Αφροαμερικανική λογοτεχνία από τη Ζόρα Νιλ Χέρστον

 

Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό

 

«Έχω το κουράγιο να περπατήσω τον δικό μου δρόμο, όσο δύσκολος κι αν είναι, στην αναζήτησή μου για την πραγματικότητα, αντί να σκαρφαλώσω πάνω στο ταχύ βαγόνι των ευσεβών ψευδαισθήσεων».
― Ζόρα Νιλ Χέρστον

Η Ζόρα Νιλ Χέρστον γεννημένη στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αλαμπάμα της Αμερικής, μεγάλωσε στο Ίτον της Φλόριντα, ένα μέρος που συχνά αναφέρει στα έργα της. Με σπουδές ανθρωπολογίας στα Columbia University και Barard College εστιάζει στην έρευνα για την καραϊβική και αφροαμερικανική λαογραφία.

Εκτός από τις επιστημονικές έρευνες της ασχολήθηκε με τη συγγραφή δοκιμίων σατιρικών κειμένων, ποιητικών συλλογών, θεατρικών έργων, διήγημάτων και μυθιστορημάτων. Από τα τέσσερα μυθιστορήματά της ξεχώρισε το “Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό” που κυκλοφόρησε το 1937.

Advertisements
Ad 14

Όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, έμεινε στην αφάνεια για δεκαετίες. Ώθηση στο έργο της έδωσε το άρθρο της καταξιωμένης Αφροαμερικανίδας συγγραφέως Alice Walker “In search of Zora Neale Hurston” που δημοσιεύτηκε το 1975 στο περιοδικό Ms, οπότε και υπήρξε αναζήτηση για το έργο της.

Το 1978 το μυθιστόρημα “Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό” ανατυπώθηκε από το University of Illinois Press και κατέκτησε τη θέση του πλέον διαβασμένου βιβλίου Αφροαμερικανικής λογοτεχνίας.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι η Τζέινι Κρόφορντ, μία μαύρη γυναίκα γύρω στα σαράντα έτη. Η Τζέινι μεγάλωσε στη Δυτική Φλόριντα με τη γιαγιά της -Νάνι τη φώναζε- κοντά σε μία οικογένεια λευκών για την οποία η Νάνι δούλευε.

Οι Γουάσμπερν είχαν τέσσερα εγγόνια και η Τζέινι ήταν το πέμπτο μέλος της παρέας. Επίγνωση της φυλετικής της ταυτότητας απέκτησε όταν σε ηλικία έξι χρόνων συνειδητοποίησε πως ήταν το μαύρο παιδί στην ομαδική φωτογραφία που είχαν βγάλει.

Διαβάστε επίσης  Ο Ξένος των Χριστουγέννων, ένας ύμνος στην αγάπη, από την Αγγελίνα Ζωγράφου

Ήταν δεκαέξι χρονών όταν η Νάνι την είδε ένα φιλιέται με ένα αγόρι. Για να διασφαλίσει τη τιμή και την υπόληψη της εγγονής της φροντίζει να την παντρέψει εσπευσμένα με τον Λόγκαν Κίλικς που είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του. Το ζευγάρι χώριζε μία μεγάλη διαφορά ηλικίας όμως έγινε προσπάθεια και από τα δύο μέρη ώστε να συνυπάρξουν αρμονικά. Όταν η συμπεριφορά του Λόγκαν απέναντι στην Τζέινι άλλαξε, αυτή, που δεν κατάφερε όσο κι αν προσπάθησε να τον αγαπήσει, επέλεξε να ακολουθήσει έναν άλλον άνδρα και να φύγει μακριά από τη ζωή που της είχαν επιβάλλει.

Τα χρόνια έχουν περάσει κι εκείνο το απόγευμα που η Τζέινι επιστρέφει στη γενέτειρά της οι ψίθυροι φουντώνουν. Επικριτικά σχόλια ακούγονται από μια συντροφιά γυναικών καθώς αυτή βαδίζει προς το σπίτι της. Ανάμεσά τους και η φίλη της Φίμπι. Μην αντέχοντας να ακούει τα όσα προσβλητικά ακούγονται για τη φίλη της, η Φίμπι κατευθύνεται στο σπίτι της Τζέινι. Οι δύο φίλες ανταμώνουν και η Τζέινι εξομολογείται όσα έχει ως τώρα βιώσει. Ξεκινά να αφηγείται τη ζωή της από το πρώτο ερωτικό σκίρτημα στα δεκαέξι της έως τη στιγμή που γνώρισε τον πραγματικό έρωτα και αναγκάστηκε να τον αποχαιρετήσει.

“‘Εζησα με τον τρόπο της γιαγιάς μου, τελείωσα, τώρα σκοπεύω να ζήσω με τον δικό μου τρόπο.”

Τα βιώματα της Τζέινι αναδεικνύουν την αναζήτηση ταυτότητας, συγκεκριμένα τη θέση της μαύρης γυναίκας εκτός και εντός της φυλής της, τον ταξικό διαχωρισμό εντός της μαύρης φυλής, τον ενδοφυλετικό ρατσισμό, τη γυναικεία αλληλεγγύη -που τονίζεται από τον εσωτερικευμένο μισογυνισμό απέναντι στην Τζέινι-, τις κακοποιητικές σχέσεις όπου η βία είναι λεκτική και ψυχολογική, τον ηλικιακό ρατσισμό σε σχέσεις με διαφορά ηλικίας κυρίως όταν η γυναίκα είναι μεγαλύτερη.

Διαβάστε επίσης  3 κορυφαίοι δαιμονισμοί στη λογοτεχνία

Η συγγραφέας κατασκευάζει μία προσωπικότητα που από τα πρώτα χρόνια της ζωής της έχει την ανάγκη να είναι ανεξάρτητη, χειραφετημένη. Επιθυμεί τον αμοιβαίο έρωτα, την αναγνώριση των ικανοτήτων της, το σεβασμό. Αντιθέτως, θα λάβει περιφρόνηση, προσβλητικές συμπεριφορές, αντικειμενοποίηση, απαξίωση. Θα ακολουθήσει όσα επιτάσσουν οι κοινωνικές νόρμες και την πραγματική ουσιαστική αυτοπραγμάτωση θα την κατακτήσει όταν θα πορευτεί μόνη της, χωρίς να ζήσει στη σκιά ή υπό την προστασία ενός άνδρα.

Το μυθιστόρημα “Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό” κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά.

 

Ζόρα Νιλ Χέρστον

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Μυθιστοριογράφος, ανθρωπολόγος, θεατρική συγγραφέας, σκηνοθέτιδα και δοκιμιογράφος, η Ζόρα Νιλ Χέρστον γεννήθηκε στην Αλαμπάμα το 1891 και είναι μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του κινήματος της Αναγέννησης του Χάρλεμ.

Η πολυβραβευμένη συγγραφέας του Πορφυρού Χρώματος Άλις Γουόκερ την επανανακάλυψε και έκτοτε η Ζόρα Νιλ Χέρστον θεωρείται μία από τις ζωντανές και ευρηματικές φωνές της αμερικανικής λογοτεχνίας. Περίτεχνη και εικονοκλάστρια, αγωνίστρια που άνοιξε δρόμους, λατρεύτηκε από τους αναγνώστες των βιβλίων της και συγγραφείς όπως η Μάγια Αγγέλου, η Ζέιντι Σμιθ και ο Πολ Μπίτι τη σέβονταν και την τιμούσαν. Η Τόνι Μόρισον τη θεωρεί από τις μεγαλύτερες συγγραφείς της εποχής μας. Το όνομά της ξεχώριζε για τις απόψεις της περί αθεΐας και την πεποίθησή της για την κοινωνική συσσωμάτωση των μαύρων με τους λευκούς. Αν και η συμμετοχή της στο κίνημα της Αναγέννησης του Χάρλεμ ήταν σημαντική, τα έργα της αγνοήθηκαν στην εποχή της. Μόνο μετά από ένα άρθρο της Άλις Γουόκερ, τη δεκαετία του 1970, τράβηξε το ενδιαφέρον.

Διαβάστε επίσης  Harry Potter: Τι δε μας έδειξαν οι ταινίες;

Το «Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό» καθιερώθηκε ως ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία της αφρο-αμερικανικής λογοτεχνίας. Θεωρείται ως το κορυφαίο έργο μιας υποτιμημένης συγγραφέα, ένα εμβληματικό αριστούργημα για τις ελεύθερες γυναίκες που δεν χρειάζονται το έλεος ή τον οίκτο των άλλων.

Σημαντικά έργα της είναι το Mules and men (1935), μια ανθολογία για την αφρο-αμερικανική λαογραφία στη Βόρεια Φλόριντα, το Voodoo and Life in Haiti and Jamaica (1938) , μια μελέτη για τις τελετουργίες στην Τζαμάικα και την Αϊτή.

Έκανε τρεις γάμους και πέθανε το 1960 στο Φορτ Πιρς της Φλόριντα.

 

Οπισθόφυλλο

Όταν η Τζέινι στα δεκάξι της πιάστηκε ν’ ανταλλάσσει φιλιά με κάποιον, η γιαγιά της την παντρεύει άρον-άρον μ’ έναν εξηντάρη κτηματία. Η Τζέινι δεν το βάζει κάτω· ανήσυχο πνεύμα, ψάχνει να βρει την ταυτότητά της και, μέσα από χαρές και λύπες, μαθαίνει την αγάπη και επιτέλους συμφιλιώνεται με τον εαυτό της.

Όταν πρωτοεκδόθηκε, το 1937, το Τα μάτια τους κοιτούσαν τον Θεό, με πρωταγωνίστρια μια υπερήφανη, ανεξάρτητη μαύρη γυναίκα, οι άνδρες κριτικοί το αγνόησαν ή το απέρριψαν.

Εκτός κυκλοφορίας σχεδόν σαράντα χρόνια, επανακυκλοφόρησε το 1978 και έκτοτε θεωρείται ως το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο της αφρο-αμερικανικής λογοτεχνίας.

Η Τζέινι Κρόφορντ μιλά με αμεσότητα για τη ζωή της, τους γάμους της, την επιθυμία της να μη λειτουργεί ούτε ως υποζύγιο ούτε ως διακοσμητικό στοιχείο δίπλα στον άντρα.

Διακηρύσσει ότι ακολούθησε δυο πράγματα στη ζωή της: πρώτα-πρώτα ότι βγήκε εκεί έξω μόνη της ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή και ύστερα ότι έψαξε να βρει την ευτυχία, κάτι διόλου απλό και εύκολο.

Αν και σπούδασα Διοίκηση επιχειρήσεων, η μεγάλη μου αγάπη ήταν και παραμένει η λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια γράφω για τα αναγνώσματά μου στο blog booksiluv2red.blogspot.com.
Θα τα λέμε όμως κι εδώ για βιβλία που ξεχώρισα!

Αρθρα απο την ιδια κατηγορια

Όλοι κουβαλάμε "red flags"

Όλοι κουβαλάμε “red flags”

Όλοι κουβαλάμε red flags. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Κι όλοι

Το σεξ ως εργαλείο χειραγώγησης στον κινηματογράφο

Η απεικόνιση του σεξ στον κινηματογράφο δεν αφορά μόνο συναισθήματα,