Νεονικοτινοειδή Εντομοκτόνα: Παγκόσμια απειλή για τις μέλισσες

SHARE


Για πρώτη φορά, σύμφωνα με νέα έρευνα αποκαλύπτεται η παγκόσμια έκθεση των επικονιαστών σε φυτοφάρμακα, μετά από ενδελεχή έλεγχο δειγμάτων μελιού.

Νεονικοτινοειδή Εντομοκτόνα

Τα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του 1990 ως μια εναλλακτική για ευρέως φάσματος παρασιτοκτόνα. Αυτή η κατηγορία εντομοκτόνων αποτέλεσε ορόσημο στην αντιμετώπιση και διαχείριση ανθεκτικών παρασίτων, συνδυάζοντας χαρακτηριστικά όπως δραστικότητα ευρέως φάσματος, εξειδίκευση στόχου, χαμηλή συχνότητα εφαρμογής, ευέλικτο τρόπο χρήσης και χαμηλά επίπεδα τοξικότητας για τα θηλαστικά. Στα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα, συμπεριλαμβάνονται οι δραστικές ουσίες  ιμιδακλοπρίδη, ακεταμιπρίδη, κλοθειανιδίνη, θειομεθοξάμη, θειακλοπρίδη και δινοτεφουράνη, τα οποία διατίθενται στο εμπόριο με ποικίλες εμπορικές ονομασίες. Αποτελούν μια συνθετική μορφή νικοτίνης, η οποία δρα ως φυσικό εντομοκτόνο και στοχεύουν τους ίδιους υποδοχείς στο νευρικό σύστημα των εντόμων.

Χρησιμοποιούνται σε μια ποικιλία καλλιεργειών, όπως στην ελαιοκράμβη, στα σιτηρά, στο βαμβάκι και στους ηλίανθους και είναι αποτελεσματικά ενάντια σε ένα μεγάλο εύρος εντόμων. Τα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα μπορούν να εφαρμοσθούν είτε στο φύλλωμα είτε στο σπόρο, με τις οδηγίες επισήμανσης να προειδοποιούν ειδικά για την πρώτη περίπτωση, στην μη εφαρμογή τους, κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας του φυτού. Όσον αφορά την χρήση τους ως επικάλυψη σπόρου, αξίζει να αναφερθεί, πως καθώς το φυτό αναδύεται και αναπτύσσεται, ενσωματώνει το φυτοφάρμακο στους ιστούς του, με αποτέλεσμα τη μεταφορά κάποιου προϊόντος στη γύρη, το νέκταρ και στα υγρά που αποβάλλονται κατά τη διαδικασία της διαπνοής.

Και εκεί είναι που εντοπίζεται το πιο σοβαρό πρόβλημα, μιας και τα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα είναι νευροτοξικά και ως εκ τούτου υπάρχουν σημαντικές ανησυχίες για πιθανή έκθεση ωφέλιμων εντόμων όπως είναι οι μέλισσες, οι αγριομέλισσες, οι βομβίνοι και οι πεταλούδες, από την επακόλουθη κατανομή του εντομοκτόνου σε όλο το φυτό. Μάλιστα επειδή οι μέλισσες είναι κοινωνικά έντομα, η συνολική επίδραση στην αποικία, διαφοροποιείται ανάλογα με τον τρόπο που εκτίθεται μεμονωμένα κάθε επικονιαστής και το πως προστατεύεται από τις χημικές ουσίες.

Advertisement

Χημεία νεονικοτινοειδών

Η εμπορική κυκλοφορία των νεονικοτινοειδών βασίζεται, στο μόριο του νιτρομεθυλενίου, που στοχεύει και δεσμεύει τους νικοτινικούς υποδοχείς της ακετυλοχολίνης (nAChRs), προκαλώντας παράλυση και θάνατο. Ειδικότερα, η εκλεκτικότητα και η δράση αυτών των εντομοκτόνων βασίζεται στην αλληλεπίδραση των ατόμων αζώτου, που συμπεριλαμβάνονται στη δομή τους, με αμινοξέα των νικοτινικών υποδοχέων της ακετυλοχολίνης στους επικονιαστές και άλλα έντομα. Έχει αναγνωριστεί μια σειρά αμινοξέων που συμβάλλουν στην επιλεκτική επίδραση  του υποδοχέα με τα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα. Αυτή η ποικιλομορφία στον τύπο των νικοτινικών υποδοχέων της ακετυλοχολίνης, στους πληθυσμούς των μελισσών συμβάλλει αντίστοιχα στη διαφορετική ευαισθησία και αντοχή έναντι των νεονικοτινοειδών εντομοκτόνων.

Έκθεση των μελισσών σε νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα   

Οι μέλισσες και άλλα έντομα είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων καθώς επικονιάζουν τα τρία τέταρτα όλων των καλλιεργειών. Σύμφωνα με εργαστηριακές μελέτες που έχουν διεξαχθεί τα τελευταία χρόνια, οι επιπτώσεις στους επικονιαστές από την έκθεση στα νεονικοτινοειδή σχετίζονται με αλλαγές στη φυσιολογία, τη μνήμη, τη μάθηση και τη συμπεριφορά. Οι μέλισσες βασίζονται σε περίπλοκες συμπεριφορές για να εντοπίσουν λουλούδια και να επιστρέψουν νέκταρ και γύρη στην αποικία. Πρόσθετες σύνθετες συμπεριφορές συμβαίνουν επίσης μέσα στην αποικία για την ανατροφή και ανάπτυξη των νέων μελών, καθώς και  για άλλες εργασιακές δραστηριότητες. Επομένως, επειδή τα νεονικοτινοειδή είναι νευροτοξικές ουσίες, έχουν υπάρξει σημαντικές ανησυχίες και έρευνες για το πώς μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των μελισσών, συμπεριλαμβανομένης της μάθησης και της μνήμης.


Τα νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα είναι νευροτοξικά και ως εκ τούτου υπάρχουν σημαντικές ανησυχίες για πιθανή έκθεση ωφέλιμων εντόμων, όπως είναι οι μέλισσες.

Σύμφωνα με νέες μελέτες, τόσο η οξεία όσο και η χρόνια έκθεση στα  νεονικοτινοειδή παρασιτοκτόνα, μεταβάλλει την ικανότητα πτήσης των μελισσών, με αποτέλεσμα να πετούν με ασταθείς και αποπροσανατολισμένους ρυθμούς. Μεταβολές παρατηρήθηκαν ακόμα στη διάρκεια και την ταχύτητα των πτήσεων. Σύμφωνα με τους επιστήμονες αυτές οι αλλαγές, μπορεί να επηρεάσουν ακόμα και την ικανότητα των μελισσών να επιστρέψουν πίσω στην κυψέλη, με αποτέλεσμα εκτός από τη φυσική τους συμπεριφορά, να επηρεάζεται συνολικά η επιβίωση όλης της αποικίας.

Advertisement

Περιβαλλοντική Πολιτική 

Ενώ λοιπόν οι επιπτώσεις των νεονικοτινοειδών στη διατροφική συμπεριφορά των μελισσών, έχει τεκμηριωθεί σε πολλές εργαστηριακές μελέτες, ανάλογα αποτελέσματα δεν παρατηρήθηκαν σε μελέτες πεδίου, με ρεαλιστικές δόσεις νεονικοτινοειδών εντομοκτόνων. Αυτό έχει προξενήσει πολλά ερωτηματικά στους επιστήμονες, οι οποίοι τείνουν να αμφισβητήσουν την εφαρμογή των εργαστηριακών ευρημάτων στο γενικό πλαίσιο εκτίμησης κινδύνου. Μάλιστα το γεγονός πως υπήρξε δυσκολία όχι μόνο στην παρακολούθηση των μελισσών όσο στην ποσοτικοποίηση των επιπτώσεων σε επίπεδο αποικίας, είχε σαν αποτέλεσμα η απόφαση για αναστολή χρήσης αυτών των προϊόντων να μην υποστηριχτεί ομόφωνα από τις ευρωπαϊκές χώρες. Σε μια ανάλογη κίνηση η Αμερικάνικη Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος (USEPA), επιτάχυνε το χρονοδιάγραμμα για την αναθεώρηση της καταχώρισης των νεονικοτινοειδών εντομοκτόνων, προσθέτοντας μια προειδοποίηση στις ετικέτες αυτών των προϊόντων, για την πιθανή έκθεση των επικονιαστών, χωρίς όμως να απαγορέψει την κυκλοφορία τους.


Τον Απρίλιο του 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε μορατόριουμ διάρκειας 2 ετών στη χρήση των νεονικοτινοειδών θειομεθοξάμη, κλοθειανιδίνη και ιμιδακλοπρίδη στις ανθοφόρες καλλιέργειες.

Τον Ιανουάριο του 2013 ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), δημοσίευσε εκθέσεις αξιολόγησης κινδύνου (Risk Assessment) για τις μέλισσες. Οι εκθέσεις αφορούσαν τα τρία νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα, κλοθειανιδίνη, θειομεθοξάμη και ιμιδακλοπρίδη, αναγνωρίζοντας ρητώς πως ορισμένα δεδομένα που απαιτούνταν για  την προσέγγιση της αξιολόγησης κινδύνου δεν ήταν διαθέσιμα. Ακολούθως τον Απρίλιο του 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε μορατόριουμ διάρκειας 2 ετών στη χρήση των νεονικοτινοειδών ( θειομεθοξάμη, κλοθειανιδίνη και ιμιδακλοπρίδη) στις ανθοφόρες καλλιέργειες, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η έκθεση των επικονιαστών και παράλληλα να διερευνηθούν τα δεδομένα που απαιτούνταν για τον ακριβέστερο χαρακτηρισμό των κινδύνων από αυτά τα χημικά. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θεσπίσει νέους κανονισμούς, σύμφωνα με τους οποίους πρόκειται να απαγορευτεί η χρήση τους εκτενώς σε όλες τις καλλιέργειες. Βέβαια η νέα νομοθεσία θα τεθεί σε ισχύ τους επόμενους μήνες.  

Advertisement

Νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα σε δείγματα μελιού

Πρόσφατα σε μια νέα έρευνα, 200 δείγματα μελιού αναλύθηκαν για νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα, με τα αποτελέσματα να καταδεικνύουν πως το 75% ήταν μολυσμένα με χημικά, πολλαπλών τύπων. Οι μέλισσες ταξιδεύουν πολλά χιλιόμετρα για να συλλέξουν γύρη και νέκταρ, με αποτέλεσμα το μέλι που παράγουν, να αποτελεί έναν εξαιρετικό δείκτη ρύπανσης στην τοπική περιοχή από φυτοφάρμακα.

Η εξέταση των δειγμάτων, ξεκίνησε ως «Πρόγραμμα Επιστήμης των Πολιτών», όταν ερευνητές του Πανεπιστημίου Neuchâtel της Ελβετίας, ζήτησαν από ανθρώπους να δωρίσουν δείγματα μελιού που είχαν συλλέξει από όλο τον κόσμο, μεταξύ των ετών 2012 και 2016. Αυτή η πρόταση της επιστημονικής ομάδας, είχε σαν αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν τελικά εκατοντάδες δείγματα. Από αυτά επιλέχθηκαν συνολικά 198, γνωστής τοπικής προέλευσης και αναλύθηκαν για τους πέντε βασικούς τύπους νεονικοτινοειδών.

Νέα στοιχεία

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science, τα ποσοστά της μόλυνσης ήταν μεγαλύτερα στη Βόρεια Αμερική, με το 86% των δειγμάτων να περιέχουν ένα ή περισσότερους τύπους νεονικοτινοειδών. Δεύτερη στην κατάταξη βρέθηκε η Ασία και τρίτη η Ευρώπη, με ποσοστά μόλυνσης 80% και 79% αντίστοιχα. Τελευταία ήταν η Νότια Αμερική, με 57% ποσοστό μόλυνσης στα δείγματα που εξετάστηκαν. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως σχεδόν τα μισά δείγματα μελιού περιείχαν ένα κοκτέιλ εντομοκτόνων.



Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, σύμφωνα με τον καθηγητή Edward Mitchell του Πανεπιστημίου Neuchâtel, ήταν πως το 75% των δειγμάτων περιλάμβανε μετρήσιμες ποσότητες νεονικοτινοειδών, ενώ αποκάλυψε πως αρκετά δείγματα προέρχονταν από απομακρυσμένες περιοχές, συμπεριλαμβανομένων και των ωκεάνιων νήσων. Ο καθηγητής Edward Mitchell, υπογράμμισε ακόμα πως αν υπολογίσουμε την ελάχιστη συγκέντρωση για την οποία έχει βρεθεί σημαντική αρνητική επίδραση στις μέλισσες, τότε το 48% των δειγμάτων υπερέβησαν αυτό το επίπεδο.

Αυτά τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά για τις μέλισσες, όχι όμως το ίδιο και για τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι ποσότητες νεονικοτινοειδών που ανιχνεύτηκαν στα δείγματα, είναι εντός των ορίων ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κάποιος κίνδυνος για τους καταναλωτές και τη δημόσια υγεία. Πιο συγκεκριμένα, όλα τα δείγματα εκτός από δύο, είχαν συνολικά επίπεδα μόλυνσης κάτω από το  ανώτατο όριο υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων (MLR) στη σύστασή τους, που επιτρέπεται βάσει της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για ανθρώπινη κατανάλωση.     

Μόλυνση του Μελιού σε Παγκόσμιο Επίπεδο

Τα ευρήματα είναι ανησυχητικά. Οι συγκεντρώσεις νεονικοτινοειδών που ανιχνεύονται σε δείγματα μελιού, είναι συχνά πολύ χαμηλές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα, είναι εξαιρετικά επικίνδυνα, καθώς πρόκειται για φυτοφάρμακα πολύ τοξικά, ίσως 4.000 έως 10.000 φορές πιο τοξικά από το DDT (διχλωροδιφαινυλοτριχλωροαιθάνιο). Ο καθηγητής Dave Goulson του Πανεπιστημίου Sussex, στο Ηνωμένο Βασίλειο, δήλωσε ότι σε όλο τον κόσμο σε ολόκληρες εκτάσεις γης έχουν διαπεράσει ισχυρές νευροτοξίνες, συμβάλλοντας αναμφισβήτητα στην παγκόσμια κατάρρευση της βιοποικιλότητας.


Επίπεδα Μολύνσης του Μελιού σε Παγκόσμιο Επίπεδο.

Το 2014  μια συνολική επιστημονική αξιολόγηση των νεονικοτινοειδών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευρεία χρήση τους θέτει σε κίνδυνο το παγκόσμιο σύστημα παραγωγής τροφίμων. Αυτή η έκθεση, η οποία ονομάστηκε Παγκόσμια Ολοκληρωμένη Αξιολόγηση Συστηματικών Φυτοφαρμάκων, εξέτασε κάθε επιστημονική δημοσίευση για τα νεονικοτινοειδή, από τότε που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χρήση αυτών των εντομοκτόνων έχει «ταχεία» αύξηση την τελευταία δεκαετία, ενώ η αργή διάσπαση και απομάκρυνσή τους από το έδαφος έχει οδηγήσει σε μεγάλης κλίμακας μόλυνση. Συνεπώς, οι ισχύοντες κανόνες χρήσης δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την δημιουργία επικίνδυνων επιπέδων τέτοιων χημικών ουσιών στο περιβάλλον.

Μάλιστα οι περισσότερες χώρες δεν διαθέτουν δημόσια στοιχεία σχετικά με τις ποσότητες και τις περιοχές που εφαρμόζονται τα συστημικά φυτοφάρμακα. Η δοκιμές που ζητήθηκαν από τις ρυθμιστικές αρχές, δεν έχουν καθορίσει μέχρι σήμερα τη μακροπρόθεσμη επίδραση υποθανατηφόρων δόσεων των νεονικοτινοειδών, ενώ δεν έχουν αξιολογήσει και την επίδραση από την συνδυασμένη εφαρμογή πολλών φυτοφαρμάκων. Η τοξικότητα των νεονικοτινοειδών έχει καθοριστεί μόνο για ορισμένα είδη που είναι γνωστό πως εκτίθενται. Συγκεκριμένα, έχει εκτιμηθεί μόνο για τέσσερα γνωστά είδη μελισσών από τα 25.000, ενώ δεν υπάρχουν ουσιαστικά στοιχεία για τις επιπτώσεις στα ερπετά και τα θηλαστικά.

Διαχείριση του Προβλήματος

Είναι πλέον καιρός να αναπτύξουμε ένα παγκόσμιο ρυθμιστικό σύστημα για τα φυτοφάρμακα, ώστε να αποτρέψουμε τις καταστροφές αυτές να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, ο αντίκτυπός τους στο περιβάλλον μπορεί να περιοριστεί και να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητά τους κατά των παρασίτων. Αρκετοί υποστηρίζουν πως αυτή η κατάσταση έχει προκύψει από την υπερβολική χρήση των νεονικοτινοειδών. Οπότε προτείνουν πως αντί να επιδιώκουμε την οριστική τους απαγόρευση, να επικεντρωθούμε στην ανάπτυξη στρατηγικών για τον περιορισμό της χρήσης τους. Πολλοί όμως είναι και αυτοί που αναφέρουν πως η χρήση αυτών των παρασιτοκτόνων είναι αντίθετη με τις βιώσιμες από περιβαλλοντική άποψη γεωργικές πρακτικές. Τονίζουν πως δεν υπάρχει κανένα πραγματικό όφελος στους αγρότες, αλλά αντιθέτως αλλοιώνετε η ποιότητα του εδάφους, βλάπτει τη βιοποικιλότητα και μολύνει το νερό, τον αέρα και τα τρόφιμα. Δεν υπάρχει συνεπώς λόγος να συνεχιστεί αυτή η πορεία καταστροφής.


Ανάγκη για την ανάπτυξη ενός παγκόσμιου ρυθμιστικού συστήματος για τα φυτοφάρμακα.

 

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Είμαι Βιοχημικός- Βιοτεχνολόγος, με Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Τοξικολογία. Αγάπησα και σπούδασα την επιστήμη μου με πάθος γι’ αυτό και τα ενδιαφέροντά μου κυμαίνονται από την Έρευνα και την Τεχνολογία μέχρι την Καινοτομία και την Εκπαίδευση. Λατρεύω τα ταξίδια και τις εξορμήσεις στη φύση, ενώ στον ελεύθερο μου χρόνο διαβάζω βιβλία, συλλέγω φωτογραφίες, βλέπω ταινίες και ασχολούμαι φυσικά με την αρθρογραφία!

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG