Γιατί μισήσαμε τον Δράκουλα του Netflix και όλα τα στραβά στη σύγχρονη τηλεόραση

Μία νέα μεταφορά του μυθιστορήματος “Δράκουλας” από τον Bram Stoker έκανε ποδαρικό στην τηλεοπτική χρονιά του 2020. Σε συμπαραγωγή με το BBC η τηλεταινία (πολύ) μεγάλου μήκους, χωρισμένη σε τρία μέρη, έκανε αρχικά πρεμιέρα στο βρετανικό κανάλι, ενώ μετά την ολοκλήρωση της προβολής της, κυκλοφόρησε στην πλατφόρμα του Netflix. Από τους δημιουργούς του “Sherlock”  Mark Gatiss και Steven Moffat και με ένα προκλητικό trailer που είχε ήδη συζητηθεί εξαντλητικά στον ηλεκτρονικό τύπο και στα διαδικτυακά φόρουμ, ο Δράκουλας του Netflix ήταν ίσως η πιο πολυαναμενόμενη ταινία του Ιανουαρίου, όχι μόνο για τους horror fans αλλά ακόμα και για τις ρομαντικές ψυχές που περίμεναν να δουν το γοτθικό παραμύθι του Bram Stoker να αναβιώνει σε μία νέα εκδοχή της.

     Η κριτική περιέχει μικρά spoilers, μακροσκελείς προτάσεις και έντονες απόψεις.

Η βασική διαφορά του Δράκουλα του Netflix


Τα τρία 90λεπτα επεισόδια της μίνι-σειράς του Δράκουλα του Netflix (απλά “Dracula”) είναι σαφώς εμπνευσμένα και μερικές φορές υπερβολικά βασισμένα στο φερώνυμο βιβλίο του Bram Stoker. Ωστόσο το κέντρο βάρους μετατοπίζεται έξυπνα από τα θύματα στον θύτη. Στο κλασικό βιβλίο του Bram Stoker οι πρωταγωνιστές είναι τα θύματα που διηγούνται μέσα από τα ημερολόγιά τους τον αγώνα τους να αναχαιτίσουν την καταστροφική δράση ενός τέρατος. Αντίθετα στην πιο πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά της ιστορίας ο θεατής παρακολουθεί τα τρία στάδια του ταξιδιού του κόμη Δράκουλα από την Τρανσυλβανία του 19ου αιώνα προς την Αγγλία του 21ου , συναντώντας τυχαία αλλά πάντα μοιραία τους χαρακτήρες του βιβλίου. Εντούτοις το πολλά υποσχόμενο και εκμοντερνισμένο διακύβευμα της ιστορίας δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κοινού για λόγους που θα δούμε καλύτερα στη συνέχεια.

peoplegreece.com
πηγή εικόνας: peoplegreece.com

Προς τι τόση φασαρία και τέτοιο μένος


Φυσικά οι προκάτοχοι Δράκουλες πολλοί, με αρκετούς από αυτούς να είναι σπουδαίοι, οπότε η σύγκριση θα ήταν αναπόφευκτη και αναμενόμενη. Εν τέλει τίποτα απ’ όσα είδαμε στον Δράκουλα του Netflix δεν ήταν αναμενόμενο ούτε, όμως, και πρωτότυπο. Για την ακρίβεια το πιο εκπληκτικό, σε μία σειρά που προσπάθησε υπέρ το δέον να διαφοροποιηθεί από τη βαριά ιστορία της, ήταν το θράσος των δημιουργών να «ξεμωράνουν» τον ενστικτώδη φόβο για το σκοτάδι και να «γλασάρουν» τη μυστηριώδη έλξη που μας ασκεί οτιδήποτε μακάβριο. Παρότι στη στήλη μας δε συνηθίζουμε να αποδίδουμε έντονους χαρακτηρισμούς κι επιπλέον η φυσική τάση κάθε αρχισυντάκτη και αρθογράφου είναι να προτείνει κι όχι να αποτρέπει, να συμβουλεύει κι όχι να κατηγορεί, αυτή τη φορά, και με απώτερο σκοπό να είναι αυτή η αφορμή προκειμένου να ανοίξει ένας ευρύτερος διάλογος σχετικά με την ψυχαγωγία, οφείλω να είμαι σκληρή μεν απόλυτα ειλικρινής δε. Ο Δράκουλας του Netflix είναι ένα πανάκριβο σκουπίδι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Για να προλάβω τις αντιδράσεις και τις παρεξηγήσεις, σίγουρα ο Δράκουλας του Netflix δεν είναι ό,τι χειρότερο έχει συμβεί στο κανάλι, στην τηλεόραση, στην τέχνη, στις ζωές μας. Μάλιστα έχει κάποιους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αρκετή δράση, κάμποσο body horror για τους θαυμαστές του είδους κι είναι σχεδόν μαθηματικά γραμμένη, ώστε να ξαφνιάζει τον θεατή με σημαίνουσες ανατροπές που διεγείρουν την περιέργειά του. Παρ’ όλα αυτά η γενική εντύπωση που αφήνει η σειρά είναι αυτή μίας ακριβής παραγωγής με φτωχό αποτέλεσμα τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο. Η γενικότερη απογοήτευση και τα οργισμένα σχόλια των τηλεθεατών οφείλονται στο ότι στην πραγματικότητα λίγο έλλειψε για να είναι ο Δράκουλας του Netflix  μία πολύ καλή σειρά…

Δράκουλα του Netflij, Dracula Netflix
πηγή εικόνας: bbc.com

Οι πρωταγωνιστές


Η επιβλητική παρουσία του ανθρωπόμορφου κτήνους σε αυτή τη διασκευή, το οποίο υποδύεται με συνέπεια ο γοητευτικός Claes Bangs (“The Square”), είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ενώ βασικός ανταγωνιστής του μία γυναίκα και μάλιστα μία Χριστιανή μοναχή. Χωρίς να αποτελεί πρόβλημα από μόνο του- όπως ούτε αποδεικνύει και τίποτα από μόνο του- το ότι ο λογοτεχνικός διώκτης Abraham Van Helsing έγινε διώκτρια Agatha Van Helsing, η επιλογή ενός γυναικείου χαρακτήρα στο ρόλο του βασικού ανταγωνιστή έγινε με τους σύγχρονους όρους που διέπουν τους ρόλους και τις συμπεριφορές των δύο φύλων. Δεν πιστεύω ότι έγινε αποκλειστικά για λόγους πολιτικής ορθότητας- κάτι που φαίνεται να επηρέασε περισσότερο την επιλογή των χαρακτήρων στο δεύτερο μέρος της σειράς-καθώς η σχέση των δύο ανταγωνιστών είναι ικανοποιητικά περίπλοκη, αρκετά καλογραμμένη και βέβαια αδιέξοδα ερωτική. 

Επιπλέον ο ρόλος της Agatha Van Helsing αδικείται ενίοτε όχι μόνο από τον σαχλό και κατάφορα σύγχρονο διάλογο-που δυστυχώς δεν περιορίζεται μόνο στις δικές της στιχομυθίες με το αιωνόβιο βαμπίρ μα διατρέχει όλη τη σειρά- αλλά πολλές φορές και από την υπερβολική ερμηνεία της Dolly Wells στο ρόλο. Το υπόλοιπο επιτελείο των ηθοποιών στηρίζει αρκετά καλά την ιστορία και σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια στην καλλιτεχνική πορεία αρκετών εξ αυτών.

πηγή εικόνας: hitc.com

Λίγο απ’ όλα και στο τέλος τίποτα


Το μεγαλύτερο ελάττωμα της σειράς και ασυγχώρητο σφάλμα για δημιουργούς τέτοιου βεληνεκούς είναι η παντελής έλλειψη ταυτότητας. O Δράκουλας του Netflix φαίνεται να οικειοποιείται ετερόκλητα στοιχεία προηγούμενων σειρών και ταινιών του είδους, χωρίς να μπορεί να τα ανασκευάσει δημιουργικά, ώστε να αποτελέσουν ένα νέο όλον. Από τους τίτλους αρχής που παραπέμπουν στη γνωστή σειρά “The Strain” του Guillermo del Toro έως τη γυαλιστερή, αψεγάδιαστη εικόνα με την ασαφή χρωματική παλέτα,  η σειρά προκαλεί μία αισθητική σύγχυση στο θεατή, κάνοντάς τον να αναρωτιέται αν βλέπει την τηλεοπτική μεταφορά ενός βικτωριανού μυθιστορήματος τρόμου ή μία πιο προκλητική εκδοχή της σειράς “Riverdale ή ακόμα και μία πιο ρομαντική παραλλαγή της σειράς ταινιών “Underworld”. Ακόμη κι ο πρωταγωνιστής Δράκουλας μοιάζει με μία μοντέρνα και κατώτερη εκδοχή του θρυλικού Bela Lugosi, αν αυτός ο τελευταίος είχε υποδυθεί ποτέ τον “James Bond.

Παράλληλα, μικρότερα στοιχεία, όπως το μωρό βαμπίρ που μοιάζει με τον “Chucky, την κούκλα του σατανά” και η μουσική επένδυση που είναι σχεδόν αφορμή μηνύσεων για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του φημισμένου συνθέτη Wojciech Kilar για την ταινία “Brams Stoker Dracula” δεν αφήνουν περιθώρια απόλαυσης στο θεατή παρά μόνο τον ωθούν στο να αναπολεί κάθε τρεις και λίγο παλιές καλύτερες στιγμές από άλλες ταινίες και σειρές τρόμου.  Ίσως να μη χρειάζεται καν να επισημάνω πως το πρώτο μέρος του Δράκουλα του Netflix, όπου προβάλλεται η εφιαλτική παραμονή του Jonathan Harker στον Πύργο του Τρανσυλβανού πρίγκηπα, ουσιαστικά ξεπατίκωσε το αριστούργημα του Francis Ford Coppola από την επιλογή των σκηνών, το ονειρικό εφέ που επιτυγχάνεται με την τεχνική της διπλοτυπίας μέχρι και τους διαλόγους, ακόμα κι αν αυτοί υπήρχαν εξαρχής στο μυθιστόρημα!

Δράκουλας εντός τόπου εκτός χρόνου


Σε όλα τα παραπάνω ας προστεθεί πως στα δύο πρώτα επεισόδια η σειρά αποτυγχάνει παταγωδώς να συλλάβει το πνεύμα της εποχής. Αντίθετα το πρώτο μέρος βρίθει από εξυπνακίστικους διαλόγους και κρυφο-φεμινιστικές σύγχρονες αναπαραστάσεις, ενώ αρκετοί από τους χαρακτήρες του δεύτερου μέρους αποτελούν μία συρραφή σύγχρονων κοινωνικών προτύπων και τρόπων συμπεριφοράς. Μοναδική εξαίρεση το τρίτο και τελευταίο μέρος, το οποίο έστω και προσχηματικά καταφέρνει να αποδώσει τον παλμό της σημερινής εποχής. Η φρενίτιδα της σύγχρονης ζωής, οι επιφανειακές σχέσεις, το μακάβριο του ναρκισσισμού, η ματαιότητα της ομορφιάς, αλλά και οι πάμπολλες ανέσεις και ευκαιρίες που δε φαίνεται να εκτιμάμε, είναι μερικά από τα θέματα που αγγίζει μόνο ακροθιγώς το τρίτο μέρος του Δράκουλα του Netflix. Τέλος η απάντηση στην ερώτηση «Τι είναι ένα βαμπίρ;», που θα φέρει και τη λύση του δράματος, θα ακυρώσει το όλο νόημα του απέθαντου πολέμαρχου και του υπαρκτού ήρωα του Μεσαίωνα, που μας μετέφερε ο Bram Stoker προκαλώντας δέος στους αναγνώστες.

Το κοινό (αίσθημα)


Είναι ακριβώς αυτή η παραβίαση των ιστοριών που πολλοί αγαπήσαμε, που μας εξοργίζει, γιατί μοιάζει τόσο προσωπική. Ιστορίες που κάποτε μας μάγεψαν, τώρα έγιναν ηχηρά franchise που ξεπετάγονται κάθε τόσο σαν προϊόντα από γραμμή παραγωγής εργοστασιακής μονάδας κι εγείρουν αξιώσεις τόσο για εισπρακτική επιτυχία όσο και για την αγάπη του κοινού.

Δράκουλας του Netflix
πηγή εικόνας: appleworldhellas.com

Αν θέλουμε να αναζητήσουμε τη ρίζα του προβλήματος με τις σύγχρονες παραγωγές, είτε αυτές είναι κινηματογραφικές είτε τηλεοπτικές, η απάντηση δεν μπορεί να είναι το κοινό. Σαφέστατα έχουμε δει πολλά, έχουμε ωριμάσει, είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι σε διάφορες μορφές οπτικοακουστικής αφήγησης και δεν ικανοποιούμαστε εύκολα, γιατί γνωρίζουμε ήδη πολλά. Αλλά αν το κοινό ξέρει πολλά, οι δημιουργοί πρέπει να ξέρουν περισσότερα. Αν το κοινό θέλει πολλά, τότε οι δημιουργοί πρέπει να δίνουν περισσότερα. Εντούτοις οι δημιουργοί υπακούν σε κάποιους κανόνες της βιομηχανίας, οι οποίοι ακολουθούν τις απαιτήσεις της παραγωγής. Η τηλεόραση σήμερα είναι μία άκρως κερδοφόρα και ταυτόχρονα άκρως ριψοκίνδυνη επιχειρηματική δραστηριότητα. Κι ο μοναδικός τρόπος για να μπορέσει μια επιχείρηση, που στοχεύει άμεσα στον καταναλωτή, να προβλέψει τα κέρδη της και να ελαχιστοποιήσει το ρίσκο είναι με το να διερευνήσει το κοινό της.

Δημογραφικά


Συνεπώς η ερώτηση των πολλών εκατομμυρίων είναι: «Σε ποιον απευθύνεται η σειρά;»  Σε νεαρούς ενήλικες; Σε εφήβους; Στα δυναμικά κοινά των 25-65; Σε όλους; Ή μήπως τελικά σε κανέναν; Γιατί αυτό φαίνεται πως συμβαίνει, όχι μόνο στην περίπτωση του Δράκουλα του Netflix, αλλά και οποιασδήποτε παραγωγής πασχίζει απεγνωσμένα να συμπεριλάβει στο κοινό-στόχος όσο περισσότερες κατηγορίες θεατών. Οι τηλεοπτικοί παραγωγοί τα τελευταία χρόνια, κυριευμένοι από τον πανικό της επιτυχίας (ή της αποτυχίας), το υψηλό διακύβευμα που φέρουν οι μετρήσεις και οι αριθμοί,  στοχεύουν στα τυφλά και προς πάσα κατεύθυνση.

O παράγοντας marketing


Ας μη γελιόμαστε. Οι φρενήρεις διαδικτυακές συζητήσεις και οι αισθητικές κρίσεις του τηλεοπτικού κοινού που ακολουθούν μετά την κυκλοφορία μίας σειράς, ακόμα κι όταν το αποτέλεσμα των τηλεθεάσεων είναι θετικό, δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα για την καλλιτεχνική αξία της. Τα προϊόντα της σύγχρονης παραγωγής συχνότερα παρά ποτέ πετυχαίνουν  είτε χάρη στη διαφήμιση είτε λόγω ενός ηχηρού ονόματος στον πρωταγωνιστικό ρόλο ή στο θρόνο του δημιουργού (οι καρέκλες με τα καραβόπανα είναι για τους σκηνοθέτες) κι όχι χάρη σε κάποια εγγενή καλλιτεχνική αξία και αισθητική ποιότητα. Η περίπτωση του Δράκουλα του Netflix ήταν ένα ακόμη ατυχές περιστατικό.

Φυσικά δεν μπορεί κάθε νέα κυκλοφορία να παρουσιάζει μία καινοτομία, να προκαλεί ρήξη στην κανονικότητα των ειδών ούτε καν ισχυρές δονήσεις στα μηχανάκια των τηλεοπτικών μετρήσεων. Παρόλα αυτά περισσότερο από ποτέ άλλοτε η διαφήμιση και το στάτους των δημιουργών στην τηλεόραση προκαλούν συχνά περισσότερη αναστάτωση από το ίδιο το αποτέλεσμα. Οι προσδοκίες του κοινού μεγαλώνουν γενικά όσο αποκτά εμπειρία στα καθιερωμένα αφηγηματικά είδη και ειδικά όσο βομβαρδίζεται με διαφημίσεις για τα πολυαναμενόμενα προσεχώς.

Δράκουλα του Netflix, Dracula Netflix
πηγή εικόνας: imdb.com

Τι είναι πραγματικά σημαντικό για ένα κανάλι


Ό,τι και να πούμε, όμως, στην τελική αυτό που μετρά για την παραγωγή είναι οι εισπράξεις. Ή μήπως όχι; Γιατί πόσες καλλιτεχνικές αποτυχίες και πόση δυσαρέσκεια μπορεί να αντέξει ένας τηλεοπτικός κολοσσός, όπως το BBC, το Netflix, ακόμα και το διαχρονικό «κανάλι των διανοούμενων» HBO; Σίγουρα τα κανάλια είναι τα «νέα πετρέλαια», οι μεγάλοι, απρόσωποι  οικονομικοί κολοσσοί που αντικαθιστούν σε κύρος και δύναμη επιχειρήσεις όπως η General Motors και η Lehmann Brothers! Και σίγουρα αυτοί οι όμιλοι των media αντέχουν βραχυπρόθεσμα την απώλεια πολλών εκατομμυρίων. Αλλά αντέχουν να χάσουν το γόητρο και την αφοσίωση του κοινού τους; Τι θα γινόταν αν το HBO του George Carlin, του “Game of Thrones” και του “Big Little Lies” απογοητεύσει το κοινό του  παράγοντας και προωθώντας ανόητες σαπουνόπερες, παιδιάστικες φαρσοκωμωδίες και τετριμμένες περιπέτειες;

Ήδη η επικείμενη κατάργηση του binge watching στις πλατφόρμες του Netflix και του HBO τοποθετεί τα πράγματα σε ένα πιο συνετό πλαίσιο παραγωγής και εκμετάλλευσης ψυχαγωγικών οπτικοακουστικών προϊόντων. Το αν οι μελλοντικές επενδύσεις τους θα είναι πολλές, μικρές, λίγες, ποιοτικές, γρήγορες ή μεγαλεπήβολες, όλα τα παραπάνω ή κάτι το εντελώς διαφορετικό, παραμένει προς το παρόν άγνωστο. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο μεταξύ τους ανταγωνισμός τους κάνει επιτέλους να αναρωτιούνται… Μήπως τελικά no one is too big to fail;


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Έλενα Αγαπητού

Βιβλιοφάγος και μέγιστη horror fan, αυτό που εκτιμώ περισσότερο στους ανθρώπους είναι οι ιστορίες που έχουν να διηγηθούν.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;