Κεφάλαιο 2: Ο Πατέρας

«Μίλησε μου για τον πατέρα σου Ουρανία… Δεν μπορεί, κάτι πρέπει να θυμάσαι από εκείνον…»

«Γεννήθηκα στον Εξαπλάτανο  του νομού Πέλλας. Εκεί έζησα μέχρι τα δεκαεπτά μου.
Απ’ τον πατέρα, τα λίγα που θυμάμαι, είναι πως ήταν πολύ ψηλός, σαν γίγαντας! Γελούσε συχνά, με ένα θορυβώδες γέλιο, που άλλοτε μ’ έκανε να νιώθω ασφάλεια και σιγουριά, κι άλλες φορές να σκιάζομαι από φόβο. Γενικά, ήταν ένας άνθρωπος που τα έκανε όλα σε υπερθετικό βαθμό. Γελούσε έντονα, θύμωνε συχνά και φώναζε δυνατά! Αγαπούσε πολύ και το έδειχνε κάνοντας μεγάλες αγκαλιές! Θυμάμαι ακόμη, πως του άρεσε το φαγητό και ήταν πολύ λαίμαργος. Μια φορά μάλιστα, κόντεψε να πνιγεί απ’ τη λαιμαργία του! Το μόνο πράγμα που έκανε σε μικρές δόσεις ο πατέρας μου, ήταν ο ύπνος. Ξυπνούσε πρώτος, απ’ τα άγρια χαράματα, για να βγάλει τα ζωντανά απ’ το μαντρί και να τα οδηγήσει έξω απ’ το σπίτι του αδερφού του και κοιμόταν τελευταίος, αργά το βράδυ, αφού γύριζε απ’ το καφενείο… Τις περισσότερες φορές τραγουδώντας, ζαλισμένος από το κρασί.

»Ο πατέρας μου είχε έναν αδερφό, τον θείο Γιώτη, που ήταν μεγαλύτερος. Μετά από δυο χρόνια γάμου με την θεία Κίτσα, δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν ακόμη παιδιά. Αυτή ήταν μια καλή αιτία για να μουρμουρίζει η γιαγιά Νίτσα, που ζούσε μαζί τους. Η καθημερινή γκρίνια της γιαγιάς έκανε τη θεία μου τόσο νευρική με όλους, που κάποιοι στο χωριό την αποκαλούσαν(κρυφά) στρίγγλα.
Τα δυο αδέρφια ήταν κτηνοτρόφοι και συνέταιροι στη δουλειά. Μοιράζονταν μαζί τριάντα αγελάδες, ίσως και περισσότερες… Είχαν και λίγα στρέμματα γης, που τα έσπερναν με τριφύλλι… ή με κριθάρι… Κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Για να μην αναγκάζονται να αγοράζουν  τροφή για τα ζώα τους.

Ο θείος μου, συγκέντρωνε κάθε πρωί όλα τα γελάδια του χωριού και τα πήγαινε για βοσκή στις γύρω βουνοπλαγιές. Για τη δουλειά αυτή, πληρώνονταν καλά, όμως ήταν αναγκασμένος να λείπει όλη τη μέρα από το σπίτι. Τις εργασίες στα χωράφια και στους στάβλους τις είχε φορτωθεί ο πατέρας μου.  Όσα χρήματα έβγαζαν οι δυο τους, προορίζονταν για την αύξηση του κοπαδιού. Όταν θα συγκέντρωναν έναν ικανοποιητικό αριθμό ζώων, τότε θα σταματούσε ο θείος Γιώτης να κάνει τον τσοπάνη κι ο πατέρας μου τη δουλειά στα χωράφια. Μόλις έπιαναν το στόχο τους, τότε για την καλλιέργεια των ζωοτροφών, θα χρησιμοποιούσαν εργάτες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έκαναν μεγάλα όνειρα για τη δουλειά τους! Μέχρι που πέθανε ο πατέρας μου. Ξαφνικά όλα άλλαξαν και τα όνειρα έγιναν εφιάλτες!
Ήμουν σχεδόν πέντε χρονών τότε.

Το μοναδικό παιδάκι στα δύο σπίτια. Όλοι μ’ αγαπούσαν! Ακόμη και η θεία Κίτσα! Αν και πολλές φορές, με κατσάδιαζε για ασήμαντους λόγους. Εκείνες που με φρόντιζαν και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο μαζί μου, ήταν οι δυο γιαγιάδες: η γιαγιά Νίτσα που ήταν μάνα του πατέρα μου κι έμενε στο σπίτι του θείου, και η γιαγιά Βαγγελία, η μητέρα της μάνας μου.

Ο παππούς Νικόλας και η γιαγιά Βαγγελία, έμεναν μαζί μας. Ήταν αυτοί που μου έδιναν την περισσότερη αγάπη από όλους! Η μητέρα, βοηθούσε τον πατέρα μου στις δουλειές. Σε όλες τις δουλειές! Ακόμη και στις πιο βαριές, που ήταν αυστηρά, μόνο για άντρες!

»Αυτά θυμάμαι πάνω – κάτω, από κείνη την εποχή. Τον πατέρα μου τον έβλεπα πολύ λίγο. Συνήθως το βράδυ, όταν γύριζε απ’ το καφενείο. Κάθε φορά που επέστρεφε με κέφια,  έρχονταν κατ’ ευθείαν σε μένα, για να πετάξουμε, όπως έλεγε… Το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν να με σηκώνει ψηλά κι εγώ να ανοίγω τα χέρια μου παριστάνοντας το αεροπλάνο!

Τότε έτρεχε γύρω απ’ το τραπέζι της κουζίνας βουίζοντας και αναστατώνοντας όλους μέσα στο σπίτι! Ένα σπίτι που ήταν για μένα ολόκληρος ο κόσμος! Ήμουν τόσο  ευτυχισμένη εκείνη την εποχή! Επειδή μπορούσα, έστω και για λίγο, να παρατηρώ τον κόσμο από ψηλά!
«Νέπε θα ρούζεις το μωρόν αφκά!» (Βρε θα ρήξεις το μωρό κάτω!) φώναζε τρομοκρατημένη η γιαγιά Βαγγελία!

Αν με ρωτάτε λοιπόν, κύριε Κράλλη, τι θυμάμαι απ’ τον πατέρα μου, αυτή είναι η πιο όμορφη και πιο ζωντανή ανάμνηση που έχω από εκείνον!

Οι νυχτερινές κυκλικές πτήσεις μας, κάτω απ’ το ταβάνι του σπιτιού, δίπλα απ’ τη στρογγυλή λάμπα της κουζίνας!»

Η Ουρανία σταμάτησε να μιλάει, τη στιγμή που υπογράμμιζα τη φράση: “Κυκλικές πτήσεις”. Με κοίταξε περιμένοντας να πω κάτι, να της δώσω ένα οποιοδήποτε ερέθισμα, προκειμένου να συνεχίσει.

«Απίστευτο!» σκέφτηκα… Αν αυτά είναι τα λίγα πράγματα που θυμάται απ’ τον πατέρα της,  τότε το μόνο σίγουρο είναι, πως για την υπόθεση της Ουρανίας, θα χρειαστούν πολλές συνεδρίες και αρκετά μπλοκάκια για να σημειώσω τις ολοζώντανες μνήμες αυτής της γυναίκας!

«Πως πέθανε ο πατέρας σου Ουρανία;»

Το βλέμμα της περιπλανήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα έξω απ’ το παράθυρο του γραφείου. Προσπέρασε τους μεταλλικούς πύργους και τα δορυφορικά πιάτα του πάρκου κεραιών, κι έφτασε μέχρι την κορυφή του Χορτιάτη. Στη συνέχεια, με μια αργή κίνηση του κεφαλιού, έστρεψε τη ματιά της  επάνω μου. Σχεδόν ανέκφραστη, λες και είχε επιστρέψει από ένα σκοτεινό ταξίδι στο παρελθόν… Ή καλύτερα, σαν να είχε μετατραπεί η ίδια σε δέκτης των σημάτων που εξέπεμπαν όλοι εκείνοι οι αναμεταδότες.

«Τα μόνα που θυμάμαι από το θάνατό του, είναι τα ουρλιαχτά της μάνας μου! Και τις μετέπειτα, συχνές λιποθυμίες της γιαγιάς Νίτσας, που κάθε φορά νόμιζα πως πέθαινε! Στην κηδεία του δεν με πήρανε μαζί, ενώ στα σαράντα, θυμάμαι πως όλο το χωριό έφαγε και ήπιε στην αυλή του σπιτιού μας! Λες και γίνονταν χαρά πριν από κάποιο γάμο. Το πως ακριβώς πέθανε, το έμαθα τελικά από τη μάνα μου, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν είχαμε ήδη εγκατασταθεί στην Αριδαία.»
Χρειάστηκε μια μικρή παύση και μια γουλιά απ’ τον καφέ της – που συνόδεψε με έναν στεναγμό – για να συνεχίσει την αφήγησή της:

«Όταν επέστρεφαν οι αγελάδες στο μαντρί μας, λίγο πριν να δύσει ο Ήλιος, ο πατέρας, μαζί με την μάνα μου, έπαιρναν τα ξύλινα σκαμνάκια και τους μεταλλικούς κουβάδες κι άρχιζαν να τις αρμέγουν. Πολλές φορές, ο πατέρας μου έβαζε τις φωνές σε κάποιο ζώο που δεν έμενε ακίνητο κατά τη διαδικασία του αρμέγματος.
Το κακό έγινε μια νύχτα με πανσέληνο.

Η Μάρω – έτσι έλεγαν την λευκή αγελάδα που είχε γεννήσει πριν λίγες μέρες – ήταν πολύ ανήσυχη. Εκείνος, όπως το συνήθιζε, άρχισε να φωνάζει και να βρίζει. Όμως η Μάρω, έγινε περισσότερο νευρική, μέχρι που με μια αδέξια κίνηση των ποδιών της, κλώτσησε τον κουβά κι έχυσε όλο το γάλα στο χώμα. Τότε ο πατέρας μου έγινε έξαλλος!

Σηκώθηκε όρθιος, και τη χτύπησε με το χέρι στα καπούλια. Το ζωντανό μούγκρισε δυνατά! Γύρισε προς το μέρος του και με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού, έσκισε με τα κέρατά της τον αέρα, μαζί και το στομάχι του πατέρα μου! Τα ουρλιαχτά της μάνας μου, κι εκείνο το “Χάμποοοο!”(που σαν αντίλαλος ηχεί στον ύπνο μου συχνά) θα πρέπει να ακούστηκαν σε όλο το χωριό! Η φράση του Λουντέμη: “Εκείνη τη νύχτα σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι” για πολλά χρόνια, πίστευα πως είχε γραφτεί για το θάνατο του πατέρα μου! Συνήθιζα μάλιστα να επισημαίνω σε όποιον την ανέφερε, πως μόνο η μάνα μου ούρλιαζε εκείνη τη νύχτα!»

Ακολούθησε άλλη μια παύση στην αφήγηση της Ουρανίας. Κάθε φορά που σταματούσε, έμοιαζε απελπισμένη. Χαμένη μέσα στο λαβύρινθο της μνήμης. Επιστρέφοντας, έφερνε μαζί της αναμνήσεις, που η έκπληξη στο πρόσωπό της φανέρωνε πως τις είχε ξεχάσει από καιρό.

Άλλες φορές έμοιαζε με έναν χείμαρρο ορμητικό, που ξέρναγε τα φερτά υλικά του στη μέση του γραφείου μου… Κι άλλοτε, τη φανταζόμουν σαν σε όραμα, να επιστρέφει απ’ το υπόγειο, γαλήνια, κρατώντας ένα άλμπουμ  φωτογραφιών.

Καθώς άνοιγε με αργές κινήσεις τις σκονισμένες του σελίδες, έβγαζε όλες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κοίταζε κάθε μια ξεχωριστά, κι ύστερα… Απλά, θυμόταν!

«Προσπάθησα να τρέξω κοντά της. Όμως η γιαγιά δε μ’ άφησε. Μ’ έσφιξε στην αγκαλιά της κι έκλαιγε. Μοιρολογούσε κι αναθεμάτιζε την τύχη μας, πιέζοντας το κεφάλι μου πάνω στα στήθια της. Τόσο δυνατά μάλιστα, που άκουγα τους χτύπους της καρδιάς της. Σαν ένα τύμπανο που συνόδευε το σπαρακτικό της τραγούδι. Έκλαψα κι εγώ μαζί της για αρκετή ώρα, δίχως να ξέρω γιατί ακριβώς κλαίγαμε. Ο πρώτος που έτρεξε κοντά στους γονείς μου, ήταν ο παππούς Νικόλας. Μαζί με τη μητέρα μου – όπως μου περιέγραψε η ίδια τη σκηνή – προσπαθούσαν, μάταια, να βάλουν με τα χέρια τους τα έντερα του πατέρα μου μέσα στην ανοιχτή κοιλιά του!»

Σταμάτησε ξαφνικά, σαστισμένη κι η ίδια απ’ τη σοκαριστική της αφήγηση. Στη συνέχεια με κοίταξε στα μάτια, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις μου. Ήπιε ακόμη μια γουλιά καφέ και κράτησε για λίγο τα βλέφαρα της κλειστά, προσπαθώντας να κρύψει την υγρασία που ήταν υπεύθυνη για το λαμπύρισμα των ματιών της. Την μιμήθηκα, επειδή ήθελα κι εγώ να κρύψω τη στιγμιαία μου αμηχανία, πίνοντας απ’ την κούπα με τα αρχικά του ονόματός μου… (Ο.Κ)

Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τον πρωινό καφέ, να μου ανακατεύει το στομάχι!
Η Ουρανία κατάφερε να μαζέψει τα κομμάτια της τόσο γρήγορα, που ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα με την δύναμη που έκρυβε μέσα της!

«Λίγο αργότερα, έφτασαν στο μαντρί μας οι κοντινότεροι γείτονες, στη συνέχεια κι άλλοι χωριανοί, μαζί τους κι ο αδερφός του, ο θείος Γιώτης. Τον ανέβασαν στην καρότσα του αγροτικού, επειδή ζούσε ακόμη ο καημένος! Όμως δεν ήταν γραφτό μου να τον ξαναδώ, γιατί  ξεψύχησε στο δρόμο για το νοσοκομείο.
Έτσι έσβησε ο πατέρας μου. Χάθηκε ξαφνικά απ’ τη ζωή μου. Μαζί του χάθηκαν και οι νυχτερινές πτήσεις γύρω απ’ την λάμπα της κουζίνας. Από τότε, δεν ξανακοίταξα ποτέ τον κόσμο από ψηλά. Πόσο δίκιο είχε η γιαγιά μου, που φοβόταν πως θα μ’ έριχνε κάτω… Μόνο που στους φόβους της, δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος του πόνου που θα ένιωθα στο εξής, από εκείνη την πτώση.»

Η μία ώρα που είχαμε στη διάθεσή μας, πλησίαζε κιόλας στο τέλος της. Έπρεπε να ανανεώσουμε το ραντεβού μας για την επόμενη εβδομάδα. Στο μεταξύ, είχα να εξετάσω όλες εκείνες τις φράσεις που σημείωσα, επειδή τις θεώρησα συγκλονιστικές! Σκόπευα να ωθήσω την Ουρανία στο να τις σκεφτεί ξανά και ξανά, απ’ όλες τις μεριές, εξετάζοντας κάθε διαφορετική εκδοχή των όσων μου διηγήθηκε. Αυτό βέβαια, ήταν κάτι που για να το καταφέρω, έπρεπε πρώτα να την πείσω να δεχτεί τη δική μου βοήθεια, που είχε να κάνει κυρίως με την ανάδειξη αυτών των διαφορετικών εκδοχών. Με απλά λόγια… Έπρεπε να της μάθω τον τρόπο με τον οποίο στο εξής θα μπορούσε να ανακαλύπτει το φως, ακόμη και στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού της!

Ήταν άλλη μια συνεδρία, όπου η Ουρανία μιλούσε ασταμάτητα, ενώ εγώ άκουγα και σημείωνα. Το να ακούς με μεγάλη προσοχή θεωρώ πως είναι απαραίτητη προϋπόθεση της δουλειάς ενός οδηγού ψυχικής επαφής! Στη συνέχεια ακολουθεί η δημιουργική σκέψη, που παράγει την σοφία στον λόγο! Όταν ο καθοδηγητής γίνει κάτοχος του σοφού λόγου, τότε οι λέξεις του αγγίζουν την Ψυχή του ανθρώπου, σαν μια ουράνια σαγήνη!

Υπήρχε όμως και κάτι ακόμη, που χρειαζόμουν επειγόντως, προκειμένου να ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη συνεδρία. Είχε αναφέρει τόσα πολλά για τον πατέρα της, μέσα σε μια ώρα, μα δεν μου έδωσε τίποτα για να καταλάβω το πως ένιωθε την εποχή που συνέβησαν τα όσα μου διηγήθηκε. Με λίγα λόγια, χρειαζόμουν τουλάχιστον ένα ξεκάθαρο, εκφρασμένο συναίσθημα!

Στη συνέχεια έριξε στους κυρτούς ώμους το πανωφόρι της κι ετοιμάστηκε να με χαιρετήσει. Άφησα το σημειωματάριο στο τραπεζάκι δίπλα μου και σηκώθηκα όρθιος.
«Ουρανία, πριν με αποχαιρετήσεις, θέλω να σε ρωτήσω κάτι ακόμη.»
«Σας ακούω κύριε Κράλλη.»
«Έχει να κάνει με κάτι που ανέφερες πριν λίγο. Πιο συγκεκριμένα… Το τελευταίο που μου έκανε εντύπωση από όσα διηγήθηκες.» Πήρα το μπλοκάκι στα χέρια μου και διάβασα την υπογραμμισμένη φράση:
“Το μέγεθος του πόνου που θα ένιωθα στο εξής, από εκείνη την πτώση”. Κι όμως Ουρανία… Αν θυμάμαι καλά, στην πρώτη μας συνάντηση, μου είχες αναφέρει πως ο θάνατος του πατέρα σου δεν σου είχε στοιχίσει ιδιαίτερα, επειδή δεν θυμόσουν πολλά πράγματα από εκείνον! Τι απέγινε όλος αυτός ο πόνος, για τον οποίον μου μίλησες σήμερα Ουρανία;»
«Ο πόνος… Χάθηκε.»
«Χάθηκε; Έτσι απλά;»

«Ποτέ δεν χάνεται έτσι απλά! Δεν καταλαβαίνω γιατί μου κάνετε αυτή την ερώτηση… Ο πόνος ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει στην καρδούλα ενός μικρού κοριτσιού. Αυτός ήταν ο λόγος που τα πρώτα χρόνια δεν τον αντιλαμβανόμουν σε όλο του το μέγεθος. Καθώς περνούσε ο καιρός όμως, μαζί με την καρδιά μου, μεγάλωνε κι ο πόνος! Μέχρι που έγινε δυσβάσταχτος! Ήταν αδύνατον να τον υπομένω!»
Ακολούθησε μια ξαφνική κατάρρευση, όπου η Ουρανία έκλαψε με αναφιλητά. Χρειάστηκαν πέντε λεπτά, για να χαλαρώσει και να συνεχίσει με ήρεμη, σταθερή φωνή.

«Τι κάνει κάποιος που πονάει πολύ, κύριε Κράλλη;» ρώτησε, όμως η αλήθεια ήταν πως ο σκοπός της ερώτησης ήταν το να ακούσω από την ίδια την απάντηση που θα μου έδινε κι όχι να λάβει εκείνη τη δική μου.
»Μα φυσικά, καταφεύγει στα παυσίπονα! Αυτά όμως, σε ανακουφίζουν μόνο για λίγο. Επειδή ο πόνος αργά ή γρήγορα επιστρέφει! Κι επέστρεφε κύριε Κράλλη! Κάθε φορά δυνατότερος!

Ενώ εγώ, κάθε φορά γινόμουν όλο και πιο ανίσχυρη για να τον αντιμετωπίσω. Και τι κάνεις όταν ο πόνος επιμένει και δεν υπομένεται άλλο κύριε Κράλλη; Βρίσκεις την αιτία που τον προκαλεί και φροντίζεις να απαλλαγείς μια για πάντα από δαύτη! Όσο κι αν είναι δύσκολο στην αρχή… Με πολλή προσπάθεια και υπομονή, η αιτία αρχικά εξασθενεί, ενώ στη συνέχεια χάνει όλη της τη δύναμή! Και τότε είσαι ελεύθερη να συνεχίσεις τη ζωή σου δίχως πόνο! Έτσι συνέχισα.»

Με κοίταξε άλλη μια φορά επίμονα, περιμένοντας να αντιδράσω. Ενώ εγώ εξακολουθούσα να μην ανταποκρίνομαι άμεσα στις προσδοκίες της. Προσπάθησα να καταλάβω αν αυτή η γυναίκα είχε πράγματι αναπτύξει μια μέθοδο με την οποία μπορούσε έτσι απλά να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες συνέπειες ενός τόσο δραματικού γεγονότος.

Ή, μήπως κατάφερνε τελικά να κρύβεται απ’ αυτό, διατηρώντας για πολλά χρόνια την ψευδαίσθηση πως το γεγονός αυτό δεν συνέβη ποτέ. Οπότε, όπως η ίδια πίστευε, ήταν αδύνατον στο εξής να της προκαλέσει οποιονδήποτε πόνο.

«Έκανα κάπου λάθος κύριε Κράλλη;»
«Δεν υπάρχει κανένα λάθος σε ό,τι κάνουμε Ουρανία! Το μόνο που υπάρχει, είναι αυτό που  εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς μας, κι απ’ την άλλη… εκείνο που δεν λειτουργεί για εμάς όσο καλά θα θέλαμε. Αλλά, γι’ αυτό θα κουβεντιάσουμε περισσότερο κάποια άλλη φορά. Εκείνο που θέλω από εσένα πριν φύγεις, είναι να μου μιλήσεις λίγο για όσα ένιωθες όταν επέστρεφε εκείνος ο πόνος. Ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα που θεωρούσες δυσβάσταχτο;»

«Δεν ήταν μόνο ένα το συναίσθημα… Όμως, αυτό που θυμάμαι καλά, είναι πως αισθανόμουν έντονα αδικημένη! Άλλες φορές πάλι, εκείνο που ένιωθα ήταν μεγάλη οργή που πολύ συχνά μετατρέπονταν σε μίσος!»
«Μίσος; Ποιον μισούσες Ουρανία;»
«Δεν ξέρω… Δεν ξέρω… Όλο τον κόσμο μισούσα! Συγνώμη! Πρέπει να φύγω τώρα» είπε με μάτια βουρκωμένα και στράφηκε προς την πόρτα. Με το που την άνοιξε, το φως του Ήλιου έλουσε το πρόσωπό της! Τότε κοντοστάθηκε και γύρισε προς το μέρος μου.

«Ήταν και κάτι ακόμη… Που ένιωσα αρκετά χρόνια αργότερα. Τότε που είχα απαλλαγεί απ’ τον πόνο που μου προκαλούσε ο θάνατος του πατέρα μου. Ένα συναίσθημα που έμοιαζε με καημό. Ίσως και με νοσταλγία. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν, όμως συνήθιζα από τότε να καταγράφω πολλά από όσα ένιωθα, σε μικρά χαρτάκια, που τα φύλαγα σε ένα μεταλλικό κουτί. Εκείνο το τελευταίο συναίσθημα απ’ την ανάμνηση του πατέρα μου, το κουβαλάω πάντα μαζί μου!»

Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του πατέρα της, από τον στρατό! Την κράτησα στα χέρια μου και πάσχισα να βρω κάποια ομοιότητα μεταξύ του φαντάρου με τον μαύρο μπερέ και το λεπτό μουστάκι, και της Ουρανίας.

Η αλήθεια ήταν βέβαια, πως έψαχνα περισσότερο, για κάτι που να μοιάζει με συναίσθημα. Πως ήταν δυνατόν όμως, να ανακαλύψω ένα οποιοδήποτε συναίσθημα της Ουρανίας, κοιτάζοντας μια παλιά φωτογραφία του πατέρα της;

Μέχρι που την πήρε από τα χέρια μου, και την γύρισε απ’ την ανάποδη. Τότε μόνο κατάλαβα.

 

“Κάθε που βραδιάζει μου λείπει η αγκαλιά σου

δυο στιγμές είναι αρκετές για ολόκληρη ζωή
φαντάσου…
Τον κόσμο ας έβλεπα και πάλι από ψηλά

σαν πυροτέχνημα να ζούσα
για δυο στιγμές γεμάτες…
Με τόση ομορφιά
φαντάσου…”

 

Αφού το διάβασα τρεις φορές, μου ήταν πολύ εύκολο να νιώσω το μείγμα των συναισθημάτων που βασάνιζαν την Ουρανία όταν το έγραφε.

«Είναι υπέροχο! Πράγματι… Μπορώ να διακρίνω τον καημό σου! Αυτές οι λέξεις φανερώνουν το πόσο νοσταλγούσες! Μα πάνω από όλα αποδεικνύουν το πόσο πολύ αγαπούσες τον πατέρα σου Ουρανία!»

«Το σχήμα του; Δεν σας λέει τίποτα;»
Θα μπορούσα να ψάξω για μέτρο, για ομοιοκαταληξία, για συμβολισμούς. Θα μπορούσα να εξερευνήσω πολλά πράγματα σε ένα ποίημα, αλλά το αν μου λέει κάτι το σχήμα του…
«Το σχήμα του; Δεν καταλαβαίνω…»

«Όταν το έγραψα, αυτό ήταν που με είχε εντυπωσιάσει αμέσως. Το σχήμα! Αλήθεια τώρα… Δεν πρόσεξες ότι μοιάζει με φτερό;»
Ήταν η πρώτη φορά που παρατήρησα το περίγραμμα των στίχων ενός ποιήματος, ενώ παράλληλα, συνειδητοποίησα πως η Ουρανία μου μίλησε στον ενικό! Για πρώτη φορά απ’ τη μέρα που γνωριστήκαμε… Κι αυτό ήταν κάτι που με χαροποίησε ιδιαίτερα, επειδή ένιωσα πως άρχισα να κερδίζω την εμπιστοσύνη της.

«Τώρα που το λες… Πράγματι! Έχει το σχήμα ενός ανοιγμένου φτερού! Όμως, δεν καταλαβαίνω… Τι μπορεί να σήμαινε για σένα;»

«Είναι το δικό μου φτερό! Το άλλο, το πήρε μαζί του! Αυτός ήταν ο καημός μου! Με ένα φτερό, ήταν αδύνατον να πετάξω!»

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Κώστας Μεταλλίδης

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1973. Ασχολούμαι με το εμπόριο, με τη λογοτεχνία ως συγγραφέας και με το θέατρο ως ηθοποιός στην θεατρική ομάδα "MHXANH" Παρακολούθησα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Έχω συμμετάσχει με διηγήματά σε δύο έντυπες συλλογικές εκδόσεις του λογοτεχνικού ιστότοπου: "το βιβλίο net". Ασχολήθηκα με το σενάριο γράφοντας το: "Στις φλέβες της σκέψης" για ταινία μεγάλου μήκους... Και το: "Αγάπη πέρα από τα Χριστούγεννα" μεγάλου μήκους animation. Το 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Πηγή" το μυθιστόρημά μου: "Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ"

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;