«Γυάλινος Κόσμος» στο θέατρο Αλκυονίς: Ένα έργο ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει

γυάλινος κόσμος
πηγή: tetragwno,gr

Ο Τενεσί Ουίλιαμς, Αμερικάνος  συγγραφέας γεννήθηκε στις 26 Μαρτίου του 1911 στο Κολόμπους της πολιτείας Μιζούρι  της Αμερικής. Από πολύ μικρός ασχολήθηκε με τη συγγραφή ενώ είχε σπουδάσει δημοσιογραφία και θεατρολογία.Ο Γυάλινος Κόσμος πρόκειται για αυτοβιογραφικό έργο, και αποτέλεσε τη πρώτη μεγάλη θεατρική επιτυχία του Τένεσι Ουίλιαμς, που καθιερώθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ου  αιώνα. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 1944 στο θέατρο Σιβίκ (Civic) του Σικάγου και την επόμενη χρονιά στη Νέα Υόρκη κέρδισε το Βραβείο New York Drama Critics Circle Award.Στην Ελλάδα η πρώτη παρουσίαση του έργου έγινε από το Θέατρο Τέχνης το 1946 σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, ο οποίος κράτησε τον ρόλο του Τομ, ενώ έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την είδαν η Έλλη Λαμπέτη στον ρόλο της Λόρα.

Στην πραγματική ζωή του Τενεσι Ουίλιαμς η αδερφή του, η Ρόουζ, είχε διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια, γεγονός που οδήγησε τη μητέρα τους σε λοβοτομή της Ρόουζ, η οποία πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της σε ψυχιατρείο, κάτι το οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να συγχωρέσει ο Ουίλιαμς στην οικογένεια του. Η κατάσταση της αδερφής του τον είχε επηρεάσει τόσο πολύ που στα περισσότερα έργα του είναι επηρεασμένα από εκείνη αλλά και από τις άσχημες μνήμες των νεανικών του χρόνων.

Η Υπόθεση

Το έργο, ο Γυάλινος Κόσμος, διαδραματίζεται στην επαρχία του αμερικανικού νότου την εποχή του 1930. Μια κοινωνικοπολιτικά ταραγμένη εποχή στην μεταπολεμική Αμερική. Η οικογένεια Ουίνγκφιλντ εγκαταλελειμμένη από τον πατέρα, απαρτίζεται από τη μητέρα, το γιό, τον Τόμ και την κόρη, τη Λόρα. Ο πατέρας της οικογένειας Ουίνγκφιλντ, μέθυσος και κακότροπος εγκατέλειψε την οικογένεια του και έφυγε ως ναυτικός. Ο Γυάλινος κόσμος σκιαγραφεί την αυτοβιογραφία του Τενεσί Ουίλιαμς όπου διαφαίνεται ξεκάθαρα ο ρόλος του κάθε μέλους της οικογένειας του μέσω της παράστασης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η μητέρα, Αμάντα, την οποία υποδύεται η ηθοποιός Άννα Μόσχα, είναι μια αυταρχική φιγούρα σκληρή με τα παιδιά της και συντηρητική. Η Αμάντα όμορφη κομψή και περιζήτητη ως νέα παρηγορείται με τις αναμνήσεις των εύπορων νεανικών της χρόνων, αφού πλέον έχει φτωχοποιηθεί και η άνετη ζωή παραμένει μόνο στην φαντασία της. Η Αμάντα προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες στο σπίτι της με το δικό της επιβλητικό τρόπο ως άμυνα επιβίωσης.

Ο Τομ, ο γιός , δηλαδή ο ίδιος ο Ουίλιαμς, με τον οποίο ντύνει ερμηνευτικά ο Κωνσταντίνος Μπισμπής, ο οποίος εναλλάσσει το ρόλο του από εκείνο του αγοριού της οικογένειας σε εκείνον του αφηγητή της ιστορίας. Ο Τομ εργάζεται σε αποθήκη παπουτσιών κάτι που απεχθάνεται αλλά το κάνει μόνο και μόνο για να βοηθήσει στα προς το ζην την οικογένειά του. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγει από αυτήν την άσχημη για εκείνον καθημερινότητα ήταν να γράφει ποίηση και να παρακολουθεί κινηματογράφο, ξεπορτίζοντας κρυφά το βράδυ από το σπίτι. Το γεγονός αυτό ενοχλούσε την μητέρα του γιατί κάποιες φορές γυρνούσε πιωμένος και της θύμιζε το σύζυγο της.

Η Λόρα, η κόρη της οικογένειας, την οποία υποδύεται η ταλαντούχα Λένα Παπαληγούρα, πάσχει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και κλείνεται στον εαυτό της αποφεύγοντας την επαφή με τον έξω κόσμο. Το μόνο γεγονός που την παρηγορεί είναι η ενασχόληση της με μια συλλογή από μικρά γυάλινα ζωάκια και η μουσική που παίζει το γραμμόφωνο του πατέρα της, από δίσκους που έστελνε από τα ταξίδια του.

Η Λόρα είχε ένα πρόβλημα με το πόδι της και κούτσαινε και αυτό τη στεναχωρούσε πάρα πολύ, ντρεπόταν στο σχολείο μήπως και την κοροϊδεύουν. Ντρεπόταν για την ύπαρξη της. Η μητέρα της  θέλοντας να την φέρει σε επαφή με τον έξω κόσμο της επέβαλλε να μάθει στενογραφία γιατί κάτι θα έπρεπε να μάθει ή αλλιώς να παντρευτεί. Δεν υπήρχαν άλλες λύσεις για μια μητέρα που πάλευε μόνη της για την αποκατάσταση των παιδιών της. Αυτό μπορούσε να προσφέρει, αυτό μπορούσε να καταλάβει πως είναι αρκετό για την ευτυχία των παιδιών της. Η Λόρα όμως έλεγε ψέμματα πως πήγαινε  για το μάθημα της στενογραφίας και περπατούσε σε πάρκα και δρόμους προκειμένου να περάσει η ώρα του απαίσιου για εκείνη μαθήματος. Και όταν κάποια στιγμή παρακολούθησε το μάθημα της στενογραφίας δεν το άντεχε, πονούσε το στομάχι της. Η Λόρα ήταν παγιδευμένη στα θέλω της μητέρας της και στον ονειρικό της κόσμο.

γυάλινος κόσμος
Πηγή: in.gr

Η Αμάντα ικέτευε τον Τομ να φέρει ένα νεαρό σπίτι για δείπνο προκειμένου να προκύψει μια γνωριμία για τη Λόρα, με σκοπό το γάμο. Τελικά ο Τομ κανόνισε δείπνο στο σπίτι του με έναν καλό συνάδερφο του από το εργοστάσιο τον Τζιμ ο Κόννορ. Ο Τζιμ, υποδυόμενος από τον ηθοποιό Αναστάση Ροϊλό, τύγχανε να ήταν ο πρώτος έρωτας της Λόρας στο λύκειο. Μόλις χτύπησε το κουδούνι η Λόρα ντράπηκε τόσο που δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα όσο και αν της φώναζε η μητέρα της. Η Αμάντα προσπαθεί να είναι η καλύτερη οικοδέσποινα προκειμένου να κερδίσει τις εντυπώσεις του Τζιμ.

Ο Τζιμ ήταν χαρακτήρας εξωστρεφής, γεμάτος φιλοδοξίες και όνειρα για καριέρα και χρήματα. Κάποια στιγμή θα μείνουν μόνοι τους και τότε θα θυμηθούν ο ένας τον άλλο από το σχολείο. Ο Τζιμ θα θυμηθεί που την έλεγε «γαλάζιο κρίνο» και εκείνη θα του πει πως προέκυψε η φράση αυτή με κάποιο αστείο τρόπο. Η Λόρα πήγε μια μέρα στο σχολείο κρυωμένη και αντί να πει έχω ένα γερό κρύωμα, είπε στον Tζιμ «έχω ένα γερό κρύο» και αυτός άκουσε γαλάζιο κρίνο. Έτσι, λοιπόν, από τότε ο Τζιμ την αποκαλούσε «γαλάζιο κρινάκι». Εκείνη του εκμυστηρεύτηκε πως της άρεσε και πως ήθελε να του ζητήσει ένα αυτόγραφο επειδή τραγουδούσε σε κάποια μπάντα του σχολείου. Η Λόρα φύση ντροπαλή δε ζήτησε ποτέ αυτόγραφο και τότε ο Τζιμ της υπέγραψε στο περιοδικό του σχολείου που είχε φυλάξει η Λόρα.

Ο Τζιμ σε αυτή τη μοναδική και ολιγόωρη συνάντηση του με τη Λόρα προσπάθησε να την κάνει να νιώσει όμορφα, της είπε να μην ντρέπεται για την μοναδικότητά της και  πως «όλοι οι ίδιοι είναι βαρετοί». Ο Τζιμ τόνισε στη Λόρα πως είναι όμορφη και έχει χαρίσματα, όπως η σπάνια συλλογή της από γυάλινα αντικείμενα. «Σε παρακαλώ» της είπε «να κοιτάξεις να βελτιώσεις την αυτοπεποίθηση σου». Κατά λάθος ο Τζιμ θα σπάσει το κέρατο ενός μονόκερου από τη γυάλινα ζωάκια της Λόρας. Η Λόρα για πρώτη φορά δεν θα κλάψει αλλά θα πει «δεν πειράζει. Είναι μια εγχείρηση για να γίνει καλύτερος». Σε αυτό το σημείο μας παραπέμπει αλληγορικά ενδεχομένως ο συγγραφέας στη λοβοτομή της αδερφής του,  Ρόουζ. Στη συνέχεια, ο Τζιμ πήρε από το χέρι τη Λόρα και της έμαθε να χορεύει. Η Λόρα στραβοπάτησε, κούτσαινε αλλά προσπάθησε και γυρνούσε γύρω-γύρω και έλεγε «Πετάω πετάω Τζιμ» και ένιωθε για πρώτη φορά ευτυχισμένη. Μετά από αυτό το χορό οι δυο νέοι και κάθισαν κάτω και της έδωσε ένα φιλί.

Οι ερμηνείες

Εξαιρετική η ερμηνεία της Λένας Παπαληγούρα ως Λόρα. Καθώς προβληματίζεται ο θεατής όχι μόνο για τον γυάλινο κόσμο στον οποίο ζει η ιδία, αλλά και σε εκείνον που της έχει επιβληθεί από την ίδια της την οικογένεια. Η μόνη συσχέτιση που θα μπορούσε να κάνει κανείς σχετικά με τη διαφορετικότητα της Λόρας είναι πως αγαπούσε τους μονόκερους ως κάτι ξεχωριστό όπως ήταν εκείνη άλλωστε, ιδιαίτερη και εύθραυστη. Όταν για κάποιο λόγο έσπαγε κάτι από τα γυάλινα αντικείμενα της έκλαιγε και υπέφερε γιατί αυτός ήταν ο κόσμος της, ο γυάλινος, ο εύθραυστος, γιατί δε γνώριζε τον έξω κόσμο. Η Λένα Παπαληγούρα μετουσιώνεται με όλο της το είναι σε αυτό το εύθραυστο πλάσμα.

Ο Κωνσταντίνος Μπισμπής ως Τόμ μεταφέρει με άνεση το σκηνικό της εποχής ως αφηγητής και ανταπεξέρχεται στις απαιτήσεις του ρόλου του με τις ευαισθησίες, τις ενοχές που του προσάπτει τόσο η μητέρα του όσο και η κοινωνία, αλλά και της ανησυχίες της ηλικίας του ως προς την πραγματοποίηση των ονείρων του. Ο Τομ μοιάζει ονειροπόλος, που όμως πέτυχε τους στόχους του και τελικά απέδρασε από το γυάλινο κόσμο του σπιτιού του.

Η Άννα Μόσχα ως Αμάντα ερμηνεύει το ρόλο της μητέρας με εξαιρετική άνεση τόσο στο να είναι πειστική ως προς την αυταρχικότητα της, αλλά και ιδιαίτερα ρομαντική με αναμνήσεις του δικού της παρελθόντος. Εντυπωσιακά είναι τα φορέματα που λανσάρει από άλλες εποχές αλλά και οι χορευτικές της ικανότητες που παραπέμπουν σε μια ονειρική αέρινη φιγούρα μιας άλλης εποχής.

Ο Αναστάσης Ροϊλός ως Τζιμ με εξαιρετική άνεση στην ερμηνεία του μεταφέρει στην ουσία των έξω κόσμο στην οικία των Ουίνγκφιλντ. Ο ρεαλισμός που εκπέμπει η αισιοδοξία και οι φιλοδοξίες που τον διακατέχουν προσπαθεί να τις μεταφέρει στην οικογένεια η οποία έχει αποκοπεί εντελώς από την έξω πραγματικότητα. Με επιδέξιο και γενναίο τρόπο προσπαθεί να ενθαρρύνει τη Λόρα αλλά και να την επαναφέρει στην πραγματικότητα, αφού της ανακοινώνει πως είναι ήδη δεσμευμένος με μια άλλη κοπέλα.

Ο Αναστάσης Ροϊλός πηγη εικονας artandlife,gr

Η σκηνοθεσία

Η σκηνή του φιλιού ήταν σκηνοθετικά μαγική και εντυπωσιακή καθώς ο θεατής την έβλεπε σε ταμπλό,  ενώ οι ηθοποιοί ήταν ακίνητοι επί σκηνής, Το γεγονός αυτό αν και ανάγκασε το σκηνοθέτη να εφεύρει αυτό το τέχνασμα λόγω covid, το αποτέλεσμα στη θέαση ήταν εξαιρετικό και πρωτότυπο. Το σκηνικό παραπέμπει στο καθιστικό της οικογένειας όπου εκεί ξεκινάει την αφήγηση του ο Τομ, σε ένα μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Στα δεξιά υπάρχει μια τραπεζαρία και στο κέντρο της αίθουσας ένας μεγάλος εντυπωσιακός πολυέλαιος με πολλές λάμπες διαφορετικού μεγέθους και σχήματος. Αυτός είναι ο γυάλινος κόσμος από τα ζωάκια της Λόρας ρεαλιστικά αλλά και μεταφορικά.

Ο Γιωργος Νανούρης, ο σκηνοθέτης της παράστασης, εύστοχα μας παραπέμπει μέσω της ευθραυστότητας του γυαλιού στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν και το έργο έχει παιχτεί πολλές φορές από πολλούς ηθοποιούς σε Ελλάδα και εξωτερικό, ο σκηνοθέτης και ο μεταφραστής  Στέλιος Βαφέας παραμένουν πιστοί στη μεταφορά των αξιών του πρωτοτύπου. Αξίζει να σημειωθεί πως τα προσεγμένα κοστούμια των ηθοποιών επιμελήθηκαν οι Deux Hommes (Γρηγόρης Τριανταφύλλου και Δημήτρης Αλεξάκης) ενώ τους φωτισμούς ο Γιώργος Νανούρης. Τέλος, την ευχάριστη μουσική υπόκρουση ανέλαβε ο Θεόδωρος Οικονόμου.

Το έργο μας προτρέπει να εμβαθύνουμε ή να θυμηθούμε τις δικές μας γυάλινες στιγμές. Ακόμα και αυτές του εγκλεισμού λόγω καραντίνας και να δώσουμε αξία στα θέλω μας και όχι στα πρέπει. Το έργο ταλαντεύεται ανάμεσα στα θέλω των παιδιών και τα πρέπει της μητέρας και της κοινωνίας. Μιας ταραγμένης κοινωνικοπολιτικής εποχής, πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου η οικογένεια Ουίνγκφιλντ φτωχοποιήθηκε και η μητέρα αν και μεγαλωμένη με ανέσεις αναγκάστηκε να ζει σε μια φτωχογειτονιά του Σαιντ Λούις του Μισισιπή. Όλοι οι χαρακτήρες του έργου βασανίζονται από ενοχές για πράγματα που θα έπρεπε να γίνουν.  Το έργο τελειώνει με την φυγή του Τομ από το σπίτι, ο οποίος για να βγάλει το ναυτικό φυλλάδιο δεν πλήρωσε το ρεύμα του σπιτιού. Η φυγή του ήταν μη αναστρέψιμη τόσο για την ψυχολογία του όσο και  για τα θέλω του. Το μόνο που τον κρατούσε πίσω στη σκέψη ήταν πάντα η αδερφή του. Τι θα απογίνει αυτό το τόσο εύθραυστο πλάσμα, γεγονός που τον προβλημάτιζε σε όλη του τη ζωή.

Συμπερασματικά κάλλιστα μπορεί κανείς να παραλληλίσει το γυάλινο κόσμο του Τενεσι Ουίλιαμς με τον σημερινό λόγω covid. Οι θεατές θα ταυτιστούν με τον εγκλεισμό λόγω της συνθήκης της πανδημίας που βιώνουμε. Ο Γιώργος Νανούρης με δυσκολία κατάφερε να σκηνοθετήσει μια παράσταση όπου οι ηθοποιοί θα έπρεπε να κρατούν αποστάσεις και παρόλα αυτά το αποτέλεσμα που εισπράττει ο θεατής είναι μαγικό. Όπως ακριβώς η μεταφορά του ονείρου που εμπλέκεται με την πραγματικότητα.

Εξαιρετική από σκηνοθετική άποψη η τελευταία σκηνή του έργου όπου ο Τoμ περπατώντας τη νύχτα στη Νέα Υόρκη αισθάνεται το χέρι της αδερφής του στην πλάτη και ξαφνικά οραματίζεται τη Λόρα μέσα σε ένα μεγάλο κατάστημά να κάθεται ανάμεσα σε μεγάλους φωτισμένους γυάλινους μονόκερους λέγοντας στην αδερφή του

«Λορα σβήσε τα κεριά σου, ο κόσμος σήμερα φωτίζεται μόνο με αστραπές»

Ο Τομ με αυτή τη φράση στην αδερφή του αισθάνεται τις ενοχές που την άφησε μόνη της και σίγουρα τη δικαιολογεί με το σβήσε τα κεριά, επισημαίνοντας το ρομαντισμό και την αθωότητα  της Λόρας σε αντίθεση με την απότομο το τραχύ της αστραπής του έξω κόσμου, των μεγάλων ταχυτήτων. Αυτό σημαίνει πως ο έξω κόσμος που ζει πλέον ο Τομ έχει τόση ταχύτητα όσο και οι αστραπές. Αυτό δηλώνει μια ενοχή ως προς την αδερφή του που την είχε πάντα έννοια, όμως δεν μπορούσε να επιστρέψει έπρεπε και εκείνος να ζήσει τη δική του ζωή. Το έργο ταλαντεύεται ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει, τις ενοχές, τις φιλοδοξίες και τις ματαιότητες. Ο Γυάλινος κόσμος είναι ένα ταξίδι στη μνήμη, στο όνειρο , στη φαντασία και στην προσγείωση στην πραγματικότητα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Γεωργία Μαυρογιάννη

Εἰμαι απόφοιτος του ΕΑΠ στον Τομέα του Ευρωπαικού Πολιτισμού. Μου αρέσει το θέατρο, η μουσική και η ποίηση

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;