Ουμπέρτο Έκο: Η προσβολή

Ουμπέρτο Έκο: Η προσβολή

Σε περιόδους κρίσης εφάμιλλη μ’ αυτή που διανύουμε θα περίμενε κανείς όροι όπως η υπερκατανάλωση να μην παρουσιάζουν ιδιαίτερη απήχηση λόγω ακριβώς των οικονομικών δυσχερειών. Κι όμως αυτή η ταύτιση του είναι με το έχειν μοιάζει να μην  αποτελεί παρελθόν αλλά μια πραγματικότητα που αφορά κάποιους από εμάς. Ο καταναλωτής επιδίδεται σε ένα κυνήγι προσφορών και ευκαιριών ακολουθώντας την μόδα στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικής επιθυμητότητας. Μάθαμε να αγαπάμε τον εαυτό μας με γνώμονα την εμφάνιση; Ο καταναλώτισμος και η στρεβλή όψη που μπορεί να λάβει συνδέονται με τον καπιταλισμό και την προσβολή των φτωχών όπως αναφέρει έντεχνα ο Έκο στο απόσπασμα που ακολουθεί.

«Όταν ήμουν μικρός, οι μεγάλοι αγόραζαν στα παιδιά δύο τύπους παγωτών από κείνα τα άσπρα καροτσάκια με τα στρογγυλά ασημί καπάκια: ή το χωνάκι που στοίχιζε δύο σολδιά ή την «τσιάλντα» που στοίχιζε τέσσερα. Το χωνάκι ήταν πολύ μικρό, ταίριαζε ακριβώς στο χέρι ενός παιδιού και ο παγωτατζής το ετοίμαζε βγάζοντας το παγωτό απ’ το δοχείο. Χρησιμοποιούσε ένα ειδικό φτυαράκι και μ’ αυτό γέμιζε τον κώνο. Η γιαγιά έλεγε πως πρέπει να τρώμε το χωνάκι μόνο μέχρι κάποιο σημείο και να πετάμε τη μυτερή κορυφή, γιατί την είχε πιάσει με το χέρι του ο παγωτατζής. (Κι όμως, εκείνο το μέρος ήταν το πιο νόστιμο, το πιο τραγανό, κι εμείς το τρώγαμε κρυφά, κάνοντας τάχα πως το πετάμε).

Η «Τσιαλντά» που κόστιζε τέσσερα σολδία, γινόταν με ειδικό μηχανάκι που κι εκείνο ήταν ασημί. Ανάμεσα σε δυο κυκλικές επιφάνειες τοποθετούνταν με πίεση ένα κυλινδρικό τμήμα παγωτού. Περνούσαμε τη γλώσσα ανάμεσα στις επιφάνειες μέχρι που δε μπορούσαμε να φτάσουμε στο κέντρο, και τότε τρώγαμε το σύνολο, μια και οι δυο επιφάνειες είχαν μουλιάσει αρκετά. Η γιαγιά δεν έδινε καμιά συμβουλή. Θεωρητικά, τις δυο επιφάνειες τις είχε αγγίξει μόνο η μηχανή, στην πραγματικότητα όμως ο παγωτατζής τις είχε πιάσει με το χέρι για να μας δώσει το παγωτό, ήταν όμως αδύνατο να καθοριστεί με ακρίβεια η μολυσμένη περιοχή.

Advertisement

Εγώ όμως γοητευόμουν από μερικούς συνομηλίκους μου που οι γονείς τους δεν τους αγόραζαν μια «τσιάλντα» για τέσσερα σολδιά, αλλά δύο χωνάκια των δύο. Αυτοί οι προνομιούχοι προχωρούσαν καμαρωτοί μ’ ένα παγωτό στο δεξί χέρι κι ένα στο αριστερό κουνώντας επιδέξια το κεφάλι και γλείφοντας μια το ένα και μια το άλλο. Αυτή η ιεροτελεστία με την επίδειξη χλιδής μου προκαλούσε φθόνο και πολλές φορές ζήτησα να την απολαύσω κι εγώ. Όλα στάθηκαν μάταια. Οι δικοί μου ήταν ανένδοτοι: ένα παγωτό για τέσσερα σολδιά ναι, δύο όμως προς δύο, όχι και πάλι όχι.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας, ούτε τα μαθηματικά ούτε η οικονομία, ούτε η διαιτητική δικαιολογούσαν αυτή την άρνηση. Και, φυσικά, ούτε κάποιοι λόγοι υγείας, αφού στο τέλος θα πετούσαμε και τις δύο κορυφές των κώνων. Μια θλιβερή επιχειρηματολογία ισχυριζόταν, (λέγοντας ψέματα), ότι αν ένα παιδάκι ρίχνει το βλέμμα του από το ένα παγωτό στο άλλο, κινδύνευε περισσότερο να σκοντάψει σε πέτρες, σε σκαλοπάτια ή σε κάποια τρύπα του δρόμου. Ακαθόριστα διαισθανόμουν ότι υπήρχε κάποια άλλη αιτιολόγηση, σκληρά παιδαγωγική, την οποία όμως δεν μπορούσα να καταλάβω.

Ουμπέρτο Έκο: Η προσβολή

Σήμερα, κάτοικος και θύμα ενός κόσμου κατανάλωσης και σπατάλης  (ενός πολιτισμού που δεν υπήρχε στη δεκαετία του ’30), καταλαβαίνω ότι εκείνα τ’ αγαπημένα πρόσωπα που τώρα δεν υπάρχουν πια, είχαν δίκαιο. Τα δύο παγωτά στη θέση του ενός, δεν αποτελούσαν οικονομικά μια σπατάλη, αλλά συμβολικά. Ακριβώς γι’ αυτό και τα επιθυμούσα: επειδή τα δύο παγωτά υπαινίσσονταν μια υπερβολή.

Και ακριβώς γι αυτό οι γονείς μου επέμεναν στην άρνηση. Επειδή τα δύο παγωτά θεωρούνταν απρέπεια, προσβολή στους φτωχούς, επίδειξη ψεύτικων προνομίων, παραφουσκωμένη ευημερία. Δύο παγωτά έτρωγαν μόνο τα κακομαθημένα παιδιά, εκείνα που στα παραμύθια βρίσκουν τη σωστή τιμωρία, όπως ο Πινάκιο όταν περιφρόνησε τη φλούδα του φρούτου. Και οι γονείς που ενθαρρύνανε αυτή την αδυναμία, δίδασκαν στα παιδιά τους το ηλίθιο θέατρο του «θα ήθελα, αλλά, δε μπορώ», με άλλα λόγια, όπως θα λέγαμε σήμερα, τα προετοίμαζαν να εμφανιστούν σε τουριστική θέση κρατώντας μια ψεύτικη τσάντα Gucci που την έχουν αγοράσει από πλανόδιο πωλητή σε κάποια παραλία.

Advertisement

Όλα αυτά κινδυνεύουν να μην καταλήξουν σε ηθικό δίδαγμα, μια και στον κόσμο μας ο καταναλωτισμός έχει κακομάθει όχι μόνο τα παιδιά αλλά και τους μεγάλους, αφού αδιάκοπα μας υπόσχεται κάτι παραπάνω, κάποια δωράκια για κάθε αγορά που κάνουμε. Όπως οι γονείς εκείνων των λαίμαργων και αμφιδέξιων παιδιών που φθονούσα, έτσι και ο καταναλωτισμός υποκρίνεται πως δίνει περισσότερα, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρει για τέσσερα σολδιά, αυτό που αξίζει τέσσερα σολδιά. Θα πετάξετε το παλιό ραδιόφωνο για ν’ αγοράσετε ένα καινούργιο στο οποίο οι σταθμοί ανιχνεύονται αυτόματα, κάποιες όμως αόρατες αδυναμίες της εσωτερικής κατασκευής θα καθορίσουν τη διάρκεια της ζωής του στον ένα χρόνο. Το νέο σας αυτοκίνητο μπορεί να έχει όμορφα καθίσματα, τα καθρεφτάκια μπορεί να ρυθμίζονται από μέσα, στο καντράν θα υπάρχουν ηλεκτρονικά εξαρτήματα, θα ζήσει όμως πολύ λιγότερο από το δοξασμένο Πεντακοσαράκι που, ακόμη κι όταν χάλαγε, το ξαναβάζατε σε κίνηση με μια κλωτσιά.

 Η ηθική όμως εκείνης της εποχής μας ήθελε όλους σπαρτιάτες, ενώ η σημερινή μας θέλει όλους συβαρίτες.»

Ουμπέρτο Εκο- Σημειώματα, σημειολογίας κ.ά, εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία.

Ουμπέρτο Έκο: Η προσβολή

Ο Ουμπέρτο Έκο, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας, μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1932. Φημολογείται ότι το επώνυμο “Έκο” είναι το αρκτικόλεξο των λέξεων “Ex Caelis Oblatus”, που σημαίνει “θεϊκό δώρο”. Ακολούθησε σπουδές μεσαιωνικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας και έκανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 καθηγητής της Σημειολογίας στο Μιλάνο. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σημειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Μελετών. Επίσης, ήταν διευθυντής του περιοδικού “VS”. Γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, που χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά. Από την αρχή της καριέρας του είχε κερδίσει πολλές τιμητικές διακρίσεις και έχει κάνει δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Στις πραγματείες του συγκαταλέγονται: “Opera aperta” (1962), “La struttura assente” (1968), “Θεωρία σημειωτικής” (1975), “Lector in fabula” (1979). To 1980 εμφανίστηκε ως μυθιστοριογράφος με το “Όνομα του Ρόδου”, το 1988 ακολούθησε το “Εκκρεμές του Φουκώ”. Έφυγε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 2016 σε ηλικία 84 ετών.

Advertisement

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό πανεπιστήμιο. Μεγάλη μου αδυναμία η δημοσιογραφία.! Αγαπώ την μουσική (τρέλα για τις τρύπες), τα ταξίδια, τον κινηματογράφο, την ιστορία!

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;