Γιάκουμο Κοϊζούμι: Ο Λευκάδιος Χερν της Ιαπωνίας

 Λευκάδιος Χερν:

Ο Λευκάδιος Χερν ή Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν γνωστός επίσης και με το ιαπωνικό όνομα  Γιάκουμο Κοϊζούμι, γεννήθηκε στην Λευκάδα τον Ιούνιο του 1850 (απεβίωσε στο Τόκιο στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904). Επρόκειτο για έναν  διεθνής φήμης συγγραφέα με ιρλανδικές-ελληνικές ρίζες καταγωγής που έλαβε την ιαπωνική υπηκοότητα το 1896.

Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιαπωνίας κυρίως για τα βιβλία και τις συλλογές των ιαπωνικών θρύλων και ιστοριών περί πνευμάτων και φαντασμάτων, όπως το έργο του «Καϊντάν: Ιστορίες και μελέτες παράξενων πραγμάτων». Στις ΗΠΑ ο Γιάκουμο Κοϊζούμι έμεινε επίσης γνωστός για τα κείμενά του που αφορούσαν την πόλη της Νέας Ορλεάνης, που βασίστηκαν στη δεκαετή διαμονή του εκεί.

Ήταν γιος του  Βρετανού χειρούργου ταγματάρχη Τσαρλς Μπους και της Ρόζας Αντωνίου Κασιμάτη, Ελληνίδας ευγενούς με καταγωγή από τα Κύθηρα.  Η γνωριμία με την μητέρα του έγινε όταν ο πατέρας του υπηρετούσε στη Λευκάδα κατά τη διάρκεια της Βρετανικής κατοχής των Επτανήσων όπου αποτελούσε μάλιστα και τον πιο υψηλόβαθμο χειρούργο ιατρό στο σύνταγμά του.

Ο Χερν βαφτίστηκε ως Πατρίκιος Λευκάδιος Χερν στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στη Λευκάδα. Αλλά το Αγγλικό του όνομα ήταν Patricio Lafcadio Tessima Carlos Hearn. Μερικούς μήνες μετά το γάμο του ζευγαριού, η μητέρα του είχε γεννήσει το πρώτο παιδί της οικογένειας και μεγαλύτερο αδελφό του Χερν, Τζορτζ Ρόμπερτ Χερν στις 23 Ιουλίου 1849. Ο αδερφός του όμως πέθανε στις 17 Αυγούστου 1850. Δύο μήνες ακριβώς μετά τη γέννηση του Λευκάδιου. Το σπίτι όπου έζησε Λευκάδιος ως παιδί βρίσκεται στην Λευκάδα μέχρι και σήμερα.

 

Το σπίτι που γεννήθηκε ο Λευκάδιος Χέρν στην Λευκάδα

 

Η εγκατάλειψη και η μεταναστευτική φυγή στην Ιρλανδία:

Σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών ο Λευκάδιος εγκαταλείφτηκε από την μητέρα του, όταν μετακόμισαν με τον πατέρα του στην Ιρλανδία ο οποίος εν συνέχεια τον εγκατέλειψε στην μητέρα του. Μετά από μια σειρά συνεχούς εγκατάλειψης ο Λευκάδιος Χερν καταλήγει υπό την κηδεμονία της  γιαγιάς και θείας του Σάρας Μπρέναν. Πριν την εγκατάλειψή όμως από την μητέρα του, είχε προηγηθεί μια σειρά εξελίξεων που την «ώθησαν» κατά κάποιο τρόπο στην φυγή της.

Advertisement

Το 1850 όμως ο πατέρας του Χερν προήχθη σε Υπηρεσιακό Χειρουργό Δεύτερης Τάξης, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί από τη Λευκάδα στις Βρετανικές Δυτικές Ινδίες. Καθώς η οικογένειά του δεν ενέκρινε τον γάμο με την Ρόζα, ανησυχούσε ότι η σχέση αυτή θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τις προοπτικές για την ανέλιξη της σταδιοδρομίας του. Έτσι ο  Τσαρλς Χερν δεν ενημέρωσε τους ανωτέρους του για το γιο ή για την έγκυο σύζυγό του που άφησε πίσω μαζί με την οικογένειά του. Στη συνέχεια ο Τσαρλς Χερν κανόνισε να στείλει τον γιο και τη σύζυγό του να ζήσουν μαζί με την οικογένειά του στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας όπου δεν έλαβαν και την πιο θερμή υποδοχή. Και αυτό γιατί η μητέρα του Τσαρλς Χερν, Ελίζαμπεθ Χολμς Χερν δυσκολευόταν να αποδεχθεί τον καθολικισμό της Ρόζας Χερν σε συνδυασμό με την έλλειψη παιδείας της. Παράλληλα και η Ρόζα δυσκολευόταν να υιοθετήσει μια ξένη κουλτούρα προς τα δικά της «δεδομένα» και τον προτεσταντισμό της οικογένειας του συζύγου της.

Η οριστική εγκατάλειψη:

Παρά τις προσπάθειες της Σάρας Μπρέναν να αναθερμάνει τις σχέσεις, η Ρόζα υπέφερε από νοσταλγία για την πατρίδα της. Όταν ο σύζυγός της επέστρεψε στην Ιρλανδία με αναρρωτική άδεια το 1853, κατέστη πλέον σαφές ότι το ζευγάρι είχε αποξενωθεί. Ο Τσαρλς Χερν μετατέθηκε στην Κριμαία, αφήνοντας πάλι την έγκυο γυναίκα και το παιδί του στην Ιρλανδία. Όταν επέστρεψε το 1856 σοβαρά τραυματισμένος, η Ρόζα είχε επιστρέψει πλέον στην πατρίδα της τα Κύθηρα όπου και γέννησε τον τρίτο γιο τους, Ντάνιελ Τζέιμς Χερν, με τον Λευκάδιο να έχει αφεθεί στη φροντίδα της Σάρας Μπρέναν.

Μετά από την φυγή της Ρόζας, ο Τσαρλς Χερν υπέβαλε αίτηση για να ακυρωθεί ο γάμος τους. Όταν πληροφορήθηκε την ακύρωση του γάμου τους, η Ρόζα παντρεύτηκε αμέσως τον Τζιοβάνι Καβαλίνι, Έλληνα πολίτη ιταλικής καταγωγής. Ο Καβαλίνι έθεσε ως προϋπόθεση του γάμου τους να παραδώσει την επιμέλεια και του Λευκάδιου και του Τζέιμς. Έτσι και ο Τζέιμς στάλθηκε στον πατέρα του στο Δουβλίνο, με τον Λευκάδιο να παραμένει υπό τη φροντίδα της Σάρας.

Advertisement

Ούτε ο Λευκάδιος ούτε ο Τζέιμς ξαναείδαν ποτέ τη μητέρα τους. Απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά με τον δεύτερο σύζυγό της. Η Ρόζα πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο Δημόσιο Ψυχιατρείο-Άσυλο της Κέρκυρα. Απεβίωσε 1882.

Ο Λευκάδιος Χερν δεν ξαναείδε ποτέ ούτε τον πατέρα του. Παντρεύτηκε τον παιδικό του έρωτα, Αλίσια Γκόσλιν.  Και φεύγοντας μαζί της για απόσπαση στο Σεκουντεραμπάντ της Ινδίας, δημιούργησε νέα οικογένεια. Έτσι σε ηλικία επτά ετών και παρά το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ζούσαν ακόμη, ο  Λευκάδιος Χερν έγινε μόνιμα κηδεμονευόμενος της γιαγιάς-θείας του Σάρας Μπρέναν.

Το ερέθισμα:

Η Μπρέναν όμως μεριμνούσε για την εκπαίδευση των παιδιών, προσλαμβάνοντας δάσκαλο κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. προκειμένου να παρέχει τη βασική παιδεία και τα σημαντικά χαρακτηριστικά  του καθολικού δόγματος. Μέσω αυτής της διαδικασίας, ο Χερν άρχισε να εξερευνά τη βιβλιοθήκη της Μπρέναν. Διαβάζει πολύ ελληνική λογοτεχνία και ιδιαίτερα μυθολογία.

Ο Λευκάδιος Χερν στην Αμερική:

Το 1869 η Μπρέναν έχοντας φτάσει στα 75 της χρόνια και αντιμετωπίζοντας κινητικά προβλήματα, αποφασίζει να σταματήσει την «χρηματοδότηση» του δεκαεννιάχρονου  Χερν. Αγοράζοντας του ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή για Αμερική. Όταν ο Χερν έφτασε  στο Σινσινάτι, συνάντησε την οικογένεια Κάλιναν. Όπως του είχε πει η Μπρέναν. Η οικογένεια όμως δεν είχε πολλά να προσφέρει. Ο πατέρας Κάλιναν του έδωσε μόλις 5 δολάρια ευχόμενος «καλή τύχη». Όπως θα έγραφε αργότερα και ο Χερν: «Πετάχτηκα για να αρχίσω τη ζωή μου άφραγκος στο πεζοδρόμιο μιας αμερικανικής πόλης».

Για κάποιο διάστημα ήταν εξαθλιωμένος, ζούσε σε στάβλους ή αποθήκες σε αντάλλαγμα για χαμαλοδουλειές. Μέχρι που έγινε στενός φίλος με τον Άγγλο τυπογράφο και κοινοτιστή Χένρι Γουότκιν. Τον προσέλαβε  στο τυπογραφείο του, βοηθώντας τον να βρει διάφορες δουλειές του ποδαριού και δανείζοντας του παράλληλα βιβλία από τη προσωπική του βιβλιοθήκη. Συμπεριλαμβανομένων  των ουτοπιστών Φουριέ,  Ντίξον και Νόις. Ο Χερν σύχναζε επίσης στη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Σινσινάτι, που εκείνη την εποχή είχε περίπου 50.000 τόμους. Την άνοιξη του 1871 έλαβε μια επιστολή από τον Χένρι Μολινέ τον πληροφόρησε για το θάνατο της Σάρας Μπρέναν. Και τον ορισμό του Μολινέ ως μοναδικού εκτελεστή της διαθήκης. Αν και η Μπρέναν τον είχε ορίσει ως δικαιούχο μιας ετήσιας προσόδου όταν έγινε κηδεμόνας του, ο Χερν δεν πήρε τίποτα από την περιουσία και δεν ξανά είχε ποτέ νέα από τον Μολινέ.

Advertisement

Η δύναμη του ταλέντου:

Το ταλέντο του Χερν ως συγγραφέα τον βοήθησε να βρει δουλειά ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Τhe Cincinnati Enquirer». Εργάστηκε από το 1872 έως και το 1875. Γράφοντας με μια δημιουργική ελευθερία σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στο Σινσινάτι, έγινε γνωστός για τις μακάβριες περιγραφές τοπικών φόνων. Καλλιέργησε τη φήμη του κορυφαίου συγκλονιστικού δημοσιογράφου της εφημερίδας καθώς και του συγγραφέα των ευαίσθητων περιγραφών. Ο «φόνος του Τάνιαρντ», είχε διαρκέσει επί μήνες το 1874. Μέσω των περιγραφών του, ο Χερν εδραίωσε τη φήμη του ως ο τολμηρότερος δημοσιογράφος του Σινσινάτι. Και το Enquirer αύξησε το μισθό του από 10 σε 25 δολάρια τη βδομάδα.

Το 1874 ο Χερν σε συνεργασία με τον Χένρι Φαρνί, έγραψαν, εικονογράφησαν και εξέδωσαν ένα οκτασέλιδο εβδομαδιαίο περιοδικό τέχνης, λογοτεχνίας και σάτιρας, με τον τίτλο «Ye Giglampz». Το έργο σχολιάστηκε από ένα κριτικό του εικοστού αιώνα: «Ίσως το συναρπαστικότερο έργο διαρκείας που ανέλαβε ο Χερν».

Νέα Ορλεάνη:

Το φθινόπωρο του 1877, πρόσφατα διαζευγμένος από τη Μάτι Φόλεϊ ο ανήσυχος Χερν είχε αρχίσει να παραμελεί τη δουλειά του στην εφημερίδα. Ξεκίνησε να μεταφράζει στα Αγγλικά έργα του Γάλλου συγγραφέα Γκωτιέ. Με την υποστήριξη του Γουότκιν και του εκδότη του «Cincinnati Commercial» Μίρατ Χάλστεντ», ο Χερν έφυγε από το Σινσινάτι . Με προορισμό την Νέα Ορλεάνη, όπου αρχικά έγραψε ανταποκρίσεις για το «Commercial» στη στήλη Gateway to the Tropics.

Στα τέλη του 1881 ο Χερν πήρε μια θέση συντάκτη στους «Times Democrat» της Νέας Ορλεάνης, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μεταφραστής άρθρων από γαλλικές και ισπανικές εφημερίδες. Έγραφε σε συνδυασμό άρθρα και κριτικές για θέματα που ο ίδιος επέλεγε.

Ο Χερν έγραφε ενθουσιωδώς για τη Νέα Ορλεάνη, αλλά έγραφε επίσης και για την παρακμή της πόλης, «μια νεκρή νύφη στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς».

Τα κείμενα του Χερν για τις εφημερίδες της Νέας Ορλεάνης περιελάμβαναν ιμπρεσσιονιστικές  περιγραφές τόπων και χαρακτήρων καθώς και ποικίλα άρθρα που κατάγγελλαν την πολιτική διαφθορά, την εγκληματικότητα στους δρόμους, τη βία, τη μισαλλοδοξία και τις αποτυχίες των υπεύθυνων της δημόσιας παιδείας και υγείας. Να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πρόνοιας και προστασίας των πολιτών.

Και παρά το γεγονός ότι πιστώνεται με την «εφεύρεση» της Νέας Ορλεάνης ως τόπου εξωτικού και μυστηριώδους, οι νεκρολογίες του περί των ηγετών του βουντού, Μαρί Λεβό και Δρ. Τζον Μοντενέ ήταν άκρως ρεαλιστικές και απομυθοποιητικές.

Τα γνωστότερα βιβλία του Χερν στη Λουιζιάνα είναι τα εξής:

  • Gombo zhèbes: «Μικρό λεξικό κρεολικών παροιμιών» (εκδόθηκε το 1885).
  • «Η Κρεολική Κουζίνα» (έκδοση 1885). Επρόκειτο για μια  συλλογή συνταγών μαγειρικής από κορυφαίους σεφ και διάσημες Κρεολές νοικοκυρές, που συνέβαλαν να γίνει η Νέα Ορλεάνη διάσημη για την κουζίνα της.
  • «Τσίτα: Μια Ανάμνηση του Χαμένου Νησιού» (έκδοση 1889). Μια νουβέλα με θέμα  βασισμένο στον τυφώνα του 1856, που πρώτο δημοσιεύθηκε στο Harper’s Monthly το 1888.

Ο Λευκάδιος της Ιαπωνίας και του Τόκιου: 

Το 1890 ο Χερν πήγε στην Ιαπωνία, σε μια αποστολή ως ανταποκριτής εφημερίδας όπου και έμελλε να λάβει την μεγαλύτερη αναγνώριση αλλά και έμπνευση. Με τη βοήθεια του Μπάζιλ Χολ Τσάμπερλεν (Άγγλου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο), ο Χερν απέκτησε μια θέση καθηγητή το καλοκαίρι του 1890 στη Νομαρχιακή Σχολή του Σιμάνε στο Ματσούε, πόλη της δυτικής Ιαπωνίας.

Κατά τη δέκα πεντάμηνη διαμονή του στο Ματσούε ο Χερν παντρεύτηκε την Σέτσου Κοϊζούμι (1868-1932), κόρη μιας τοπικής οικογένειας σαμουράι, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Κάζουο (1893-1965), τον Ιβάο (1897-1937), τον Κιγιόσι (1900-1962) και την Σουτζούκο (1903-1944).

Στα τέλη του 1896 ο Χερν μετακόμισε ξανά στο Κουμαμότο. Με τη βοήθεια του Τσάμπερλεν, εξασφάλισε θέση καθηγητή στην Πέμπτη Ανώτερη Σχολή. Στο Κουμαμότο έζησε τα επόμενα τρία χρόνια ολοκληρώνοντας το πρώτο του βιβλίο για την Ιαπωνία με τίτλο: «Ματιές στην Άγνωστη Ιαπωνία» (εκδόθηκε το 1894).

Τόκιο:

Τον Ιανουάριο του 1896 ο Λευκάδιος Χερν πολιτογραφήθηκε ως  Ιάπωνας, λαμβάνοντας το όνομα Γιάκουμο Κοϊζούμι, ενώ  τον Αύγουστο με βοήθεια πάλι του Τσάμπερλεν, άρχισε να διδάσκει αγγλική λογοτεχνία  στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Εκεί εργάστηκε μέχρι το 1903. Το 1904 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ουασέντα στο Σιντζούκου στο Τόκιο.

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904 πέθανε από καρδιακή ανακοπή. Αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία 54 ετών. Ο τάφος του βρίσκεται στο Νεκροταφείο Ζοσιγκάγια, στο Τοσίμα του Τόκιο.

Λευκάδιος Χερν

Ενώ στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του αναγράφεται το εξής κείμενο: «Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε. Έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε, ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε αλίμονο, τον τάφο».

Τα βιβλία του Λευκάδιου Χερν στην Ιαπωνία που γράφτηκαν στην Αγγλική γλώσσα:

  • Ματιές στην Άγνωστη Ιαπωνία (Glimpses of Unfamiliar Japan), 1894.
  • Από την Ανατολή: Ονειροπολήσεις και σπουδές στη Νέα Ιαπωνία (Out of the East: Reveries and Studies in New Japan), 1895.
  • Κοκορό: Υπαινιγμοί και αντηχήσεις της ενδότερης ιαπωνικής ζωής (Kokoro: Hints and Echoes of Japanese Inner Life), 1896.
  • Βουδιστικά Σταχυολογήματα: Σπουδές του χεριού και της ψυχής στην Άπω Ανατολή (Gleanings in Buddha-Fields: Studies of Hand and Soul in the Far East), 1897.
  • Εξωτικά και Αναδρομικά (Exotics and Retrospectives), 1898.
  • Στην Ιαπωνία των Φαντασμάτων (In Ghostly Japan), 1899.
  • Σκιές (Shadowings), 1900.
  • Ιαπωνικά Ανάλεκτα (Japanese Miscellany), 1901.
  • Κοττό: Παράξενα και πολύτιμα της Ιαπωνίας σκεπασμένα με ιστούς αράχνης (Kottó: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs), 1902.
  • Καϊντάν: Ιστορίες και σπουδές παράξενων πραγμάτων (Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things), 1904.
  • Ιαπωνία: Μια Απόπειρα Ερμηνείας (Japan: An Attempt at Interpretation), 1904.
  • Το Ρομάντζο του Γαλαξία: Και άλλες μελέτες & ιστορίες (The Romance of the Milky Way: Αnd Other Studies & Stories). Που εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατό του (1905).

https://www.youtube.com/watch?time_continue=199&v=iJu51uIBehk

Παρόμοια άρθρα που μπορεί να σ’ενδιαφέρουν:


SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εάν θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεσαι.

Leave a Reply

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG