Παπουτσήδες: Οι ριζοσπάστες του 19ου αιώνα

παπουτσήδες
Πηγή εικόνας: Kristine Urke, από: https://unsplash.com/

Ιστορικά, ο δέκατος ένατος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των Επαναστάσεων και των κινημάτων. Στο ευρύτερο ξέσπασμα αυτών των αγώνων και τη διάδοση ριζοσπαστικών ιδεολογιών σε μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού, γίνεται αντιληπτή η δυναμική παρουσία ορισμένων τάξεων, όπως η εργατική, που σταδιακά συγκροτείται, διεκδικώντας αιτήματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των όρων ζωής και εργασίας.

Μέσα στο κλίμα αυτό, η λαϊκή πολιτικοποίηση και κινητοποίηση φαίνεται αναπόφευκτη. Πολλές φορές, μάλιστα, η ριζοσπαστικοποίηση ορισμένων επαγγελμάτων, που έμελλε να διαδραματίσουν εξέχοντα ρόλο στα γεγονότα της εποχής, επιτυγχάνεται συλλήβδην, όπως συμπεραίνει ο E. Hobsbawm, για την περίπτωση των παπουτσήδων, που όπως αναφέρεται από τον ιστορικό, υπήρξαν πρωτεργάτες πολλών κοινωνικών εξεγέρσεων.

Η στερεοτυπική σύνδεση ορισμένων επαγγελμάτων και τεχνών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους ανθρώπους, οι οποίοι ασκούν την εκάστοτε ασχολία, δεν αποτελεί έναν άτοπο ισχυρισμό και συχνά φαίνεται ιστορικά παραδεκτή. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τα δεδομένα που συλλέγονται από τον Ε. Hobsbawm, η σύνδεση του επαγγέλματος των παπουτσήδων του 19ου αιώνα με την Αριστερά και τους λαϊκούς αγώνες δεν είναι τυχαία, καθώς, οι ίδιοι υπήρξαν έντονα δραστηριοποιούμενοι και ενεργοί εντός των κινημάτων, χτίζοντας και διατηρώντας τη φήμη πολιτικά ριζοσπαστικών ανθρώπων.

 

Παπουτσήδες: Τα χαρακτηριστικά της τσαγκαρικής τέχνης και οι ιστορικές κινητοποιήσεις του κλάδου

Πιο αναλυτικά, τα τρία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τους αποδίδονται είναι η ιδιαιτέρως μαχητική παρουσία τους σε κινήματα κοινωνικής διαμαρτυρίας, η σύνδεσή τους με την πολιτική Αριστερά της εποχής και η φήμη τους ως ιδεολόγων του λαού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αν και υπήρξαν δραστήριοι στα ζητήματα του κλάδου τους, οι παπουτσήδες δεν εμφανίζονται πάντα συλλογικά οργανωμένοι ως τάξη. Σημαντικές εξαιρέσεις, ωστόσο, αποτελούν οι οργανώσεις εθνικής κλίμακας στην Ελβετία, τη Γαλλία και την Αγγλία, που κάνουν την εμφάνισή τους ήδη, από τα τέλη του 18ου αιώνα. Ιδιαιτέρως στις χώρες αυτές, οι παπουτσήδες, που συντάσσονται με άλλες επαγγελματικές οργανώσεις της εποχής, λαμβάνουν δράση σε μαζικές απεργίες και αποκτούν γρήγορα τη φήμη πολιτικών ακτιβιστών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, μάλιστα, φαίνεται να αποτελεί  η συμμετοχή και η μαχητικότητά τους στην Παρισινή Κομμούνα, το 1871 και η παρουσία τους στην εξέγερση, που πραγματοποιήθηκε στη γερμανική πόλη Konstanz, τον Απρίλιο του 1848. Παράλληλα, άλλες ομάδες τεχνιτών, που εμφανίζονται ιδιαίτερα μαχητικές δίπλα στο πλευρό των παπουτσήδων, υπήρξαν οι ράφτες, οι ξυλουργοί κ.α.

Αναμφίβολα πολυπληθέστεροι, σε αρκετές περιπτώσεις, οι παπουτσήδες μετέχουν και στις εξεγέρσεις της Αγγλικής υπαίθρου, στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ωστόσο, το χαρακτηριστικό που τους ξεχωρίζει είναι η εμφανής σχέση τους με τον ευρύτερο πολιτικό χώρο και η εγγραμματοσύνη. Ως επαγγελματίες και τεχνίτες, οι παπουτσήδες εμφανίζονται συχνά πιο μορφωμένοι από το μέσο όρο, ενώ, δεν είναι λίγες οι φορές που στα μάτια του κόσμου λαμβάνουν το ρόλο του ομιλητή, του στιχουργού και του ρήτορα.

Σε μια κατά κύριο λόγο αναλφάβητη κοινωνία, ο διανοούμενος παπουτσής είναι ένα πρόσωπο που μέσω της αυτομόρφωσης έρχεται σε επαφή με θρησκευτικά κείμενα και πολιτικές ιδέες, στοχάζεται και διατυπώνει λόγο. Η τάση του παπουτσή να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε ζητήματα, γίνεται εμφανής, σύμφωνα με τον Hobsbawm, μέσα από τις παροιμίες αναφορικά με την τσαγκαρική τέχνη. Παραδείγματα τέτοιων επαγγελματιών υπήρξαν οι Thomas Holcroft, πρώην τσαγκάρης και δραματουργός και Jean Grave, παπουτσής που έγινε τυπογράφος και εκδότης περιοδικού, διατυπώνοντας ριζοσπαστικές και αναρχικές ιδέες.

Η φήμη που λαμβάνουν οι παπουτσήδες ως λαϊκοί φιλόσοφοι και πολιτικοί ακτιβιστές εκκινεί πριν την εμφάνιση και εδραίωση του βιομηχανικού καπιταλιστικού συστήματος, ενώ, αναφορές για αυτούς εμφανίζονται σε πολλά λογοτεχνικά και θεατρικά έργα της εποχής, αλλά και μεταγενέστερα, όπως στον Σαίξπηρ, τον Γκόρκι κ.α.

Όπως εντοπίζει ο Hobsbawm, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του επαγγέλματος απηχεί το ρόλο των παπουτσήδων ως πολιτικών του χωριού και καθοδηγητών του λαού σε πλειάδα εξεγέρσεων και διαδηλώσεων, όπως στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ιστορικό, ακόμα και η χρονικά πρώιμη εξέγερση του Maillotins, που πραγματοποιείται το 1380, φαίνεται να ξεκίνησε από την παθιασμένη ομιλία ενός τσαγκάρη που στάθηκε ικανή να ξεσηκώσει τα πλήθη.

 

Η σύνδεση των παπουτσήδων με τη διανόηση

Το κύριο ερώτημα που εύλογα προκύπτει αφορά στην σύνδεση του συγκεκριμένου κλάδου με τη μόρφωση και τη διάδοση ριζοσπαστικών και ανεξάρτητων ιδεών. Σύμφωνα με τον Hobsbawm, ωστόσο, η σύνδεση αυτή είναι εν μέρει δύσκολο να εξεταστεί και να αξιολογηθεί. Μετά την εφεύρεση και διάδοση της τυπογραφίας, πάντως, η σχέση που αναπτύσσουν οι παπουτσήδες με τον έντυπο λόγο και το διάβασμα αποκτά παροιμιώδη χαρακτήρα.

Ορισμένες από τις πιθανές αιτίες που φαίνεται να ευνοούν και να καλλιεργούν τη φήμη του παπουτσή ως μορφωμένου και λαϊκού φιλόσοφου είναι πιθανώς η φύση του επαγγέλματός του, που εύκολα αναγνωρίζεται ως μοναχική. Η απομονωμένη δουλειά του τσαγκάρη μέσα στο εργαστήρι του υπήρξε αναμφιβόλως, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια εργασία που καλλιέργησε τον εσωτερικό προβληματισμό και στοχασμό.

Παράλληλα, η συνεχής μετακίνηση ορισμένων επαγγελματιών του κλάδου και πολλών καλφάδων υπήρξε μείζων συντελεστής στη διαδικασία διεύρυνσης των προσωπικών οριζόντων των παπουτσήδων. Συγκεκριμένα η ίδια η δουλειά του κάλφα απαιτούσε τη διαρκή αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος, οθώντας το μαθητευόμενο παπουτσή να εγκαθίσταται σε διαφορετικό μαγαζί για ένα διάστημα περίπου έξι μηνών. Οι πολυταξιδεμένοι καλφάδες, βοηθοί και τσαγκάρηδες συναντιούνται εντός των εργαστηρίων, αλλά περνούν και χρόνο στα πανδοχεία της εποχής, όπου μοιράζονται νέα, προσφέροντας δουλειές και ανταλλάσσοντας πληροφορίες αναφορικά με τα ζητήματα του κλάδου.

Η δουλειά των παπουτσήδων αν και υπήρξε αρκετά μοναχική, δεν περιόρισε την πολιτισμική ανταλλαγή και επικοινωνία των τεχνιτών του κλάδου, τα μαγαζιά των οποίων συγκεντρώνονταν, συνήθως, σε συγκεκριμένους δρόμους, που ονομάζονταν τσαγκαράδικα. Επιπλέον, η τέχνη τους δεν απαιτούσε πολύ χώρο, γεγονός που ενίοτε ευνόησε την από κοινού εργασία και κοινωνικοποίηση όσων μοιράζονταν το ίδιο εργαστήριο.

Ακόμα, στις περιπτώσεις των τσαγκάρηδων που μοιράζονταν το ίδιο εργαστήριο, αναπτύχθηκε ο θεσμός του «αναγνώστη», σύμφωνα με τον οποίον κάποιος από τους λιγότερο απασχολημένους, συνήθως το πιο νεαρό μέλος της συντροφιάς, αναλάμβανε να διαβάζει στο ακροατήριο εφημερίδες ή βιβλία. Η δουλειά του παπουτσή επέτρεπε, δηλαδή, την συζήτηση εν ώρα εργασίας, ενώ η σχετική απομόνωση διευκόλυνε τον στοχασμό.

Επίσης, τα ελαφρά αντικείμενα εντός του τσαγκαρικού σάκου φαίνεται να άφηναν αρκετό ελεύθερο χώρο για τη μεταφορά βιβλίων. Βεβαίως, εκτός από τις υλικές συνθήκες της τσαγκαρικής τέχνης που βοήθησαν στην αυτομόρφωση και τη πολιτικοποίηση των παπουτσήδων, το ταπεινό κοινωνικό στάτους του επαγγέλματος και οι χαμηλές του αποδοχές φαίνεται να συνέδεσαν περαιτέρω τους ανθρώπους του κλάδου με τις ιδέες της Αριστεράς και το ριζοσπαστισμό.

 

Η σύνδεση των παπουτσήδων με το ριζοσπαστισμό

Ο Hobsbawm συμπεραίνει πως η πιο εύλογη αιτιολόγηση της σχέσης των παπουτσήδων με τη διανόηση και το διάβασμα παραμένει η σχετικώς εύκολη φύση της δουλειάς που δεν απαιτούσε την ανάλογη σωματική κόπωση με άλλες εργασίες της εποχής, όπως η ενασχόληση με την ύπαιθρο, τον αγροτικό και το βιομηχανικό τομέα. Αυτό, τονίζει ο ιστορικός, πιθανώς να επέτρεψε σε πολλούς νέους της εποχής, που δεν φημίζονταν για τη σωματική τους διάπλαση να ασχοληθούν με την τσαγκαρική τέχνη. Το επάγγελμα αυτό υπήρξε, επομένως, επιλογή όσων επιθυμούσαν να αντισταθμίσουν τα σωματικά τους μειονεκτήματα. Σε λαϊκά κείμενα και παροιμίες της εποχής εντοπίζονται πολλά τέτοια παραδείγματα, όπως επίσης και περιπτώσεις υπαρκτών προσώπων, όπως ο Robert Bloomfield, ο William Gifford κ.α.

Η έλλειψη σωματικών δυνατοτήτων, η καθιστική φύση της δουλειάς και η ρουτίνα της τσαγκαρικής τέχνης, που δεν απαιτούσε σημαντικές καινοτομίες, πιθανώς να ενίσχυσαν τη θέληση των παπουτσήδων για παρατήρηση και στοχασμό, επισημαίνει ο Hobsbawm.

Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι το χαμηλό κόστος μαθητείας σε συνδυασμό με τη ζήτηση που είχε η τσαγκαρική, τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο, υπήρξαν καταλυτικές αιτίες που οδήγησαν πολλούς να ακολουθήσουν την συγκεκριμένη τέχνη, διαμορφώνοντας την αριθμητική υπεροχή του κλάδου σε σχέση με άλλους. Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του επαγγέλματος ευνοείται, καθώς οι παπουτσήδες εργάζονταν ως αυτοαπασχολούμενοι, απείχαν σημαντικά από εργοδότες και εξυπηρετούσαν κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, τους φτωχούς που αδυνατούσαν να αντικαταστήσουν ένα προβληματικό ζευγάρι παπούτσια με ένα καινούριο.

Παρά τα όσα επισημαίνονται, δεν διαπιστώνεται μια ασφαλής αιτία που να συνδέει άμεσα τους παπουτσήδες του 19ου αιώνα με τη διανόηση και το ριζοσπαστισμό. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη εργασία υπήρξε σημαντικά ανεξάρτητη, καθώς ο κάθε τσαγκάρης είχε τον έλεγχο των ωρών εργασίας και ανάπαυσης.

Η σχέση του τσαγκάρη με την πελατεία του υπήρξε σχέση εμπιστοσύνης, προσθέτει ο Hobsbawm, ενώ τα τσαγκαράδικα της υπαίθρου, που παρέμεναν ανοιχτά στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ημέρας, υπήρξαν ενίοτε χώροι συγκέντρωσης και ανταλλαγής απόψεων. Τέλος, ο εγγράμματος και ομιλητικός παπουτσής αποτέλεσε ενεργό μέλος της κοινότητας, συχνάζοντας στις αγορές, στους δρόμους του χωριού και στις εορταστικές εκδηλώσεις.

Σε τελική ανάλυση, οι παπουτσήδες εμφανίζονται περισσότερο πολιτικοποιημένοι και ακολουθούν ριζοσπαστικές ιδέες ιδιαιτέρως λόγω της παρακμής της τέχνης τους, που πραγματοποιείται στη διάρκεια της περιόδου μετάβασης προς τη βιομηχανική εποχή. Η υποδηματοποιία, ως χειροτεχνική εργασία παύει σταδιακά να υφίσταται οδηγώντας τους παπουτσήδες σε εντάσεις και μαζικές απεργίες. Μια δεύτερη εξέλιξη του 19ου αιώνα που συνδέεται με τη πολιτικοποίηση του κλάδου υπήρξε η εξάπλωση του καπιταλισμού στην ύπαιθρο, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών.

Τα παραπάνω στοιχεία υπονόμευσαν τη φύση του επαγγέλματος το οποίο υπήρξε για χρόνια συνυφασμένο με την ανεξαρτησία, οθώντας τους παπουτσήδες να οργανωθούν συνδικαλιστικά και να κινητοποιηθούν, ιδίως στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο η μισθωτή τσαγκαρική εργασία κέρδιζε έδαφος εις βάρος της τέχνης, οι παπουτσήδες έρχονταν όλο και πιο συχνά σε σύγκρουση με τους εργοδότες, εδραιώνοντας τη φήμη τους ως πολιτικών ακτιβιστών, κυρίως στις ταραχές που προκλήθηκαν στη Βρετανία.

Ο 19ος αιώνας που εισάγει νέες ιδέες, όπως τον κομμουνισμό και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, αναδεικνύει περίτρανα τη μαχητική δράση πολλών επαγγελματικών κλάδων που αντιτάχθηκαν στο αναπτυσσόμενο βιομηχανικό και καπιταλιστικό σύστημα. Οι αγώνες της εργατικής τάξης είναι γνωστοί και αναμφισβήτητοι. Ωστόσο, τα κινήματα κοινωνικής διαμαρτυρίας που ολοένα και αυξάνονται δεν παύουν να συντηρούνται και από άλλες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, εκτός των εργατών, που αν και λανθασμένα, τυγχάνουν μικρότερης σημασίας, όπως οι παπουτσήδες.

 


Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το άρθρο αυτό:

Eric Hobsbawm, Ξεχωριστοί Άνθρωποι αντίσταση, εξέγερση και τζαζ, μτφ. Παρασκευάς Ματάλας, Εκδόσεις: Θεμέλιο 2001: 36-73


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Νεφέλη Μαριάμ Πιτσή

Είμαι απόφοιτη του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ασχολούμαι κυρίως με τις παραστατικές τέχνες, το θέατρο και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο μου επισκέπτομαι τα παλαιοβιβλιοπωλεία της Αθήνας. Αγαπώ τα ταξίδια, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη μουσική, το γαλλικό κινηματογράφο και τις απογευματινές βόλτες στα πάρκα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;