ΓΚΕΜΜΑ του Δημήτρη Λιαντίνη

Πηγή εικόνας: tsimoudianews.blogspot.com

Ο φιλόσοφος Λιαντίνης

Οραματιστής και πανανθρώπινος, οικουμενικός και στοχαστικός, μέγας φιλόσοφος, ο Δημήτρης Λιαντίνης κινείται σε διαφορετικά φιλοσοφικά επίπεδα από άλλους σύγχρονους φιλοσόφους, όπως π.χ ο Αξελός και ο Καστοριάδης. Διορατικός, με βαθιά ανθρωποκεντρική μέριμνα, ψηλαφίζει τον άνθρωπο ως το μεδούλι, σαν άλλος Πολύφημος τον Οδυσσέα, για να αποδράσει η σκέψη από τα σπήλαια των Πρωτανθρώπων και των σύγχρονων αλυσοδεμένων. Όλος ο φιλοσοφικός στοχασμός και το απόσταγμα της ζωής περικλείονται στη Γκέμμα. Ζωή και θάνατος, αλήθεια και ψέμα, άνθρωπος και Θεός σε πλήρη περίπλεξη αναλύονται με ποιητική διάθεση και ανθρωποκεντρική πλεύση. Ας δούμε όμως αναλυτικά, ένα προς ένα, την κριτική αυτή ματιά του σπουδαίου φιλοσόφου Λιαντίνη.

Η έννοια του Θεού κατά τον Λιαντίνη

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ο Λιαντίνης υποστηρίζει ότι  υπάρχει μόνο μια μέθοδος για να μελετήσει κάποιος την έννοια του Θεού. Τη μέθοδο αυτή μάς τη δίνει στο πρώτο κεφάλαιο «Η ερώτηση της Μαργαρίτας».  Η συνεργασία του Φάουστ με το Διάβολο ήταν ένα σύμφωνο κυριών που υπέγραψε ο Φάουστ με το αίμα του. Μέσα στους 24 χρόνους που ο Διάβολος θα υπηρετεί τον άνθρωπο, μέσα σε αυτό το διάστημα τού θέτει έναν και μοναδικό όρο: που δεν είναι άλλος από το να μην αγγίξει ποτέ ο άνθρωπος τη δική του πληρότητα της ύπαρξης, να μην οδηγηθεί ποτέ στην τελείωση, γιατί απλούστατα τότε θα φτάσει στο Θεϊκό, και έτσι εκείνος θα αισθανθεί ότι δεν τον χρειάζεται και δεν μπορεί πλέον να τον εκμεταλλευτεί ωφελιμιστικά. Τότε είναι που ο Φάουστ ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου.

Στο ερώτημα της Μαργαρίτας για το Θεό «Πιστεύεις στο Θεό;» ο Λιαντίνης αντικρίζει  την αναζήτηση της  έρευνας του προβλήματος του Θεού. Για να το περατώσει αυτό μετατρέπει το φιλολογικό λόγο του Φάουστ σε φιλοσοφικό. Μα και η απάντηση του Φάουστ στη Μαργαρίτα αποτελεί τη διελκυστίνδα εκείνη που την οδηγεί πιο κοντά στην αλήθεια για την ύπαρξη. Και επ’ αυτού ο Λιαντίνης μάς απαντά ποικιλοτρόπως αναλύοντας την πραγματική ουσία των όντων. Το θέμα είναι, όπως πολύ ωραία αναπτύσσει ποιητικά ο Λιαντίνης, να μην σε συντρίψουν οι πέτρες κατά την αέναη αναζήτησή σου μέσα στις συμπληγάδες που ανοιγοκλείνουν ακατάπαυστα. Είτε απαντήσει κάποιος θετικά ή αρνητικά γίνεται μωρός αφού δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να γνωρίζει την αλήθεια. «Αυτός λοιπόν που και πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο Θεό έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης γιατί απλούστατα ζει το θαύμα». Ο Θεός κατά Λιαντίνη συσχετίζεται με τον ορισμό του Δίκαιου, του Πλατωνικού λογικού και Πάσχοντα.

Στο κεφάλαιο «Τα κατά Κίρκην» ο Λιαντίνης δημιουργεί μια Κίρκη, κράμα Σεφερικό και Καβαφικό. H διάκριση μεταξύ των δύο κειμένων που μας παραδίδει ο Λιαντίνης (τη μια που είναι γραμμένη για παιδιά και τη δεύτερη απευθυνόμενη στην τρίτη ηλικία) είναι η ευλάβεια με την οποία ο συγγραφέας μεταχειρίζεται το κείμενο απευθυνόμενος στο κατάλληλο κοινό. Για παράδειγμα το κείμενο που απευθύνεται στους νέους έχει ρομαντική διάθεση, ενώ το δεύτερο κείμενο έχει πιο αισθησιακή με μια δυνατή δόση καβαφικής ειρωνείας. Γράφει ο συγγραφέας μας:

«Έτσι οι σύντροφοι, σκύλοι του χασαπιού μπροστά στο λιοντάρι της σαβάνας, ένας ένας χάνουν τους κόλπους της Κίρκης. Δεν έχει μάτια να τους δει. Με μια ψυχρολουσία ανάνηψης που σοκάρει, ξυπνούν από το ναρκωτικό τους αποκάρωμα. Από το βαθύ ύπνο της ηδονής και της ακηδίας ξανανεβαίνουν πάλι στη σφαίρα της εγρήγορσης. Τινάζουν το κεφάλι, τεντώνουν τα άκρα, ξανοίγουν τα μάτια, ξαναγίνονται άνθρωποι».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι συμβολισμοί στις περιγραφές του Λιαντίνη μάς καθηλώνουν, όπως στην περίπτωση του Οδυσσέα: «Και ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι με την παλάμη κεραμίδι στο μέτωπο». Η Κίρκη «γίνεται στέρνα ακένωτη χυμών, και βροντείο ήχων». Ο διάχυτος λυρισμός και η γλαφυρότητα της γλώσσας  με τις Ομηρικές της αποχρώσεις, συνδυαστικά με την εικονοκλασία και τις ποικίλες μεταφορές απογειώνει το κείμενο.  Η γλώσσα ατόφια προσωπική, με αρχαιοελληνικό ύφος και επενδύσεις ιστορικά εξυφασμένες πρωτοπορεί δημιουργώντας νεογλωσσικά ιδιώματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι λέξεις: λουτσάνε, βαρκαρίζουνται, πραγαλιάζει.

Ο έρωτας στη Γκέμμα του Λιαντίνη

Στο κεφάλαιο «Αυνάν και Κάιν» ο Λιαντίνης ασχολείται με τον έρωτα και τον Αυνάν, φέρνοντας στο νου μας την παραβολή του Αυνάν και της Θαμάρ της Παλαιάς Διαθήκης, για να καταλήξει συμπερασματικά στο ότι ο άνθρωπος δεν έπρεπε να φτάσει στο σημείο να εξισώσει τη δύναμή του με τη δύναμη της φύσης. Αυτό θεωρείται ύβρις, με την έννοια της Αττικής τραγωδίας και προχωρά στο συσχετισμό της με την ύβρη του θανάτου, φέρνοντας  ως παράδειγμα τον Κάιν.

Συμφωνεί ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι ένα μεγαλούργημα, ωστόσο ψυχολογικό όχι επιστημονικό όπως ο ελληνικός πολιτισμός.  Στον εβραϊκό πολιτισμό αυτό που λείπει είναι η σκελετική άρθρωση, η Απολλώνια αυτή οντολογία τάξης και συνοχής. Και αυτό γιατί λείπει η Ανακάλυψη, υπάρχει μόνο η Αποκάλυψη. Ο Λιαντίνης δεν ασπάζεται την εβραϊκή νοοτροπία του μονοθεϊσμού που αντίκειται στον ελληνικό δωδεκαθεϊσμό ιωνικού και δωρικού τύπου. Κατά Λιαντίνη ο λόγος που νίκησαν οι Εβραίοι τους Έλληνες ήταν η καλλιέργεια της πίστης έναντι της γνώσης. Πιστεύει ακράδαντα σε έναν ελληνισμό γενεσιουργό του πνεύματος, εναντιωμένος στην επικράτηση του εβραϊκού ιδεώδους. Μόνο δύο είναι οι δοκιμασίες της ζωής, ο έρωτας και ο θάνατος,  όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος: «Άδης και Διόνυσος έν και ωυτό».

Πολύ ενδιαφέρον είναι το κεφάλαιο της «Κυκλώπειας», όπου ο Λιαντίνης μάς εξιστορεί το μύθο της Μέριμνας του Ησιόδου από το «Έργα και Ημέρες».

Ο Οδυσσέας ξεκινά ως Κανένας για να ολοκληρώσει τη δική του Κυκλώπεια ύπαρξη, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Λιαντίνης, καθώς σε όλους μας, όπως τονίζει, αντιστοιχεί μια ζωή Κυκλώπεια. Ο Κύκλωπας είναι η ίδια η φύση, η μοίρα μας. Όλοι μας λοιπόν εθελοτυφλούμε χωρίς να εμβαθύνουμε στην οντότητά μας! Βαθύς γνώστης της φιλοσοφίας της ύπαρξης ο Λιαντίνης αναλύει τον αγώνα αυτό του Οδυσσέα, τον οποίο προσδιορίζει με το γερμανικό όρο Kampf = αγώνας, όρο της Υπαρξιακής Φιλοσοφίας, προσδιοριστικός μιας οριακής κατάστασης του ανθρώπου. Ίδιας με αυτή που αναφέρεται και στο Φαίδρο του Πλάτωνα:

«Ένθα δη πόνος τε και αγών έσχατος ψυχή πρόκειται» εννοώντας το χρέος που έχει ο άνθρωπος όσο ζει να συνθέσει, να δημιουργήσει. Για αυτή την προσπάθεια να κάνουμε την ύλη ζωή μας μιλά ο Λιαντίνης στην Κυκλώπεια, θυμίζοντας μας αυτό που είπε ο Καζαντζάκης:

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή Άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το ενδιάμεσο διάστημα το λέμε ζωή».

Εύστοχα και διορατικά ο Λιαντίνης μας δίνει τη διέξοδο μέσα από τη φιλοσοφική οδό στις ατραπούς της ζωής μας: «Mόνο, αν μεταπηδήσουμε από τον απλοϊκά υποστασιακό στον αυθεντικά υπαρκτικό άνθρωπο, αν περπατήσουμε το βραχύ μας βίο έξυπνοι και εγρήγοροι θα νικήσουμε το φοβερό Κύκλωπα και τη φυλακή της σπηλιάς του».

Στο «Μικρό Κριτή» ο Λιαντίνης μας δίνει τον ορισμό του έρωτα μέσα από τη συμπεριφορά και την κρίση του Τειρεσία, όταν  τον συμβουλεύονται ο Δίας και η Ήρα στα ερωτικά ζητήματα.

Ο ορισμός που δίνεται στον έρωτα είναι η τέχνη του να φεύγεις. Όμως τι είναι για το Λιαντίνη ο έρωτας; : “Είναι το μειδίαμα της σπατάλης ενός φρόνιμου Άσωτου.” O Λιαντίνης μέσα από μια αναδρομή των στιχομυθιών του Δία με την Ήρα μας εξιστορεί τις ερωτικές του περιπτύξεις με Θεές και ημίθεες όπως η Δανάη, η Λήδα, η Σεμέλη, η Καλλιστώ, η Ολυμπία και για τις πάμπολλες μεταμφιέσεις του προκειμένου να τις κατακτήσει. Ο Λιαντίνης στηρίζεται σε αυτό το υπέροχο σαρκαστικό παίγνιο μεταξύ της Ήρας και του Δία για να μας εξηγήσει την απιστία. Ο Δίας δικαιολογεί τον εαυτό του ως αιτία δημιουργίας ισορροπίας στη σχέση τους και φέρνει ως παράδειγμα τον Τειρεσία τον οποίο εκδικήθηκε η φύση, γιατί διατάραξε την ισορροπία της με αποτέλεσμα να ζήσει 7 χρόνια στην Κρήτη ως μια διαβόητη πόρνη. Ο Τειρεσίας καλείται να λύσει το αίνιγμα, να κρίνει ποια είναι η σωστή ερωτική σμίξη και ποια η λάθος.

«Πάντα όταν φεύγει η γυναίκα φταίει ο άντρας. Να το γράψετε στον αστικό κώδικα.» Το λάθος ορίζει πως δημιουργείται από τις απωθήσεις, την απαγόρευση και την ευνουχισμένη ηθική. Το σωστό ερωτικό σμίξιμο ορίζεται ως εξής: “Είναι η κυριαρχία μιας ορατής βοής απάνου στις τάξεις του θανάτου.” Πώς συμπορεύεται εδώ ο Λιαντίνης με το Λόρκα είναι θαυμαστό, όταν ο δεύτερος γράφει στη Μυστική Φωνή του Σκοτεινού Έρωτα:

«Άφησε το σκληρό συντέφι της κεφαλής μου

Σπλαχνίσου με, λύσε το πένθος μου!

Κι είμαι έρωτας, κι είμαι φύση!»

Πηγή εικόνας: maxmag.gr

Η έννοια του θανάτου

Στη «Νέκυια» όλα τα φιλοσοφικά ερωτήματα του ανθρώπου για την ύπαρξη του Κάτω Κόσμου ανασύρονται. Ως αφετηρία χρησιμοποιείται η Δελφική Σίβυλλα που ξετυλίγει το μέλλον ως βουή απειλής, για να προχωρήσει στην οριοθέτηση Θεών – ηρώων – ανθρώπων επιφανών. Για να το επιτύχει αυτό περνά στα προσωπικά παραδείγματα πέντε προσωπικοτήτων της ιστορίας και της βίωσης του προσωπικού τους Άδη. Αυτοί είναι ο Οδυσσέας, ο Αινείας, ο Ιησούς, ο Δάντης και ο Φρόυντ. Μέσα από αυτούς τους πέντε «νεκροταξιδευτές», όπως περίτεχνα ονοματίζει, απαντά στα ερωτήματα για το αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον. Για το σκοπό αυτό παίρνει ως παράδειγμα το Νεύτωνα που ήταν ως το θάνατό του καλός χριστιανός. Για το Λιαντίνη η Νέκυια είναι μια ποιητική κατασκευή προερχόμενη από τον αδυσώπητο ανθρώπινο πόνο εμπρός στην αντιμετώπιση του θανάτου.

Λέγοντας Νέκυια εύστοχα και με βαθιά καζαντζακική κριτική ματιά «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή» ο Λιαντίνης υποστηρίζει ότι «Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη». Και κάτω από τον υπέροχο ποιητικό του αυτό οίστρο γράφει με άφατο λυρισμό κι υπαρξισμό:

Νέκυια σημαίνει ότι κερνάς στο ποτήρι σου το γλεύκος της ύπαρξης και το γλεύκος της ανυπαρξίας σου, και πίνεις ύστερα στη σωστή αναλογία το κρασί της ζωής. Ήσυχα, και χωρίς αυταπάτες». Στη συνέχεια ο συγγραφέας μας προβαίνει στην αποτίμηση της Νέκυιας για τις προσωπικότητες που προείπαμε. Ξεκινά με τον Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας για το Λιαντίνη είναι το πνευματικό εκείνο πρόσωπο που αντιπροσωπεύει ολόκληρο το στοχασμό και την κοσμοθεωρία των Ελλήνων.

Άρα καθαρά φυσιοκεντρικά ο Οδυσσέας είναι το πνευματικό εκείνο πρόσωπο που αντιπροσωπεύει την κλασσική Ελλάδα.

Ας δούμε όμως τι υπήρξε για το Λιαντίνη και το πρόσωπο του Ιησού αναφορικά με το θάνατο και την προσωπική του Νέκυια. Όπως χαρακτηριστικά λέει, ο Ιησούς είναι ο καταλύτης της εποχής του, καθώς κατόρθωσε να γεννήσει τον καινούργιο άνθρωπο. Ο Λιαντίνης σε αυτό το σημείο προβαίνει σε μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στον Ιησού και στο Ιερατείο, καθώς τοποθετεί τον Ιησού ως κριτή του σήμερα που κατακρίνει τις ανίερες πράξεις των ανθρώπων που «στο δικό του Όνομα σταύρωσαν το ανθρώπινο γένος!». Με τον τρόπο αυτό μαστιγώνει τον εγωισμό και την φιλαυτία μέσω του στόματος του Χριστού, σε μια απόπειρα να καταδείξει την εκποίηση των λόγων του.

Κατόπιν ο Λιαντίνης προβαίνει σε μια βουτιά της επιδρομής του Δάντη στον Άδη. Ο ποιητής, όπως θαυμάσια ποιητικά γράφει ο Λιαντίνης, βλέπει το «πολυκέφαλο θρέμμα» που κρύβει μέσα του ο καθένας μας με τα παραπατήματα και τις κακουργίες που μας κυκλώνουν. Ο Δάντης κατόρθωσε, όπως γλαφυρά αναφέρει, να μας δώσει «μια ανάγλυφη χαρτογράφηση του ηθικού τοπίου της ανθρώπινης φύσης την ώρα που χτυπούν άγρια μεσάνυχτα». Σε αυτό το σημείο με απαράμιλλη συνδεσιμότητα μάς οδηγεί στα βήματα του Πλάτωνα, που πρώτος εκείνος ανέφερε όταν μιλούσε για το «επιθυμητικόν» μέρος της ψυχής, το γνωστό σύμφωνα με το Φρόυντ ασυνείδητο. Με το Φρόυντ ο Λιαντίνης κλείνει αυτό το κεφάλαιο στην περιδιάβαση αυτών των επιφανών ανδρών στον προσωπικό τους Άδη. Για το Φρόυντ, το Εκείνο, το ID και το Es είναι η Κόλαση του Δάντη. Ο Λιαντίνης σε αυτό το κεφάλαιο, βαθιά ρεαλιστής και φυσιοκεντρικός ασπάζεται την πεποίθηση του Φρόυντ ότι η μόνη λύτρωση είναι ότι δεν υπάρχει λύτρωση.

Στο επόμενο κεφάλαιο «Η Ελένη της Σπάρτης»,  ο Λιαντίνης μας μιλά για την ωραιότερη γυναίκα της αρχαίας  Ελλάδας, την ωραία Ελένη. Η Ωραία Ελένη είναι σύμβολο που καθρεφτίζει την ομορφιά του Θεού, είναι ο νους και ο νόμος της φύσης. Κόρη της χαρμολύπης, του Δία και της Λύδας, «ποτέ δεν τελειώνει όσο κι αν την συμπαλεύουν», όπως αλληγορικά γράφει. Η Ελένη της Σπάρτης για το Λιαντίνη είναι «ο μύθος του άπιαστου ονείρου που αδιάκοπα μας δένει στη δίνη του δράματός της.»  Ο Αϊνστάιν, ο Νεύτων, ο Έβερεστ και ο Νίτσε την ερμήνευσαν με το δικό τους στίγμα, την φαντάστηκαν με το δικό τους τρόπο, θαύμασαν  το είναι της, που δεν είναι άλλο από «το πρώτο και το μέγα γιατί» του κόσμου, είναι η ουτοπία που κυνηγάει ο άνθρωπος προκειμένου να φτάσει το ακατόρθωτο «που ξεκινά από το παντού και το πάντα και τελειώνει στο πουθενά και στο ποτέ». Η Ελένη είναι μια χίμαιρα που αντικατοπτρίζει την τραγωδία του ανθρώπου προκειμένου να υπερβεί τις δυνάμεις του.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο ο Λιαντίνης μας δίνει ένα στίχο από το Φάουστ του Γκαίτε: «Ω που να μην είχα γεννηθεί» αναφωνούν όσοι άγγιξαν  την παρυφή του ρούχου της, όσοι διαλύθηκαν από τη λύρα και τη λάμψη της.»

Σαν άλλος Φρόυντ καυτηριάζει τους σύγχρονους πολιτισμούς, όπως της Αμερικής. Χαρακτηριστικά αναφέρει πώς ο πλανητάρχης έχει θέση Καίσαρος, όπως κάποτε στη Ρώμη για να φανερώσει το διαχρονικά ολοκληρωτικό  παράλογο. Η αρρώστια της Αμερικής στο Φρόυντ είναι η ψυχολογική αθλιότητα των μαζών. Μαζί με την Αμερική θα βουλιάξει όπως αναφέρει «ολόκληρος ο πολιτισμός του πλανήτη».

«Ζούμε για να τραγουδούμε το τραγούδι του θανάτου, ακουμπώντας στο λυχνοστάτη του τίποτα», μας θυμίζει τα παραδοσιακά μας τραγούδια , όπου ο Χάρος, συμφυρμός των ιδιοτήτων του Πλούτωνα, είναι το κυριότερο πρόσωπο της ελληνικής μεταφυσικής. Όταν μιλάει για θάνατο του Θεού ο Λιαντίνης εννοεί το θάνατο του φυσικού ανθρώπου, τον αφανισμό του Θεού στον κλασσικό κόσμο.  Μέσα στην ιστορία μόνο δύο άνθρωποι τόλμησαν να μιλήσουν για το θάνατο του θεού, ο Πλούταρχος και ο Νίτσε.

Ο Νίτσε για το Λιαντίνη δεν κατόρθωσε ν’ απαντήσει το Θεό, όπως κι ο Καζαντζάκης. Γι αυτό και  έφτασε στην παράνοια αφού μη κατορθώνοντας να τον αντικρύσει βρήκε μόνο το χάος. Μέσα από το παράδειγμα του Νίτσε ο Λιαντίνης επιχειρεί να διακρίνει τι είναι « ευγενές» και τι «κοινό» ενόψει του απόλυτου καθήκοντος του ανθρώπου για την ιδέα του αγαθού, που δεν είναι άλλη από τον ιερό του αγώνα μπροστά στο σωκρατικό «ήθος».  Για να το αποδείξει αυτό αναφέρεται στον περίφημο «Τρελό» του Νίτσε:

«Γιατί και οι Θεοί σαπίζουν. Πέθανε ο Θεός! Ο Θεός είναι νεκρός! Κι αυτοί που τον σκότωσαν είμαστε εμείς. Ποιος μπορεί να μας παρηγορήσει τώρα;» αναφερόμενος ξεκάθαρα στη διανοητική συνείδηση. Το κεφάλαιο κλείνει υπέροχα με την Ηρακλείτεια αναφορά περί ευδαιμονίας, όπου αναλύει την έννοια της ευδαιμονίας με διάχυτη ποιητικότητα προκειμένου να περάσει με ανάγλυφο τρόπο στον αναγνώστη, ότι η ψυχή είναι η μόνη κατοικία της ευδαιμονίας. Κλείνοντας με τον Καβαφικό στίχο «η γιγαντιαία ψευτιά του παλατιού» ο Λιαντίνης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:

«Ο άνθρωπος ξαναζεί με την ίδια αλήθεια στο σκότος, με την ίδια πλάνη στο φως του μυαλού του.»

Η έννοια της ειρωνείας

Oρμώμενος από τη Σωκρατική φράση “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”, o Λιαντίνης στο κεφάλαιο «Είρωνες» επιχειρεί να εξηγήσει τη γένεση της ειρωνείας διακρίνοντάς την σε τραγική και σωκρατική. Και πετυχαίνει με ρωμαλέα επιχειρήματα και εμπεριστατωμένη μέθοδο να διακρίνει αυτές τις δυο έννοιες καθιστώντας σαφές στο αναγνωστικό κοινό ότι η σύγκριση ανάμεσα στην τραγική και σωκρατική ειρωνεία είναι η σύγκριση της σκιάς προς το σώμα. Στη συνέχεια προχωρά στην ερμηνεία της Ιησουϊκής ειρωνείας, με το: «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», που περιέχει, όπως διαπιστώνει, μέσα της τη σωκρατική και τραγική ειρωνεία. Για τέλος αφήνει την αρχετυπική ειρωνεία με τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Ο Λιαντίνης, όπως εύλογα επεξηγεί και ο ίδιος, μεταχειρίζεται τα παραδείγματα του Σωκράτη, του Σοφοκλή, του Ιησού και του Ντοστογιέφσκι για να δηλώσει την κοσμοϊστορική ειρωνεία. Δεν παραλείπει φυσικά να αναφερθεί και στην Καβαφική ειρωνεία, το μαέστρο του ενιαίου δεσίματος μεταξύ, όπως γράφει, τραγικού και κωμικού σε ενιαίο σχήμα.

Για να το αποδείξει αυτό προχωρεί σε εμπεριστατωμένη  ανάλυση της καβαφικής ειρωνείας μέσα από τα ποιήματα του «200 π.Χ» και «Οι Νέοι της Σίδωνος». Με το στίχο «Ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας» ο Καβάφης εστιάζει, όπως μας γράφει, στην ιστορική πλάνη για το αληθινό πρόσωπο της Σπάρτης. Όμως τι εννοεί με αυτό; O Λιαντίνης διαμαρτύρεται έντονα εδώ για την παρασιώπηση του Σπαρτιατικού ιδεώδους μέσα στην ιστορική πορεία. Όπως υπέροχα γράφει ο Καβάφης όταν δεν ειρωνεύεται:

“To φρόνημα της Σπάρτης ασφαλώς δεν ήταν ικανός να νοιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός”.

O Λιαντίνης τολμά να κάνει μια υπέροχη αντιπαραβολή του Καβαφικού πνεύματος του Σιδωνίου (σχετικά με την ποιητική του ευαισθησία) με τη μεγαλοφυή τρέλα του Ντοστογιέφκσι, όταν γράφει «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», αλλά και με τον Αισχύλο. Εύστοχα παρατηρεί ότι στο Σιδώνιο  λείπει η χάρη της αληθινής γνώσης, το πνεύμα του Αισχύλου, η διαλεκτική με την σκληρότητα του κόσμου και της ζωής. Και εννοεί ότι  δεν υπάρχει πιο γνήσια ποίηση από εκείνη που δεν κοιτάζει κατά πρόσωπο τη ζωή και δεν χαμηλώνει τα μάτια. Δηλαδή ότι η αληθινή ποίηση πηγάζει από την ταπεινότητα της ψυχής.

Όπως προανέφερα, από τον Σιδώνιο λείπει η χάρη της αληθινής γνώσης, η γραφή του είναι προάγγελος του επερχόμενου σκοταδισμού, όπως ολόσωστα γράφει ο μελετητής της αλήθειας του πνεύματος Λιαντίνης. Ο μεγάλος φιλόσοφος  συγγραφέας μας, δηλώνει αναλύοντας τον σε σύγκριση με τον Αισχύλο, ότι είναι ένα «παιδαρέλι φιγουρατζής όλο φρου-φρου  κι αρώματα»   που είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν “σωτήρας του κόσμου” και πως έγραφε για τον εαυτό του και όχι για την Πολιτεία όπως έπραξαν όλοι οι σπουδαίοι ποιητές.

Η έπαρση του Σιδώνιου τον εμποδίζει να γίνει καλός ποιητής, να πολεμήσει την ύβρη του ανόητου ανθρώπου.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό «Οι Είρωνες», ο Λιαντίνης ορμώμενος από την ιδέα του «Ελληνικού» του Καβάφη ενστερνίζεται την άποψή του για το μέλλον των Ελλήνων που κρύβεται στο ποίημα του «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας». Μέσα στον καυστικό λόγο του Καβάφη ακουμπά με προσήλωση ο στοχασμός του Λιαντίνη για την εθνική παραφροσύνη.

«Η Ελλάδα έγινε ένα απέραντο φρενοκομείο. Φτάνουν τάχατες τόσα, κακότυχε και καταπατημένε πατριώτη; Nαι να λες.»

Στο τελευταίο κεφάλαιο της Γκέμμας ο Λιαντίνης μας μιλά για το Νάρκισσο.

Δημήτρης Λιαντίνης
Πηγή εικόνας: dinfo.gr

Η πηγή της αθανασίας

Στο «Νάρκισσο» η φυσιολατρία προβάλει μέσα από την ουράνια ενατένιση. Πίσω από τη «μαύρη αρματωσιά του θόλου», πέρα από το Σκορπιό και τη Σαύρα, πίσω από τη Μικρή και τη Μεγάλη Άρκτο βλέπει τον Αρκτούρο και το Σέλας των ψυχών. Όλη αυτή η ενατένιση του ουρανού, κατά τον Λιαντίνη, είναι ο αντικατοπτρισμός της γης, της ίδιας της ζωής μας. Μέσα στην κοινωνία μας αντιμετωπίζουμε την καθεστηκυία τάξη με το ιερατείο και τις διαταγές, το «αρχοντολόγι» και το «πρωτάτο». Το ψεύδος και την αλαζονεία, το ναρκισσισμό και τη μεγαλοστομία. Τότε είναι που αν ξανακοιτάξουμε τον ουρανό θα συνειδητοποιήσουμε την ομορφιά των βουνών με όλη «την καθαρότητα και την γενναιότητα των ολίγων» που σαν άλλοι «Ηρακλήδες» πολεμούν με όλα τα βροντόσαυρα. Και τότε είναι που φαίνεται όλη η ομορφιά του κόσμου, η ειρήνη και η μουσική του. Κι έτσι ο Λιαντίνης μάς αφήνει ως παρακαταθήκη, με αυτό το καταληκτικό του κεφάλαιο, την συνειδητοποίηση της φθαρτότητας , από την οποία πηγάζει η αθανασία.

«Ταξιδεύουμε στη γη, όπως οι Δίδυμοι στον ουρανό. Με τη μέρα μας θνητή, που η αψευδής γνώση για τη μοίρα μας την κάνει σχεδόν αθάνατη.» Συνεπώς, κατά Λιαντίνη, το μόνο σταθερό στον πλανήτη είναι η ιδέα της ιδέας του Αγαθού.

Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό κεφάλαιο της Γκέμμα κλείνει με το στίχο «Sonne über Austerlitz», όπου είναι μια πρόταση – πρόκληση του σπουδαίου φιλοσόφου ποιητή και ακαδημαϊκού Δημήτρη Λιαντίνη προς όλους εμάς για την προσωπική μας νίκη μέσα από το φως,  που κρύβεται πίσω από την ομίχλη και τα σύννεφα. Με συμβολικό τρόπο, άκρως ποιητικό, ορμώμενο από την ιστορική νίκη του Άουστερλιτζ,  ο Δημήτρης Λιαντίνης μάς γεμίζει με τη φυσική αλήθεια σβήνοντας την προσωπική μας λήθη. Μας προτρέπει να αδράξουμε το φως της μέρας, να κερδίσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης,  ισορροπώντας ανάμεσα στους δυο αυτουργούς του ανθρώπινου και του φυσικού δράματος. Όταν θα σβηστεί η φωτιά της ύβρης και πληρωθεί το χρέος στο μηδέν, μόνο τότε ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στην άνοδο και στην κοσμική αποκατάσταση. Τότε και μόνο τότε, θα επέλθει η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και στην ανάγκη για να κερδίσει  την ευδαιμονία.  Καταργώντας τον προσωπικό μας ήλιο, καταργούμε στην ουσία το ενδεχόμενο ενός «Βατερλό», οδηγούμενοι από το εγώ στο εμείς.

ΓΚΕΜΜΑ, Δημήτρης Λιαντίνης
Πηγή εικόνας: skroutz.gr

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Χρύσα Νικολάκη

Η Χρυσούλα Νικoλάκη είναι πτυχιούχος του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών & αριστούχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master of Arts) με ειδίκευση στη Λογοτεχνία, της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Επίσης, κατέχει δίπλωμα μετάφρασης (Βρεταννικό Συμβούλιο). Έχει δημοσιεύσει μελέτες ( λογοτεχνικής θεματολογίας σε επιστημονικά-θεολογικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει ως εισηγήτρια σε ημερίδες λογοτεχνικού-θεολογικού περιεχομένου . Συγγράφει ποιήματα, παραμύθια και κριτικές βιβλίων.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;