Θεωρίες προέλευσης της εγκληματικής συμπεριφοράς

εγκληματική συμπεριφορά

Το έγκλημα ορίζεται διαφορετικά σε διαφορετικές κοινωνίες και ο εγκληματίας – παραβάτης χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης (Cusson, 2009). Δεν θα ήταν άτοπο επίσης να υποστηριχτεί πως η «ιδιότητα» του εγκληματία προσφέρει μια χρηστική «υπηρεσία» στην κοινωνία που παράγεται. Σύμφωνα με τον E. Durkheim, η χρηστικότητα του εγκλήματος (και κατ’ επέκταση του εγκληματία) σε μια κοινωνία, συνίσταται στην αλληλένδετη σχέση με αυτή και παράλληλα με τις βασικές προϋποθέσεις κάθε κοινωνικής ζωής, θεωρείται απαραίτητο στην εξέλιξη της ηθικής και του δικαίου. Με άλλα λόγια, θα λέγαμε πως οι λειτουργικές ιδιότητες των εγκληματικών συμπεριφορών προσφέρουν στο κοινωνικό πλαίσιο που γεννιούνται και αναπαράγονται μια σειρά θετικές διαστάσεις:

-Η εγκληματική συμπεριφορά συνιστά ένα παράδειγμα πράξης που θα πρέπει να αποφύγουν τα υπόλοιπα μέλη μιας κοινωνίας. Η γνώση δηλαδή του κοινωνικά μη αποδεκτού, οδηγεί στον προσδιορισμό της έννοιας του κοινωνικά αποδεκτού.

-Η κοινωνική ανοχή σε ορισμένες παραβατικές συμπεριφορές μπορεί να λειτουργήσει σαν «βαλβίδα εξαέρωσης» ώστε να αποφευχθούν μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα.

-Η παραβατική συμπεριφορά μπορεί να συμβάλει στις κοινωνικές αλλαγές. Στην προκειμένη περίπτωση χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν π.χ. κοινωνικά κινήματα ισότητας των φύλων ή φυλετικών διακρίσεων, όπου σε αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε ποινικοποίηση των συμπεριφορών των ατόμων που διεκδίκησαν ανοιχτά τα δικαιώματα τους.

Θεωρητικές προσεγγίσεις

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, σχηματικά να αναφέρουμε δυο θεωρητικά πρότυπα, το συναινετικό και το συγκρουσιακό:

-Το πρώτο, ευαγγελίζεται πως η τάξη και η συνοχή μιας κοινωνίας είναι απόρροια της καθολικής συναίνεσης των μελών της σχετικά με τις αρχές και αξίες που οργανώνουν την κοινωνική ζωή. Άρα, η παρέκκλιση από αυτές, όπως είναι το έγκλημα, συνιστά προσβολή των αξιών και πρέπει να τιμωρείται.

-Στο συγκρουσιακό πρότυπο κυρίαρχο σημείο είναι η έννοια του καταναγκασμού. Η κοινωνία παρουσιάζεται ως πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων και αξιών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Ο καταναγκασμός προκύπτει από την επικράτηση των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, όπου επιβάλουν τα δικά τους συμφέροντα και αξίες, εκφράζοντας και κατοχυρώνοντας τα, μέσω των κανόνων δικαίου.

Advertisement

εγκληματική συμπεριφορά

Θετικιστικές προσεγγίσεις του εγκλήματος και του εγκληματία

Οι βιολογικές προσεγγίσεις του εγκληματικού φαινομένου εμφανίστηκαν τον 19ο αιώνα επηρεαζόμενες από ανθρωπολογικές μελέτες και από τις επαναστατικές ανακαλύψεις στο χώρο της Βιολογίας. Εξέτασαν το ζήτημα της εγκληματικότητας από μια θετικιστική προσέγγιση. Κέντρο βαρύτητας για τις κλασσικές βιολογικές προσεγγίσεις αποτελεί η φύση του εγκληματία και η βιολογική του υπόσταση. Ως αποτέλεσμα, η εγκληματική συμπεριφορά έχει συσχετισθεί με βλάβες σε διάφορα (νευρο) βιολογικά συστήματα (γενετική, ορμόνες, λειτουργία του εγκεφάλου). Η ανάπτυξη καινοτόμων τεχνικών, για παράδειγμα, όπως είναι οι τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου και οι φυσιολογικές μετρήσεις, μπορεί να εξηγήσει εν μέρει την αύξηση των νευροβιολογικών μελετών για την εγκληματική συμπεριφορά.

Γενετικοί Παράγοντες – Κληρονομικότητα

Ένα ερώτημα που έχει αναθερμανθεί τις τελευταίες δεκαετίες, με αφορμή και τις δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας στον τομέα της βιολογίας, αφορά το κατά πόσο το βιολογικό αποτύπωμα κάθε ατόμου (DNA) μπορεί να μεταφέρει προδιαθεσιακούς παράγοντες για την εκδήλωση εγκληματικής συμπεριφοράς. Οι πρώτες έρευνες που αναζήτησαν ενδείξεις για τη συσχέτιση γενετικών δεικτών με την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς αφορούσαν τη μελέτη δίδυμων. Ακολούθησαν έρευνες εστιασμένες στο λεγόμενο φυλετικό ζεύγος χρωμοσωμάτων του άνδρα, και συγκεκριμένα στις ανωμαλίες ύπαρξης ενός επιπλέον χρωμοσώματος, που όμως η σύνδεση τους με την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Σε σχέση με τις μελέτες διδύμων (Coccaro et al, 1993) διαφαίνεται μια κληρονομική βάση που συνδέεται με την εκδήλωση παρορμητικής επιθετικότητας. Η χρησιμότητα των παραπάνω μελετών στην εγκληματολογία δεν έγκειται στην ικανότητά τους να προβλέψουν επιθετική συμπεριφορά σε έναν πληθυσμό, αλλά στο να αποδείξουν πως τα γονίδια μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά μας.

Ο ρόλος νευροδιαβιβαστών και ορμονών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η λειτουργία του γονιδίου της μονο-αμινοοξειδάσης Α σε συνάρτηση με τους νευροδιαβιβαστές, μιας επηρεάζει τα ακόλουθα συστήματα:

Advertisement

-το σύστημα της ντοπαμίνης, η οποία εμπλέκεται στη διάθεση, τα κίνητρα και την ανταμοιβή, τη διέγερση και άλλες συμπεριφορές

-το σύστημα της σεροτονίνης, η οποία εμπλέκεται στον έλεγχο των παρορμήσεων και επηρεάζουν τον ύπνο και την όρεξη, και

-το σύστημα της επινεφρίνης/νορεπινεφρίνης, το οποίο είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για τις άμεσες αντιδράσεις, που αισθάνεται ο οργανισμός μας όταν αγχώνεται.

Χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης στα παιδιά σχετίζονται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και το ίδιο ισχύει για τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους εφήβους και τους ενήλικες (Dabbs, J.M., et.al. 1991). Σε άλλη έρευνα των Dabbs & Hargrove (1997) που μελέτησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης σε φυλακισμένες γυναίκες, βρέθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων τεστοστερόνης και των παραμέτρων ηλικία, ιστορικό βίαιης εγκληματικής συμπεριφοράς, και επιθετικής συμπεριφοράς μέσα στη φυλακή. Βέβαια, είναι σημαντικό να τονιστεί πως τα συγκεκριμένα ευρήματα αφορούν τη χρονική συνθήκη φυλάκισης και δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα επίπεδα των ορμονών ήταν τα ίδια κατά τη χρονική περίοδο διάπραξης των εγκλημάτων. Σε σχέση με τους άντρες, υπάρχει πλέον μεγάλη αμφισβήτηση από την επιστημονική κοινότητα για αν τα αυξημένα επίπεδα τεστοστερόνης μπορεί θεωρηθούν ως προγνωστικός παράγοντας για την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς (Batrinos, 2012). Συμπεραίνουμε, λοιπόν, πως τα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών στον οργανισμό μας συνδέονται τόσο με οργανικούς και προδιαθεσιακούς παράγοντες, αλλά και με το περιβάλλον εκδήλωσης τους.

εγκληματική συμπεριφορά

Το έγκλημα ως κοινωνικό παράγωγο

Σε αντίθεση με όσα υποστήριζαν οι βιολογικές προσεγγίσεις, για τις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, μια εγκληματική προσωπικότητα δεν φαίνεται να διαφέρει σε τίποτα από το συνολικό πληθυσμό της συμβατικής κοινωνίας, όσον αφορά την ευφυΐα, τη φυσική κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Αντίθετα, αυτή διαμορφώνεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές.

Η Οικολογική Σχολή του Σικάγο

Η θεωρία που ουσιαστικά άνοιξε το δρόμο για την κοινωνιολογική ανάλυση στην εγκληματολογία είναι η θεωρία της οικολογικής σχολής του Σικάγο. Πνευματικός πατέρας της εν λόγω σχολής θεωρείται ο καθηγητής Ernest Burgess, ενώ δυναμικοί εκπρόσωποι της υπήρξαν οι Clifford Shaw και Henry McKay. Η κεντρική θεωρητική βάση της οικολογικής σχολής είναι ότι η εγκληματική συμπεριφορά γεννάται από τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του και τις αντιδράσεις που δέχεται από τον περίγυρο του. Σχετικά με την εγκληματικότητα νεαρών ατόμων, οι εκπρόσωποι της σχολής του Σικάγο, διαπίστωσαν ότι αυτή εμφάνιζε μια κανονικότητα και σταθερότητα μέσα σε ορισμένα «φυσικά» όρια. Τα όρια αυτά περιορίζονταν στα όρια των συνοικιών της πόλης του Σικάγο, μιας περιοχής όπου κυριαρχούσε η φτώχεια και η δράση συμμοριών.

Advertisement

Η Θεωρία της Μάθησης

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Μάθησης που διατυπώθηκε από τον Edwin Sutherland (1833-1950), το έγκλημα πρέπει να εξετάζεται ως ένα φαινόμενο που είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μάθησης. Η εγκληματική συμπεριφορά μαθαίνεται σε αλληλεπίδραση με άλλα άτομα και ομάδες των οποίων τις αξίες και τους παρεκκλίνοντες κανόνες αποδέχεται το παραβατικό άτομο. Για να καταστεί κάποιος εγκληματίας, θα πρέπει να υπερισχύσει μέσα του, η ευνοϊκή για αυτόν αντίληψη για προσβολή του νόμου, εις βάρος της αντίστροφης αντίληψης, η οποία συνίσταται στο σεβασμό του ποινικού νόμου. Αυτή η μεταλλαγή, βέβαια, δεν επέρχεται αυτόματα, ούτε με υποχρεωτικό τρόπο. Συναρτάται με μια αλυσίδα άλλων επιμέρους, αλλά βασικών, παραγόντων, όπως η συχνότητα, η διάρκεια ή η ένταση της διαπροσωπικής συναναστροφής, η οποία κατόπιν παίρνει τη μορφή εκμάθησης εγκληματικών συμπεριφορών. Σε αυτό το σημείο έχει αξία να αναφέρουμε και τη Θεωρία της Συμβολικής Αλληλεπίδρασης του G.H. Mead, που επηρέασε τον Sutherland. Ο Mead υποστήριξε πως οι άνθρωποι δρουν και κάνουν πράγματα σύμφωνα με το νόημα και τη σημασία που τους δίνουν. Οι ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες του καθενός, καθορίζουν τελικά και τη σημασία που δοθεί σε κάθε πράξη εγκληματική η μη.

Από τους Sykes και Matza διατυπώθηκε η θεωρητική προσέγγιση των Τεχνικών της Ουδετεροποίησης ή Εξουδετέρωσης. Σύμφωνα με αυτήν, οι εγκληματίες δεν εξαναγκάζονται από ορισμένους παράγοντες να εκδηλώσουν παραβατική συμπεριφορά, ούτε όμως την επιλέγουν τελείως ελεύθερα. Απλώς, στην περίπτωση που χάνεται ο κοινωνικός έλεγχος, το άτομο και ιδιαίτερα ο ανήλικος, (αναφέρθηκαν κυρίως σε ανήλικους παραβάτες) παρασύρεται στη συμπεριφορά του ανάλογα με το ποιες δυνάμεις τυχαία θα εμφανιστούν, συμβατικές ή εγκληματικές. Οι μηχανισμοί που λειτουργούν στο υποκείμενο, αμβλύνοντας το προσωπικό συναίσθημα ενοχής και μειώνοντας τον εσωτερικό αυτοέλεγχο, κατατάσσονται σε 5 κατηγορίες: 1. Η άρνηση της ευθύνης, δηλαδή, η άρνηση της πρόθεση του εγκλήματος. 2. Η άρνηση της βλάβης, εμφανίζεται όταν ο δράστης προσπαθεί να εκλογικεύσει τις πράξεις του. 3. Η άρνηση του θύματος, όταν ο δράστης εμφανίζει τον εαυτό του για θύμα ή το θεωρεί το θύμα άξιο για τη βλάβη που υπέστη. 4. Η κατηγορία κατά των κατηγόρων, όπου ο δράστης ρίχνει τις ευθύνες της πράξεις του στο σύστημα και σε όσους τον κατηγορούν. 5. Η επίκληση ανώτερη αξίας, όπως π.χ. ότι παραβιάστηκαν οι αξίες της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει. Στις πράξεις αυτές, ο δράστης δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ένοχο ανθρωποκτονίας, επειδή πιστεύει ότι τα κίνητρα του είναι από ηθική άποψη ανώτερα και αλτρουιστικά. Η εν λόγω εσωτερική αιτιολογία, αποενοχοποιεί τον δράστη και τον εξωθεί στη «διεκπεραίωση του υψηλού καθήκοντος.

Οι ψυχολογικές θεωρίες

Η ψυχολογική προσέγγιση διακρίνεται σε δύο βασικές κατευθύνσεις. Στην πρώτη κυριαρχούν οι ψυχαναλυτικές και άλλες ψυχολογικές θεωρίες, με αφετηρία τη θεωρία του Freud, και κατόπιν τα νέα ρεύματα, που δημιουργήθηκαν είτε ως παραλλαγές του φροϋδικού προτύπου (Adler, Jung, Aichhorn κ.α.), είτε ως αρνητική αντίδραση (συμπεριφορισμός), στα οποία, επίσης, επιχειρείται προσπάθεια αιτιολογικής προσέγγισης του εγκλήματος. Η δεύτερη κατεύθυνση προσανατολίζεται στη συσχέτιση ψυχοπαθολογίας και εγκλήματος, με την έννοια ότι το έγκλημα μπορεί να είναι έκφραση μιας ψυχικής διαταραχής, η οποία μπορεί να είναι είτε ψύχωση, είτε ολιγοφρένεια (μειωμένη διανοητική ικανότητα).

εγκληματική συμπεριφορά

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση: Ο S. Freud και οι συνεχιστές του

Η θεωρία του Freud προσεγγίζει το παρεκκλιτικό φαινόμενο, που μπορεί να πάρει και εγκληματική μορφή, μέσα από την ανάλυση της ανώμαλης ψυχικής λειτουργίας του υποκειμένου, η οποία συνίσταται στις νευρώσεις, τις ψυχώσεις και τις οριακές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Δηλαδή, η ψυχοπαθολογία του ατόμου, οφείλεται στις εσωτερικές συγκρούσεις του ασυνείδητου με το συνειδητό τμήμα της προσωπικότητας . Η διαμάχη αυτή, όταν εξισορροπείται, επιφέρει ψυχική γαλήνη και κοινωνική προσαρμοστικότητα στο άτομο, ενώ όταν επικρατήσει το ασυνείδητο, προκαλείται μια ατέρμονη ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία, η οποία, πολλές φορές, μορφοποιείται στο έγκλημα.

Για τον Αdler, δηλαδή, το έγκλημα αποτελεί μιαν υπεραναπλήρωση, έναν αντικειμενικά ακατάλληλο, αποτυχημένο τρόπο αντίδρασης του ατόμου, κατά του πιεστικού αισθήματος, που προέρχεται από τη μη ικανοποίηση της σημαντικής τάσης για επιβεβαίωση και αναγνώριση. Για τον ίδιο το δράστη, όμως, αποτελεί ένα μηχανισμό άμυνας του «εγώ» του, επίδειξή δύναμης και μέσο επιβεβαίωσης του εαυτού του και στους άλλους. Η προσέγγιση αυτή, μπορεί να εξηγεί την παιδική και εφηβική παρέκκλιση, αλλά δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλες τις μορφές του πολύπλοκου αυτού φαινομένου.

Μια άλλη παραλλαγή του φροϋδικού προτύπου, επήλθε με την «Αναλυτική Ψυχολογία» του C. Jung. Στο πλαίσιο της θεωρίας αυτής, ο άνθρωπος είναι αναγκαία αποδέκτης πολλών προδιαθέσεων, αρνητικών και θετικών μεταξύ τους, που έχουν διαμορφωθεί στους αιώνες. Το άτομο, δηλαδή, είναι ένας κόσμος, στον οποίο υπάρχουν θετικές και αρνητικές προδιαθέσεις. Ψυχική ισορροπία υπάρχει εφόσον επικρατήσουν οι θετικές προδιαθέσεις και παραμείνουν υπανάπτυκτες οι αρνητικές. Κατά τη θεωρία του Jung, μπορεί να εγκληματήσει το άτομο εκείνο, που παρουσιάζει επικράτηση των αρνητικών προδιαθέσεων, αποτέλεσμα των αγώνων του ασυνειδήτου του με τις αρχέτυπες εικόνες του υπερατομικού ασυνειδήτου, που έχει κληρονομήσει.

Η θεωρία της Συμπεριφοράς

Ο «Συμπεριφορισμός» αποτελεί τον αντίποδα της ψυχανάλυσης. Σύμφωνα με αυτά, η εγκληματική συμπεριφορά θεωρείται αποτέλεσμα μάθησης που έγινε στα προηγούμενα στάδια ζωής, τηρώντας συγκεκριμένους νόμους. Επομένως το έγκλημα δεν είναι αναγκαστικά αποτέλεσμα μη φυσιολογικής ή ηθικά ανώριμης συμπεριφοράς Ειδικότερα, με την επιθετικότητα ασχολήθηκε ο A. Bandura, στην θεωρία της «κοινωνικής μάθησης». Ήδη από τη δεκαετία του 1960, ο Bandura, με τα γνωστά πειράματα του σε παιδιά, απέδειξε ότι αυτά μιμούνται εύκολα και άμεσα, βίαιες πράξεις ενηλίκων, που λίγο πριν είχαν παρακολουθήσει στην τηλεόραση.

Πηγές:

Abrahamsen, D., (1960), The psychology of crime, Columbia Univer. Press, Oxford, England.

Adler, F., Mueller, G., Laufer, W., (1998), Criminology – the shorter version, pub. Mc Graw Hill, Boston, 3η έκδοση.

Coccaro E F, Bergman C S, McLean G E, (1993), Heritability of irritable impulsiveness: a study of twins reared together and apart, Psych Res 48:229 – 242.

Dabbs, J. M. Jr, & Hargrove, M. F., (1997), Age, testosterone, and behavior among female prison inmates, Psychosom. Med., 59, 477-480.

Δασκαλάκης, Η., (1985), Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, εκδ.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή.

Δουζένης Α, Τσίρκα, Βασιλοπούλου Κ, Χριστοδούλου Γ., (2004), Ο ρόλος της σεροτονίνης στη νευροβιολογία της επιθετικότητας. Ψυχιατρική, 15:48-56

Freud, S.,(1990), Βασικές αρχές της ψυχανάλυσης, Εκδόσεις Δίοδος Αθήνα.

Glenn, AL, & Raine, A., (2014), Neurocriminology: implications for the punishment, prediction and prevention of criminal behaviour. Nature Reviews Neuroscience, 15(1), 54–63.

Siever, L. J., (2008), Neurobiology of aggression and violence, Am J Psychiatry, 165(4), 429–442.

Yang, YL, & Raine, A., (2009), Prefrontal structural and functional brain imaging findings in antisocial, violent, and psychopathic individuals. A meta-analysis, Psychiatry Research-Neuroimaging, 174(2), 81–8.

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Φοιτήτρια Ψυχολογίας στο ΑΠΘ και παρακολούθηση Εγκληματολογικής Ψυχολογίας στο ΕΚΠΑ και Ιατρικής Νευροεπιστήμης στο Duke University. Σκοπός μου η ενασχόληση με την Εγκληματολογική Ψυχολογία, τόσο σε επίπεδο έρευνας και συνεργασίας με την Αστυνομία όσο και σε κλινική εφαρμογή.

Αφήστε το σχόλιο σας

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG