Βάδισμα: Απομάκρυνση και ελευθερία

βάδισμα
Πηγή εικόνας: pixabay.com

Το «έξω»

Οι περισσότεροι από μας, περπατούν καθημερινά γνώριμες διαδρομές που οδηγούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο άφιξης, όπως για παράδειγμα η διαδρομή προς την πλησιέστερη στάση του μετρό. Σύμφωνα με τη λογική των μεγαλουπόλεων, το «έξω», δηλαδή το περπάτημα, αποτελεί τη μετάβαση και το ενδιάμεσο. Περπατούμε, συνήθως, για να φτάσουμε κάπου. Βγαίνοντας από το «εντός» του σπιτιού μας ακολουθούμε μια διαδρομή, προκειμένου να μεταβούμε σε ένα άλλο «εντός», όπως ο εργασιακός μας χώρος ή ένα μαγαζί της γειτονιάς.

Αναμφίβολα, το περπάτημα, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από την καθ’ εαυτήν προκαθορισμένη διαδρομή και γίνεται σχεδόν μηχανικά, με γρήγορο και επιτακτικό ρυθμό, ενώ ένα σύννεφο προβληματισμών και σκέψεων κατακλύζουν το μυαλό. Ωστόσο, ένας άνθρωπος που περπατά είναι, πρωτίστως ένας άνθρωπος που βρίσκεται «έξω», που κινεί τα πόδια του και αναπνέει.

Παρά την υποβάθμιση, που υπέστη το βάδισμα μέσα στην ανελέητη αστική καθημερινότητα, εξακολουθεί να αποτελεί μια πολυδιάστατη δραστηριότητα με πνευματικό υπόβαθρο. Όταν το «έξω» παύει να είναι μια αναγκαιότητα και μια προσχεδιασμένη και χρονομετρημένη διαδρομή, ο άνθρωπος, που κλείνει την πόρτα του σπιτιού του, ανοίγει διάπλατα την πόρτα του κόσμου και της ελευθερίας, ένα άγνωστο μονοπάτι, μια διαδρομή που οδηγεί στο απρόβλεπτο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το «έξω» δεν αποτελεί, πλέον, το ενδιάμεσο, αλλά ένα σταθερό σημείο, μια επιλογή.

Η πεζοπορία, οι πολύωροι περίπατοι στην ύπαιθρο και η περιπλάνηση στην πόλη είναι δραστηριότητες, κατά τις οποίες το βάδισμα προσφέρεται ως μια ελευθερία, μια δυνατότητα, που σηματοδοτεί την απομάκρυνση. Τότε, ο άνθρωπος βαδίζει, ελπίζοντας να διαφύγει από την πίεση και την πλήξη, αποχαιρετά την ακινησία των πραγμάτων και επιλέγει να περπατήσει χωρίς να έχει κάπου να πάει, να αναπνεύσει «καθαρό αέρα», να γευτεί την ανοιξιάτικη βλάστηση και τη ζεστασιά του ήλιου, που στερείται κάτω από το ταβάνι του διαμερίσματός του.

Βάδισμα και ελευθερίες

Το βασικό στοιχείο του βαδίσματος είναι το «έξω», ο άλλος τόπος, ο αιώνιος και δίχως όρια κόσμος, τον οποίο διασχίζουμε. Κατά την έννοια αυτήν, η αίσθηση του να βρίσκεσαι εκτός, που δοκιμάζεται στο περπάτημα, ισοδυναμεί με μια ελευθερία, με την πεποίθηση πως κατοικούμε σε κάθε τόπο από όπου περνάμε, όπου βρεθούμε και όπου σταθούμε και με την παράδοξη εντύπωση ότι μας ανήκει όλος ο κόσμος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ελευθερία, που προσφέρεται από το βάδισμα εκκινεί από την απλή απόφαση της αναχώρησης. Την στιγμή που βγαίνουμε έξω, για μια σύντομη βόλτα, επιλέγουμε να αποδιώξουμε τις έγνοιες και να απελευθερωθούμε από την εξουσιαστική λογική του υλικού κόσμου, ο οποίος μας παρουσιάζεται ως απολύτως αναγκαίος. Η σύγχρονη κοινωνία αποτελείται από εδραιωμένα δίκτυα ανθρώπινων σχέσεων, βομβαρδίζοντας το άτομο με ευθύνες, υποχρεώσεις, πληροφορίες και εικόνες. Το βάδισμα, όμως, συνιστά την απομάκρυνση και, κατά συνέπεια, αντικατοπτρίζει την περιορισμένη σημασία αυτών των δεδομένων. Έτσι, ο περιπατητής είναι, κατά κύριο λόγο, ένας άνθρωπος που παρεκκλίνει και απελευθερώνεται από τα κοινωνικά κατασκευασμένα πρέπει.

Παράλληλα, ξεφεύγοντας από τον κόσμο της καθημερινής εμπειρίας, ο περιπατητής είναι πιθανό να διεκδικεί μια εμπειρία, μια στιγμή υπέρβασης των ορίων, προκειμένου να θρέψει την περιέργεια του και την επιθυμία του για περιπέτεια. Ορισμένες φορές, η απόδραση συνδέεται με ένα συγκεκριμένο κάλεσμα, όπως η ανάγκη να διασχίσουμε ένα πυκνό δάσος ή να βρεθούμε στην κορυφή ενός λόφου. Τότε, το βάδισμα μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο, ως έκφραση μιας ελευθερίας, τα όρια της οποίας είναι προσωπικά. Όταν η ιδέα της φύσης μας διαπερνά σαν κάλεσμα, το βάδισμα μοιάζει με μια επιλογή, που δύναται να ξεδιψάσει την ανυπότακτη ορμή του ανθρώπου, ο οποίος αναζητά την περιπλάνηση, ως μια υπερβολή.

Η σημαντικότερη, ωστόσο, πτυχή της ελευθερίας του βαδίσματος είναι η αίσθηση της απώλειας, η ελαφρότητα ενός ανθρώπου, χωρίς ιστορία, που περπατά. Ο περιπατητής δε φέρει ταυτότητα, απολύει τα βαρίδια της ύπαρξης, που απορρέουν από την σταθερή ανθρώπινη πεποίθηση ότι ο καθένας μας ορίζεται ως κάποιος. Επομένως, το «έξω», που παρουσιάζεται ως η περιοχή του βαδίσματος, αποτελεί, συνάμα και την εκτός των κοινωνικών σχέσεων ύπαρξη. Η ελευθερία του βαδίσματος είναι η ελευθερία ενός σώματος που περπατά, μια αποστασιοποίηση και μια άρνηση, που επιτρέπει στο άτομο να υπάρχει, άνευ όρων και προσδιορισμών.

Ακολουθώντας τα βήματα των στοχαστών

Τα ευεργετικά αποτελέσματα του βαδίσματος είναι πολλά και γνωστά, ήδη, από την αρχαιότητα. Καθώς, όμως, το βάδισμα δεν αποτελεί μια απλή σωματική άσκηση, αλλά μια δραστηριότητα φιλοσοφικού χαρακτήρα, είναι δυνατό να βιώνεται, εξίσου, ως ένας τρόπος ζωής, η επιλογή του οποίου γίνεται οικειοθελώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κυνικοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας.

Δεν κατέχω τίποτα και ως εκ τούτου κατέχω τα πάντα: αυτή είναι η φιλοσοφική θεώρηση των κυνικών. Εκεί, όπου οι άνθρωποι διαχωρίζουν το δημόσιο από τον ιδιωτικό βίο, ο κυνικός φιλόσοφος ταυτίζει αυτές τις δύο εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής και τις αποδίδει σε μία έννοια, αυτή του «έξω». Ζώντας στο δρόμο και ταυξιδεύοντας, ο κυνικός περιπλανιέται σ’ ένα κόσμο, που του ανήκει εξ’ ολοκληρου, γιατί αυτός ο ίδιος είναι πολίτης του κόσμου.

Οι κυνικοί φιλόσοφοι υπήρξαν γνωστοί για τον πλάνητα βίο τους και την ωμότητα των λόγων και πράξεων τους. Η κατάσταση του νομάδα, την οποία εκουσίως ακολουθούν, τους ωθεί να ζουν μονάχα με τα απαραίτητα, να τρέφονται με ό,τι βρουν και να στηλιτεύουν με τα λόγια τους τα όσα θεωρούν κακώς κείμενα, σχολιάζοντας, γελοιοποιώντας και σοκάροντας. Ωστόσο, η ζωή τους παραμένει μια σταθερή επιλογή, η προκλητικότητα και η τραχύτητα της οποίας, βρίσκεται σε άμεση σχέση με την εμπειρία της φυσικής κατάστασης και την ιδέα του βαδίσματος ως τη διαρκή κίνηση και απομάκρυνση.

Το βάδισμα υπήρξε τρόπος ζωής και πολλών σύγχρονων στοχαστών, όπως του Φρίντριχ Νίτσε. Στο βιβλίο του Ecce Homo, ο φιλόσοφος αναφέρει χαρακτηριστικά «Να κάθεσαι όσο το δυνατόν λιγότερο. Να μην εμπιστεύεσαι κανέναν στοχασμό που δεν γεννήθηκε στο ύπαιθρο και σε ελεύθερη κίνηση.» Για τον Νίτσε, το βάδισμα υπήρξε απαραίτητο κομμάτι της προσωπικής του εμπειρίας και αρωγός των στοχασμών του. Μακριά από τη βιαιότητα των πόλεων, ο φιλόσοφος βρίσκει την ηρεμία στην συντροφιά της φύσης, παρατηρώντας τον κόσμο, ανακαλύπτοντας και συνθέτοντας. Επομένως, στην περίπτωση του Νίτσε, το περπάτημα στην ύπαιθρο δεν συνίσταται μόνο για χαλάρωση και ψυχοσωματική τόνωση, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το έργο του.

Λάτρης του βαδίσματος υπήρξε, εξίσου, και ο Γάλλος ποιητής του συμβολισμού Αρθούρος Ρεμπώ, ο οποίος διανύει τεράστιες αποστάσεις, ως πεζός, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Περπατώντας, αρχικά, για να φτάσει στις μεγάλες πόλεις, όπως το Παρίσι και οι Βρυξέλλες και αργότερα, στο Νότο, στα λιμάνια της Μεσογείου και στα μονοπάτια της ερήμου, ο Ρεμπώ ακολουθεί το βάδισμα, ως τρόπο ζωής, προκειμένου να ξεφύγει από την πλήξη και τη μοναξιά.

Με τις τάσεις φυγής να τον καταλαμβάνουν και την οργή να τον καταδιώκει, ο ποιητής «το σκάει», αναζητώντας την ελευθερία και μια νέα εμπειρία, που μπορεί να κρύβεται στην απόδραση και την περιπλάνηση. Εξάλλου, ο ίδιος, μιλώντας για τον ευατό του αναφέρει σε μια επιστολή «Πεζός είμαι, τίποτα παραπάνω.». Έτσι, στην περίπτωση του Ρεμπώ, το περπάτημα είναι μια μορφή έκφρασης της ψυχικής κόπωσης. Ως πράξη, συμβολίζει την σταθερή απόφαση ενός ανθρώπου που φεύγει και αφήνει, με χαρά, κάτι πίσω του.

Τέλος, δεινός περιπατητής υπήρξε και ο πολιτικός φιλόσοφος Χένρι Ντ. Θορώ. Μπροστά στο ξέσπασμα της βιομηχανοποίησης και της μαζικής παραγωγής, που καθιστά το άτομο δέσμιο των υλικών αγαθών, ο Θορώ επιλέγει τη λιτότητα, που προσφέρει η ζωή στο δάσος. Ο φιλόσοφος περπατά καθημερινά στα δάση του Μέιν, στο Κεμπέκ και στο Νιου Χάμσαϊρ, μένοντας, ουσιαστικά στο περιθώριο του πολιτισμένου καπιταλιστικού κόσμου, που παράγει το κέρδος, την εκμετάλλευση και τη δυστυχία.

Το βάδισμα είναι μια πραγματικότητα, και ως τέτοια, δεν ταυτίζεται, μόνο, με την αίσθηση του ανθρώπου ότι βρίσκεται μέσα στη φύση, αλλά ότι ανήκει σ’ αυτήν. Πατώντας γερά στο έδαφος, ο περιπατητής αναγνωρίζει ότι αποτελεί κομμάτι του φυσικού κόσμου, όπως ο Θορώ, που γράφει «Μακάρι να μπορείς να μεθύσεις με τον αέρα που αναπνέεις.». Επομένως, στην περίπτωση του Θορώ, το βάδισμα συμβολίζει την άρνηση των κοινωνικών επιταγών και την αναζήτηση της αλήθειας, μέσα από την απλότητα.

Βάδισμα και αιωνιότητα

Το βάδισμα δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί όσο απλό και να μοιάζει, η ουσία του έγκειται στην απόφαση του να σβήσεις το φως και να κλείσεις την πόρτα. Βαδίζω σημαίνει χαμηλώνω τις φωνές του κόσμου, που ξεκουφαίνουν και δοκιμάζω την απλή ομορφιά, που προσφέρεται σε ένα τοπίο, σε μια διαδρομή, ένα κυρτό δέντρο, έναν πυκνό θάμνο, μια πεδιάδα, ένα βουνό, μια λίμνη ή τον ουρανό. Εκεί, όπου ο άνεμος φυσά, οι υποχρεώσεις, οι κοινωνικοί ρόλοι και οι ειδήσεις του κόσμου παρασύρονται και χάνονται. Ο περιπατητής, κατά αυτήν την έννοια, είναι ένας αιώνιος άγνωστος, χωρίς παρελθόν και με αμφίβολο μέλλον.

Παράλληλα, στο βάδισμα ενυπάρχει η αιωνιότητα της αρμονίας, η οποία κρύβεται πίσω από τις καθαρές γραμμές των βουνών, την καμπυλότητα των δέντρων και την κίνηση του νερού. Η αρμονία βρίσκεται στην απλότητα, που ως τρόπος ζωής, έχει αντικατασταθεί με την πολυπλοκότητα και την υπερβολή. Η έξοδος, σήμερα, δεν προσφέρει μια ουσιαστική ευκαιρία για φυγή, αλλά μια καταναγκαστική κοσμική εναλλακτική, ντυμένη με τα πολυτελή και ακριβά ενδύματα της κοινωνικής προβολής.

Μέσα στον σύγχρονο κόσμο, το περπάτημα, με τη μορφή βόλτας, μοιάζει να μην αποτελεί τίποτα παραπάνω από μια δραστηριότητα, ικανή να μαγέψει, μονάχα, τα παιδιά, οι αισθήσεις των οποίων, εκλαμβάνουν το θέαμα του κόσμου, μέσα από ασυγκράτητο ενθουσιασμό. Έτσι, όποιος απολαμβάνει το βάδισμα μεταμορφώνεται σε ένα αιώνιο παιδί, που κινείται από άσβεστη περιέργεια, ανακαλύπτοντας εκ νέου κάτι καινούργιο και μαγικό σε κάθε τοπίο. Ένα παιδί ξαφνιάζεται με ένα δέντρο, γιατί, στα μάτια του, το δέντρο αυτό διαφέρει απόλυτα από κάθε άλλο δέντρο, που έχει, έως τότε, συναντήσει.

Ωστόσο, ο κόσμος αναζητά διεξόδους από την καθημερινότητα και το βάδισμα είναι μια από αυτές. Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη ματαιότητα των κοινωνικών καταναγκασμών και απομακρύνει τους φόβους, που τον κρατούν δέσμιο, ένας μακρύς δρόμος ανοίγεται μπροστά του. Το τέλος της διαδρομής είναι άγνωστο και μακρινό, αλλά, η απόλαυση της συναισθηματικής καθαρότητας, που έγκειται στην απλή διαπίστωση ότι είμαι ένας άνθρωπος που υπάρχω και κινούμαι, είναι βέβαιη.


Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για το άρθρο αυτό:

Frédéric Gros, ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ Φιλοσοφία, μτφ: Ρούλα Τσιτούρη, Εκδόσεις: Ποταμός, Αθήνα, 2015


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Νεφέλη Μαριάμ Πιτσή

Είμαι απόφοιτη του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και ασχολούμαι κυρίως με τις παραστατικές τέχνες, το θέατρο και το χορό. Στον ελεύθερο χρόνο μου επισκέπτομαι τα παλαιοβιβλιοπωλεία της Αθήνας. Αγαπώ τα ταξίδια, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη μουσική, το γαλλικό κινηματογράφο και τις απογευματινές βόλτες στα πάρκα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;