο δυνατά.

«Πιστεύεις στη μοίρα;» τη ρώτησε ξαφνικά.

«Δεν ξέρω, μάλλον όχι, αλλά γιατί με ρωτάς; Και βασικά γιατί γελάς;» είπε σουφρώνοντας τα χείλη της η Λένα για να δείξει τον εκνευρισμό της, αλλά ταυτόχρονα με ένα ναζιάρικο ύφος. 

Ο Μάκης της είπε πως και εκείνος δεν πίστευε στη μοίρα, αλλά μετά το σημερινό είχε αλλάξει γνώμη. Της εξήγησε πως γελούσε γιατί το μήνυμα στον τοίχο το είχε γράψει ο ίδιος, μόνο που γράφοντας 10 εννοούσε το βράδυ και όχι το πρωί. Και εκείνος είχε πάει από τις 9 το βράδυ και περίμενε μέχρι τις 2 τα ξημερώματα να δει το άτομο που είχε γράψει τον στίχο, αλλά κανείς δεν είχε εμφανιστεί.

 

Ο κόσμος περνούσε, διάβαζε για λίγο τους στίχους, έβγαζε φωτογραφίες και στην συνέχεια έφευγε αφήνοντάς τον μόνο να περιμένει έναν άγνωστο που ποτέ δεν εμφανίστηκε. Η Λένα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και δεν πίστευε στα όσα άκουγε. Από μια λάθος συνεννόηση η ζωή της άλλαξε για πάντα. Αν πήγαινε τη σωστή ώρα θα γνώριζε τον Μάκη 4 χρόνια πριν και ίσως να μην χρειαζόταν να περάσει όλα αυτά που πέρασε, αφού θα είχε βρει τον φίλο της, τον φύλακα άγγελό της, όπως τον αποκαλούσε πάντα.

«Ξέρεις κάτι Λένα; Δεν έπαψα ποτέ να ελπίζω πως μια μέρα θα συναντούσα εκείνο το άτομο. Και να που εντελώς τυχαία οι ζωές μας συναντήθηκαν, γιατί η ελπίδα είναι σαν το φως στο σκοτάδι, μόλις σβήσει όλα γίνονται μαύρα και ούτε την μύτη σου δεν μπορείς να δεις, μα αν την κρατήσεις ζωντανή, γίνονται θαύματα. Αυτό να το θυμάσαι πάντα Λένα», είπε ο Μάκης καθώς ανηφόριζαν προς τον βράχο της Ακρόπολης για να δουν τα άστρα από κοντά.

 Στο βράχο της Ακρόπολης ο κόσμος είχε μαζευτεί από νωρίς και είχαν πιάσει όλα τα σημεία. Σε κάθε γωνιά έβλεπες ερωτευμένα ζευγάρια κάθε ηλικίας και παρέες νέων που ήρθαν να διασκεδάσουν βλέποντας το φαινόμενο αυτό από όσο πιο κοντά μπορούσαν.

Ο Μάκης και η Λένα χωθήκαν μέσα στο πλήθος, βρήκαν μια γωνιά σε μια ακρούλα και κάθισαν κάτω όπως έκαναν και χιλιάδες άλλοι που βρίσκονταν εκεί την ώρα εκείνη. Ακούμπησαν την πλάτη τους σε έναν μικρό βράχο και κοιτούσαν ψηλά τον ουρανό. Τα απαλό αεράκι που φυσούσε κουνούσε τα φύλλα των δέντρων απαλά και οι πρώτες ζακέτες έκαναν την εμφάνισή τους.

«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Μάκης μόλις την είδε να τρίβει χέρια της μεταξύ τους.      «Λιγάκι», αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο η Λένα.

«Έλα εδώ κοντά μου, μη φοβάσαι», είπε ο Μάκης ανοίγοντας τα πόδια του και σκέπασε με τα χέρια του το σώμα της Λένας που έτρεμε από την ψύχρα. Η Λένα μόλις ένιωσε την ασφάλεια και τη ζεστασιά, έγειρε το κεφάλι της στο στήθος του και κοιτώντας τον ουρανό του είπε να της πει για αυτά τα αστέρια που ήρθαν να δουν.

 

     Κοιτώντας και εκείνος τον ουρανό και έχοντάς την ακόμα στην αγκαλιά του, της εξήγησε πως οι Περσείδες είναι η πιο θεαματική βροχή διαττόντων αστέρων του καλοκαιριού. «Τα λεγόμενα πεφταστέρια, τα αστέρια των Περσείδων, είναι γρήγορα και φωτεινά, που έχουν συνήθως μακριές πύρινες ουρές. Εμφανίζονται που λες Λένα σε όλα σχεδόν τα σημεία του ουρανού και όχι σε ένα συγκεκριμένο, μολονότι φαίνεται να προέρχονται κυρίως από τα βόρεια-βορειοανατολικά, από την περιοχή του αστερισμού του Περσέα, από όπου πήραν και το όνομά τους», είπε ο Μάκης.

«Μπορεί να φτάσουν και 200 περίπου την ώρα Λένα. Ξέρεις τι λένε για τα αστέρια που πέφτουν;» ρώτησε ο Μάκης και εκείνη κούνησε τους ώμους της.

«Αν καταφέρεις την ώρα που πέφτει ένα αστέρι να κάνεις μια ευχή, τότε Λένα η ευχή αυτή λένε πως θα πραγματοποιηθεί».

«Εσύ το έχεις δοκιμάσει; Βγήκαν οι ευχές σου αληθινές;» τον ρώτησε η Λένα.

«Και βέβαια το έχω δοκιμάσει! Όταν ήμουν μικρός καθόμουν με τις ώρες έξω και κοιτούσα τον ουρανό. Περίμενα να πέσει ένα αστέρι και είχα ετοιμάσει από πριν τις  ευχές μου! Άλλες ευχές βγήκαν και άλλες πάλι όχι. Κάποιες πραγματοποιήθηκαν αμέσως και κάποιες άλλες με το πέρασμα του χρόνου», απάντησε ο Μάκης με μια μελαγχολία στην φωνή του.

«Να, εκεί, κοίτα! Κάνε μια ευχή γρήγορα!» φώναξε ο Μάκης δείχνοντας με το χέρι του ένα πεφταστέρι που διέσχιζε τον ουρανό και χανόταν πίσω από τον Παρθενώνα.

Η Λένα, ενθουσιασμένη, κοιτούσε να το δει και μόλις το εντόπισε είπε πως ήθελε να μείνει για πάντα στην ζωή της ο Μάκης, και εκείνος μόλις άκουσε την κοπέλα να λέει αυτά τα λόγια, μια συννεφιά τύλιξε τα μάτια του. Την έκρυψε καλά όμως μέσα στο σκοτάδι της νύχτας και η Λένα δεν αντιλήφθηκε τίποτα.

 

Αργότερα συνέχισε να της λέει ό,τι ήξερε πάνω σε αυτό το τόσο όμορφο φαινόμενο που κοιτούσαν. Οι Περσείδες καταγράφηκαν για πρώτη φορά από Κινέζους αστρονόμους το 36μΧ. Προκαλούνται από τα σωματίδια σκόνης που αφήνει πίσω της η τεράστια ουρά, μήκους δεκάδων εκατομμυρίων χιλιομέτρων. Τα μετέωρα, που συνήθως έχουν βάρος μικρότερο από ένα γραμμάριο, εισέρχονται στη γήινη ατμόσφαιρα με ταχύτητα σχεδόν 60χλμ. το δευτερόλεπτο και αναφλέγονται σε ύψος περίπου 100χλμ., οπότε και αρχίζουν να γίνονται ορατά από τους παρατηρητές. Καθώς πλησιάζουν προς το έδαφος με μεγάλη ταχύτητα, διαλύονται από την τριβή και την υπερθέρμανση, αφήνοντας πίσω τους φωτεινά ίχνη.

 

Εκείνη καθόταν ήρεμη στην αγκαλιά του και τον άκουγε που μιλούσε με τόσο ενθουσιασμό για όλα τα αυτά καθώς γνώριζε ένα σωρό άλλες πληροφορίες για τα αστέρια αυτά που για μια στιγμή νόμιζε πως ο Μάκης θα μπορούσε να είναι και αστροναύτης.

Έκλεισε για λίγο τα μάτια της και τον είδε μπροστά της, να φοράει την λευκή στολή και να ταξιδεύει στο σύμπαν. Πετούσε μακριά μέσα στο σκοτάδι δίπλα σε πλανήτες και κομήτες καθώς και σε αστέρια που περνούσαν από δίπλα του αγγίζοντάς τα.

Εκείνη του άπλωνε το χέρι της για να τον πιάσει και να την πάρει μαζί του στο όμορφο αυτό γαλαξιακό ταξίδι, μα μια αόρατη δύναμη τον τραβούσε μακριά της. Τον έπαιρνε μακριά της και τον πήγαινε όλο και πιο κοντά στα άστρα, τον πήγαινε όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι.

«Που ταξιδεύεις μικρή;» την ρώτησε.

«Μακριά, πολύ μακριά. Στο άπειρο Μάκη», απάντησε εκείνη και κουλουριάστηκε στην ζεστή του αγκαλιά ακούγοντας τους χτύπους της καρδιά του που χτυπούσαν αδύναμα και αργά.

«Ξέρεις κάτι;» είπε η Λένα ύστερα από λίγο σπάζοντας την σιωπή. «Πάντα ονειρευόμουν πως θα συναντούσα τον πρίγκιπα και θα με έβγαζε από την φτώχια και θα ζούσαμε αγαπημένοι στο κάστρο του και οι άνθρωποι στην οικογένειά μου θα ήταν πλέον χαρούμενοι. Αρκετές φορές άφησα τα όνειρα μου πίσω εξαιτίας των χρημάτων και της κακής οικονομικής κατάστασης των τελευταίων χρόνων.

»Πάντα θυμάμαι τη μάνα μου, κάθε φορά που πηγαίναμε στο σούπερ μάρκετ και εγώ έτρεχα στις σοκολάτες να μου λέει πως θα μου πάρει την επόμενη φορά. Εγώ κατέβαζα το κεφάλι και περίμενα την επόμενη φορά που πάντα έπαιρνε αναβολή για μια άλλη φορά. Έτσι όλα τα όνειρα μου έμεναν μισά και ερχόμουν στο κέντρο της Αθήνας για να χαζεύω τον ουρανό και τον κόσμο που περπατούσε.

»Υπήρχαν στιγμές στην ζωή μου που ήθελα να χαθώ μέσα στο πλήθος. Ξέρεις, είναι περίεργο το αίσθημα που ένιωθα, από την μία να μη θέλεις να δεις άνθρωπο και από την άλλη να θέλεις να χαθείς μέσα στο αδηφάγο πλήθος. Πάντα κάτι μου έλειπε και συνήθως τα περισσότερα προβλήματα προέκυπταν από την έλλειψη χρημάτων. Έτσι και εγώ έκανα όνειρα αφού χρήματα δεν είχα», είπε η Λένα με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό μήπως και δει κάποιο άλλο αστέρι να πέφτει πάλι από τον ουρανό.

«Τα λεφτά βρίσκονται Λένα, τα όνειρα όμως που μπορούν να βρεθούν; Μπορείς να μου πεις; Έπαψα να κάνω όνειρα εδώ και πολύ καιρό. Δεν τολμώ να ονειρευτώ. Φοβάμαι να ονειρευτώ Λένα, φοβάμαι», είπε ο Μάκης και το πρόσωπο του συννέφιασε πάλι.

«Τι φοβάσαι; Μα, το να ονειρεύεσαι είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Δεν κοστίζει τίποτα», του απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

«Που μπορώ να βρω όνειρα;» την ρώτησε με την θλίψη να τον έχει τυλίξει καθώς την έσφιγγε απαλά στην αγκαλιά του.

«Εκεί! Κοίτα ψηλά, όλος ο ουρανός είναι γεμάτος άστρα, εσύ που το είπες πριν, γεμάτος όνειρα και ευχές από εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν και ελπίζουν σε έναν κόσμο που καταρρέει, που διαλύεται. Βλέπεις; Κοίτα καλά εκεί ψηλά και βρες το δικό σου όνειρο ανάμεσα σε εκατομμύρια όνειρα άλλων! Κάποιο αστέρι εκεί ψηλά είναι για εσένα και περιμένει να πέσει για να το δεις!»

 

Κάθισαν για ώρες έτσι αγκαλιασμένοι μέχρι το ξημέρωμα.

Ήταν λες και ο χρόνος να είχε παγώσει και δεν υπήρχαν άλλοι γύρω τους.

Σαν να ήταν πρωταγωνιστές σε ένα παραμύθι που δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ. Μα οι πρώτες αχτίνες του ήλιου τους έφεραν πίσω στην πραγματικότητα.

Η έβδομη μέρα είχε μπει και όλα θα άλλαζαν ξαφνικά, η βδομάδα που είχαν δώσει περιθώριο έφτανε στο τέλος της και οι αποφάσεις είχαν ήδη παρθεί, έμενε μόνο να εκτελεστούν.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;