ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΕΚΕΙΝΟΣ

«Υπόσχομαι τώρα στα δύσκολα να μην αφήσω ποτέ το χέρι σου.»
«Υπόσχομαι τώρα στα δύσκολα, να μην σ’ αφήσω ποτέ να με αφήσεις.»

Έκλεισε το ξυπνητήρι και έτρεξε βιαστικά να ντυθεί. Δεν ήθελε να αργήσει ακόμη μια μέρα στο σχολείο. Άνοιξε την ντουλάπα και διάλεξε τα πιο φωτεινά χρώματα για σήμερα.

Ξύπνησε με καλή διάθεση, γεμάτος χαρά και κανείς δεν θα του το χαλούσε. Ξεκρέμασε την αγαπημένη του μπλούζα και έβγαλε από το συρτάρι το μπλε του τζιν. Λευκό για την χαρά και την αγνότητα ενός εφήβου, μπλε για το βάθος και μυστήριο του ανθρώπου. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ένα όμορφο παλικαράκι γύρω στα δεκαεφτά, πάνω στον ανθό της εφηβείας του. Οι ώμοι του είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται. Θα γινόταν μεγάλοι και δυνατοί. Ψηλό και ευθυτενές κορμί. Τα όμορφα μακριά του δάχτυλα συμπλήρωναν περίτεχνα τα απαλά και γερά του χέρια.

Χέρια στερημένα από αγκαλιές και ακόμη χειρότερα γεμάτα από κενό. Στην κορυφή του σώματος ο Αλέξανδρος αντίκρισε το κεφάλι του. Ένα κεφάλι συμφορισμένο από επίπονες εικόνες και δύσκολα παιδικά χρόνια. Το ίδιο αυτό κεφάλι επρόκειτο να μαγέψει πλήθος γυναικών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μεγάλα μαύρα μάτια, πλαισιωμένα από πυκνές και έντονες βλεφαρίδες. Φρύδια εκ φύσεως καλοσχηματισμένα, που συμπλήρωναν χωρίς ατέλεια το κάδρο του καθαρού και σχεδόν καθηλωτικού του βλέμματος.

Πλησίασε στον καθρέφτη. Μια ελιά πάνω από το δεξί του φρύδι του τράβηξε την προσοχή. Να υπήρχε άραγε πάντα εκεί, ή εμφανίστηκε τώρα που πολλά έχουν αλλάξει στο σώμα του; Τα πρώτα του γένια είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Δύσκολο να τα συνηθίσει, αλλά του πήγαιναν όσο τίποτε. Τον έκανα να μοιάζει λίγο περισσότερο άνδρας. Λίγο περισσότερο από αυτό που ήδη ήταν. Ανάμεσα στα γένια εμφανιζόταν δύο μεγάλα και καλογραμμένα χείλη.
Το χαμόγελό του, μεγάλο και πλατύ. Τώρα κάνει σπάνιες εμφανίσεις και η ίδια του η μάνα πολλές φορές το ξεχνούσε. Αργότερα θα χρησιμοποιείται πιο συχνά… κυρίως για να πετύχει τα γυναικεία θηράματα του ιδιοκτήτη.

Με το σακίδιο στην εφηβική πλάτη κατεβαίνει τη μαρμάρινη σκάλα του μεγάλου εκείνου σπιτιού στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης . Κάτω, εκεί, στο τελευταίο σκαλί ξεπρόβαλε το λεπτό και τόσο αγαπημένο για εκείνον γυναικείο χέρι. Ακολουθούσε το μπράτσο, το κομψό κεφάλι με τα αισθησιακά χείλη και το υπόλοιπο κορμί ή, ό,τι είχε απομείνει τέλος πάντων από το γυναικείο εκείνο κορμί της Μαρίας.

«Μάνα!» ούρλιαξε με όλη την δύναμη της ψυχής του, κοιτώντας σαστισμένος την μητέρα του να κείτεται λιπόθυμη στο τέλος της σκάλας. Έτρεξε χωρίς δεύτερη σκέψη δίπλα της, να τη βοηθήσει. Να την ξυπνήσει, να την επαναφέρει…

Αυτό ευχόταν πάντα. Να καταφέρει έστω και για μια φορά να την επαναφέρει. Με γρήγορες κινήσεις γιος και πατέρας μεταφέρουν την λιπόθυμη γυναίκα στο νοσοκομείο.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο γιατρός εξέρχεται από το δωμάτιο της εντατικής και πλησιάζει τον διαλυμένο Αλέξανδρο και εκείνον τον πάντα απλησίαστο και βαθιά απόμακρο πατέρα του, τον Πέτρο Αγγελίδη.

Σαν κανόνας χαράχτηκαν στο εφηβικό μυαλό τα λόγια του γιατρού: «Λυπάμαι κύριε Αγγελίδη, αλλά η σύζυγός σας βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση λόγω υπερβολικής δόσης κοκαΐνης.»

«ΚΩΜΑΤΩΔΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗΣ ΔΟΣΗΣ ΚΟΚΑΪΝΗΣ».
Ο γιατρός αυτός, οι λέξεις αυτές. Αχ και να μην ξεστόμιζε ποτέ αυτές τις λέξεις. Να μη λέγονταν ποτέ οι λέξεις αυτές και να σωζόνταν μια ψυχή από βέβαιο θάνατο. Και όχι η ψυχή της Μαρίας, που τώρα ακροβατούσε μεταξύ θανάτου και ζωής, αλλά του Αλέξανδρου, που τη στιγμή εκείνη σταυρωνόταν από τις ίδιες τις επιλογές των γονιών του. Εκείνη την ίδια στιγμή οι λέξεις αυτές του γιατρού σημάδεψαν το μοναδικό και πολυπόθητο παιδί της Μαρίας Αγγελίδη. Από τότε και για πάντα οι λέξεις αυτές τον ακολουθούσαν σαν δεύτερο κορμί, σαν δεύτερο μυαλό του.
«Εσύ φταις!» ήθελε να του ουρλιάξει.

«Εσύ φταις για όλα! Εσύ πάντα φταις! Εσύ σκοτώνεις αργά και βασανιστικά τη μόνη γυναίκα που σου στάθηκε, τη μόνη γυναίκα που σου ήταν πιστή, τη μοναδική γυναίκα που σε αγάπησε, την ίδια μου την μάνα.»

Αλλά όχι. Δεν είπε λέξη γιατί τελικά ο εγωισμός του ήταν μεγαλύτερος από το αίσθημα δικαιοσύνης μέσα του και την ανάγκη να υπερασπιστεί την μητέρα του…

…Ή επειδή τα σημάδια που είχαν προκαλέσει οι γονείς του στην παιδική του ψυχή είχαν εκτοπίσει κάθε ίχνος δύναμης να υπερασπιστεί την μητέρα του. Και έτσι δεν μίλησε. Σώπασε και άφησε για άλλη μια φορά την πραγματικότητα να περικυκλώσει την οικογένεια Αγγελίδη.

«Ένας από τους δύο σας μπορεί να την επισκεφθεί προς το παρόν.» συνέχισε ο γιατρός.

«Πήγαινε εσύ.. Εξάλλου εσένα θέλει να δει. Εγώ θα πιω έναν καφέ στο κυλικείο. Έλα να με βρεις μόλις ξεμπερδεύεις.»

Δεν απάντησε στα σκληρά λόγια του πατέρα του και γυρίζοντάς του την πλάτη, ακολούθησε τον γιατρό.
Η Μαρία, διασωληνωμένη, μέσα στα λευκά σεντόνια του νοσοκομείου, έμοιαζε παρατημένη από την ζωή, σαν να είχε τσακωθεί μαζί της. Λες και δεν ήθελε πια να την ξέρει.

Με αργά και σταθερά βήματα πλησίασε το μεγάλο ιατρικό κρεββάτι που αγκάλιαζε την μητέρα του. Στάθηκε να την κοιτά για μερικά λεπτά..βλέμμα βαρύ και παγωμένο. Ήταν τόσο βαρύ που λύγισε την καρδιά της μάνας του και την έκανε να σκιρτήσει και να την ξυπνήσει από το κώμα.

«Συ..γγν..ώμ..ηηη…» κατάφερε να ψελλίσει με κόπο. «Συ..γγνώμ..η αγ..άά..π..ηη μουυ..» ακούστηκε η αδύναμη φωνή της Μαρίας.

«Εγώ συγγνώμη μαμά!» ήθελε να της φωνάξει. «Εγώ συγγνώμη που δεν έχω το θάρρος ούτε και τη δύναμη να σε υπερασπιστώ. Συγγνώμη που αφήνω τον πατέρα να σε κατηγορεί και να σε θεωρεί αδύναμη. Συγγνώμη που δεν σε στηρίζω στα άγρια λόγια του. Συγγνώμη…»

Κι έτσι, έτσι σιωπηλός, μη έχοντας ξεστομίσει λέξη, αλλά έχοντας πει τόσα πολλά, έπιασε το ταλαιπωρημένο γυναικείο χέρι που αναζητούσε το άγγιγμά του και σφράγισε με τα δυο του δάχτυλα τα διψασμένα χείλη της.
«Σσσσςς» την προέτρεψε και καθισμένος δίπλα της έμειναν μάνα και γιος να παρηγορούν σιωπηρά ο ένας τον άλλο… εκείνη για την ατυχία του να έχει τον Πέτρο και την Μαρία Αγγελίδη για γονείς και εκείνος για την τύχη της να παντρευτεί έναν ευκατάστατο άντρα, στου οποίου το πλευρό όφειλε να στέκεται βράχος, υπόδειγμα μητέρας και συζύγου και χωρίς ίχνος αδυναμίας.

Και μέσα σε όλη αυτή τη στήριξη ανάμεσα στην Μαρία και τον Αλέξανδρο, μέσα σε αυτά τα μερικά λεπτά που μάνα και γιος τα είπαν όλα, χωρίς να ειπωθεί λέξη, η Μαρία βούλιαξε και πήγε πίσω, ανασύροντας όλες εκείνες τις αναμνήσεις που με τόσο κόπο προσπαθούσε να αποβάλλει από την μνήμη της. Όλες εκτός εκείνης της γέννησης του γιου της.

Πρώτη ανέσυρε από το ντουλάπι των αναμνήσεων εκείνη την ημέρα που αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της. Μόνο χαρά αισθανόταν το νέο εκείνο κορίτσι, που ήταν γεμάτο όρεξη για τη ζωή και έτοιμο να μπει στο νέο και δύσβατο μονοπάτι της μητρότητας. Χαρά, λαχτάρα και προσμονή να κρατήσει στα χέρια της τον καρπό του έρωτά της με τον Πέτρο, τον άντρα αυτόν που τόση επιμονή την διεκδίκησε και με άλλη τόση αγάπη και φροντίδα την περιέβαλε τον πρώτο μόνο καιρό του έρωτά τους. Κι έτσι κάναν όνειρα μαζί και σχέδια για το πώς θα μεγάλωναν το αγέννητο αγγελούδι τους και πώς μετά από αυτό θα μεγάλωναν κι άλλο την οικογένειά τους και πώς θα φτάναν γέροι κι ευτυχισμένοι στο τέλος, έχοντας χτίσει μαζί την ζωή που ονειρεύονταν.

Και το ροζ των ονείρων της, χάλασε η μέρα που η Μαρία μπήκε στον μήνα της και είδε το πρώτο εκείνο σημάδι στον λαιμό του Πέτρου (που ποτέ έκτοτε δεν θα ξεχνούσε). Και μετά ο τεράστιος καβγάς και οι φωνές και τα ουρλιαχτά και οι δικαιολογίες και τα ψέματα και κυρίως ο πόνος, η απογοήτευση και η διάλυση. Η διάλυση πρώτα της ψυχής της Μαρίας και έπειτα του ζευγαριού, που παρά την επανένωση τους για χάρη του μωρού, δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Όχι μόνο επειδή ο Πέτρος συνέχισε τις εξωσυζυγικές ερωτικές περιπτύξεις αλλά επειδή εκείνη την μέρα πρόδωσε την εμπιστοσύνη της Μαρίας που με τόσο πάθος και άλλη τόση δύναμη πίστεψε στην αγάπη του. Κι έτσι το ζευγάρι συνέχισε τον έγγαμο βίο, χτίζοντας την ιδανική ψεύτικη εικόνα της ευκατάστατης οικογένειας Αγγελίδη, με συνοδοιπόρους τις κατά καιρούς ερωμένες του Πέτρου και την βιτρίνα της τέλειας συζύγου που έπρεπε απαραιτήτως να παρουσιάζει η Μαρία στον κοινωνικό τους κύκλο.

Και κάπου εκεί στο βυθό, στο χάος, στο σημείο που νόμιζε πως είχε πιάσει πάτο, εκεί που θεωρούσε πως δεν έχει πιο κάτω αλλά και πως δεν μπορεί να εξευτελίσει και να διασύρει άλλο τον εαυτό της στα ίδια της τα μάτια προσποιούμενη την ευτυχισμένη σύζυγο και μάνα, έχοντας χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και κάθε εικόνα της γυναίκας που ονειρευόταν κάποτε να γίνει, κάπου εκεί εμφανίστηκε η επιλόχειος κατάθλιψη, που την περίμενε στην άλλη στροφή για να βασανίσει ακόμη λίγο την ήδη ταλαιπωρημένη της ψυχή.

Βούρκωσαν τα μάτια της και ο κόμπος ανέβηκε στον λαιμό. Το κορμί της ανατρίχιασε, μούδιασε, έγινε επιθετικό σε όποιον τολμούσε να την αγγίξει την στιγμή εκείνη. Και έσφιξε δυνατά το χέρι του γιου της. Το έσφιξε τόσο δυνατά, που νόμιζε κανείς ότι θα τι σπάσει. Κι όμως δεν το έσφιξε με σκοπό να τον βλάψει ή να πονέσει τον πολυαγαπημένο της γιο.

Αντίθετα, με τον τρόπο αυτό του ζητούσε να τη σώσει, να αισθανθεί την παρουσία κάποιου δίπλα της για να μην πέσει και πάλι στον λήθαργο και την δίνη, για να μην αφήσει τον εαυτό της να χαθεί και πάλι.

«Εδώ είμαι μαμά μου… Δεν πρόκειται να σε αφήσω ξανά.»
Το κατάλαβε ο Αλέξανδρος.
Κατάλαβε ότι η μητέρα του δεν θα τον έβλαπτε ποτέ και ότι η δύναμη αυτή στο χέρι του, ήταν η δύναμη της ματωμένης της ψυχής που αναζητούσε διακαώς την βοήθειά του.

Κι έτσι χάιδεψε απαλά το χέρι της, να διώξει τον πόνο και το τρέμουλο και να καταλάβει ότι ποτέ ξανά δεν θα είναι μόνη της… Αλλά πιο πολύ να το ημερέψει και από άγριο να το κάνει έτοιμο να δεχτεί ένα ανθρώπινο χάδι, έστω ένα ανθρώπινο άγγιγμα που τόσο έχει λησμονήσει.

Και μετά το χάδι ήρθε το φιλί, το φιλί στο άγιο εκείνο χέρι, που τόσες φορές έκανε να τον χαϊδέψει και άλλες τόσες το πήρε πίσω.

Κι έτσι ημέρεψε η Μαρία και από τον βούρκο των αναμνήσεων επανήλθε στην πραγματικότητα για να επιστρέψει σε λίγο στο ξετύλιγμα των αναμνήσεων, εκεί, στις δύσκολες πρώτες μέρες μετά την γέννηση του Αλέξανδρου.

Στις μέρες εκείνες που ήταν τόσο περίεργες για εκείνη. Περίεργες.

Περίμενε με τόση ανυπομονησία το μωρό της, θα είχε επιτέλους έναν άνθρωπο που θα ήταν εκείνος για εκείνη και εκείνη για αυτόν..θα την καταλάβαινε, θα την στήριζε, δεν θα την πρόδιδε ποτέ και σίγουρα ποτέ δεν θα αδιαφορούσε ή θα την περιφρονούσε όπως ο άντρας της.
Και τώρα, τώρα αισθανόταν πως δεν ήταν έτοιμη να ανταπεξέλθει στον νέο ρόλο της μητέρας και να φροντίσει το μωρό αυτό που τόσους μήνες λαχταρούσε να έρθει. Τώρα το κεφάλι της μπερδεύτηκε.

Σκέψεις, σκοτάδι με χρώματα μπερδεμένο. «Γρήγορα έλα πάλι πίσω…πέρασε…πέρασε!» Και ηρέμησε πάλι και θυμήθηκε το πόσο πιεσμένη και δυστυχισμένη αισθανόταν. Το πόσο εύκολα εκνευριζόταν κάθε φορά που έκλαιγε το μωρό και το πόσο εξουθενωμένη αισθανόταν με ό,τι και αν έκανε. Και τα δάκρυα… Αχχ τα δάκρυα εκείνα που την συντρόφευαν κάθε βράδυ.

Τα βράδια που περνούσε μόνη της με το μωρό και ο Πέτρος με τις διάφορες γυναικείες υπάρξεις. Αφού φρόντιζε και νανούριζε το μωρό τις μέρες που δεν το έκανε για εκείνη η Ευτυχία, η κοπέλα που είχε προσλάβει για την αποκλειστική φροντίδα του Αλέξανδρου και έκτοτε τον ανέθρεψε σαν πραγματικό της παιδί, έντυνε το πολυφορεμένο σατέν νυχτικό της και ξάπλωνε κουλουριασμένη στο μεγάλο διπλό κρεβάτι.

Αγκάλιαζε τα γόνατά της, έσφιγγε δόντια και δάχτυλα. Εκείνη και ο εαυτός της. Σε λίγο θα έρχονταν τα δάκρυα που τόσο είχε σιχαθεί πια να αισθάνεται πάνω της και από την άλλη λαχταρούσε τόσο να έρθουν, να την συντροφεύσουν, να την λυτρώσουν, να την ανακουφίσουν και να τους μιλήσει. Να τους πει τα παράπονά της, τα νέα της, να ανταλλάξει με κάποιον δυο λέξεις και να σκοτώσει για λίγο την μοναξιά της που ολοένα και μεγάλωνε αφού ο Πέτρος είχε διακοσμητικό ρόλο πια στην ζωή της.

Μόνη και αβοήθητη. Έτσι ένιωθε όλο αυτό το διάστημα. Έτσι ένιωθε και τώρα στο κρεβάτι αυτό του νοσοκομείου: Μόνη και αβοήθητη.

Τώρα αισθάνθηκε το νεανικό αντρικό χέρι να της χαϊδεύει τρυφερά το ιδρωμένο από τους εφιάλτες των αναμνήσεων κεφάλι της. Ο γιος της. Δεν τον είδε αλλά κάπου μέσα της το αισθάνθηκε. Ότι εκείνος ήταν και θα είναι δίπλα της. Κι έτσι συνέχισε την πορεία της στην μνήμη, με την σιγουριά ότι το χέρι του γιου της την προστατεύει από κάθε επιτήδεια ανάμνηση που θα προσπαθήσει να την παραπλανήσει.

Τώρα πήγε λίγο πριν την αρχή του τέλους. Την αρχή του πρώτου τέλους. Τότε που νιώθωντας εξαντλημένη και άδεια από κάθε δύναμη και κουράγιο να φροντίσει το μωρό της και να πάρει την ζωή στα χέρια της, τότε που ένα νέο ακόμη κορίτσι είχε πληγωθεί τόσο βαθιά από τον άντρα που αγάπησε τόσο πολύ, τότε που ένιωθε κάθε μέρα να εξευτελίζει τον εαυτό της και να τον ταπεινώνει με όση δύναμη της είχε απομείνει, δεχόμενη τις κατά καιρούς συντροφιές του συζύγου της και βλέποντας τα αποτυπώματά τους πάνω του και κυρίως ανεχόμενη όλη αυτή την τραγική κατάσταση και μόνο και μόνο για να μην χαλάσει την οπωσδήποτε άψογη εικόνα της οικογένειας του μεγαλοδικηγόρου Πέτρου Αγγελίδη. Κι έτσι έμεινε. Και ανεχόταν τις απιστίες του συζύγου της, εγκαταλείποντας τον εαυτό της και το παιδί της και δυστυχώς για εκείνη, όχι τον άντρα της.

Επομένως, η κοκαΐνη λίγα χρόνια αργότερα, φάνηκε σαν από μηχανής θεός για το ταλαιπωρημένο κορμί και την εξουθενωμένη ψυχή της Μαρίας. Στην αρχή λίγο… Λίγο μόνο ίσα ίσα να αντέχει την καθημερινότητα. Λίγο μόνο να μπορεί να μην λυγίζει στην στάση και τα αδιάφορα λόγια του Πέτρου. Λίγο μόνο για να έχει ένα στήριγμα τώρα που σταδιακά ξεπερνάει την επιλόχειο κατάθλιψη. Και ήταν λίγο.

Λίγο, για να δείχνει τόσο τέλεια όσο έπρεπε στις οικογενειακές και επαγγελματικές συγκεντρώσεις, στις οποίες συνόδευε τον Πέτρο. Λίγο για να δείχνει όσο υπεύθυνη και καλή μητέρα απαιτούσε ο κύκλος της. Όμως, με τον καιρό, το λίγο έγινε πολύ και λίγο πιο πολύ και λίγο πιο πολύ…


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Λαμπρινή Παπαδόντα

Γεννημένη στην Καλλιπεύκη του Ολύμπου, αισθάνομαι τυχερή που μπορώ να παρατηρώ τον κόσμο παρέα με τους Θεούς. Σπουδάζω Παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ευελπιστώντας μια μέρα να γίνω μια σπουδαία δασκάλα. Μεγάλωσα ισορροπώντας ανάμεσα στην ονειροπόληση και την πραγματικότητα. Εκνευριστικά ξεροκέφαλη, κυκλοθυμική, ταγμένη πεισματάρα και προσποιούμενη την δυνατή από κούνια. Χόμπι μου από παιδί ο χορός και η αναζήτηση των αιτιών των ανθρώπινων συμπεριφορών. Θαυμάζω τους ανθρώπους με αξίες και εκείνους που έχουν περάσει δύσκολα, με έλκουν όσοι δείχνουν συναισθηματικά συνεσταλμένοι και τρελαίνομαι για τα άτομα με χιούμορ. Εθισμένη στις βόλτες με θέα τον ήλιο, λατρεύω να ακούω τις ιστορίες των μεγαλύτερων και απολαμβάνω τις ωραίες συζητήσεις συνοδευμένες με ένα φλιτζάνι καφέ.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;