Η Πριγκίπισσα Νεραγκούλα και τα μάγια του Ρο της Χρυσάνθης Πρωτοψάλτου

Η Πριγκίπισσα Νεραγκούλα και τα μάγια του Ρο

Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο μακρινό βασίλειο μεγάλωνε ευτυχισμένη η πριγκίπισσα Νεραγκούλα. Ήταν μια πριγκίπισσα χαριτωμένη και τσαχπίνα, με σμαραγδί μάτια και σγουρά μαλλιά.

Έναν απόγευμα που η πριγκίπισσα έκανε τη βόλτα της στους κήπους  του παλατιού, να σου κι εμφανίστηκε μπροστά της  μια από της μάγισσες του βασιλείου.  Ήταν μια μάγισσα γριά, κατσούφα και γκρινιάρα.  Η πριγκίπισσα ούτε που θυμόταν το όνομά της.

-«Καλησπέρα μάγισσα, πως σε λένε»; ρώτησε. «Είμαι η μάγισσα Στρουφουντούρα, μια από τις παλιότερες μάγισσες του βασιλείου» είπε εκείνη  προσβεβλημένη. Της πριγκίπισσας  της φάνηκε τόσο αστείο το όνομα που έσκασε στα γέλια. Κι αυτό  της μάγισσας πολύ της κακοφάνηκε. «Αστείο σου φαίνεται να κοροϊδεύεις τη γηραιότερη μάγισσα του Βασιλείου; Ε, τότε κι εγώ θα σου δείξω κάτι ακόμα πιο αστείο…» και κουνώντας το ραβδί της είπε με γκρινιάρικη φωνή:

«Μόλις κλείσεις τα δεκάξι,                                                                                                                                           στο βασιλικό χορό                                                                                                                                                                            κοίτα να μη σου ξεφύγει                                                                                                                                                 και μην πεις  το γράμμα «ΡΟ»                                                                                                                         γιατί τότε αλίμονό σου                                                                                                                                                      θα συμβεί το φοβερό».

 

«Δηλαδή, τι φοβερό»;  Ρώτησε παραξενεμένη η Νεραγκούλα.

«Θα γεμίσεις με σπυράκια                                                                                                                                                  κόκκινα και βυσσινί                                                                                                                                                     και  το ωραίο πρόσωπό σου                                                                                                                                       θα το κρύβεις με ντροπή.                                                                                                                                                               Και όλο τούτο αν θες να  γιάνει                                                                                                             πρέπει να βρει το βοτάνι                                                                                                                                             νέος, έξυπνος κι ωραίος                                                                                                                                                                κάποιος πρίγκιπας γενναίος,                                                                                                                                        να το φέρει να το πιείς                                                                                                                                                                                                 κι έτσι πια να γιατρευτείς».

«Ω, έλα τώρα, θα αστειεύεσαι».  «Έτσι νομίζεις» απάντησε κακιασμένα η μάγισσα. Όταν κατάλαβε ότι η μάγισσα τα εννοούσε όσα είχε πει, η  πριγκίπισσα Νεραγκούλα κατασυγχύστηκε.  «Μα», είπε «τα γενέθλιά μου είναι την ερχόμενη Τετάρτη κι ο χορός την Κυριακή…» «Αυτό έπρεπε να το σκεφτόσουν νωρίτερα» απάντησε η μάγισσα κι εξαφανίστηκε.

Οι μέρες μέχρι το χορό πέρασαν γρήγορα. Στο παλάτι γινόταν ετοιμασίες, και κάθε απόγευμα μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο της Νεραγκούλας μοδίστρες και κομμώτριες. Μα εκείνη, σκασμένη απ’ τη σκοτούρα της, ούτε που έδινε σημασία.

Advertisement

Κι έφτασε η μεγάλη βραδιά. Το παλάτι, κατάφωτο, υποδεχόταν τους καλεσμένους της γιορτής ενώ η πριγκίπισσα σκεφτόταν πως θα μπορούσε να φυλαχτεί από την κατάρα της φαρμακομύτας της μάγισσας.  «Αντί ‘χαίρετε’, θα λέω ‘καλώς ήλθατε’, αντί’ χάρηκα για τη γνωριμία’ θα κουνάω ελαφρά το  κεφάλι και, να μην ξεχαστώ, αν κανένας ασχημομούρης πρίγκιπας με ζητήσει σε χορό δεν θα  μπορώ να πω ‘όχι ευχαριστώ’ μα ούτε και σκέτο ‘όχι’ γιατί θα με περάσει για ανάγωγη…. ουφ, τι μπελάς με βρήκε στα καλά καθούμενα… Αλήθεια, τι μου ήρθε να κοροϊδέψω εκείνη τη μάγισσα…» Η φουκαριάρα η πριγκίπισσα πρόσεχε τόσο πολύ να μην πει το γράμμα «ΡΟ» που δε διασκέδαζε καθόλου. Καθόταν σ’ ένα απόμερο καναπεδάκι της σάλας και ξεφυσούσε στεναχωρημένη. Κι εκεί που καθόταν δίχως να κάνει τίποτα, άκουσε μια φωνή:

«Πριγκίπισσα θα θέλατε να χορέψουμε»; Η Νεραγκούλα σήκωσε το κεφάλι που τόση ώρα το κρατούσε σκυμμένο και βρέθηκε να κοιτάζει έναν ομορφούλη πρίγκιπα. Κοκκίνισε, ξεκοκκίνισε, σκέφτηκε στα γρήγορα λέξεις  χωρίς «ΡΟ» κι απάντησε: «Και γιατί όχι»;

Περπάτησαν πιασμένοι χέρι-χέρι μέχρι το κέντρο της σάλας και ο πρίγκιπας έκανε νόημα στο μαέστρο. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ένα απίθανο μουσικό κομμάτι, ένα από τα αγαπημένα της Νεραγκούλας. Κι ο πρίγκιπας χόρευε υπέροχα. Τι φιγούρες, τι σβούρες, τη χάρη!!! Στην τελευταία νότα της μουσικής το ζευγάρι υποκλίθηκε λαχανιασμένο.

Ο  πρίγκιπας ρώτησε ευγενικά: «Θα θέλατε να σας φέρω κάτι πριγκίπισσα»; Κι εκείνη, που είχε ενθουσιαστεί με τον πρίγκιπα και είχε ιδρώσει απ’ το χορό, χωρίς διόλου να σκεφτεί, απάντησε: «ΝεΡό». Μόλις ξεστόμισε τη λέξη θυμήθηκε την τρελομάγισσα κι έκλεισε με τις παλάμες το στόμα της. Αλλά ήταν ήδη αργά…  Η Νεραγκούλα έβγαλε από το τσαντάκι της ένα καθρεφτάκι και κοιτάχτηκε. Ένα μεγάλο κόκκινο σπυράκι είχε ξεφυτρώσει στο μέτωπό της. «Ορίστε πριγκίπισσα», ακούστηκε δίπλα της η φωνή του πρίγκιπα.
«ΕυχαΡιστώ» απάντησε ευγενικά εκείνη κι άπλωσε το χέρι για να πάρει το νερό. Μόλις όμως ακούστηκε το δεύτερο «ΡΟ» να σου ένα δεύτερο σπυράκι στην άκρη της μύτης της. «Αχ, τι φοβεΡό» είπε η πριγκίπισσα, και να σου και το τρίτο σπυράκι στο πιγούνι της. Η πριγκίπισσα  παράτησε πρίγκιπα και χορό κι έτρεξε στο μπαμπά της. Ώσπου να εξηγήσει στο βασιλιά τι είχε συμβεί με τη μάγισσα Στρουφουντούρα είπε άλλα εφτά «ΡΟ» κι άλλα εφτά σπυράκια εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της.

Advertisement

«Πω, πω, αν συνεχίσεις έτσι αλίμονο», είπε εκείνος.  Σταμάτα να μιλάς παιδί μου, να δούμε τι θα κάνουμε. Ο χορός των γενεθλίων της πριγκίπισσας τελείωσε άρον-άρον και οι καλεσμένοι, φεύγοντας, αναρωτιόταν ποια τάχα να ήταν η περίεργη ασθένεια που είχε βρει τη νεαρή πριγκίπισσα.

Ο  βασιλιάς την επόμενη κιόλας μέρα κάλεσε όλους τους γενναίους πρίγκιπες του βασιλείου για να τους αναθέσει μια σπουδαία αποστολή. Στο παλάτι έφτασαν τρεις μόνο νέοι.
«Χμμ» έξυσε ο βασιλιάς το κεφάλι του.  «Σ’ αυτό το βασίλειο, ή δεν έχουμε πολλούς πρίγκιπες ή δεν έχουμε πολλούς γενναίους….» Χωρίς πολλές εξηγήσεις τους έστειλε έναν-έναν στο δωμάτιο της Νεραγκούλας που  κρυμμένη κάτω από ένα  τεράστιο καπέλο  σκεφτόταν πώς θα τους ζητήσει αυτό που χρειαζόταν χωρίς να γεμίσει περισσότερα σπυράκια.

Όταν μπήκε ο πρώτος πρίγκιπας, η Νεραγκούλα του είπε με μια ανάσα: «Πλέπει να μου φέλεις  τη γκλίζα λίζα που φυτλώνει σε μακλινό παλτέλι που κανένας δεν το ξέλει. Παλακαλώ, να πελιμένω δε μπολώ… Ο πρίγκιπας, που αν και γενναίος δεν ήταν πολύ έξυπνος, κοίταξε με γουρλωμένα μάτια προς το τεράστιο καπέλο και είπε ντροπαλά: «Λυπάμαι μα δε σας καταλαβαίνω. Γιαπωνέζικα μιλάτε»; κι έφυγε απ ‘ το παλάτι  ξύνοντας το κεφάλι του με απορία.

Η Νεραγκούλα κατάλαβε πως έπρεπε να βρει άλλον τρόπο συνεννόησης  με τους πρίγκιπες. Σκέφτηκε λοιπόν να ζωγραφίσει το βοτάνι , μα δυστυχώς δεν είχε ιδέα  πώς έμοιαζε… Έκανε  ένα σχέδιο, όσο καλύτερο μπορούσε, και το έδωσε στο δεύτερο πρίγκιπα που μπήκε στην κάμαρή της. Ο δεύτερος πρίγκιπας ήταν πιο έξυπνος από τον πρώτο και αρκετά γενναίος αλλά ούτε κι εκείνος τα πήγε καλύτερα…                                                                                                                                                         Κατάλαβε πως η πριγκίπισσα ζητούσε να της φέρει κάτι αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτό. Έφυγε απ’ το παλάτι συλλογισμένος και μετά πολλές ώρες γύρισε πίσω και πρόσφερε στη Νεραγκούλα αυτό που νόμιζε ότι του είχε ζητήσει. Ένα κουνουπίδι!

Advertisement

Έκείνη αναστέναξε. Δεν της έμεναν και πολλά να ελπίζει… Όμως τότε στην κάμαρά της μπήκε ο τρίτος πρίγκιπας. Εκείνος, ο ομορφούλης, ο καταπληκτικός χορευτής που την είχε κάνει   να ξεχάσει τα μάγια και να πει το πρώτο, το καταστροφικό «ΡΟ». Έβγαλε με φούρια το καπέλο  και ο πρίγκιπας βλέποντας τα βαθυκόκκινα σπυράκια της την κοίταξε ξαφνιασμένος. Ντροπιασμένη και με δακρυσμένα μάτια του είπε:
«Ψάξε σε παρακαλώ να βρεις για μένα το βοτάνι, αυτή τη μαγική ρίζα που θα λύσει τα μάγια». Και να σου αμέσως τρία ολοκαίνουργια σπυράκια…

Ο πρίγκιπας, που εκτός από όμορφος ήταν και πολύ γενναίος μα και πολύ έξυπνος, ρώτησε κι έμαθε ποια μάγισσα είχε κάνει  τα μάγια, ανέβηκε στο άλογό του και ξεκίνησε να τη  βρει. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο μιας και η μάγισσα καθόταν σε μια κουνιστή καρέκλα στην αυλή του σπιτιού της χαϊδεύοντας το γάτο της. Τη χαιρέτισε με σεβασμό κι έπειτα, πολύ σοβαρά και ευγενικά,  της ζήτησε να του πει ποιο ήταν το  βοτάνι, η μαγική ρίζα που θα γιάτρευε τη Νεραγκούλα από τα φοβερά μάγια. Της είπε πως ήταν έτοιμος να φτάσει ως την άκρη του κόσμου, να περάσει ερήμους κι ωκεανούς να παλέψει με δράκους και στοιχειά για χάρη της καλής του.

Της μάγισσας -που αν και γκρινιάρα δεν ήταν και πολύ κακιά- της είχε περάσει ο θυμός και λυπήθηκε για το χάλι της Νεραγκούλας. Έτσι λοιπόν, είπε:

«Ότι είσαι εσύ γενναίος,                                                                                                               έξυπνος κι ωραίος νέος                                                                                                                                       φαίνεται από μακριά.                                                                                                                                                         Άσε δράκους και θεριά,                                                                                                                                                                 άσε μακρινά ταξίδια                                                                                                                                                       κι επικίνδυνα παιχνίδια.                                                                                                                                                 Από κείνο  που φυτρώνει                                                                                                                                                 στης καλής σου το μπαλκόνι                                                                                                                                        μεσ’ στην πήλινη τη  γλάστρα                                                                                                                                         κόψε φύλλα, λίγο βράστα,                                                                                                                                         κάν της τσάι για να πιεί                                                                                                                                                και στο πρόσωπο σπυράκι                                                                                                                                     ούτε που θα ξαναδεί».

Ήταν σφάλμα να γελάσει                                                                                                                                                        μάλλον το ‘χει καταλάβει…                                                                                                                                                                 πως μετάνιωσε πιστεύω                                                                                                                                               και γι αυτό χάρη θα λάβει.

Αλλά όμως πρίγκιπά μου                                                                                                                                         δωσ’ της χαιρετίσματά μου                                                                                                                                                  πες της αν το ξανακάνει                                                                                                                                     να θυμάται τ’ όνομά μου…»

Ο πρίγκιπας έφυγε τρέχοντας. Σκαρφάλωσε ιπποτικά στο μπαλκόνι της Νεραγκούλας Σ, έκοψε μερικά φύλλα μέσ’ από τη μεγάλη πήλινη γλάστρα, πήγε στην κουζίνα του παλατιού και ζήτησε από τη μαγείρισσα  να φτιάξει μ’ αυτά μια τσάι. Όταν ετοιμάστηκε, ο πρίγκιπας έβαλε στο δίσκο την τσαγιέρα και ένα όμορφο φλιτζάνι και τα πήγε στη Νεραγκούλα που κοιταζόταν απελπισμένη στον καθρέφτη.

Με το πρώτο φλιτζάνι τσάι τα σπυράκια  ξεθώριασαν. Με το δεύτερο εξαφανίστηκαν  τα βυσσινί και με το τρίτο χάθηκε και το τελευταίο κατακόκκινο σπυράκι. Η Νεραγκούλα  έδωσε στον πρίγκιπα ένα μεγάλο φιλί. «Σ’ ευχαριστώ» του είπε. « Ήταν υπέροχο αυτό που έκανες για μένα». Και πάνω που εκείνος σκεφτόταν πως δεν είχε κάνει δα και κανένα σπουδαίο κατόρθωμα, η πριγκίπισσα είπε: «Έκανες τόσα για μένα, κι εγώ ούτε που ξέρω τα’ όνομά σου. Πώς σε λένε γενναίε και όμορφε πρίγκιπα»; Ο πρίγκιπας ξερόβηξε. «Με λένε… πρόσεξε, Νεραγκούλα, μη γελάσεις, με λένε πρίγκιπα Ονόφριο Τζιντζιλόνε». Η πριγκίπισσα γούρλωσε τα μάτια της και προσπάθησε να κρατηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Τη στιγμή που έσκαγε στα γέλια ένα κατακόκκινο σπυράκι ξεφύτρωσε στη μύτη της…


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Το MAXMAG είναι το διαδικτυακό περιοδικό που συνδυάζει την υπεύθυνη ενημέρωση με την ψυχαγωγία, την αγάπη για το κλασικό με την ανάγκη για πρωτοπορία.

Leave a Reply

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG