Η ληστεία στην Ελλάδα: Παραβατικότητα και καταστολή

η ληστεία
Πηγή εικόνας: protothema.gr

 

Ήδη πριν την επανάσταση και και την ανεξαρτησία του Ελληνικού κράτους, η ληστεία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής παράδοσης. Αποτέλεσε ένα φαινόμενο καθολικό και πολυσήμαντο που μελετήθηκε όχι μόνο από Έλληνες αλλά και ξένους ιστορικούς, με σκοπό την αποσαφήνιση του. Οι περιηγητές της εποχής, όπως ο Φελί Ρομπέρ, χαρακτήρισαν τη ληστεία “μάστιγα της εποχής”, ενώ ουκ ολίγες φορές η φήμη της Ελλάδας αμαυρώθηκε στο εξωτερικό εξαιτίας των ληστρικών επιδρομών.

Ιστορία του φαινομένου

Η γένεση του φαινομένου τοποθετείται στην προεπαναστατική περίοδο και συνεχίζεται κατά τη μετεπαναστατική. Η αγροτική προ-βιομηχανική κοινωνία εισήγαγε την ληστεία και την επεξέτεινε. Φυσικά, η ληστεία αποτελούσε πυλώνα επιβίωσης. Κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, είχαν ήδη θεσπιστεί νόμοι για τον έλεγχο της ληστείας. Πρώτα, θεσπίστηκε το σώμα των δερβεντζήδων για τη φύλαξη των στενών και δυσπρόσιτων περιοχών, ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν τα γνωστά αρματολίκια.

Καθώς οι ληστές είχαν εχθρικές διαθέσεις κατά της οθωμανικής εξουσίας αλλά και των κομιτατζήδων, υπήρξαν πολλές συγκρούσεις με τα αρματολίκια, αλλά και πολλές εναλλαγές, ανάλογα με την ύπαρξη ή μη της εξουσίας. Πρόκειται για τον φαύλο κύκλο του κλεφταρματολισμού. Επί της επανάστασης, οι ληστές έπαιξαν σπουδαίο ρόλο καταφέρνοντας πολλά πλήγματα στον οθωμανικό στρατό, λόγω της ευκολίας της κίνησης τους σε δυσπρόσιτες περιοχές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Επί Καποδίστρια, έγιναν προσπάθειες υπαγωγής και απομάκρυνσης των αγωνιστών από τον κλεφταρματολισμό. Επί Όθωνα, η ληστεία εξακολουθούσε να υπάρχει ως πηγή αντίδρασης κυρίως στην οικονομική πολιτική της βαυαρικής κυβέρνησης. Ζητήματα, όπως το αγροτικό, η βαριά φορολογία, ο ασφυκτικός οικονομικός κλοιός γύρω από την κοινωνία, οι πόλεμοι, η πολιτική αστάθεια, η διαφθορά των δημοσίων υπαλλήλων και η ρουσφετολογία οδήγησαν στην έξαρση του φαινομένου που τότε είχε κοινωνικό χαρακτήρα. Επίσης, η παραίτηση από το ληστρικό τρόπο ζωής ήταν μια δύσκολη επιλογή για όσους τον είχαν ακολουθήσει.

Το 1871, ψηφίζεται ο πολύ σημαντικός νόμος του Κουμουνδούρου, περί καταδιώξεως της ληστείας. Σύμφωνα με τον νόμο, προβλέπονταν η καταδίωξη και εξόντωση, όχι μόνο των ληστών, αλλά και των οικογενειών τους. Φυσικά, προβλέπονταν και η χορήγηση αμνηστίας ή χάριτος σε περίπτωση συνεργασίας. Υπήρξε η βάση για όλους τους νόμους καταστολής της ληστείας.

Με την έξαρση του αλυτρωτισμού και της Μεγάλης Ιδέας, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις συνεργασίας των ληστών με το Κράτος, αλλά και ανάκτηση των αρματολικιών. Οι ληστές πρωταγωνιστούσαν σε επαναστατικά κινήματα, αλλά είχαν δημιουργήσει και πελατειακές σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη διαπραγματευόμενοι συνεχώς την αμνηστία τους.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Μακεδονικός Αγώνας, οπού ο επικουρικός ρόλος των ληστών στον τακτικό στρατό ήταν γεγονός. Σίγουρα, όμως, αυτό δεν σήμαινε ότι οι ληστές θα επανεντάσσονταν στην κοινωνία.

Το φαινόμενο άρχισε τελικά να φθίνει κατά τη δεκαετία του 1930 και συγκεκριμένα κατά την τελευταία πρωθυπουργία του Ελευθερίου Βενιζέλου (1928- 1932). Τότε άρχισε η πολιτική καταδίωξη πολιτών με αριστερό φρόνημα με βάση τον Νόμο του Ιδιωνύμου, απόγονο του Νόμου του 1871.

 

Πηγή εικόνας: mixanitouxronou.gr

 

Εκφάνσεις της ληστείας και ο λαός

Οι ληστές δρούσαν συνήθως κατά ομάδες περίπου 50 ατόμων, αιφνιδιάζοντας τα θύματα τους με χρήση λεκτικής και σωματικής βίας. Επρόκειτο για πρώην επαναστάτες, καταχρεωμένους αγρότες, άτακτους Αλβανούς, με ευθύνη της φύλαξης της Πύλης. Οι γνωστότερες οικογένειες ήταν αυτές των Ρεντζαίων και των Κουμπαίων, ενώ περίφημοι ληστές ήταν ο Νταβέλης, ο Μπίμπισης και τα αδέρφια Αρβανιτάκη. Οι γυναίκες είχαν κυρίως επικουρικό ρόλο. Αυτοί οι παραβάτες επιδίδονταν σε δολοφονίες, αιχμαλωσίες, απαγωγές και ζωοκλοπές. Η ζωοκλοπή βασίζεται σε κριτήρια επιβίωσης, καθώς στις κτηνοτροφικές κοινωνίες τα ζώα ήταν το μεγαλύτερο αγαθό. Η αιχμαλωσία και η απαγωγή (συνήθως με την ανταλλαγή λύτρων) στόχευε σε μεγαλύτερα χρηματικά ποσά.

Δεν έλειπαν βέβαια και οι συμμετοχές των ληστών στα επαναστατικά ρεύματα, αλλά και οι σχέσεις τους με πολιτικούς για την πίεση του πληθυσμού για παροχή ψηφοφορίας. Ιδιαίτερο ορμητήριο των ληστών υπήρξαν τα σύνορα, τα οποία παρέκαμπταν, είτε όταν καταδιώκονταν από το οθωμανικό κράτος, είτε από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Η ύπαρξη, λοιπόν, των ληστών δεν έχει να κάνει μόνο με τα χαρακτηριστικά της ληστείας αυτής καθ’ αυτής, αλλά και με την δυσαρέσκεια των πρώην αγωνιστών.

Η κυβέρνηση αντιμετώπιζε με ανάμεικτα συναισθήματα το φαινόμενο. Περιόδους στις οποίες απαγωγές, όπως αυτή του Δήλεσι, που έθεταν την φερεγγυότητα της χώρας σε αμφισβήτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και από τους ξένους πρόξενους, ο τύπος εμφανιζόταν καταιγιστικός ενάντια των ληστών. Όμως, συχνά πυκνά τοπικοί πολιτευτές, αλλά και μεγάλοι πολιτικοί δεν δίσταζαν να συνεργαστούν με τους ληστές για την επίτευξη προσωπικών συμφερόντων.

Ο λαός, όμως, παρ’ ότι συχνά υπέφερε κάτω από τον ζυγό των ληστών τους, αντιμετώπιζε με θαυμασμό και δεν δίσταζε να τους βοηθάει και να τους περιθάλπει. Για πολλά χρόνια τα ληστρικά μυθιστορήματα, όπου οι ληστές παρουσιάζονταν σαν ήρωες, ήταν διάσημα και αγαπητά, εντείνοντας έτσι τη διάρκεια του φαινομένου, παρά τις αρνητικές του συνέπειες στην κοινωνία και στην οικονομία.

Το τέλος της ληστείας

Κατά τον 19ο αιώνα το κράτος δεν γνώριζε (και αγνοούσε) τα πραγματικά αίτια της ληστείας. Γι’ αυτό και ήταν αδύνατο να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο. Όμως, στην πορεία του 20ου αιώνα έλαβε ποινικό χαρακτήρα και μελετήθηκαν περισσότερα οι παράγοντες που το γέννησαν. Στις πρώτες δεκαετίες άρχισε να ακολουθεί φθίνουσα πορεία, ιδιαίτερα μετά την εκτέλεση των Ρεντζαίων και των Κουμπαίων. Ταυτόχρονα, η ηρωική εικόνα του ληστή άρχισε να φθίνει στην λαϊκή συνείδηση. Τα ληστρικά μυθιστορήματα έχασαν την δημοτικότητα τους, ενώ πρωταγωνιστές ήταν τα αστυνομικά.

Έτσι, κατά την δεκαετία του 1930, οι ληστές εξαφανίστηκαν και το φαινόμενο έληξε, αφήνοντας, όμως, το στίγμα του τόσο στην ιστορική, όσο και στη λαογραφική και ανθρωπολογική έρευνα συνδεόμενο αναπόφευκτα με την αρχή και πορεία του Ελληνικού Κράτους.

 

Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτό το άρθρο:

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Περί λύχνων αφάς : Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αιώνας) ,εκδόσεις: Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2005.

Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Τα παλληκάρια τα καλά συντρόφοι τα σκοτώνουν, εκδόσεις : Καστανιώτης, 2002.

Νικόλαος Αναστασόπουλος, Η ληστεία στο ελληνικό κράτος (Μέσα 19ου- αρχές 20ου αιώνα) , Εκδόσεις: Εστία, Αθήνα, 2018

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στυλιανή Ράπτη

Ονομάζομαι Ράπτη Στυλιανή, είμαι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Και πλέον μεταπτυχιακός της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ίδιου τμήματος, με κατεύθυνση στην διπλωματία/διεθνείς σχέσεις.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;