Αλέξανδρος Μαυρόπουλος: «Όλοι, ανεξαρτήτως θρησκείας, χρώματος, πολιτικής ιδεολογίας, μπορούμε εν δυνάμει να βγάλουμε το βίαιο εαυτό μας!»

Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ανήκει στη νέα γενιά των φερέλπιδων ηθοποιών. Με καλές συνεργασίες – μία εκ των οποίων μάλιστα τον οδήγησε και σε υποψηφιότητα για το βραβείο Χορν – αλλά και με πολύ ταλέντο κάνει συνεχώς ανοδικά βήματα. Με αφορμή την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου «Η τάξη μας», στην οποία συμμετέχει αυτή την περίοδο, μας μίλησε για το ρόλο του, τη δύναμη της παράστασης αλλά και για τα επόμενα σχέδιά του.

  • Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σου στο χώρο της υποκριτικής;

Γενικά δεν είχα σχέση με το θέατρο, εννοώ δεν έβλεπα παραστάσεις ούτε με ενδιέφερε το θέμα. Σκέψου ότι δούλευα από τα 18 μέχρι τα 24 σε μια φαρμακευτική εταιρεία. Κανονικά, με μισθό. Στο δεύτερο τρίτο έτος της σχολής μπήκα στην ερασιτεχνική ομάδα της ΑΣΟΕΕ, όπου τελικά με εξέφρασε κι έμεινα εκεί δύο-τρία χρόνια. Κάναμε ωραία πράγματα, εκ των οποίων και η παράσταση «Οι Δίκαιοι» του Καμύ, όπου μετά από αυτή νομίζω μπήκε το μικρόβιο και είπα θα τα παρατήσω όλα. Και κάπως έτσι έδωσα στο Εθνικό αλλά δεν μπήκα, έδωσα και την επόμενη χρονιά και τελικά μπήκα. Μεγάλη χαρά τότε…

  • Δυσκολίες υπήρξαν;

Με στήριξαν πολύ οι δικοί μου άνθρωποι και ειδικά οι γονείς μου, είχα δηλαδή μια αβάντα. Μέσα στη σχολή ήταν δύσκολα, λόγω των πολλών ωρών. Αδιαμφισβήτητα η σχολή προσπαθεί να σου παρέχει πολλά εφόδια σε διάφορους τομείς, π.χ κινησιολογικά, εγκυκλοπαιδικά. Όμως παρά το όποιο ενδιαφέρον για αυτό το αντικείμενο, καταλήγεις σε ένα σημείο που νιώθεις ότι αυτό σε κουράζει και σε πνίγει, με αποτέλεσμα τον ιδρυματισμό. Πηγαίναμε στη σχολή, φεύγαμε από τη σχολή, συζητούσαμε για τη σχολή και την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια. Βγαίνοντας από τη σχολή, ευτυχώς δεν βίωσα ιδιαίτερες δυσκολίες. Μέχρι στιγμής έχω κάνει πράγματα που μου άρεσαν. Θεωρώ πως αν αγαπάς αυτό που κάνεις πολύ, θα βρεις τον τρόπο να το κάνεις. Δυσκολίες, άλλωστε, υπάρχουν σε όλα τα επαγγέλματα…

  • Βγαίνοντας από τη σχολή τι ακολούθησε; Ποιες ήταν οι πρώτες σου επαγγελματικές συνεργασίες;

Πρώτη δουλειά ήταν με τον Τάκη Τζαμαργιά, η «Αντιγόνη», παράσταση που παίχτηκε σε σχολεία αρχικά αλλά μετά και σε νοσοκομεία, φυλακές. Νομίζω ότι ήταν πολύ σπουδαίο, όχι μόνο γιατί απευθυνόταν στις συγκεκριμένες ομάδες, αλλά και γιατί έπρεπε κάθε φορά να προσαρμοζόμαστε στον εκάστοτε χώρο. Την ίδια χρονιά ήμουν και στο Συρανό ντε Μπερζεράκ, του Νίκου Καραθάνου, ενός σπουδαίου σκηνοθέτη. Συνεπώς, θεωρώ πως υπήρξα τυχερός!

  • Αυτή την περίοδο παίζεις στο έργο «Η τάξη μας». Είναι η τρίτη συνεργασία σου με τον Τάκη Τζαμαργιά και φαντάζομαι ότι πλέον έχετε αναπτύξει κώδικες επικοινωνίας…

Πλέον ναι. Με τον Τάκη έχουμε μία κοινή γλώσσα. Μπορούμε κι επικοινωνούμε, έχοντας πάντα ο καθένας το χώρο του. Δεν σημαίνει δηλαδή πως δεν υπάρχουν διαφωνίες… Βέβαια όλο αυτό γίνεται καλοπροαίρετα, χωρίς δόλο. Δύο άνθρωποι που τους αφορά κάτι μπορεί και να συγκρουστούν αλλά μέσα από αυτό να ανθίσει κάτι πολύ όμορφο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

  • Προτιμάς έναν καλό ρόλο κι ας μην είναι η ιδανική συνεργασία ή μια καλή συνεργασία με έναν μικρότερο, δευτερεύοντα ρόλο;

Δύσκολο ερώτημα μου θέτεις… Μικρότερος θα σου έλεγα πολύ εύκολα το πρώτο. Δηλαδή ότι ο ρόλος μετρά περισσότερο κι ας μην ταιριάζαμε με το σκηνοθέτη ή στην πορεία να μην έβγαινε. Τώρα νομίζω πως θα επέλεγα το δεύτερο. Τα κείμενα δεν είναι ζωντανά, εμείς τα ζωντανεύουμε. Θεωρώ, λοιπόν, πολύ σπουδαίο να σε εμπνεύσει ο σκηνοθέτης και να σε εξελίξει και ως άνθρωπο και ως ηθοποιό. Σημασία δεν έχει η έκταση του ρόλου ως κείμενο, πιο σημαντικό είναι η διαδικασία επεξεργασίας του ρόλου, πράγμα που ο θεατής δεν βλέπει ποτέ και μπορεί να σε πάει παραπέρα, να κερδίσεις εσύ ως ηθοποιός σε γνώση που υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσε βάθος χρόνου. Σημασία έχει τι προτεραιότητες βάζει ο καθένας. Για μένα είναι κέρδος να δουλέψω έναν μικρό ρόλο με έναν σκηνοθέτη που μπορεί να μου δώσει τα φώτα του.

  • Στο έργο (σ.σ. «Η τάξη μας») υποδύεσαι έναν Πολωνό πατριώτη, εθνικιστή. Που παρά τις δράσεις του κάπως είναι συμπαθής…

Ο ήρωας είναι ένας εθνικιστής, που όμως έχει μια «καθαρότητα». Δεν έχει τόσο ποταπά κίνητρα, δηλαδή το προσωπικό συμφέρον, όσο ο Ζίγκμουντ κι ο Χένιεκ. Αδιαμφισβήτητα είναι εγκληματίας. Εξαιτίας της υπέρμετρης του αγάπης προς την πατρίδα οδηγείται στο να γίνει εκφραστής μιας απολυτότητας. Και δεν είναι τυχαίο ότι πεθαίνει πρώτος από τους Πολωνούς συμμαθητές. Γενικά θεωρώ ότι όταν είσαι απόλυτος στις θέσεις σου, όποιες κι αν είναι αυτές, γίνεσαι επικίνδυνος.

  • Πόσο εύκολο ήταν να προσεγγίσεις το χαρακτήρα;

Διαβάζοντας το έργο δεν αντιμετώπισα το Ρυσίεκ(ο ήρωας που υποδύεται) ως τον κακό της ιστορίας. Προσπάθησα να βρω πώς σκέφτεται. Γι’ αυτόν τα πράγματα έτσι έπρεπε να συμβαίνουν, αυτό πιστεύει πως είναι το λογικό. Έχει υποστεί τέτοιο συναισθηματικό ευνουχισμό και τόσα βασανιστήρια που το μυαλό του έχει θολώσει και το μόνο που τον «γεμίζει» είναι η βία κι η εκδίκηση.Ούτως ή άλλως οι καταστάσεις που ζουν οι ήρωες είναι εκρηκτικές, στο κόκκινο, δηλαδή δε μπορούμε να τις κρίνουμε έτσι απλά.

  • Αν και το κείμενο πραγματεύεται ένα ιστορικό γεγονός, εν τούτοις θυμίζει έντονα το σήμερα, καθώς η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός και ο ρατσισμός είναι φαινόμενα που πλήττουν ακόμη και σήμερα την παγκόσμια κοινότητα. Τελικά όπως λέει και το τραγούδι «αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ»;

Ναι, συμβαίνουν, σε άλλες χώρες έχουν πόλεμο. Ανάλογα με τη μορφή εξουσίας που έχεις, την εκμεταλλεύεσαι. Ένας οδηγός λεωφορείου, ας πούμε, που βλέπει μια ηλικιωμένη γυναίκα να τρέχει για να προλάβει το λεωφορείο και κλείνει την πόρτα, δεν είναι σκληρός; Για το μικρόκοσμο αυτής της γυναίκας το γεγονός αυτό φαντάζει ως κάτι μεγάλο. Γενικά θεωρώ ότι ζούμε σε μια εποχή βίας, όσο κι αν έχουμε προοδεύσει πολιτισμικά. Παρόλα αυτά δε μπορώ να δεχτώ πως όλα μένουν στάσιμα. Ο καθένας πρέπει να προσπαθεί να βελτιώσει το μέσα του κι αυτό σιγά σιγά να ανοίξει προς τα έξω. Το αν ο άλλος θα με δεχτεί μπορεί να θέλει χρόνο ή να μη γίνει ποτέ. Αυτό δε σημαίνει πως επειδή μπορεί να μη με δεχτεί ο άλλος δεν κάνω τίποτα. Τότε ας κλειστούμε σπίτια μας κι ας περιμένουμε το θαύμα(!) Προσωπικά όταν βλέπω συμπεριφορές σε μένα που δε μου αρέσουν προσπαθώ να τις αλλάξω.

  • Πρόσφατα με τις γαλλικές εκλογές διαπιστώσαμε πως η εκλογή στην εξουσία ακροδεξιών κομμάτων δεν είναι τόσο μακρινή όσο φανταζόμαστε. Γιατί, ενώ γνωρίζουμε τις ακραίες απόψεις που προάγει η ακροδεξιά ορισμένοι εξακολουθούν να την υποστηρίζουν;

Το θέμα είναι γιατί, δηλαδή το αίτιο.Ειναι πολύ εύκολο να τους απορρίψεις. Το ζήτημα όμως δεν λύνεται έτσι. Δε μπορώ να κλείσω τα μάτια και να κάνω ότι δεν το βλέπω. Γιατί το πρόβλημα υπάρχει. Και θα συνεχίσει να υπάρχει και να γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο. Πολύ απλοϊκά δοσμένα, οι άνθρωποι αυτοί εντάσσονται κάπου κι αποκτούν οντότητα. Θέλουν να ανήκουν σε μια ομάδα για να είναι κάποιοι. Όλοι μας το κάνουμε Όταν όμως υπάρχει ημιμάθεια κι αμάθεια είναι πολύ εύκολο να την πατήσεις.

  • Το έργο βέβαια θίγει και μια άγνωστη «σκοτεινή» πλευρά του Κομμουνισμού, αυτή των εκτελέσεων των αντιφρονούντων. Θεωρείς πως τελικά η βία δεν έχει πολιτική άποψη;

Το έργο αυτό θέλει να πει. Ανεξάρτητα θρησκείας, χρώματος, πολιτικής ιδεολογίας όλοι μπορούμε εν δυνάμει να βγάλουμε το βιαιο εαυτό μας. Δεν ξέρω αν είναι έτσι το ανθρώπινο είδος. Εικάζω όμως ότι αν για παράδειγμα μείνουν δύο άνθρωποι για τέσσερις μέρες χωρίς νερό παρά μόνο με ένα σφηνάκι νερού, θα γίνει πόλεμος μεταξύ τους και θα εκδηλωθούν συμπεριφορές που ήταν πολύ καλά θαμμένες ή που τις δημιούργησαν οι συνθήκες. Κι ο φόβος παίζει καταλυτικό ρόλο-ένας άνθρωπος μπορεί να παραμερίσει τα πιστεύω του όταν νιώσει ότι απειλείται είτε ο ίδιος είτε κάτι/κάποιος δικός του. Δε μπορώ να τον κρίνω εγώ. Το σίγουρο είναι πως ακόμη και στο συλλογικό συμφέρον υπάρχει έντονα το στοιχείο του ατομικού κέρδους. Ο καθένας κοιτά την πάρτη του. Όπως κι όλοι οι Πολωνοί συμμαθητές.

  • Τρομερό, εκτός των άλλων, βρίσκω και το γεγονός πως δύο εγκληματίες, ο Ζίγκμουντ και ο Χένιεκ, μετά τον πόλεμο, κατακτούν υψηλά αξιώματα και είναι επιφανείς πολίτες…

Ναι, αυτό είναι επικίνδυνο. Έτσι όμως είναι και τώρα. Όλα αυτά που συμβαίνουν στην πολιτική κατάσταση της χώρας δείχνουν πως όλοι κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους και φυσικά κι εμάς. Κι αυτό επιβεβαιώνεται και με τις εκλογές. Πιθανώς βέβαια να μη θες να γκρεμίσεις κάτι που σε έχει διαμορφώσει πολιτικά ή φοβάσαι να γκρεμίσεις όλο αυτό που πίστευες και βρεθείς στο κενό. Τώρα το γιατί τους ψηφίζουμε, αλήθεια δεν ξέρω.

  • Τελικά, τι θέλει να πει το έργο στο θεατή;

Το κείμενο είναι άχρονο. Το μήνυμα που θέλει να περάσει στο θεατή είναι «πρόσεχε μην γίνεις έτσι» ή μάλλον «πρόσεχε γιατί γίνεσαι έτσι». Όλοι εν δυνάμει μπορούμε να γίνουμε έτσι, σκληροί και άδικοι.

  • Από τους ρόλους που έχεις μέχρι τώρα ερμηνεύσει ποιον θα ξεχώριζες;

Σαν ρόλος – κι όχι σαν διαδικασία προσέγγισης- μου αρέσει πολύ ο ρόλος που κάνω τώρα (σ.σ στην παράσταση «Η τάξη μας») κι ο Νίκος από τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη, ένα σπουδαίο έργο, σε σκηνοθεσία του Βίκτωρα Αρδίττη.

  • Ποιο ρόλο που δεν έχεις υποδυθεί θα ήθελες να παίξεις;

Χμ, πολλοί είναι οι ρόλοι που θα ήθελα να παίξω… Μου αρέσει πολύ ο Κολτές, θα ήθελα να παίξω στο έργο “Η νύχτα πριν από τα δάση”. Φυσικά υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που όμως δεν θα τους πω…

  • Κλείνοντας αυτή τη συνέντευξη, θα θέλαμε να μας καταθέσεις τα μελλοντικά σου σχέδια…

Αυτήν την περίοδο κάνω γυρίσματα για μια ταινία με τον Στηβ Κρικρή, όπου παίζω μαζί με το Γιάννη Στάνκογλου και τον Άρη Σερβετάλη. Επίσης συνεχίζουμε μέχρι τέλος Μαΐου με την «Τάξη μας», η οποία θα πάει και του χρόνου. Και βλέπουμε…


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Χαντζή Μαντώ

Σπούδασε Βιολογία.Ζει στην Αθήνα,την οποία δεν αλλάζει για τίποτα στον κόσμο.Έχει μανία με το διάβασμα και της αρέσει το θέατρο.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;