Γιώργος Μπλάνας: “Όσο βαθύτερα πηγαίνεις στο μέσα σου σκοτάδι, τόσο περισσότερο φωτίζεσαι”

 

 

Γιώργος Μπλάνας 
                                                                                          Γιώργος Μπλάνας

Ο Γιώργος Μπλάνας  είναι ποιητής. Ευτυχώς.

Τι σημαίνει να είναι κανείς ποιητής; Και τι εστί ποίηση; Βρίσκεται εντός των τειχών του ανθρώπινου νου; Προσδιορίζεται βάσει τεχνοτροπιών, ρευμάτων, αισθητικής; Είναι πράγματι απαραίτητο συστατικό της ζωής; Ταυτίζεται με τη συνείδησή μας; Μπορούμε να κατοικήσουμε όλοι στο σύμπαν της; Γιατί αφήνει το αποτύπωμά της σε κάθε δημιουργία; Ο Γιώργος Μπλάνας δέχτηκε  την πρόσκλησή μας και απαντάει με μεγάλη γενναιοδωρία σ` αυτές τις γόνιμες αναζητήσεις.

Τον ανακαλύπτουμε  στα ποιήματά του, όπου η ψυχή του επιστρατεύει τον λόγο. Έναν λόγο άλλοτε αιχμηρό κι άλλοτε τρυφερό, μα πάντα αυτούσιο. Τον συναντάμε στο θέατρο να τροφοδοτεί με ζωή την ποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τον διαβάζουμε στα περιοδικά, στις εφημερίδες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να κατακεραυνώνει τα τερατώδη της καθημερινότητας. Τον αναγνωρίζουμε στον Ντύλαν Τόμας, Ουίλιαμ Μπλέικ, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Τσάρλς Μπουκόβσκι, Ματσούο Μπασό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ρηξικέλευθη γραφή του αντανακλά τη στέρεη θέση του στον κόσμο και την αγωνία του για τη  μνήμη τού είναι στην επικράτεια του χρόνου.

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής. Ευτυχώς!

Επιμέλεια συνέντευξης για το περιοδικό MAXMAG: Άννα Ρω

Δε δίνω λέξες παρηγόρια/δίνω μαχαίρι σ` ολουνούς/ καθώς το μπήγω  μες το χώμα/γίνεται φως/ γίνονται νους1

Αν και η ποίηση είναι συστατικό της ζωής μας παραμένει αόρατη στη συνείδηση μας. Υπάρχει εξήγηση σ` αυτό;

Πολύ ωραία το θέσατε. Ένα «αόρατο συστατικό»!  Δεν είναι αόρατα τα δύο άτομα υδρογόνου και το ένα οξυγόνου στο νερό; Είναι. Για τον διψασμένο είναι. Τι τον ενδιαφέρει; Την δροσιά ζητάει. Και το νερό τι το ενδιαφέρει; Ούτε σαν υδρογόνο ούτε σαν οξυγόνο ξεπηδάει από τον βράχο και κυλάει μες στα χορτάρια. Αλλά η συνείδηση δεν είναι νερό, έτσι; Δεν είναι. Όμως μπορεί να είναι καθαρή ή θολή, να κυλάει ή να είναι στάσιμη. Αυτό, βέβαια, είναι μια μεταφορά. Η συνείδηση δεν είναι νερό, αλλά όταν θέλουμε να πούμε τι είναι, χρησιμοποιούμε πάντα διάφορες μεταφορές: σαν το νερό καθαρή, σαν τον εγκληματία ένοχη… Και να η απάντηση στο ερώτημά σας. Τι εννοώ;

Λοιπόν, υπάρχουν δύο λόγοι, για τους οποίους η ποίηση είναι αόρατη στην συνείδησή μας. Ο πρώτος: η ποίηση δεν είναι απλά συστατικό της συνείδησής μας, αλλά η σύσταση της συνείδησής μας. Σαν υποκείμενα, είμαστε φτιαγμένοι από γλώσσα και με τον τρόπο της γλώσσας. Το πώς είναι φτιαγμένο το σώμα μας, σαν φυσικό αντικείμενο, είναι άλλη υπόθεση. Έτσι κι αλλιώς, αν μας ρωτήσουν πώς είναι φτιαγμένο, για ν’ απαντήσουμε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε λέξεις.

Και οι λέξεις είναι φτιαγμένες με ποίηση.

Οι λέξεις είναι μεταφορές, μετωνυμίες, υπαινιγμοί, αμφιλογίες. Κάτι νιώθουμε και λέμε: «Έχω άγχος!» Νομίζουμε πως λέμε κάτι σαφές, που δεν υπαινίσσεται αλλά κυριολεκτεί, εκφράζει με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει. Λάθος. Απλά υπονοούμε έναν τεράστιο αριθμό ψυχικών και σωματικών συμπτωμάτων, χρησιμοποιώντας την πλησιέστερη λέξη, μεταφέροντας αυτό που νιώθουμε σ’ έναν ήχο: άγχος. Και μήπως η λέξη άγχος δεν ακούγεται σαν «Αχ!»; Δεν το συνειδητοποιούμε αυτό που κάνουμε, γιατί είναι αυτό πού κάνουμε.

Να το πω αλλιώς; Πώς μπορεί μια σταγόνα θαλασσινό νερό να έχει συνείδηση της ποίησης ενός απομεσήμερου, που ο ήλιος χρυσώνει το νερό και στο βάθος τα βουνά λιάζονται σαν γαλάζια γατιά, ξαπλωμένα στην γραμμή του ορίζοντα; Μόνο αν η σταγόνα έβγαινε από την θάλασσα θα μπορούσε να συνειδητοποιήσει αυτό το θέαμα, αυτήν την ποίηση. Για πόσο όμως; Θα εξατμιζόταν ή θα την έπινε η γη. Θα προλάβαινε ωστόσο κάτι να δει. Εμείς έχουμε ίσως λίγο περισσότερο χρόνο, πριν μας εξατμίσει, πριν μας πιει η καθημερινή ζωή με τις μέριμνές της, τα προβλήματά της…

Και να ο δεύτερος λόγος. Δεν ήταν πάντα η ποίηση αόρατη στην ανθρώπινη συνείδηση. Σήμερα συμβαίνει αυτό. Επειδή έχει αναπτυχθεί εκείνο το είδος συνείδησης που ονομάζουμε «θετικό», «επιστημονικό». Και κυριαρχεί, σε αγαστή συνεργασία με τις «θετικές» μέριμνες της ζωής, τον «θετικό» χρόνο, τον «θετικό» χώρο, την «θετική» συμπεριφορά, κ.λπ.

Αυτή η συνείδηση φράζει την ποιητική ροή της γλώσσας, προσπαθεί να την μεταμορφώσει σε κάτι που δεν είναι, την εγκλωβίζει στο ασυνείδητο. Κι εκεί εκείνη αναμετριέται με τις αλυσίδες της και μαζεύει ενέργεια και μπορεί καμιά φορά να εκραγεί και τότε λέμε κάποιον τρελό.

Σ’ έναν κόσμο, όπου το 99% των ενεργειών των «κανονικών» ανθρώπων είναι επικίνδυνες παλαβομάρες, λέμε τρελό αυτόν που θα πει ξαφνικά, σε μιαν αίθουσα συνεδρίου για την κλιματική αλλαγή: «η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε κατά την ερμηνεία που της δίνουμε κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια» (Εμπειρίκος). Λέμε: «Εδώ έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε ένα σοβαρό πρόβλημα κι αυτός μας λέει ποιήματα!». Ενώ ίσα-ίσα αυτός έχει πει όλη την αλήθεια, για το τι κάνουμε στο περιβάλλον.

Μπορεί κάποιος να εντρυφά στον ποιητικό λόγο, χωρίς να φέρει ποιητική υπόσταση, θέση και στάση;

Φυσικά και μπορεί καθένας, αφού αυτό το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι σαν υποκείμενα -η γλώσσα, δηλαδή- έχει ποιητική υπόσταση, θέση και στάση. Αλλά για τους λόγους που είπαμε προηγουμένως, η ποίηση του κρύβεται ή του την κρύβουν. Λειτουργεί ωστόσο μέσα του – καθημερινά.

Σκεφτείτε τα όνειρα. Έχουν αμιγώς ποιητική υπόσταση, θέση και στάση. Μπορεί να μην κάνουμε ό,τι μας «λένε» -αν και αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο – αλλά την ποίηση την έχουμε κάνει. Πόση απόσταση έχει ένα όνειρο από την σύνταξη ενός ποιήματος; Έχει ειπωθεί πως ο ποιητής ερμηνεύει τα όνειρά του. Σωστά. Ερμηνεύει τα όνειρά του, αλλά και κατασκευάζει όνειρα. Η απόσταση ανάμεσα σ’ ένα όνειρο κι ένα ποίημα καλύπτεται από την τέχνη της γραφής. Μαθαίνεις να γράφεις ποιήματα, αλλά το μεγάλο ζήτημα είναι το υλικό.

Οι περισσότεροι ποιητές απλά «γράφουν». Δεν καταλαβαίνουν πως η γραφή είναι η τελευταία πράξη της δημιουργίας ενός ποιήματος. Αρχίζουν από το τέλος και δεν έχουν πού να πάνε.  Η ποίηση είναι η σύστασή μας.

Φανταστείτε: κάποιος τεχνικός θέλει να καρφώσει μια πρόκα και έχει χάσει το σφυρί. Βλέπει μια πένσα και σκέπτεται πως αυτό το εργαλείο έχει επίπεδες επιφάνειες και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν σφυρί. Όντως καρφώνει με την πένσα το καρφί. Κάνει την πένσα σφυρί, η πένσα είναι το σφυρί της ανάγκης του.

Αν όμως ο τεχνικός ακούσει την έκφραση «Το μαύρο γάλα της αυγής» (Πάουλ Τσέλαν) θα πει: «Δεν καταλαβαίνω»! Γιατί; Γιατί νομίζει πως δεν μπορεί να εντρυφήσει σ’ αυτήν την φράση. Αλλά τι σημαίνει «εντρυφώ»; Σημαίνει αναλύω φιλολογικά; Σημαίνει κι αυτό, αλλά αποτελεί το 5% της «χρήσης» ενός ποιήματος. Μήπως έγραψε ο Τσέλαν ένα ποίημα για να το αναλύσουν οι φιλόλογοι; Τους φιλολόγους είχε στο μυαλό του, όταν επεξεργαζόταν ποιητικά την εμπειρία του σ’ ένα ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης; Δεν είναι παράλογο;

Υπάρχουν και ποιητές, που γράφουν για να αναλυθούν από τους φιλολόγους, αλλά τα ποιήματά τους είναι ασήμαντα – και η δουλειά των φιλολόγων ευκολότερη. Γι’ αυτό προτιμώνται στην εκπαίδευση. Αν το ποίημα που θα ακούσεις -όσο «δύσκολο» και να είναι- σου λέει κάτι για την ζωή σου, θα διασπαθίσεις την σκοτεινότητά του, όποιος κι αν είσαι. Το γεγονός πως δεν συμβαίνει συχνά αυτό, δεν λέει τίποτα για την σχέση του ανθρώπου με την ποίηση.

Έχει ειπωθεί πως υπάρχουν τόσοι ορισμοί για την ποίηση όσοι και οι ποιητές. Για τον Γιώργο Μπλάνα τι Εστί Ποίηση;

Θα μπορούσα απλά να σας πω: «Επειδή η ποίηση δεν είναι, αλλά γίνεται συνέχεια, θα δούμε στο τέλος. Αλλά στο τέλος δεν θα είναι κανείς μας εδώ – μόνο το σκοτάδι του σύμπαντος. Κι αυτό δεν θα έχει καμιά όρεξη να εκτιμήσει όλη την ποίηση από την αρχή της ιστορίας και να πει τι είναι τελικά; Γιατί να το κάνει; Γιατί να κάνει οτιδήποτε;»

Πρέπει όμως να σας πω τι είναι για μένα ποίηση. Αλλιώς μπορεί να θεωρηθεί πως δεν ξέρω τι κάνω. Τους ορισμούς τους αποφεύγω. Με κάνουν κι αισθάνομαι ασφαλής κι αυτό μου δημιουργεί ανασφάλεια. Θέλω να πω πως επειδή έχω μια τάση προς την φιλοσοφία και την επιστήμη -τα μαθηματικά ιδίως- ξέρω πως αν αφεθώ σ’ έναν ορισμό, θα νοιώσω μεν ασφαλής, αλλά θα ξέρω πως έχω συλλάβει μόνο το 1% του όλου πράγματος. Κι έτσι προτιμώ όχι να ορίζω, αλλά να προσδιορίζω. Μου φτάνει ένα πλαίσιο. Κι όσο πιο μεγάλο είναι, τόσο καλύτερα.

Λοιπόν, αυτό που είναι ποίηση, για μένα, είναι όλα όσα συνδέουν τον Όμηρο με τον Ρεμπώ. Για φανταστείτε, ποίημα χαρακτηρίζουμε την Ιλιάδα, ποίημα και το Μια Εποχή στην Κόλαση! Τι κοινό έχουν;

Να σας πω τι κοινό έχουν με μια ιστορία, δική μου. Ήμουν λιγότερο από δύο ετών, όταν οι γονείς μου με έβγαλαν στο περιβόλι, για να δω από κοντά τι είναι το χιόνι. Το πρωινό λαμποκοπούσε. Μικρές, κατάλευκες τούφες από μπαμπάκι στόλιζαν τα δένδρα και τα λουλούδια.  Και ήταν τόση η ακρίβεια με την οποία σκέπαζαν τα φύλλα, που έλεγες πως αποβραδίς ένας καινούργιος, μαγικά λευκός κόσμος, προσπαθούσε να μιμηθεί τον γνωστό πραγματικό πράσινο κόσμο. Θυμάμαι πως στάθηκα μπροστά σ’ έναν θάμνο και με πλημμύρισε ένα συναίσθημα ηδονικό, τόσο ηδονικό που καταντούσε οδυνηρό.

Εκείνος ο κόσμος ήταν τέλειος, μαγικός, μεθυστικός, αλλά με ταπείνωνε με την στάση του.

Στεκόταν απέναντί μου και γύρω μου. Κι εγώ στεκόμουν σε μια γωνιά του: ένα ασήμαντο πλάσμα, που μόνο να κοιτάζει μπορούσε και να σπαράσσεται από αισθήματα φθόνου και ταπείνωσης. Διότι αυτό το μεγαλειώδες θέαμα, που στεκόταν απέναντί μου ήταν ολοκληρωμένο και αυτόνομο μέσα στην αδιαφορία του για τα συναισθήματά μου.

Άπλωσα το χέρι και άρπαξα το χιόνι από το κοντινότερο φύλλο. Το ένοιωσα να λιγοστεύει στην παλάμη μου, να χάνεται. Απόλαυσα τη συμμετοχή μου στο δρώμενο του χιονισμένου κόσμου, αλλά κοιτάζοντας το φύλλο, κατάλαβα πως με την ενέργειά μου μπορεί να είχα νοιώσει κι εγώ σαν χιονισμένο φύλλο, πλην όμως είχα καταστρέψει ένα μέρος της πολυπόθητης εικόνας.

Εξάλλου η επιθυμία μου να ενωθώ με αυτή την εικόνα, όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκε, αλλά αντίθετα έγινε πιο ισχυρή, τόσο ισχυρή, που αναγκάστηκα να επιστρέψω στη ζεστασιά του σπιτιού και να κλείσω τα μάτια, προσπαθώντας να συγκρατήσω στην μνήμη μου και την τελευταία λεπτομέρεια του κόσμου που άφησα πίσω.

Μια ενοχή με κατέκλισε. Τώρα ο κόσμος δεν ήταν αδιάφορος για τα συναισθήματά μου, αλλά εγώ για τα δικά του. Τον είχα εγκαταλείψει. Δεν μπορούσε πια να με συντρίψει, αλλά με συνέτριβε η αίσθηση της απουσίας μου από αυτόν. Πώς μπορούσε να υπάρχει, αφού μόνο σαν ανάμνηση μπορούσα να τον φέρω στον νου μου; Κάπου υπήρχε ωστόσο. Όμως έρημος, χωρίς μάτια να τον δουν και ψυχή να τον επιθυμήσει.

Γιώργος Μπλάνας
Γιώργος Μπλάνας

Δεν ομολόγησα στον εαυτό μου την σκληρή αλήθεια: πως θεωρούσα απαράδεκτο να μην είμαι εγώ ο δημιουργός του κόσμου.

Ε, σκέφτηκα, λοιπόν, πως θα μπορούσα να τον φτιάχνω με λέξεις, όπως θέλω. Ποίηση είναι η συμπλήρωση του κόσμου με όντα από λέξεις. Κι ακόμα είναι βιωματικά μοντέλα, που μας δείχνουν πως να χρησιμοποιούμε αυτά τα συμπληρώματα, για να μην νοιώθουμε ασήμαντοι μέσα στο μεγαλείο του κόσμου.

Είναι η κορωνίδα της λογοτεχνίας, όπως ισχυρίζεται ο Somerset Maugham;

Και κάτι παραπάνω από αυτό που είπε ο σοφός Maugham. Η ποίηση είναι η βασίλισσα της λογοτεχνίας και είναι η ίδια η λογοτεχνία. Ένα καλό μυθιστόρημα μπορεί να είναι ένα τεράστιο ποίημα, όπως έλεγε ο Τολστόη.

Ποιοι είναι οι πνευματικοί πρόγονοι σας; Αναγνωρίζονται τα κύτταρα τους στον ποιητικό σας λόγο;

Είναι τρία παράξενα πλάσματα. Το ένα είναι ο Ντεκάρτ που γράφει σαν τον Κάλβο. Το δεύτερο είναι ο Ρίτσος που σκέφτεται όπως ο Βάρναλης. Το τρίτο είναι ο Έζρα Πάουντ με την νοοτροπία του Μαγιακόβσκη.

Εγώ ακολούθησα την παρακάτω μέθοδο, για να φτάσω μέχρι την ποίηση: Έφτιαξα πρώτα τους προγόνους μου, μετά τον ποιητή που είμαι μέσα μου και στο τέλος είχα το θράσος να γράψω τον πρώτο στίχο. Νομίζω πως τα κύτταρά τους φαίνονται. Και των τριών και των έξι.

Ελπίζω να μην είμαι κλώνος κανενός. Ελπίζω η σύλληψή μου να έγινε με τον παραδοσιακό υπέροχο τρόπο. Και μάλλον έγινε, αφού μητέρα μου είναι το πρώτο κορίτσι που φίλησα. Εξάλλου μόνο ο έρωτας και η ποίηση αξίζουν στον κόσμο. Τα υπόλοιπα είναι το κόστος της ζωής.

Μιλήστε μας για τις μυστικές συνομιλίες σας με τους αρχαίους Έλληνες τραγωδούς και τους τραγικούς ήρωές τους. Μπορεί η μετάφραση σ’ έναν βαθμό να δώσει μια άλλη διάσταση στο πρωτότυπο;

Έχοντας περάσει το μαρτύριο της τριτοκοσμικής διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και των ακόμα πιο τριτοκοσμικών μεταφράσεων των

τραγωδιών, άργησα πολύ -γύρω στα 20 χρόνια μου- να καταλάβω πως είχα να κάνω με ποίηση ενός πολιτισμού, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με τον ανατολίτικο πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας. Οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον κόσμο ως πεδίο δημιουργίας των ίδιων από τους ίδιους και όχι σαν μια κόλαση στην οποία έπρεπε να βασανιστούν, για να περάσουν στην «βασιλεία των ουρανών».

Όριζαν καθένας τον εαυτό του και όλοι μαζί τούς κοινούς θεσμούς τους – και όταν δεν λειτουργούσαν όπως περίμεναν, τους αμφισβητούσαν και τους μετέτρεπαν ή τους αντικαθιστούσαν. Από μια πολύ σημαντική άποψη, λειτουργούσαν ποιητικά (με την πρωτογενή σημασία της λέξης): ποιώ, φτιάχνω, κατασκευάζω, δημιουργώ ενώπιον του δήμου, για τον δήμο.

Και σκεφτείτε πόσο θεμελιώδες είναι αυτό! Τι νόημα έχει να φτιάξω ένα ποίημα, μια τραγωδία για τον εαυτό μου; Οι ποιητές του νεότερου κόσμου, που λένε πως γράφουν «για τον εαυτό τους», ψεύδονται – ίσως χωρίς να το καταλαβαίνουν. Στην πραγματικότητα γράφουν για κάποιον θεό ή κάποιον Λόγο ή κάποιο ιδανικό πλάσμα της φαντασίας τους. Αλλά όλα αυτά είναι υποκατάστατα του δήμου, των ανθρώπων με τους οποίους μοιράζονται την ζωή τους. Αυτό τους κάνει ένα είδος «αυτιστικού» όντος και δεν τους επιτρέπει να πάνε βαθιά στα πράγματα, να δούνε την φύση και την θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.

Αλλά σήμερα υπάρχει έκλειψη του Δήμου. Ο Δήμος δεν είναι μια μάζα καταναλωτών της ίδιας της ζωής τους. Είναι άνθρωποι που συνεργάζονται για να δημιουργήσουν την ζωή τους.

Οι αρχαίοι τραγωδοί πήγαιναν βαθιά, τόσο βαθιά, που – όλως περιέργως – γίνονταν απλοί. Κι εδώ βρίσκεται ένα μυστήριο – από τα πολλά που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη:  όσο βαθύτερα πηγαίνεις στο μέσα σου σκοτάδι, τόσο περισσότερο φωτίζεσαι. Αν μπορείς να διαλέξεις την κατάλληλη φυσική εικόνα, για να περιγράψεις τι νοιώθεις, όλα γίνονται απλά, διάφανα – ακόμα και τα ανεξήγητα, τα σκοτεινά.

Και τότε ανακάλυψα πως παρόλη την ερεβώδη πολιτιστική διαφορά των αρχαίων με τους νεότερους Έλληνες, συνέχιζε να υπάρχει μια όχι εντελώς ίσια, αλλά αδιάσπαστη γραμμή, που συνδέει τους δυο πολιτισμούς. Και η γραμμή αυτή ορίζει ένα επίπεδο κοινωνικό, αποτελούμενο από ανθρώπους, που μπορεί να είναι και αγράμματοι. Πρόκειται για τους ανθρώπους που δεν έχουν πληγεί από την ψυχική πάθηση της «λόγιας» ανάγνωσης του κόσμου.

Άλλες παθήσεις μπορεί να έχουν πολλές, όχι όμως αυτήν την εκτρωματική πάθηση, που κάνει τα αρχαία δημιουργήματα φετίχ, σαν να φτιάχτηκαν από αγάλματα και όχι από ανθρώπους. Όσο οι λόγιοι «ψείριζαν» τις κλήσεις των ονομάτων και τα σημεία τονισμού, η ζωή συνεχιζόταν με τους Οιδίποδες, τις Μήδειες, τις Αντιγόνες της.

Κι έτσι οι αρχαίοι τραγωδοί άρχισαν να μου μιλούν και να μου λένε πως ζούμε πάνω στο χάος, γεμάτοι χάος και προσπαθούμε να το αντιμετωπίσουμε – μάταια, αλλά αυτό είναι ζωή και ίσως – ίσως αυτή να είναι η αξία της: δημιουργούμε τους εαυτούς μας και φέρουμε την απόλυτη ευθύνη.

Ο Οιδίποδας δεν είναι ένοχος επειδή σκότωσε τον πατέρα του και έγινε σύζυγος της μητέρας του.  Η ενοχή του σχετίζεται με τον τρόπο που διαχειρίστηκε αυτήν την μοίρα. Όσο για την μετάφραση… εδώ τα πράγματα είναι ακόμα σκούρα! Όταν ακούς σκηνοθέτη, με θεσμικό κύρος, να λέει πως θέλει να ανεβάζει μόνο «επιστημονικές» μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών, νοιώθεις πως βρίσκεσαι στον 19ο αιώνα κι ακόμα παλιότερα. Και νοιώθεις πως βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν παραλογισμό.

Το να λες πως μια μετάφραση μπορεί να είναι «επιστημονική» είναι σαν να λες πως μπορεί ένας έρωτας να είναι «φυσικοχημικός»! Γιατί έρωτας είναι η μετάφραση: νοιώθεις πως εσύ και το κείμενο είστε το ίδιο και όταν το παίρνεις στα χέρια σου θέλεις να είναι άλλο, ο μέγας ερωτικός Άλλος και να αντλήσεις από αυτόν ηδονή, φέρνοντάς τον στα μέτρα σου, δίνοντάς του το νόημα που συνδέει αυτόν κι εσένα με την ζωή, όπως διαδραματίζεται γύρω σου. Γι’ αυτό μια μετάφραση δίνει πάντα μια άλλη διάσταση στο πρωτότυπο. Άλλωστε μόνο στο μυαλό των φιλολόγων του 19ου αιώνα -κι ακόμα πιο πίσω- το πρωτότυπο έχει μόνο μία «πραγματική» διάσταση.

Τα κείμενα αντέχουν στον χρόνο και γίνονται κλασικά μόνον όταν παρουσιάζουν συνεχώς άλλες διαστάσεις. Οι τραγωδίες αντέχουν επειδή γεννούν όλο και περισσότερες διαστάσεις. Αλλιώς θα απολιθώνονταν. Σκεφτείτε πόσα θαυμαστά πράγματα γίνονταν σε ολόκληρο τον κόσμο, σχετικά με την μελέτη και το ανέβασμα της αρχαίας τραγωδίας, όταν εμείς στην Ελλάδα παλεύαμε με την γραμματική και οι «μεγάλοι» τραγωδοί μας έσκουζαν και μαλλιοτραβιούνταν, προσπαθώντας τάχα να μιμηθούν τους αρχαίους! Παραλίγο να χάσουμε την αρχαία τραγωδία μέσα σε μιαν αυταπάτη.

«Συμπαιγνία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου σας με δυνατό απόσταγμα ποίησης: Ανάποδα πλάσματα οι άνθρωποι. Ανάποδοι άγγελοι κι ανάποδοι δαίμονες. Τι να σου κάνει ένας θεός! Παρόλα  αυτά πρόκειται για  νουβέλα. Τι σας ωθεί στον δρόμο της πεζογραφίας;

Πάντα θεωρούσα την λέξη «πεζογραφία» μια πολύ κακή λέξη, κάπως μοχθηρή, προσβλητική για τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τις νουβέλες. Όχι πως ξεκίνησε με κακές προσθέσεις ή εκφράζει κακές προθέσεις στα χείλη αυτού που την χρησιμοποιεί. Κάπως έπρεπε να ονομαστούν -για διδακτικούς σκοπούς- όλα αυτά τα είδη από κοινού, αφού κάποτε η ποίηση ήταν αποκλειστικά έμμετρη.

Αλλά πάντα έβρισκες μέσα στα καλά μυθιστορήματα πολύ περισσότερη ποίηση από αυτήν που έβρισκες μέσα σε πολλά ποιήματα. Και πάντα έβρισκες μέσα στα καλά ποιήματα πολύ περισσότερη «πεζογραφία» από αυτήν που έβρισκες μέσα σε πολλά μυθιστορήματα. Δεν είναι τεράστια ποιήματα τα έργα του Henry James, του Kafka, του Ντοστογέβσκη, του James Joyce; Δεν είναι υπέροχα μυθιστορήματα τα έργα του Byron; Το μόνο που αλλάζει από είδος σε είδος είναι η φωνή, ο τόνος, το ύφος, η τεχνική παράθεσης των σκέψεων, των συναισθημάτων, των εικόνων.

Εγώ διάλεξα αυτό το είδος γραφής για την Συμπαιγνία, επειδή μου επέτρεπε να κάνω ορισμένες φιλοσοφικές, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, με περισσότερη ευθύτητα. Όπως στα παραμύθια.

Ήθελα να έχω με τον αναγνώστη το είδος της επαφής που δημιουργείται όταν λες σε κάποιον: «Λοιπόν, άκου μια ιστορία». Εξάλλου η ιστορία της Συμπαιγνίας είναι απολύτως πραγματική: είναι ένα τραγικό επεισόδιο από την ζωή της γιαγιάς και του παππού μου. Έτσι την άκουσα, σαν παραμύθι κι έτσι ένοιωσα πως πρέπει να την αφηγηθώ. Βέβαια μέσα στα ποιήματά μου έχω πολύ «πεζογραφικό» υλικό.

Γιώργος Μπλάνας - Συμπαιγνία
Γιώργος Μπλάνας – “Συμπαιγνία” – Εκδόσεις Κοβάλτιο

Η ιστορία σας εκτυλίσσεται στην καρδιά της κατοχής. Παγκόσμιο ιστορικό ορόσημο. Ογδόντα χρόνια μετά, γιατί ο κρατήρας που άνοιξε στη γη εξαιτίας εκείνου του πολέμου, είναι ακόμα ενεργός;

Διαδραματίζεται μέσα στην κατοχή, γιατί μέσα σε αυτήν διαδραματίστηκε όντως. Αλλά επειδή δεν πιστεύω πως είναι άσχετο με την ουσία της ιστορίας αυτής το γεγονός πως διαδραματίστηκε μέσα στην κατοχή, θα απαντήσω, στο τόσο ποιητικό -και γι’ αυτό τόσο καίριο- ερώτημά σας, σαν να την είχα επινοήσει εγώ.

Πρώτα-πρώτα, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, είναι αφενός δύο πόλεμοι: ο Πρώτος και ο Δεύτερος και αφετέρου πολλοί πόλεμοι. Από την μια πολεμούσαν οι δυνάμεις των Συμμάχων την  Γερμανία και την Ιταλία με τους δορυφόρους τους και από την άλλη πολεμούσαν -σε διαφορετικούς βαθμούς και με διαφορετικά μέσα- οι Σύμμαχοι ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό κράτησε τόσο αυτός ο πόλεμος.

Μετέτρεψε τον πλανήτη σε μια γενικευμένη σύρραξη όλων έναντι όλων. Τα πράγματα που έγιναν απελευθέρωσαν ανθρώπινες ιδιότητες, χαρακτηριστικά, δυνατότητες, που καν δεν τα φανταζόταν ο «πολιτισμένος» κόσμος. Σ’ αυτόν τον πόλεμο γεννήθηκε ένα νέο είδος ανθρώπου – απάνθρωπο, αποτρόπαιο. Οι άνθρωποι όταν ανακαλύψουν κάτι το χρησιμοποιούν μέχρι παραλογισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι άνθρωποι δεν χρειαζόταν μόνο να επανέλθουν στην προηγούμενη κατάστασή τους, όταν τέλειωσε ο πόλεμος, αλλά να ξαναφτιάξουν τον άνθρωπο. Η ζημιά ήταν βαθιά, δομική. Ο Άνθρωπος -με κεφαλαίο, ως είδος- σιχάθηκε τον Άνθρωπο -με κεφαλαίο, ως είδος- αλλά συνέχισε να είναι άνθρωπος με μικρό. Πώς ν’ αντέξει κάποιος τον εαυτό του, όταν τον σιχαίνεται;

Λοιπόν, οι άνθρωποι ακόμα προσπαθούν να βρουν κάτι θετικό, για να κατασκευάσουν πάλι τον Άνθρωπο – με κεφαλαίο, ως είδος. Δυστυχώς όχι μόνο δεν τα έχουν καταφέρει, αλλά οι αποτρόπαιες ιδιότητες, τα αποτρόπαια χαρακτηριστικά, οι αποτρόπαιες δυνατότητες που αποκαλύφθηκαν διαβρώνουν συνεχώς τους ανθρώπους. Ζούμε και μάλλον θα ζούμε μέχρι να εξαφανιστούμε ως είδος στην σκιά του Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο τίτλος «Συμπαιγνία» συμπίπτει με το κέντρο βάρους του βιβλίου σας;

Συμπίπτει, ναι. Κάθε τίτλος πρέπει να συμπίπτει με το κέντρο βάρους ενός βιβλίου. Πρέπει να λέει: «Δες αυτό είμαι στην ουσία. Πήγαινε όσο μακριά θέλεις, διαβάζοντας και περιδιαβάζοντας. Αλλά να ξέρεις πως στον δρόμο θα συναντάς πάντα αυτό που λέει ο τίτλος. Κι όταν νιώσεις χαμένος, να ξέρεις πως είναι το κέντρο του».

Συμπαιγνία, μια συμπαιγνία του Ανθρώπου με τον μεγαλύτερο εχθρό του, τον θάνατο, σε βάρος του Ανθρώπου. Γιατί; Μα, όπως έλεγε ο D. H. Lawrence, υπάρχουν προβλήματα που απλά δεν έχουν λύση. Τι μας κάνει να πιστεύουμε πώς επειδή βάζουμε ερωτηματικό στο τέλος μιας φράσης, πρέπει απαραίτητα να υπάρχει λύση;

Τι θα συνιστούσατε στους εκκολαπτόμενους ποιητές – συγγραφείς; Έχει η γραφή μπούσουλα;

1.Η ποίηση είναι τέχνη παρουσίασης ιδεών, συναισθημάτων, παραστάσεων και προσδοκιών. Μάθετέ την καλά και μην ζαλίζετε τον κόσμο με κακογραμμένα ποιήματα ή καλογραμμένες κοινοτοπίες.

2. Μην «κυνηγάτε» τις παρουσιάσεις, τα βραβεία, τις διακρίσεις. Δεν πρόκειται να κάνουν καλύτερα τα ποιήματά σας και ενδέχεται να χάσατε την αξιοπρέπειά σας.

3. Αν αισθάνεστε καλά μέσα στον κόσμο, χωρίς να γράφετε ποιήματα, μην γράφετε. Το γιατί θα το καταλάβετε, όταν κανείς δεν θα διαβάζει τα ποιήματά σας και θα αρχίσετε να μην αισθάνεστε καλά μέσα στον κόσμο.

4. Υπάρχει μόνον ένας τρόπος να μάθει κανείς να γράφει ποίηση, ο τρόπος του παιδιού του χαμένου μέσα στο δάσος. Όσο περιπλανιέται, τόσο περισσότερο μαθαίνει πώς λειτουργούν τα πάντα μέσα στο δάσος. Κι όσο περισσότερο μαθαίνει το δάσος, τόσο δεν θέλει να βγει από αυτό.

Στο διαδίκτυο αφήνετε συχνά – πυκνά το αποτύπωμά σας. Υπάρχει αφομοίωση των όσων δημοσιοποιούνται «στον αέρα», ή λειτουργούν ως αναλώσιμες εικόνες χωρίς βάθος σκέψης;11Το διαδίκτυο είναι ένα κομμάτι του κόσμου – ανήκει στον κόσμο, είναι κόσμος. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να αφομοιώνει, να κρίνει, να επεξεργάζεται τις πληροφορίες, θα το κάνει. Ο άνθρωπος που έχει μάθει ν’ αντιμετωπίζει τα πάντα σαν περαστικές εικόνες, θα το κάνει.

Η ταχύτητα δεν έχει καμιά σημασία. Στην Πανεπιστημίου, οι εικόνες περνούν μπροστά σου με μεγαλύτερη ταχύτητα από το διαδίκτυο και χάνονται αμέσως. Αντίθετα, στο διαδίκτυο, οι εικόνες μπορούν να παραμείνουν μπροστά σου όσο θέλεις και μάλιστα να πάνε πιο μακριά.

Νιώθω πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να ’ναι το σπίτι μας 3. Γιώργο Μπλάνα  πού κατοικεί το όραμά σας;

Εδώ σ’ αυτόν τον κόσμο, που δεν μπορεί να ’ναι το σπίτι μας. Απλά είναι άστεγο, περιφέρεται. Όλο και κάποιος θα του δώσει μερικά «ψιλά», για να πορευτεί. Όλο και κάποιος θα το αφήσει να κοιμηθεί στην είσοδο του σπιτιού του, όταν βρέχει ή κάνει κρύο.

Τώρα, θα μου πείτε: Πώς μπορεί κανείς να νοιώσει σαν «στο σπίτι του» σ’ έναν κόσμο που δεν είναι το σπίτι του; Θα σας πω: Πώς μπορεί να είμαστε πάνω σε μια πέτρα, που κυλάει στο μαύρο, ακατανόητο, εξωφρενικό διάστημα; Κατοικούμε το χάος. Ξέρουμε πως δεν είναι το σπίτι μας, αλλά ό,τι έχουμε όλο κι όλο είναι αυτό.

Πρέπει να συμπληρώσω τον στίχο που αναφέρατε. Στο ποίημα ακολουθείται από τρεις ακόμα στίχους: Η εξορία μας ίσως; Πάει καλά! / Θα μας χωρέσει ή θα τον χωρέσουμε. / Θα μας αφανίσει ή θα τον αφανίσουμε.

Γιώργο Μπλάνα θα μπορούσα να σας υποβάλω χίλιες δώδεκα ερωτήσεις. Ελπίζω να συμβεί μελλοντικά. Ευχαριστώ πολύ.

Εγώ σας ευχαριστώ.

  1. Απόσπασμα από το ποίημα «Οδηγητής» του Κώστα Βάρναλη
  2. Απόσπασμα από τη νουβέλα «Συμπαιγνία» του Γιώργου Μπλάνα
  3. Απόσπασμα από το ποίημα: «Αυτοκράτωρ Ιουλιανός προς φιλόσοφον» του Γιώργου Μπλάνα

 

Ο Γιώργος Μπλάνας μας παραχώρησε τις φωτογραφίες από το αρχείο του. Τον ευχαριστούμε


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Άννα Ρω

Η Άννα Ρω σπούδασε Οργάνωση & Διοίκηση Επιχειρήσεων. Η συγγραφή όμως είναι ο άξονας επικοινωνίας της. Γράφει διηγήματα, ποίηση, θεατρικά έργα, παραμύθια. Θεωρεί το θέατρο ως την "Άνασσα" των τεχνών και πιστεύει ακράδαντα, πως όλα θα ήταν αλλιώς, αν αισθανόμαστε από λίγο ως πολύ όλοι ποιητές.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;