Οι αρχαίες γλώσσες της Ιταλίας και τα γνωρίσματά τους

Πηγή Εικόνας: Wikipedia

 

Η ιταλική χερσόνησος κατοικούνταν κάποτε από πληθυσμούς που μιλούσαν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους γλώσσες. Παρόλα αυτά, πέρα από τη λατινική και τους απογόνους τους, μόνο η ελληνική επιβίωσε έως και σήμερα. Η ελληνική ήρθε στην Ιταλία με τις πρώτες αποικιακές εγκαταστάσεις, ενώ όλες οι υπόλοιπες αρχαίες γλώσσες, που ακούγονταν στην Ιταλία, χάθηκαν κατά τις πρώτες δεκαετίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αφήνοντας πίσω τους μόνο υποστρωματικά στοιχεία και επιγραφικό υλικό.

Το επιγραφικό υλικό αποτυπώνει ακράδαντα και την τελική κυριαρχία της λατινικής, μιας και πάνω από 130.000 επιγραφές γραμμένες στη λατινική έχουν ανακαλυφθεί. Οι επιγραφές αυτές έχουν βρεθεί όχι μόνο στην ιταλική χερσόνησο, αλλά και σε όλες τις περιοχές που αποτελούσαν τμήματα της πάλαι ποτέ ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Γίνεται κατανοητό πως καμία άλλη από τις αρχαίες γλώσσες της Ιταλίας δεν έχει κατορθώσει να συναγωνιστεί τη λατινική σε αυτό το πεδίο, αν και όσο πηγαίνουμε πίσω στο χρόνο, τόσο η σημασία της λατινικής συρρικνώνεται. Mόλις τέσσερις ή πέντε λατινικές επιγραφές χρονολογούνται πριν το 600 π.Χ., την ίδια στιγμή που οι επιγραφές σε μία άλλη γλώσσα της Ιταλίας, την ετρουσκική υπολογίζονται σε πάνω από 150, κατά τη χρονική περίοδο πριν το 600 π.Χ. Η ετρουσκική είναι μία αρχαία γλώσσα, η οποία δε συγκαταλέγεται στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και για την οποία οι γνώσεις μας είναι ελάχιστες, κυρίως λόγω του μικρού αριθμού γραπτών κειμένων.

Η μεγαλύτερη βέβαια ομάδα αποτελούμενη από αρχαίες γλώσσες της Ιταλίας είναι φυσικά η λεγόμενη “σαβελλική” ομάδα. Οι γλώσσες αυτής της ομάδας μαρτυρούνται από τον Τίβερη έως την Ουμβρία στο βορρά και έως το Bruttium στο νότο, ενώ τα γραπτά τους τεκμήρια από τον 7ο έως τον 1ο π.Χ. αιώνα. Οι σαβελλικές είναι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (όπως και η λατινική) και για την αποτύπωσή τους, χρησιμοποιούνται διάφορα συστήματα γραφής. Ο σαβελλικός κλάδος περιλαμβάνει τόσες πολλές διαλεκτικές ποικιλίες, που είναι μέχρι στιγμής αδύνατο να προσδιοριστεί ποιες εξ αυτών είναι ξεχωριστές γλώσσες και ποιες διάλεκτοι. Η πρόσφατη έρευνα έχει ξεχωρίσει τρεις ομάδες: τις βόρειες ποικιλίες στις οποίες συγκαταλέγονται η ουμβρική, η σαβινική, η μαρσική και η βολσκική. Μία δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τη νότια πικηνική καθώς και κείμενα από τις περιοχές της Καμπανίας και της Λουκανίας που ανάγονται πριν από το 400 π.Χ. και τέλος, μία άλλη που περιλαμβάνει γραπτά τεκμήρια από την κεντρική και νότια Ιταλία: οσκική, πελασγική, βεστινική, μαρουκινική, ερνική. Αυτή η ταξινόμηση είναι μεν εξυπηρετική, εντούτοις όμως παρουσιάζει και κάποια προβλήματα.

Πηγή Εικόνας: crewsproject.wordpress.com

Η γλώσσα με τα περισσότερα κείμενα από όλες τις σαβελλικές είναι η οσκική. Μάλιστα, αν θεωρήσουμε αληθή την αναφορά του Στράβωνα, στη Ρώμη παρουσιάζονταν θεατρικά έργα, γραμμένα σε αυτή τη γλώσσα. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, ομιλητές της οσκικής εξαπλώθηκαν στα εδάφη της νότιας Ιταλίας, με αποτέλεσμα η οσκική να περιθωριοποιήσει τις γλώσσες που μιλιόντουσαν έως τότε στην περιοχή αυτή. Η οσκική είναι μία από τις αρχαίες γλώσσες με γενικά συντηρητική φωνολογία, ενώ η ορθογραφία που προτιμάει σε σχέση με τα γραφήματα για δύο επιπλέον φωνήεντα που στο αλφάβητό της απεικονίζονται ως í και ú, είναι σταθερή. Αυτός ο συντηρητισμός είναι γενικώς βοηθητικός στις συγκρίσεις για το οσκικό λεξιλόγιο. Η ουμβρική, από την άλλη, μαρτυρείται από επιγραφές τόσο στο ουμβρικό όσο και στο λατινικό αλφάβητο. Αν συγκρίνει κανείς την ουμβρική με άλλες σαβελλικές διαλέκτους, διαπιστώνει πως έχει υποστεί ένα μεγάλο αριθμό φωνολογικών αλλαγών, κάτι που δυσχεραίνει την αξιολόγηση κάποιων γνωρισμάτων. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κάποια χαρακτηριστικά της ουμβρικής είναι από τη μία ο ρωτακισμός του μεσοφωνηεντικού *-s-, π.χ. puri “ο οποίος”, από τη ρίζα *kwōsi, επαυξημένος τύπος της ονομαστικής πληθυντικού της αντωνυμίας *kwo-/kwi-. Στα μεταγενέστερα τμήματα κειμένων που είναι γραμμένα στο λατινικό αλφάβητο, παρατηρούμε πως το τελικό *-s μετά από φωνήεν ρωτακίζεται, π.χ. sopir > svepis. Υπάρχει επίσης μία τάση για αποβολή των τελικών συμφώνων, αν και ορισμένα επανεμφανίζονται. Υπάρχει γενικά μια ασυνέπεια ως προς τη δήλωσή τους στη γραφή, π.χ. tuta : tařinate αλλά tursku: naharkum. To *k στα ουμβρικά, επίσης, τρέπεται σε ουρανικό μπροστά από μπροστινά φωνήεντα και μεταγράφεται στο ουμβρικό αλφάβητο με το σύμβολο ç. Το *g ουρανικοποιείται επίσης. 

Οι δίφθογγοι στη γλώσσα αυτή μονοφθογγίζονται και το μεσοφωνηεντικό *d- τρέπεται σε ένα φθόγγο, ο οποίος συμβολίζεται με το γράμμα ř, π.χ. *kwid-i peře. Κάποια μορφολογικά στοιχεία της, η ουμβρική τα μοιράζεται με άλλες σαβελλικές γλώσσες, λ.χ. η κατάληξη -ns που απαντά στο γ’ πληθυντικό του ρήματος. Αυτή η κατάληξη απαντάει σε όλες τις σαβελλικές γλώσσες μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα, για τις οποίες υπάρχουν επαρκή τεκμήρια, π.χ. ουμβρική, βολσκική, πελιγνική και οσκική. 

 

Πηγή Εικόνας: metmuseum.org

Η νότια πικηνική, από την άλλη, απαντάται σε μία σειρά κειμένων που ταξινομήθηκαν σχετικά πρόσφατα και κάποια χαρακτηριστικά που διαθέτει είναι τα εξής. Tα παραδοσιακά χειλοϋπερωικά σύμφωνα απώλεσαν το υπερωικό τους στοιχείο και συνέπεσαν με τα χειλικά σύμφωνα, π.χ.*kwis = > pis (λατ. quis), τα ηχηρά δασέα *dh και *bh συνέπεσαν κι εξελίχθηκαν παντού σε εξακολουθητικά, π.χ. *medhyo – “μέσος” => mefiín, *Sabhino- > Safinúm. Στο νότιο πικηνικό αλφάβητο, όπως και σε εκείνα της οσκικής και της ουμβρικής, χρησιμοποιείται το ίδιο γράφημα για τη δήλωση του εξακολουθητικού στην αρχή και στο μέσο της λέξης, όμως το σαβελλικό -f- ήταν μάλλον ηχηρό μεταξύ φωνηέντων. Τα *ē και *ō ανυψώθηκαν και το απεικονίστηκε με το ί, π.χ.  nίr < *ner-. Τέλος, το τελικό *-i αποβλήθηκε, κάτι που φαίνεται στο τρίτο πρόσωπο των ρηματικών τύπων σε at και -ant, αρχικά από τύπους σε *-ti και *-nti. Η ίδια αλλαγή φάνηκε να παρατηρείται και σε μία πρώιμη φάση της λατινικής, αν και όχι καθολικά. 

Έχει υποστηριχθεί η θεωρία ενός ιταλικού κλάδου γλωσσών εντός της ΙΕ οικογένειας, ο οποίος περιλαμβάνει τη λατινική και τις υπόλοιπες αρχαίες γλώσσες της χερσονήσου που αναφέραμε, που ανήκουν στον σαβελλικό κλάδο. Αυτή η θεωρία είναι αρκετά δημοφιλής και στηρίζεται σε κάποιες γλωσσικές αλλαγές οι οποίες εντοπίζονται σε αυτές τις αρχαίες γλώσσες αυτές και πρέπει να διεξήχθησαν σε μία περίοδο ενότητάς τους. Ωστόσο, οι ταυτόχρονες διαφορές που παρουσιάζει η λατινική από τις σαβελλικές γλώσσες και ειδικά στο λεξιλόγιο, π.χ, λατινική aqua “νερό” > ουμβρική utur, αποτελούν αντεπιχειρήματα κατά της ύπαρξης του λεγόμενου ιταλικού κλάδου. Το θέμα έχει γίνει αντικείμενο εκτενών συζητήσεων μεταξύ των γλωσσολόγων, ενώ πολλές ερμηνείες έχουν προταθεί, αν και με τα τωρινά δεδομένα δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα που δε θα προκαλεί σκεπτικισμό και επιφυλάξεις. 

 

Πηγή άρθρου:

Clarkson J. & Horroks G. (2014): Ιστορία της Λατινικής Γλώσσας, Αθήνα, Παπαδήμας, σσ. 70 – 120.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Γιάννης Καραγιωργάκης

Γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης, το ανήσυχο πνεύμα μου με έφερε στη Θεσσαλονίκη. Ιδιαίτερη διαστροφή στη γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία, την ανθρωπολογία και παρεμφερή πεδία και με μεγάλη πίστη στον άνθρωπο και σε αυτά που μπορεί να καταφέρει.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;