Βαγγέλης Γονιδάκης: “Μόνο όσοι γράφουν, έχουν ανακαλύψει την ψυχαναλυτική αξία της γραφής”

Βαγγέλης Γονιδάκης – Προσωπικό αρχείο συγγραφέα

Ο Βαγγέλης Γονιδάκης, σαν πνεύμα λαϊκής φαντασίας, μετατρέπει την συνέντευξη στο  MAXMAG σε μια μαγική αφήγηση, που καταδύει τον αναγνώστη στους μυστικούς του κόσμους.

Ένας συγγραφέας που δεν επιδιώκει τίποτα άλλο, παρά να ζωντανέψει τους ήρωές του μέσα από τις δικές τους ιστορίες και να μεταδώσει τα αισθήματά τους στους αναγνώστες του, όπως έκαναν παλιά οι λαϊκοί παραμυθάδες.

Δεξιοτέχνης  της  αφήγησης παραμυθιών, εντρυφεί με την ίδια επιδεξιότητα και στη συγγραφή διηγημάτων.

Όλα αυτά τα ανακαλύπτει κανείς, στο βιβλίο του “Μην το γελάς”,  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Επιμέλεια συνέντευξης: Άννα Ρω

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Ποιος είναι ο Βαγγέλης Γονιδάκης του σήμερα και ποιος του χτες; Ποιος/ποιοι έγνεσαν το νήμα στο κουβάρι της ζωής σας;

Κατάγομαι από την Κύθνο, γεννήθηκα και μεγάλωσα στα δυτικά προάστια της Αθήνας σε μια παλιά μονοκατοικία με κήπο και πηγάδι, δίπλα σε ένα ρέμα. Το νησιώτικο αίμα δεν με άφησε ποτέ να ξεφύγω από τη θάλασσα. Έτσι έγινα θαλασσινός.

Από μικρό παιδί έψαχνα να βρω την αλήθεια μέσα στο ψέμα. Τη φωνή των ανθρώπων μέσα στις ιστορίες και τα παραμύθια, που έφτανε σε μένα σαν το μουρμούρισμα της θάλασσας που το άκουγα πεντακάθαρα, όταν έβαζα το κοχύλι στο αφτί μου.

Ο Βαγγέλης Γονιδάκης, μας περιγράφει μοναδικά τις ρίζες του

Σ΄ αυτή την αναζήτηση με βοήθησε η γιαγιά μου, από τη μεριά του πατέρα μου. Αυτή, λοιπόν, η γιαγιά, που με φώναζε «γιοκαράκι μου», με κάθιζε δίπλα της ατελείωτα καλοκαιρινά βράδια και αφού με τάιζε ξινό και για επιδόρπιο κομμάτια από κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι, άρχιζε να μου αφηγείται λαϊκά παραμύθια και ιστορίες για δράκους, στοιχειά και νεράιδες που παίρνουνε το νου και τη φωνή των ανθρώπων που τις συναντούν.

Τα πρωινά είχε σειρά ο παππούς. Ο ιππέας, ο πολεμιστής των βαλκανικών και της Μικράς Ασίας. Άλλοτε καβάλα στο γαϊδούρι, πηγαίνοντας για το χωράφι, κι άλλοτε μαζεύοντας μέσα από το αμπέλι τα αυγά που γεννούσαν οι αλανιάρες κότες, έβλεπα τους μαχητές να ξεχύνονται από το στόμα του παππού και να τρέχουν δίπλα μου.

Κι όταν ερχόταν ο χειμώνας, τη σκυτάλη έπαιρνε ο πατέρας μου. Καθισμένος δίπλα στη σόμπα του πετρελαίου τον άκουγα να αφηγείται παιδικά του βιώματα, ιστορίες του εμφυλίου και παραλλαγές των λαϊκών παραμυθιών της γιαγιάς. Tο μυαλό μου κατακλυζόταν από τις αφηγήσεις και ολόκληροι κόσμοι ζωντάνευαν μέσα μου.

Η οικογένεια, πατέρας και μητέρα, παρόλο που δεν ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, ο πατέρας απόφοιτος δημοτικού και η μητέρα αναλφάβητη, ήταν άνθρωποι φιλομαθείς με προσωπικότητα. Ο ένας εξαιρετικός παραμυθάς και η άλλη εξαιρετική ακροάτρια. Ο πατέρας επίσης είχε μια τεράστια ευχέρεια με την «παραμυθοσαλάτα» και την  «παραμυθοπερίληψη». Μαζί του έμαθα να γράφω περιλήψεις ιστοριών και να δουλεύω τα μοτίβα των παραμυθιών

Μετά από πόσα χρόνια ξετυλίγματος του κουβαριού, ξεφύτρωσε ο αφηγητής παραμυθιών και συγγραφέας Βαγγέλης Γονιδάκης;

Μαθητής ακόμα του δημοτικού, άρχισα να λέω τις δικές μου ιστορίες, αλλά και λαϊκά παραμύθια όπως τα είχα βιώσει, μαθητεύοντας χωρίς να το καταλαβαίνω τότε, κοντά σ΄ αυτούς τους ανθρώπους. Σε αυτό βοήθησε πολύ και η μητέρα μου, που επειδή δεν μπορούσε να διαβάσει, αγόραζε από πλανόδιους εμπόρους λογοτεχνικά βιβλία και με έβαζε να της τα διαβάζω και αργότερα να της τα διηγούμαι με δικά μου λόγια.

Σήμερα κοιτώντας προς τα πίσω τη ζωή, θα έλεγα πως ίσως ο πατέρας μου με έκανε συγγραφέα και η μητέρα μου αφηγητή παραμυθιών.

Επίσημα, η περιπέτεια της γραφής ξεκίνησε πολύ αργότερα, μόλις πριν από μερικά χρόνια. Αν και πάντα κρατούσα σημειώσεις από τον πυρήνα των ιστοριών που μου εμπιστεύονταν οι άνθρωποι που συναντούσα ή που ζούσα εγώ ο ίδιος. Δύο ιστορίες από αυτές, τις άκουσε το 2016 στα σεμινάριά της «Παραμυθαίομαι» η Σάσα Βούλγαρη, φίλη και δασκάλα μου στην αφήγηση, και με παρότρυνε να τις γράψω. Λίγο αργότερα, φίλοι παραμυθάδες που άκουσαν άλλες ιστορίες που έλεγα, στη «Σχολή Αφηγηματικής Τέχνης», όπως η Ανθή Θάνου και ο Γιώργος Ευγενικός, μου είπαν να τις βάλω στο χαρτί.

Αυτό όμως δεν ήταν καθόλου εύκολο. Οι σπουδές μου δεν ήταν λογοτεχνικές και δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα προς αυτή την κατεύθυνση. Χαμένος στον λαβύρινθο της γραφής, είχα την τύχη να συναντήσω τον Βασίλη Βασιλικό, τον αγαπημένο μου δάσκαλο, που πίστεψε πως θα τα καταφέρω και με την εμπειρία του και τις συμβουλές του με βοήθησε να βρω τον δρόμο.

Γονιδάκης Βαγγέλης
Γονιδάκης Βαγγέλης – Πηγή: Προσωπικό αρχείο συγγραφέα

Χρειάστηκε κάποια τακτική για να ξεσκαρταρίσετε «την ήρα από το στάρι» και να βάλετε σε μια τάξη τις αποθηκευμένες στο… Αλήθεια σε ποιο μέρος της ψυχής σας έχουν φωλιάσεις αυτές οι  ιστορίες;  

Θα σας ζητήσω να σκεφτείτε την αρχή. Τότε που ένα βιβλίο δεν είναι παρά μια κόλλα χαρτί και ο συγγραφέας κρατάει το στυλό αμήχανος και κοιτώντας το κενό μπροστά του, αναζητά. Τι να αναζητά άραγε; Τι να σκέφτεται; Θα σας πω. Δεν κοιτάζει το κενό, δεν κοιτάζει το χαρτί. Μέσα του κοιτάζει και αναζητά τον εαυτό του. Μόνο όσοι γράφουν, έχουν ανακαλύψει την ψυχαναλυτική αξία της γραφής. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και βουτάς, κρατώντας το φακό σου στα σκοτεινά βάθη της ψυχής σου.

Ψάχνεις κάθε γωνιά, σηκώνεις κάθε πέτρα, κάθε βότσαλο. Σκαλίζεις την ύπαρξή σου και ακούς τους ανέμους της ζωής, που άλλοτε είναι νοτιαδάκια και φέρνουν τραγούδια και γέλια, άλλοτε τραμουντάνες και φέρνουν θρήνους, κι άλλοτε μελτέμια και φέρνουν θυμωμένα ουρλιαχτά. Εκεί στους αέρηδες, βρίσκω τις ιστορίες. Εκείνες που θα επιζήσουν από αυτή την επίπονη και εξαντλητική εσωτερική δοκιμασία, θα έλθουν μαζί μου στην επιφάνεια και θα γραφτούν στο χαρτί.

Συναντήσατε ποτέ στα πραγματικά αλλά και στα φανταστικά ταξίδια σας σειρήνες;

Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει πραγματικό ή φανταστικό ταξίδι χωρίς σειρήνες. Κι αυτή είναι μια πρόκληση που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος που ταξιδεύει προς αναζήτηση της Ιθάκης του. Είμαστε έτοιμοι σαν τον Οδυσσέα, αυτό τον πολυμήχανο, τολμηρό και περίεργο ναυτικό να ρισκάρουμε να τις ακούσουμε;

Μπορούμε να βουτήξουμε τόσο βαθιά στο κατάμπαρο της ψυχής μας και να δούμε τα πάθη μας, τις επιθυμίες και τα σκοτεινά παρορμητικά μας ένστικτα; Αν έχουμε τους κατάλληλους εσωτερικούς προστατευτικούς μηχανισμούς ίσως τα καταφέρουμε.

Χρειάζεται όμως πειθαρχία, αυτογνωσία και εκούσια δεσμά. Αλλιώς, πρέπει να είμαστε  έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες και να πληρώσουμε το υποχρεωτικό τίμημα, την προσάραξη στα κοφτερά βράχια, την απώλεια των συντρόφων και του τελικού μας προορισμού.

Ποιόν αναγνώστη έχετε μπροστά σας, όταν γράφετε;

Αυτή είναι πραγματικά μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Για ποιόν γράφω; Έχω αναρωτηθεί κι εγώ πολλές φορές και το συμπέρασμα που έβγαλα είναι πως δεν έχω μπροστά μου κανένα συγκεκριμένο αναγνώστη, ούτε συγκεκριμένο αναγνωστικό «κοινό».

Όταν γράφω αισθάνομαι πως βρίσκομαι μεταξύ φίλων που ήλθαν με την δική τους θέληση να «ακούσουν» την ιστορία κι ας μην γνωρίζω κανέναν από αυτούς. Είμαι εκεί για να υποστηρίξω αφηγηματικά την ιστορία, που αξίζει τον κόπο να ειπωθεί, να τους την συστήσω, όπως έκαναν οι παλιοί παραμυθάδες με το λαϊκό παραμύθι.

Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Να είμαι υπηρέτης του λόγου. Να υπερασπιστώ την προφορικότητα μέσα από το βιβλίο. Στις ιστορίες μου προσπαθώ να κρατάω ζωντανό το ύφος του κάθε ήρωα που αφηγείται και να αποτυπώνω όσο μπορώ καλύτερα την ένταση των συναισθημάτων του.

Η ανάγνωση του βιβλίου σας, «Μην το γελάς», με απομάκρυνε από το παρόν και με τη βοήθεια της μαγικής αφήγησής σας, βρέθηκα σ` έναν κύκλο, όπου μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς μου παρακολούθησα με ανοιχτό το στόμα, κάποιον ξέμπαρκο ναυτικό ν` αφηγείται τις απίθανες ιστορίες του. Αυτό όσον αφορά το πρώτο μέρος του βιβλίου σας. Αντίστοιχα,  διαβάζοντας το δεύτερο μέρος τρύπωσα μες τα φουστάνια της γιαγιάς μου για ν` ακούσω  τα παραμύθια  της. Έχετε ανακαλύψει τι είναι αυτό, πού σας υπαγορεύει τον τρόπο γραφής σας;

Σας ευχαριστώ πολύ για το «μαγική αφήγηση». Θα τολμούσα να πω πως όλοι μπορούμε να αφηγηθούμε και ίσως να γράψουμε. Όχι με τον ίδιο τρόπο, όχι όλες τις στιγμές, όχι όλες τις ιστορίες, όχι με την ίδια επιτυχία. Αλλά για να «αφηγηθούμε μαγικά», πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να τα έχουμε βρει με τον εσωτερικό μας «μαγικό» κόσμο. Να έχουμε «λειώσει σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια» και να έχουμε κάνει έναν ειλικρινή διάλογο με αυτόν που μας πιάνει στα πράσα, όταν δεν είμαστε αυθεντικοί.

Έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι από ιστορίες. Αν μάθουμε να ακούμε προσεκτικά, θα διαπιστώσουμε πως η ζωή, μας μιλάει. Η αγάπη για την αφήγηση είναι η μυστική ενέργεια πίσω από κάθε ιστορία που γράφω. Επέλεξα το διήγημα και τη μικρή φόρμα γιατί είναι ένα είδος γραφής που αγαπώ, με εκφράζει περισσότερο και μου αρκεί.

Εξώφυλλο βιβλίου: Μην το γελάς - Βαγγέλης Γονιδάκης
  Εξώφυλλο – Προσωπικό αρχείο Βαγγέλης Γονιδάκης

Θα μπορέσει ποτέ ο Βαγγέλης Γονιδάκης ν` απεγκλωβιστεί από τα προσωπικά του βιώματα και να γράψει ένα «αληθινό» παραμύθι;

Κάθε γεγονός, κάθε εμπειρία του παρελθόντος που έχουμε βιώσει, αφήνει μέσα μας ένα κατακάθι. Ένα κατακάθι που ιζηματοποείται και γίνεται ανάμνηση.  Διασώζουμε αυτά που έχουν σημασία για εμάς. Για να απεγκλωβίσει ο άνθρωπος αυτό το «υλικό» και να το βάλει στο χαρτί ώστε να πάρει την μορφή που του αξίζει, πρέπει να προσπαθήσει πολύ. Να οπλιστεί με δύναμη και κουράγιο, γιατί η μνήμη είναι ένα πολύ περίεργο κόσκινο και γιατί ένας άνθρωπος που γράφει, πίσω από αυτά που γράφει και θέλει να φανερώσει, μπορεί κάτι να κρύβει.

Μπορεί να μην είναι ειλικρινής και η αλήθεια του να μην είναι αλήθεια. Δεν εννοώ πως επιλέγει ψεύτικους τρόπους για να την παρουσιάσει. Εννοώ πως μπορεί τα πράγματα να είναι κρυμμένα και από αυτόν τον ίδιο. Τα προσωπικά μας βιώματα, οι εμπειρίες και οι αναμνήσεις, είναι τα μόνα που θα πάρουμε μαζί μας όταν αναχωρήσουμε από αυτόν τον κόσμο. Και είναι παράλληλα, οι κολώνες, τα δοκάρια και οι πλάκες, που πάνω τους στηρίζονται όλα τα αφηγήματα. Εκεί πάνω δουλεύει ο συγγραφέας, σβήνει και γράφει και τελικά φτιάχνει το «αληθινό» παραμύθι του οικοδομήματός του.

Ο χειμώνας του 2021 έρχεται θολός πίσω από τα σύννεφα της πανδημίας του κορωνοϊού. Πιστεύετε πως το βιβλίο μπορεί να ανακουφίσει τον άνθρωπο, και κατά κάποιον τρόπο να αναπληρώσει τις χαμένες του ελευθερίες; 

Απαντώ στην ερώτησή σας με ένα «ναι». Ζούμε σε εποχή πραγματικά δύσκολη και πολλοί άνθρωποι δεν βρίσκουν τίποτα καλό, τίποτα θετικό ώστε να στηριχτούν σε αυτό και να ξεπεράσουν τη δυσκολία. Και στεναχωριέμαι πάρα πολύ να βλέπω πως υπάρχουν τόσα εκατομμύρια ανθρώπων που δεν διαβάζουν και δεν ζουν την απόλαυση της ανάγνωσης ενός βιβλίου.

Όμως αν κάτι μπορεί να αλλάξει τη ζωή μας, θα έλεγα πως αυτό είναι η λογοτεχνία. Όχι γιατί η ποίηση ή τα μυθιστορήματα ή τα διηγήματα μπορούν αυτομάτως να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά κυρίως γιατί η λογοτεχνία έχει εμψυχωτική και ενθαρρυντική επίδραση και μας μαθαίνει τους τρόπους να παλέψουμε για την αλλαγή που επιθυμούμε.

Μπορούμε να μιλάμε ώρες για το πως τα βιβλία ωφελούν τον άνθρωπο, αλλά η αξία τους νομίζω βρίσκεται στην ικανότητα που έχουν να μας απομακρύνουν από την πραγματικότητα. Αυτή η απομάκρυνση, μας επιτρέπει να βλέπουμε τον κόσμο μας πιο καθαρά, πιο αντικειμενικά. Μας παρακινεί να κάνουμε πράξεις που βελτιώνουν και ανεβάζουν την ποιότητα της ζωής μας και τελικά μας οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτογνωσία και ελευθερία.

Ο ναυτικός Βαγγέλης Γονιδάκης παρηγορήθηκε ποτέ στις σελίδες ενός βιβλίου; Θυμάστε να μας πείτε ποιό ήταν ή κάποιο απόσπασμά του;

Τα πρώτα μου διαβάσματα ήταν τα πεζά και τα ποιήματα που υπήρχαν στα αναγνωστικά των τάξεων του δημοτικού. Η «Σουπιά» του Καρκαβίτσα και η γοητεία του βυθού ήταν που με ώθησε να φτιάξω μια δική μου ιστορία, κάτι σαν παραμύθι για την καθημερινή  ζωή των ψαριών και των πλασμάτων της θάλασσας, και να την αφηγηθώ πρώτα στον πατέρα μου και στη μητέρα μου, κι αργότερα σε άλλους.

Όμως στην έκτη τάξη, ανακάλυψα την λογοτεχνική ανάγνωση. Με δέος και αμηχανία έπιασα στα χέρια μου τους έξι μαύρους δερματόδετους τόμους από τα άπαντα του Καρκαβίτσα που αγόρασε η μητέρα μου από έναν πλανόδιο έμπορο βιβλίων. Στο γυμνάσιο, γνώρισα τον Παπαδιαμάντη μέσα από την «Φόνισσα», τη «Σταχομαζώχτρα» και το «Ο έρωτας στα χιόνια».

Στο λύκειο με έπιασε μια «πείνα». Δανειζόμουνα από τους συμμαθητές μου και διάβαζα ότι είχαν: Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Τσέχωφ, Λουντέμη, Καζαντζάκη, Ελύτη, Σεφέρη, Μυριβήλη, Βιζυηνό, Τσίρκα, Ρίτσο, Καββαδία, Ιούλιο Βερν, Χέμινγουεϊ , Κάφκα, Μπέκετ, Μάρκες, Νίτσε, Φρομ, Βουτυρά, Πλασκοβίτη, Βασιλικό. «Το Ψαροντούφεκο» και «Τα Καμάκια» ήταν τα πρώτα βιβλία του που διάβασα. Κι όσο διάβαζα, τόσο περισσότερο ξεπερνούσα τους αναγνωστικούς σκοπέλους και έμπαινα σε έναν γοητευτικό κόσμο.

Βαγγέλης Γονιδάκης
Βαγγέλης Γονιδάκης – Πηγή: Προσωπικό αρχείο συγγραφέα

Υπάρχουν νέες ιστορίες στα σκαριά, που θα τυπωθούν άμεσα; Θα μας δώσετε ένα μικρό δείγμα;  

Υπάρχει μια νέα συλλογή διηγημάτων που οδεύει προς το τυπογραφείο και αναμένεται να εκδοθεί μέχρι το τέλος του 2020. Είναι είκοσι και μία νέες ιστορίες, είκοσι και μία διαφορετικές ματιές στην πραγματικότητα και τον μύθο, κάποιες από τα πολύ παλιά, κάποιες χθεσινές, κάποιες σκληρές, κάποιες ερωτικές, άλλες πάλι ευτράπελες. Είκοσι και μία απόπειρες για να ειπωθεί το ανείπωτο, το σωστό και το λάθος, οι λύπες και οι μικρές χαρές της καθημερινότητας. Εικοσιένα διηγήματα, για να μας κάνουν να σκεφτούμε, να συναισθανθούμε, να ταξιδέψουμε σε άλλους τόπους, να γελάσουμε με τα παθήματα της ζωής των ηρώων και να πάμε παραπέρα.

Αυτόν τον καιρό, ετοιμάζουμε με τον φίλο μου Γιάννη Κουτούλια ένα παραμύθι για παιδιά με θέμα τη φιλία, το οποίο ελπίζουμε πως θα εκδοθεί μέσα στο 2021. Έχει επίσης ξεκινήσει μια συνεργασία μου με φίλους  παραμυθάδες της Βορείου Ελλάδας, για μια συλλογή λαϊκών παραμυθιών, που ελπίζω και εύχομαι να ολοκληρωθεί μέσα στην επόμενη χρονιά και να βρει κι αυτή το δρόμο της προς το τυπογραφείο. Και φυσικά συνεχίζω να γράφω.

Μια τελευταία ερώτηση που προήλθε από το αποτυπωμένο χαμόγελο στο πρόσωπό σας. Υφίσταται Βαγγέλης Γονιδάκης χωρίς αυτό;

Το χιούμορ το είχα εκτιμήσει από πολύ νωρίς στη ζωή μου. Έβλεπα τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής, να αντέχουν αυτά που δεν αντέχονται, να ξορκίζουν τον φόβο, να λυτρώνονται από τη βαριά λύπη, να διηγούνται παλιές τραγικές ιστορίες και να γελούν και μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση. Πίστευα πως κάποιος έπρεπε να γελά, μόνο εκεί που υπήρχε λόγος για γέλιο.

«Γέλως άκαιρος κλαυμάτων παραίτιος» έλεγε ο Μένανδρος. Αργότερα κατάλαβα πως γελούσαν με τον πόνο τους, επειδή είχαν βρει τον τρόπο να απωθούν την οδύνη που τον προκάλεσε και να βρίσκουν τις αιτίες με αυτογνωσία και κατανόηση και όχι να τις προσπερνούν στα τυφλά. Κατάλαβα πως το γέλιο είναι ένα συμπληρωματικό στοιχείο στην τραγικότητα της ζωής. Η τραγωδία θέλει το χρόνο της για να μετατραπεί σε κωμωδία. «Αυτός που χαμογελάει αντί να οργίζεται, είναι ο πιο δυνατός της ζωής», λέει μια λαϊκή ρήση. Με το γέλιο σαν όπλο, επιβιώνεις και κάνεις λιγότερη κατανάλωση ελπίδας. Έτσι επέλεξα να ανήκω στους αισιόδοξους.

 

Κλείνουμε αυτή τη χειμαρρώδη συνέντευξη με μια ευχή  από καρδιάς για κάθε καλό στον Βαγγέλη Γονιδάκη.

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Άννα Ρω

Η Άννα Ρω σπούδασε Οργάνωση & Διοίκηση Επιχειρήσεων. Η συγγραφή όμως είναι ο άξονας επικοινωνίας της. Γράφει διηγήματα, ποίηση, θεατρικά έργα, παραμύθια. Θεωρεί το θέατρο ως την "Άνασσα" των τεχνών και πιστεύει ακράδαντα, πως όλα θα ήταν αλλιώς, αν αισθανόμαστε από λίγο ως πολύ όλοι ποιητές.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;