Κλαίρη Θεοδώρου: “Έρωτας είναι η υπέρβαση”

 

Η Κλαίρη Θεοδώρου γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία. Ζει στην Αθήνα με τον άντρα της και τα τέσσερα σκυλιά τους και λατρεύει τα ταξίδια. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική Ξένων Γλωσσών και την Εκπαιδευτική Αξιολόγηση. Επίσης έχει σπουδάσει φωτογραφία κι έχει εργαστεί ως φωτογράφος και συντάκτρια σε ελληνικά περιοδικά. Σήμερα εργάζεται σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογραφία, συμμετέχοντας σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της “Η αποικία της λήθης” , “Η αγάπη που δεν άκουσες”, καθώς και οι “Άλικες σιωπές”. Στη συνέντευξή της στο maxmag.gr μας μίλησε για τις ” Άλικες σιωπές”, για το ρολόι της ζωής, τον έρωτα αλλά και για την Λένα Μαντά.

Επιμέλεια Συνέντευξης: Βασιλική Ευαγγέλου Παπαθανασίου

Μιλήστε μας για το νέο σας βιβλίο «Άλικες σιωπές». Ποιο είναι το κεντρικό του θέμα;
Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η ιστορία μιας μεγάλης, απαγορευμένης αγάπης που δοκιμάζεται και περνάει από σαράντα κύματα κατά τη διάρκεια της νεότερης ιστορίας της χώρας μας. Ξεκινά στη Θεσσαλονίκη του 1935, λίγο πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, εξελίσσεται στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κορυφώνεται στην εποχή του Εμφυλίου και του ανταρτοπόλεμου στα βουνά της Πιερίας, για να καταλήξει εντέλει σε πιο σύγχρονη εποχή, στον Οκτώβριο του 1990. Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, άνθρωποι που αγαπιούνται βαθιά, επιλέγοντας να καθοριστούν από αυτά που τους ενώνουν και όχι από τα τόσα πολλά που τους χωρίζουν, διχάζονται ανάμεσα σε αυτά που τους προστάζει η καρδιά τους και σε εκείνα που ορίζει η ηθική τους, στα όνειρά τους, σε ιδεολογίες κατασκευασμένες και απατηλές, που σύντομα μετατρέπονται στον χειρότερο εφιάλτη. Και τελικά αναρωτιούνται εκείνοι κι εμείς μαζί: μηδενίζει το ρολόι της ζωής; Και αν ναι, πόσες φορές; Μπορεί κανείς να τα αφήσει όλα πίσω του και να ξεκινήσει από την αρχή; Και αν ναι, με ποιο τίμημα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να γράψεις τις «Άλικες σιωπές»; Η ιστορία σας επιλέγει κάθε φορά ή εσείς επιλέγετε την ιστορία;
Είναι πολύ ωραία αυτή η ερώτηση, γιατί στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς συμβαίνει. Αυταπατάται ο συγγραφέας, τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση, όταν πιστεύει πως εκείνος επιλέγει και καθορίζει την εξέλιξη του βιβλίου του. Πρόκειται για μια σχεδόν μεταφυσική διαδικασία, που κάθε φορά μένω έκπληκτη μπροστά στη δύναμη και την αποφασιστικότητά της. Η ιδέα της συγκεκριμένης ιστορίας γεννήθηκε μέσα μου κατά τη διάρκεια ενός φωτογραφικού οδοιπορικού στα εγκαταλελειμμένα χωριά της Πίνδου, τα λεγόμενα «πλίνθινα χωριά», τα Κορέστεια, στον επαρχιακό παραμεθόριο δρόμο που ενώνει την Καστοριά με τις λίμνες των Πρεσπών. Τα μέρη εκείνα αιχμαλώτισαν τόσο τον φωτογραφικό μου φακό με το σκουροκόκκινο χρώμα τους, όσο και την ψυχή με τη σκοτεινή τους μελαγχολία, την περιρρέουσα αίσθηση εγκατάλειψης, λήθης και σήψης μαζί, το βάρος της ιστορίας που κουβαλούσαν, μια ιστορίας βαμμένης με τα πιο μελανά χρώματα, μιας ιστορίας που κανείς μας δεν διδάχτηκε ποτέ στο σχολείο. Μίλησα με τους λιγοστούς, υπέργηρους κατοίκους της περιοχής και άκουσα με προσοχή τις διηγήσεις τους και ανάμεσα τους, μου συστήθηκε ξάφνου νοερά κι ένα νεαρό ζευγάρι: η Ηλέκτρα και ο Δημήτρης, οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες των «Άλικων Σιωπών».

Το βιβλίο αναφέρεται σε πραγματικές πηγές και μαρτυρίες γεγονότων του Β Παγκοσμίου πολέμου και του Εμφυλίου. Πόση δυσκολία είχε η έρευνα για να μπορέσεις να καθορίσεις τον καμβά για να γράψεις το μύθο;
Ήταν όντως ιδιαίτερα δύσκολη η έρευνα για το βιβλίο αυτό, η πιο δύσκολη που έχω κάνει ως τώρα, ιδίως όσον αφορά στα γεγονότα του Εμφυλίου. Έπρεπε να «παλέψω» με ένα πλήθος πηγών και μαρτυριών, πολλές εκ των οποίων ήταν ιδιαίτερα οδυνηρές και ψυχοφθόρες, ενώ παράλληλα οι περισσότερες εξ αυτών ήταν αντιφατικές και μεταξύ τους αντικρουόμενες, ανάλογα πάντα με την πολιτική απόχρωση που είχαν. Ήταν όμως ένα προσωπικό στοίχημα που έβαλα σκοπό να το κερδίσω. Με εκνεύριζε πάντα και ως μαθήτρια παλαιότερα και ως καθηγήτρια αργότερα πως τα διδακτικά εγχειρίδια της Νεότερης Ιστορίας έφταναν μονάχα ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος μάλιστα τις περισσότερες φορές διδασκόταν επιγραμματικά. Σκόπιμα και απόλυτα συνειδητά έμενε λοιπόν ένα ζωτικό κομμάτι της ιστορίας μας απέξω, ένα κομμάτι που «διψούσα» να ανακαλύψω και να φέρω έστω και εν μέρει μέσω του βιβλίου μου στο φως. Πιστεύω άλλωστε ακράδαντα αυτό που είχα γράψει παλιότερα στην «Αποικία της Λήθης», πως δηλαδή «είναι πολύ άσχημο να μην έχει κανείς μέλλον, είναι όμως κυριολεκτικά αφόρητο να μην έχει παρελθόν». Και όντως είναι το παρελθόν αυτό που μας καθορίζει, είναι οι καταβολές μας αυτές που μας κινούν ακόμα και υποσυνείδητα, το «τότε» αυτό που μας προστατεύει ή μας οδηγεί κατευθείαν πάνω στις κακοτοπιές.

Ηλέκτρα και Δημήτρης. Ζουν έναν έρωτα κεραυνοβόλο, απόλυτο και σαρωτικό. Υπαρχει αυτός ο έρωτας που υπερβαίνεις τα όρια; Που θυσιάζεις τα πάντα;
Μόνο αυτός ο έρωτας υπάρχει. Αλλιώς δεν είναι έρωτας. Είναι συνήθεια, αρμονική συνύπαρξη, κοινωνική σύμβαση, ακόμα και φιλία. Και μπορεί ανέκαθεν να ήταν ιδιαίτερα δυσεύρετος και σπάνιος ένας τέτοιος έρωτας, όταν και εφόσον όμως γεννηθεί είναι ακριβώς αυτό: η υπέρβαση, το άλμα πίστης, η θυσία του «εγώ», η ανύψωση του «εμείς».

«Πόσες φορές μηδενίζει το ρολόι της ζωής»; Μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή;
Από προσωπική –σκληρή – εμπειρία, θα πω πως ναι, μπορούμε. Να μηδενίσουμε το ρολόι της ζωής και να ξεκινήσουμε από την αρχή. Αρκεί να βρούμε τη δύναμη μέσα μας να φέρουμε τα πάνω κάτω, αρκεί να το θέλουμε πραγματικά, αρκεί να νιώσουμε πως οτιδήποτε άλλο δεν έχει νόημα ούτε για μας, ούτε για κανέναν εμπλεκόμενο. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνες οι φορές που το ρολόι της ζωής μηδενίζει ξαφνικά από μόνο του, χωρίς να το περιμένουμε και αυτό πολλές φορές είναι το πιο τρομαχτικό απ’ όλα, γιατί καλούμαστε να κολυμπήσουμε ξάφνου στα βαθιά και μάλιστα χωρίς να το έχουμε επιδιώξει οι ίδιοι. Όπως κι αν έχει, είμαι της φιλοσοφίας πως όλα γίνονται για καλό και όσο δύσκολα, παράλογα και σκληρά και αν μας φαίνονται τα πράγματα κάποιες φορές, στο μέλλον θα καταλάβουμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτά και ακόμα και αν δεν αγκαλιάσουμε την αλλαγή, θα την ενστερνιστούμε και θα μάθουμε σιγά σιγά να ζούμε ισορροπημένα με αυτή.

Στη ζωή μας αξίζει να φυλάμε «Αλικες σιωπές»ή να υπερασπιζόμαστε τα θέλω μας με κάθε τίμημα;
Το παν είναι η σωστή στιγμή. Άλλες φορές πρέπει να παλέψουμε σαν λύκοι για τις αξίες και τα θέλω μας και άλλες πρέπει να σωπάσουμε και να αφήσουμε τα πράγματα να τραβήξουν τη ρότα τους και να εξελιχθούν. Και για μένα, αληθινά σοφοί είναι εκείνοι οι άνθρωποι που ξέρουν να ξεχωρίζουν όχι το «πώς», αλλά το «πότε».

 Η Λένα Μαντά γράφει για το μυθιστόρημά σου ότι είναι κόσμημα και ότι ανέβασες κατακόρυφα τον πήχη. Πώς αισθάνθηκες όταν είδες τα σχόλια της;
Τι να σας πω τώρα; Ακόμα βουρκώνω κάθε φορά που διαβάζω τα λόγια αυτά πάνω στο εξώφυλλο, τα σχόλιά της στο «αυτάκι» του βιβλίου. Δεν είναι και λίγο να μιλάει έτσι για κάτι δικό σου ένας άνθρωπος που θαυμάζεις εδώ και χρόνια, κάποια που αποτελεί ζωντανό μύθο στο χώρο. Θα την ευγνωμονώ πάντα για τα καλά της λόγια και το μόνο βέβαιο είναι πως αυτά αποτελούν πλέον μεγάλη κινητήριο δύναμη για μένα: οφείλω να γίνομαι όλο και καλύτερη, οφείλω να ανταποκρίνομαι όλο και περισσότερο σε αυτά. Εκείνο όμως που θέλω εντέλει να πω, είναι ότι αυτό που αποτελεί αληθινό κόσμημα είναι η «τεράστια» ψυχή της Λένας Μαντά. Κάποιοι από εμάς έχουμε την τύχη να τη ζούμε από κοντά, όλοι όμως έχουμε την ευκαιρία να τη γνωρίσουμε μέσα από τα βιβλία της, που είναι ακριβώς αυτό: κατάθεση ψυχής.

 Ποια είναι η πιο μεγάλη στιγμή σας; Όταν τελειώνετε το βιβλίο και το δίνετε στον εκδοτικό οίκο ή όταν κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία;
Όλες αυτές οι στιγμές έχουν ιδιαίτερη αξία. Όταν γράφεις τη λέξη «τέλος», όταν στέλνεις το έργο στον Εκδοτικό σου Οίκο, όταν παίρνεις θετική απάντηση για την έκδοσή του, όταν το συναντάς στη συνέχεια στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όταν το βλέπεις να χαράζει τη δική του πορεία και να γίνεται αγαπητό από τους αναγνώστες του. Η στιγμή όμως που για μένα είναι ανεκτίμητη, είναι η πρώτη φορά που το πιάνεις έτοιμο, τυπωμένο στα χέρια σου. Η πρώτη φορά που χαϊδεύεις το εξώφυλλό του, που ξεφυλλίζεις τις σελίδες του, που το σφίγγεις πάνω σου, που νιώθεις το βάρος του, που βυθίζεις τη μύτη σου ανάμεσα στις λέξεις για να αιχμαλωτίσεις τη μυρωδιά τους. Είναι γέννα κανονική και εσύ υποδέχεσαι σαν μια άλλου τύπου μάνα το παιδί σου στον κόσμο, ελπίζοντας πάντα να το αγκαλιάσει και να το αγαπήσει και ο κόσμος το ίδιο όσο κι εσύ.

Τι σημαίνουν για σας οι λέξεις:

Οικογένεια: Αγάπη, δέσμευση, παντοτινή αξία.
Δημοσιότητα: Ήθος, καθήκον, μετριοφροσύνη.
Έρωτας: Θάλασσα, αέναο και άπειρο, μια βόλτα στο φεγγάρι.
Ιστορία: Ευθύνη, γνώση, επανάληψη, δέος.
Ευτυχία: Ταξίδι, φως, ισορροπία, αρμονία.

Ποια έκφραση σας εκφράζει ως προσωπικότητα;
Ότι αρχίζεις να ζεις μια δεύτερη ζωή τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως έχεις μόνο μία.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Βασιλική Ευαγγέλου Παπαθανασίου

Βασιλική Ευαγγέλου Παπαθανασίου Γεννήθηκα ένα φθινόπωρο στην πιο καυτή πόλη της Κεντρικής Ελλάδας. Πρωτος μου έρωτας ήταν τα 24 γράμματα της αλφαβήτας. Απο τότε, δε σταμάτησα να σχηματίζω μ αυτά λέξεις, προτάσεις, δίνοντας δύναμη και ψυχή στο άδειο χαρτί. Τη γλώσσα μου δώσανε ελληνική κι αυτή θα κρατήσω. Φιλόλογος και αρθρογράφος σε ηλεκτρονικά περιοδικά στην πραγματική ζωή, αλλά στα όνειρα μου ζωγράφος στη Μονμάρτη Σε ένα καλό βιβλίο και στη θέα της θάλασσας βρίσκω την απόλυτη γαλήνη.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;