Athens
22°
clear sky
Υγρασία: 43%
Άνεμος: 7m/s Β-ΒΔ
Ανώτερη 26 • Κατώτερη 18
Weather from OpenWeatherMap
MAXMAG | Επικαιρότητα, Κόσμος, Πολιτισμός, Διασκέδαση, Ομορφιά

Ευτυχία Γιαννάκη: «Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο, κανείς δεν είναι αθώος!»

Να εκδίδεις το πρώτο σου μυθιστόρημα και, σε λιγότερο από έναν χρόνο, να αποσπά το Βραβείο Καλύτερου Ελληνικού Μυθιστορήματος, με 140.000(!) ψήφους από το κοινό. Να εκδίδεις το δεύτερο και σε λιγότερο από ένα μήνα να κατακλύζεται από διθυραμβικές κι ενθουσιώδεις κριτικές. Όνειρο θερινής νυκτός; Φαντασίωση κάποιου φιλόδοξου πλην αφελέστατου γραφιά; Για την Ευτυχία Γιαννάκη αυτή είναι η πραγματικότητα.  

Γεννημένη στην πόλη που έχει κυριεύσει τη γραφή της, την Αθήνα, σπούδασε πληροφορική, μουσική τεχνολογία και επικοινωνία για να καταλήξει στα λημέρια της αστυνομικής λογοτεχνίας. Παράλληλα, ασχολείται και με τη συγγραφή θεατρικών κειμένων – με απόλυτη επιτυχία, κατά τα φαινόμενα. Προσοχή, όμως: δεν είναι διατεθειμένη να «διασκεδάσει» τον αναγνώστη με φθηνά κόλπα και όμορφα, καλογυαλισμένα happy end, παρά μεταφέρει αυτούσια την Αλήθεια, τη δική της Αλήθεια, όποιο κι αν είναι το κόστος. Γι’ αυτό η κουβέντα μαζί της όσο μας χαροποίησε άλλο τόσο μας προβλημάτισε, γιατί μας θύμισε πως «σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο, κανείς δεν είναι αθώος».

 

  • Συστηθήκατε στο αναγνωστικό κοινό με το πρώτο μέρος της Τριλογίας της Αθήνας, με τίτλο Στο πίσω κάθισμα. Ποια είναι η δική σας σχέση με την αστυνομική λογοτεχνία και πού πιστεύετε ότι οφείλεται η στροφή προς αυτήν τα τελευταία χρόνια;

Η αστυνομική λογοτεχνία μετατράπηκε στο αναγνωστικό πάθος μου τα τελευταία χρόνια. Παλιότερα πίστευα ότι η αστυνομική ιστορία ήταν απλώς ένας γρίφος που απαιτεί λύση. Διαβάζοντας όμως σύγχρονους αστυνομικούς συγγραφείς από διαφορετικές σχολές και ορισμένους κλασικούς συγγραφείς διαπίστωσα ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα συνδυάζει χαρακτηριστικά που μπορούν να είναι εξίσου συναρπαστικά τόσο για τον συγγραφέα, όσο και για τον αναγνώστη. Ο συνδυασμός βάρους και ελαφρότητας στην αφήγηση, η πλοκή, οι ανατροπές, το κοινωνικό σχόλιο και η μελέτη του ψυχολογικού βάθους των χαρακτήρων και όλα αυτά με μια ιστορία η οποία πρέπει να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από σελίδα σε σελίδα είναι κατά την άποψή μου τα κύρια χαρακτηριστικά που την καθιστούν ελκυστική παγκοσμίως. Τόσο ο συγγραφέας, όσο και ο αναγνώστης βρίσκονται αντιμέτωποι με τους φόβους τους και με τις πιο σκοτεινές πλευρές του νου και αυτό την καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, όπως λένε, και κάθε αστυνομική ιστορία συνοψίζει ένα τέτοιο συναρπαστικό και επικίνδυνο ταξίδι.

 

  • Ποια είναι η συγγραφέας πίσω από τις ιστορίες του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου; Τι την εμπνέει, τι τη χαροποιεί και τι την εκπλήσσει;

Ίσως αυτό είναι ένα μυστήριο ακόμη και για τον ίδιο τον Χάρη Κόκκινο που θα χρειαζόταν μήνες ή και χρόνια για να το εξιχνιάσει. Είναι πολύ δύσκολο να συνοψιστεί η έμπνευση, η χαρά, η έκπληξη, ακόμη και η απογοήτευση της καθημερινότητας η οποία τελικά θα υποστεί τη μετάπλαση που θα της επιτρέψει να μεταφερθεί στο χαρτί. Θα έλεγα ότι τα υλικά μου βρίσκονται παντού γύρω μου και κυρίως στις λεπτομέρειες. Μια κίνηση, μια φράση, ένα υπονοούμενο, μια λεπτομέρεια που θα προσπεράσουμε συνήθως με την φόρα της καθημερινότητας, πολύ συχνά αποκαλύπτουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία που θα ενταχθούν σε μια αφήγηση. Όμως τα πιο ενδιαφέροντα υλικά τα βρίσκω συνήθως μέσα μου, ξεκλειδώνοντας μονοπάτια της σκέψης μου που δεν φανταζόμουν ότι υπήρχαν. Ακόμη και ο απρόβλεπτος συνδυασμός ενός επιθέτου με ένα ουσιαστικό μπορεί να μου δώσει μεγάλη χαρά, πόσο μάλλον η απρόβλεπτη συμπεριφορά ενός ήρωά μου ή μια ανατροπή στην εξέλιξη της ιστορίας.

 

  • Πριν την Τριλογία της Αθήνας εκδώσατε το πρώτο σας μυθιστόρημα με τίτλο Χάρντκορ (εκδ. Ωκεανίδα) υπογράφοντας με το ψευδώνυμο Αλέκα Λάσκου. Πώς προέκυψε αυτό το ψευδώνυμο και τι σας εμπόδισε από το να υπογράψετε το βιβλίο με το πραγματικό σας όνομα;

Δεν επρόκειτο για κάποιο εμπόδιο, ήταν ζήτημα απόφασης η χρήση του ψευδωνύμου. Η υιοθέτηση της ψευδοταυτότητας εξυπηρέτησε την ανωνυμία που επιθυμούσα να έχω στα φοιτητικά μου χρόνια.

 

  • Τι θα συναντήσει ο αναγνώστης στο τελευταίο σας μυθιστόρημα, Αλκυονίδες Μέρες;

Θα συναντήσει τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο και την ομάδα του στο δεύτερο μέρος της Τριλογίας της Αθήνας, λίγους μήνες μετά την υπόθεση του πρώτου βιβλίου, καθώς θα επιχειρούν να λύσουν το μυστήριο της δολοφονίας μιας ανήλικης κοπέλας από τη Γκάνα σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Παράλληλα, ο αστυνόμος και το οικογενειακό του παρελθόν, καθώς και η σχέση με τον προφυλακισμένο γιο του βρίσκονται στο προσκήνιο. Η έννοια της αγοράς και πώς λειτουργεί στις μέρες μας, του δυνατού έναντι του αδυνάμου, του ξένου, όχι μόνο με την έννοια του μετανάστη, αλλά και του ξένου, του μη γνώριμου μέσα μας είναι πυρηνικές ιδέες πάνω στις οποίες δομήθηκε η ιστορία. Η κεντρική ιδέα ότι σε μια κοινωνία που αδυνατεί να προστατεύσει τον αδύναμο, κανείς δεν είναι αθώος, διατρέχει όλο το βιβλίο.

 

  • Ο Χάρης Κόκκινος ζει και εργάζεται στο «θορυβώδες στομάχι» της Αθήνας του 2014, με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα να είναι εμφανής σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του. Τι θα μας έλεγε για την κατάσταση που βιώνει σήμερα η χώρα μας και ιδιαίτερα η πόλη του, η Αθήνα; Αν του δινόταν η ευκαιρία, θα κατέφευγε στο εξωτερικό;

Ο λόγος που η σειρά των τριών πρώτων αστυνομικών μου μυθιστορημάτων φέρει τον γενικότερο τίτλο Η Τριλογία της Αθήνας, είναι γιατί η πόλη διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές τις ιστορίες. Είναι μια απόπειρα να δώσω μια τοιχογραφία των ανθρώπων της πόλης και να καταλάβω μαζί με τον αναγνώστη τις συνταρακτικές αλλαγές που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβει κανείς την θεώρηση του πρωταγωνιστή μου είναι διαβάζοντας τα βιβλία. Ο Χάρης Κόκκινος θα έφευγε στο εξωτερικό, όχι αν του δινόταν η ευκαιρία, αλλά αν το αποφάσιζε για συγκεκριμένους λόγους. Είναι κάτι που δεν το αποκλείει πάντως.

 

  • Σε κάθε σας έργο δεν διστάζετε να φέρνετε στο προσκήνιο, με πρωτοφανή ωμότητα και ρεαλισμό, θέματα «απρόσιτα» για την ελληνική κοινωνία: τη σεξουαλική και σωματική βία, την πορνεία, την ομοφυλοφιλία, τις μειονότητες, τα αποτρόπαια εγκλήματα. Υπήρξαν θέματα που δυσκολευτήκατε να αποδώσετε, γράφοντας τα δύο βιβλία;

Τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι είναι συνήθως θέματα που με απασχολούν, είναι ανοιχτά μέσα μου και με κάποιον τρόπο δονούνται γυρεύοντας απαντήσεις. Θέλω να πω ότι μπορεί να υπάρχει ένα στοιχείο κατασκευής στις ιστορίες μου, κυρίως όσον αφορά την πλοκή, αλλά τα κεντρικά ζητήματα που επιλέγω να θίξω και κυρίως η ψυχολογική και κοινωνική διάστασή τους αφορούν την πραγματικότητα γύρω μου. Αν προσπαθήσεις να δώσεις την δικιά σου αλήθεια μέσα σε αυτά, την δικιά σου ματιά γνησίως, χωρίς υπεκφυγές, αποκαλύπτοντας τελικά τον δικό σου ψυχισμό, τότε ναι, τα πράγματα δεν είναι απλά. Θεωρώ όμως τελικά ότι αυτή είναι η αλήθεια που θα εκτιμηθεί από τον αναγνώστη. Με μια καλή κατασκευή θα διασκεδάσει, αλλά με την αλήθεια σου θα πάει ένα βήμα παρακάτω και με κάποιον τρόπο θα συνδεθεί μαζί σου. Αυτή η σύνδεση, η συνάντηση όπως θα την έλεγαν οι υπαρξιστές είναι το ζητούμενό μου.

 

  • Πώς έχετε βιώσει εσείς τα ταμπού της σημερινής κοινωνίας;

Όπως όλοι μας, φαντάζομαι. Τα ταμπού είναι κοινωνικές κατασκευές που εξυπηρετούν πρωτίστως τους δημιουργούς τους, επομένως αντιλαμβάνομαι τον λόγο ύπαρξής τους και αντιστοίχως τα αφήνω να με επηρεάζουν. Όταν νιώσει κανείς αυτή την διάστασή τους με καθαρότητα, τότε νομίζω ότι καταφέρνει να τα διαχειριστεί αποδίδοντάς τους το ενδιαφέρον που τους αναλογεί.

 

  • Ποιο θεωρείτε ότι υπήρξε το πιο απαιτητικό κομμάτι στη συγγραφή των δύο μυθιστορημάτων;

Η απόδοση της αλήθειας μου, της δικιάς μου ματιάς, χωρίς υπεκφυγές είναι το πιο δύσκολο κομμάτι. Με κάποιον τρόπο εκτίθεσαι και φέρνεις στο φως ένα μέρος του ψυχισμού σου όταν γράφεις. Αυτό είναι συναρπαστικό, αλλά και δύσκολο ταυτόχρονα. Είναι η μια λέξη μετά την άλλη και μετά, η επόμενη και η επόμενη. Αυτό το τόσο απλό πράγμα, η επιλογή της κατάλληλης λέξης, μιας λέξης που χρησιμοποιούμε όλοι, αμέσως μετά από μια άλλη, είναι ταυτόχρονα τόσο δύσκολο. Είναι ο λόγος το μεγάλο μου στοίχημα που ξεκλειδώνει την ιστορία, τους χαρακτήρες και τελικά το κομμάτι μου που έρχεται στο φως. Και ο λόγος είναι τελικά αυτό που μένει.

 

  • Έχετε δηλώσει, σε προηγούμενη συνέντευξή σας, πως «η εποχή των ηρώων έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί». Ποιοι είναι οι δικοί σας ήρωες και τι επίδραση ασκούν στο χαρακτήρα και στη γραφή σας;

Είναι οι άνθρωποι της καθημερινότητάς μου. Αυτοί που έχουμε αλληλοεπιλεγεί να είμαστε μαζί. Που μοιραζόμαστε σκέψεις, συναισθήματα, υλικά και άυλα αγαθά. Είναι το μοίρασμα που με ενδιαφέρει. Όσοι ξέρουν να μοιράζονται, να προσφέρουν απλόχερα τα θετικά συναισθήματά τους και την ενέργειά τους, είναι οι πραγματικοί ήρωές μου. Όσοι ξέρουν να αγαπούν ακόμη και αυτό που αρχικά τους φαντάζει ξένο. Όσοι κατάφεραν να αγαπήσουν βαθιά με ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως.

 

 

  • Ποιο είναι για εσάς το τέλειο έγκλημα;

Το έγκλημα δεν έχει τίποτα τέλειο με την έννοια ότι πλήττει κάποιον άλλον. Βάζοντας αυτές τις λέξεις δίπλα δίπλα συνήθως εννοούμε το έγκλημα το οποίο δεν μπορεί με τίποτα να αποκαλυφθεί. Και τέτοιο δεν υπάρχει. Όλες μας οι ενέργειες, στο φως ή στο σκοτάδι υπάρχει τρόπος να αποκαλυφθούν από κάποιον. Είναι η τύχη που θα αφήσει κάτι για πάντα στο σκοτάδι ή η έλλειψη ενδιαφέροντος.

 

  • Πόσο εξοικειωμένοι είμαστε με την ιδέα της βίας;

Υπάρχει ένα κομμάτι στο τελευταίο βιβλίο μου, στις Αλκυονίδες μέρες, σχετικά που νομίζω ότι δίνει κάποια απάντηση στο ερώτημά σας: Η βία δεν έχει τίποτα ορθολογικό. Είναι μια κληρονομική ασθένεια, το ένστικτο που πάει από πατέρα σε γιο και από γιo σε εγγονό και που δεν αναγνωρίζεται ως ασθένεια, γιατί απλά δεν υπάρχει κανέναν φάρμακο γι΄ αυτή την κληρονομιά. Υπάρχουν καταστολείς, υπάρχουν ωραία λόγια, υπάρχει ο άλλος δρόμος, υπάρχει η τέχνη, υπάρχει η μουσική και τα βιβλία, υπάρχουν ένα σωρό πράγματα να σου αποσπάσουν την προσοχή, υπάρχει η αγορά, ένας ωκεανός για να ριχτείς με τα μούτρα και να δεις τα ψάρια να τρώγονται μεταξύ τους, υπάρχει άφθονο φαΐ, μπορείς να ξεχαστείς, μπορείς και να ερωτευτείς, μπορείς ν’ αρχίσεις να ζωγραφίζεις και να φτιάχνεις σπίτια, αλλά θα είναι πάντα εκεί, στο βάθος του μυαλού σου, μέσα σου, γιατί να την ξεριζώσεις δεν γίνεται. Θα είναι σαν να ξεριζώνεις το μυαλό και την καρδιά ενός ζώου.

 

  • Εκτός από τη λογοτεχνία, έχετε διακριθεί και στη συγγραφή θεατρικών κειμένων. Πόση συνάφεια θεωρείτε ότι έχουν τα δύο αυτά είδη, και σε ποιο από τα δύο νιώθετε πως «ανήκετε» περισσότερο;

Είναι δύο τελείως διαφορετικά είδη λόγου, με διαφορετικές απαιτήσεις και δυσκολίες. Το θεατρικό κείμενο απαιτεί άλλες αρετές από το λογοτεχνικό. Δεν νιώθω ότι ανήκω σε κανένα από τα δύο είδη. Θα έλεγα ότι το λογοτεχνικό κείμενο είναι η αγάπη μου και το θεατρικό το πάθος μου. Αυτά αντιστρέφονται κάποιες στιγμές καθώς γράφω, όταν νιώθω ότι πετυχαίνω κάτι σημαντικό για τα δικά μου δεδομένα.

 

  • Υπάρχει κάποιος Έλληνας καλλιτέχνης τον οποίο θαυμάζετε;

Θαυμάζω όσους υπηρέτησαν πιστά την τέχνη τους και επιχείρησαν να δώσουν την αλήθεια τους μέσα από αυτήν ανεξαρτήτως της αποδοχής που είχαν. Και αυτοί ευτυχώς είναι αρκετοί. Η απαρίθμηση ονομάτων θα αδικούσε κάποιους που θα ξεχνούσα ενδεχομένως.

 

  • Πώς θα συναντήσουμε τον πρωταγωνιστή των ιστοριών σας στο τρίτο μέρος της σειράς;

Θα τον συναντήσουμε στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής του, οπότε και ο αναγνώστης θα αντιληφθεί γιατί τον βλέπουμε σε αυτές τις τρεις ιστορίες και όχι σε κάποιες άλλες, γιατί αυτή την στιγμή, γιατί με αυτές τις υποθέσεις. Ένα μεγάλο παζλ θα συμπληρωθεί δένοντας και τα τρία βιβλία, τα οποία δεν είναι τριλογία μόνο κατ’ όνομα. Όσοι διάβασαν το πρώτο και στη συνέχεια διαβάζουν το δεύτερο βιβλίο, βρίσκουν τους σπόρους που έχουν φυτευτεί ήδη από την πρώτη ιστορία και ανθίζουν σιγά σιγά στην δεύτερη ιστορία.

 

  • Ο Χάρης Κόκκινος υποστηρίζει πως κάποιοι φόνοι σχεδιάζονται και εκτελούνται σε μερικά δευτερόλεπτα, όπως σχεδιάζεται να δοθεί ένα φιλί, μια αγκαλιά ή ένα χαστούκι. Πιστεύετε πως ο καθένας μας αποτελεί έναν εν δυνάμει δολοφόνο, αν βρεθεί υπό τις κατάλληλες συνθήκες; Τελικά, πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον αντί να τον φιλήσεις;

Αν δεν πίστευα ότι ισχύει κάτι τέτοιο και μάλιστα ότι είναι αρκετά πιθανό, δεν θα έγραφα μάλλον αστυνομική λογοτεχνία.

 

Σας ευχαριστούμε θερμά για το χρόνο που μας αφιερώσατε!

Εγώ σας ευχαριστώ για τις ερωτήσεις και τη φιλοξενία! 

Το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη «Αλκυονίδες Μέρες» κυκλοφορεί από τις εκδ. Ίκαρος, ενώ το θεατρικό της κείμενο Τα Θηλαστικά παίζεται αυτή την περίοδο στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα.
Περισσότερα στην προσωπική ιστοσελίδα της συγγραφέως…

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Μονίμως με τ' ακουστικά στα αυτιά, μονίμως αναμαλλιασμένη, μονίμως εκτός τόπου και χρόνου. Ως μέλλουσα φυσικός -ή ίσως συγγραφέας- επιβιώνω στη Θεσσαλονίκη, δεκαοκτώ χρόνια τώρα. Ακόμα τη μαθαίνω κι ακόμα με μαθαίνει. Αγαπώ τα βιβλία που δεν μου λένε το όνομα του πρωταγωνιστή, τους πλανόδιους μουσικούς και τις αυθόρμητες ιστορίες. Στις πανελλήνιες έγραψα χάλια έκθεση.

Το MAXMAG είναι ένα νέο διαδικτυακό περιοδικό, που σκοπεύει να παρέχει ενημέρωση επάνω σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά. Η κάθε στήλη μας αντιπροσωπεύει και ένα ξεχωριστό πεδίο, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG