Κεφάλαιο 14: Οφθαλμός αντί οφθαλμού

Το στομάχι μου διαμαρτύρεται έντονα, αν δεν πεθάνω από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, σίγουρα θα αποχαιρετίσω τα εγκόσμια από ασιτία. Λησμόνησε να φάει, ο απερίσκεπτος! θα γράφει στην επιτύμβια μου επιγραφή. Τέτοια μακάβρια σκέφτομαι με διάθεση αυτοσαρκαστική και ξυπόλυτος περπατώ προς το μπάνιο.

Τα μαλλιά μου, κοιτώντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη, έχουν μακρύνει ασυνήθιστα πολύ, μου προσδίδουν μια κουλτούρα που συναντάς σε ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, τουλάχιστον έτσι τους φανταζόμουν τους χαρισματικούς αυτούς ανθρώπους, στα εφηβικά μου χρόνια. Μια αντίληψη που έχει καρφωθεί στο μυαλό μου και δε λέει να βγει. Ικανοποιημένος από το θέαμα που αντικρίζω στο γυαλί, αυτάρεσκα αποφαίνομαι πως αυτή μου η φινέτσα ακαταμάχητη είναι. Σαν άλλος Νάρκισσος χασκογελάω μόνος μου και, με τα χέρια ανάμεσα στην πλούσια κόμη της κεφαλής μου, κινούμαι προς το σαλόνι του σπιτιού μου.

Φοράω το γκρι τζιν παντελόνι και τη λεπτή μαύρη  μου μπλούζα, ο συγκεκριμένος ρουχισμός παρατημένος απέμεινε στην πολυθρόνα δυο μέρες τώρα, και κοιτώ πίσω από τη θαλασσιά κουρτίνα, έξω από το παράθυρο, ψηλά στον ουρανό. Φθινοπώριασε για τα καλά και ο καιρός ήρθε και συνταίριαξε με τον ψυχισμό μου. Σκυθρώπιασαν τα φύλλα και μαράθηκαν στα δέντρα απέναντί μου στη συστοιχία με τις κατάλπες, Κι όμως, σήμερα αχνοφαίνονται λίγες αχτίδες αισιοδοξίας.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ομολογώ πως αυτό το πρωινό μοιάζει κομματάκι διαφορετικό, είμαι μετά από καιρό ευδιάθετος. Προσπαθώ να συναρμόσω τις σκέψεις μου που διάσπαρτες είναι στο μυαλό μου και δε με βοηθούν να θυμηθώ τι ακριβώς συνέβη την προηγούμενη νύχτα. Εδώ δε θυμάμαι καλά, καλά πως έφτασα στο σπίτι, θα θυμόμουν χτεσινοβραδινές λεπτομέρειες; Εγκαταλείπω την προσπάθεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φευγαλέα, θαρρείς παραφθορά του νου, περνάει μπρος από τα μάτια μου, μαζί με πολλές άλλες που φαντάζουν ασύνδετες μεταξύ τους, η εικόνα της Ελπίδας που άγνωστο πως, ξεφύτρωσε μες στου μυαλού μου τις άλογες σκέψεις. Το συνήθιζε αυτό η «μικρή», έμπαινε στη ζωή μου σαν από μηχανής θεός σε κάθε δύσκολή μου στιγμή. Και εγώ ο ανόητος την αποτίναξα σαν να ήταν ένα παράσιτο που απομυζούσε από τη σάρκα μου και όχι αυτή που μ’ αγάπησε έτσι όπως καμιά άλλη. Πόσο βλάκας είμαι, απώλεσα το οξυγόνο που μου χάριζε πνοή. Τη φωτοσύνθεση στον παρηκμασμένο μου βίο.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και αποδιώχνω την ελπίδα, τη μία Ελπίδα, την κάθε ελπίδα και, αφήνοντας πίσω το είδωλό της, προσπαθώ να συγκεντρωθώ. Πρέπει επειγόντως να προμηθευτώ κάτι για να καθησυχάσω το στομάχι μου που έντονα παραπονιέται.

Στη γειτονιά μας καινούργιος φούρνος έχει ανοίξει και τα εδέσματά του οφείλω να ομολογήσω πως είναι εκλεκτά. Σπεύδω ποδαράτα και με ανυπομονησία τρυπώνω ανάμεσα σε δυο παππούδες που σαρώνουν με τα μάτια τον χώρο. Ο ένας τους υψώνει κάπου κάπου τη μαγκούρα του για να στοχοποιήσει κάποιο από τα προϊόντα που διατίθενται στο κατάστημα.

Το δικό μου βλέμμα έχει εστιάσει πάνω σε μια δελεαστική τυρόπιτα, δύο για την ακρίβεια, που, καθώς πλησιάζω, θαρρώ πως μου κλείνουν το μάτι. Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό, εξάλλου εύκολα υποκύπτω σε δαύτους, και τις ζητάω από τον καινούργιο, γενειοφόρο υπάλληλο του φούρνου που τυγχάνει και παλιός μου γνώριμος. Στο ταμείο πληρώνω με την πιστωτική μου κάρτα και βιαστικά κινώ προς το ενδιαίτημά μου.

Επιλέγω να διασχίσω κάθετα τον δρόμο και να βρεθώ από την απέναντι πλευρά, για να αποφύγω να περάσω μπροστά από το σπίτι της γριάς στρίγγλας, της κακιάς γειτόνισσάς μου που έμαθα πως με συκοφαντεί αποκαλώντας με αλκοολικό. Βαδίζω και πάλι με γοργό βήμα για να ικανοποιήσω όσο γίνεται γρηγορότερα τις γαστρονομικές μου ανάγκες.

Καθώς κινούμαι με ταχύτητα και με το κεφάλι κατεβασμένο και στραμμένο από την αντίθετη προς το σπίτι της μέγαιρας, για ευνόητους λόγους, χωρίς να το καταλάβω, συγκρούομαι πάλι με κάποιον άνθρωπο. Δεύτερη φορά μέσα σε δύο μέρες.

Βρίσκομαι έξω από το εμπορικό κέντρο, από το βιβλιοπωλείο συγκεκριμένα. Από τη σύγκρουση βλέπω τις τυρόπιτες να πηδούν από τη σακούλα που ήταν τοποθετημένες, να διαγράφουν μερικές περιστροφές στον αέρα και να πέφτουν στις φαρδιές πλάκες του πεζοδρομίου. Πολύ πόνεσα με αυτή τους τη βουτιά στο κενό.

Αλίμονο, δεν είναι το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζω τούτη τη στιγμή. Πριν σηκώσω το κεφάλι βλέπω σκόρπιες κόλλες χαρτιού Α4, κάποια βιβλία επιστημονικού περιεχομένου καθώς και μερικά τετράδια με σημειώσεις. Προλαβαίνω να διαβάσω ένα απόφθεγμα στην ανοιχτή σελίδα ενός από αυτά. Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις, τότε έχει μείνει λίγη ακόμα ψυχή για να χάσεις.

Νιώθω ένα σκίρτημα στην καρδιά καθώς το διαβάζω. Άραγε εγώ έχω καθόλου ψυχή μέσα μου για να τη χάσω, ή την ξαπόστειλα στον Άδη, χρόνια πριν; Δειλά-δειλά και κάπως ένοχα ορθώνω το ανάστημά μου και το βλέμμα μου αβέβαια, διστακτικά πηγαίνει να ανταμώσει με τον άνθρωπο που χτύπησα.

Σαστίζω σαν αντικρίζω την Ελπίδα. Ναι, την Ελπίδα! Το κορίτσι που πολλές φορές κυνήγησα στο ξύπνιο μου, στα διαβατάρικα ταξίδια του μυαλού μου, εκεί όπου ποτέ δεν προλάβαινα να την προφτάσω για να απολογηθώ, την ίδια που συχνά με καταδιώκει στα όνειρά μου, στους εφιάλτες μου, αυτούς που διαρκώς εξαπολύει ο Μορφέας για να με αναταράξει και κάθιδρο να με ξεσηκώσει από το κρεβάτι μου.

Περιδεής, ξεροκαταπίνω. Δε μου βγαίνει φωνή από το στήθος. Θυμάμαι την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε, τον τρόπο που χωρίσαμε, τι να πω μετά από τόσα χρόνια;

«Γεια σου Σώτο! Σου έχει γίνει συνήθεια να πέφτεις πάνω στους ανθρώπους;» Χαμογελάει καθώς ολοκληρώνει την τελευταία της φράση και συνεχίζει πιο σοβαρή αυτή τη φορά. «Ελπίζω να μη χτύπησες, ε;» Παίρνει την πρωτοβουλία να μιλήσει πρώτη. Με βγάζει από πολύ δύσκολη θέση, δεν ήξερα πως να αρχινήσω συζήτηση μαζί της.

Μένω αποσβολωμένος. Σαν να μην πέρασε μια μέρα αισθάνομαι. Τόσο ένοχος! Η εμφάνισή της άλλαξε. Προς το καλύτερο! Έγινε μια εντυπωσιακή γυναίκα, πιο ψηλή και ακόμα πιο όμορφη από τότε που τη θυμάμαι. Πραγματική καλλονή. Με παραξενεύει που γνωρίζει πως την προηγούμενη νύχτα, έξω από το ζαχαροπλαστείο, πάνω στη Μητροπόλεως, συγκρούστηκα και με έναν άλλο συμπολίτη μου αλλά αποφεύγω να ρωτήσω. Προέχουν άλλα.

«Η αλήθεια είναι πως όταν αποχώρησες τόσο αιφνίδια από τη ζωή μου, η πληγή που μου άφησε η φυγή σου ήταν τόσο μεγάλη και ανεπούλωτη που αυτό εδώ μοιάζει σαν μια μικρή αμυχή». Αποκρύπτω πως από τη χαλαρότητα των κινήσεών μου και τη βίαιη επαφή που είχα μαζί της, νιώθω το δεξί μου χέρι να πονάει πολύ. Φοβάμαι πως το στραμπούλησα. Προτιμώ να χαμογελάσω, απορώ και εγώ ο ίδιος με το κουράγιο μου να της μιλήσω ευθαρσώς.

«Δεν ήταν δική μου επιλογή». απαντά με στόμφο και με αποστομώνει μονομιάς.

Δεν έχει και άδικο. Αποκοτιά δική μου ήταν ο χωρισμός μας. Θέλω να της πω πως ποτέ δε συγχώρησα τον εαυτό μου για εκείνο το περιστατικό, πως στιγματίστηκε η πορεία μου στο χρόνο από τη μέρα που τόσο ανέντιμα φέρθηκα. Πού να ξέρει τον πόλεμο που μέσα μου μαίνεται όλα αυτά τα χρόνια; Τα στοιχειά που κατά πόδας με πήραν και βάναυσα βαραίνουν τις μέρες μου… δεν τολμώ!

Από τη μία η Φανή, ο ανεκπλήρωτος έρωτάς μου και από την άλλη η Ελπίδα. Αλήθεια τι πρεσβεύει η Ελπίδα; Πάντα μου άρεσε, ανέκαθεν την αγαπούσα αλλά…αλλά πάντα έμπαιναν αναπάντητα ερωτήματα ανάμεσά μας.

«Ούτε και δική μου!» αρκούμαι να απαντήσω, έτσι για να γεννήσω και στον δικό της νου προβληματισμούς.

«Ήταν της μοίρας μας γραπτό, λοιπόν, να χωρίσουμε έτσι απότομα». Πικρό το χαμόγελο στα χείλη της. Οι σειρήνες ενός ασθενοφόρου που περνά δίπλα μας, στο δρόμο, επιτείνουν το βαρύ κλίμα.

«Ναι, ήταν!» Απαντώ με ένα μειδίαμα νοσταλγικό και εξίσου θλιμμένο. «Όπως και η αναπάντεχη μα τόσο όμορφη συνάντησή μας. Αν και, εδώ που τα λέμε, κυριολεκτικά είδα τον ουρανό σφοντύλι, δεν έχω νιώσει πιο γλυκό χτύπημα από αυτό».

Χαμογελώ ξανά και ξανά, προσπαθώ να αποφορτίσω το κλίμα. «Πόσο πολύ χαίρομαι που σε ξαναβλέπω μετά από τόσο καιρό…» αυθόρμητα μου βγαίνει, πάνω στον ενθουσιασμό μου δεν αποκρύβω τα συναισθήματά μου. Έτοιμος είμαι να αρχίσω και τους ακκισμούς. Τι κι αν πονάω στο χέρι;

Το πρόσωπό της λάμπει στα λόγια μου, έχω τη βεβαιότητα πως και το δικό μου έτσι θα της φαίνεται.

«Κι εγώ, Σώτο, κι εγώ!»

Δεν παίρνω τα μάτια μου από πάνω της. Είμαι σίγουρος πως διαβάζει σ΄ αυτά τον θαυμασμό μου για το παρουσιαστικό της. «Πώς από τα μέρη μας;» Μπαίνω στην ουσία. Μ΄ ενδιαφέρει πάρα πολύ η απάντησή της.

«Μην ξεχνάς πως τα δικά σου μέρη είναι και δικά μου».

Άλλο πάλι και αυτό, συλλογιέμαι. Διττή η ερμηνεία του λόγου της.

«Ήρθα για να μείνω, Σώτο. Θα εγκατασταθώ μόνιμα στην Καστοριά. Νοίκιασα μάλιστα και ένα διαμέρισμα, στο Ντουλτσό». Ανασηκώνει με χάρη τα φρύδια.

Στο Ντουλτσό; Χμ… «Ωωω τι ωραία! Θα έχουμε ευκαιρία, αν θέλεις δηλαδή, εεε να τα ξαναπούμε». Δαγκώνω το πάνω χείλος μου κάπως αμήχανα. Η προσμονή μου για την απόκρισή της είναι μεγάλη.

«Και βέβαια θα τα ξαναπούμε. Όποτε θέλεις, Σώτο, όποτε θέλεις». Φωτίζει το πρόσωπό της και ενστικτωδώς κοιτώ ψηλά στον ουρανό, μήπως και ξεγλίστρησε πίσω από το μούχρωμα ο ήλιος και έστειλε επιλεκτικά, μονάχα στην Ελπίδα, τις αχτίδες του. Μπααα κρυμμένος είναι πίσω από πέπλο ζοφερό. Ακόμα καλύτερα, σκέφτομαι. Εγώ είμαι η αιτία της λαμπρότητας που αντικρίζω στα χαρακτηριστικά της.

Αρπάζω την ευκαιρία και σπεύδω να εκμεταλλευτώ την περίσταση.  «Προτείνω να ανταλλάξουμε τηλέφωνα για να επισπεύσουμε τη συνάντηση αυτή. Αν δεν έχεις αντίρρηση εννοείται». Χαμογελάω δειλά.

Ανταποδίδει με ένα εκτυφλωτικό δικό της χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις. «Καμία αντίρρηση. Ίσα ίσα που κι εγώ το θέλω πολύ να βρεθούμε το συντομότερο δυνατό». Τώρα είναι η σειρά της να δαγκώσει το κάτω χείλος της.

Πιάνω το υπονοούμενο που ήταν σαν να το περίμενα μια ολόκληρη ζωή. Μου δίνει τους αριθμούς του κινητού της και της κάνω αμέσως μια κλήση. Αποθηκεύομε και οι δυο τα νούμερα των τηλεφώνων μας και κοιτιόμαστε ασκαρδαμυκτί δίχως να μιλάμε. Μου έλειψαν τόσο πολύ αυτές οι σιωπηλές, γεμάτες νόημα στιγμές.

Πρώτη αυτή σπάει τη σιωπή. «Πρέπει να φύγω, Σώτο. Έχω κάποιες δουλειές να κάνω, ειδικά τώρα που είμαι στην αρχή της καριέρας μου στην πόλη, πρέπει να τρέξω κάποιες υποθέσεις που με αφορούν και επείγουν. Δεν ξέρω αν γνωρίζεις, είμαι δικηγόρος.  Ψάχνω για κάποιον επαγγελματικό χώρο εδώ τριγύρω, για να ανοίξω το γραφείο μου».

«Αν θέλεις, μπορώ και εγώ να σε βοηθήσω. Έχω κάποιους γνωστούς που ενδεχομένως να σου φανούν χρήσιμοι». Στραβώνω τη μύτη μου σκεπτικά. Πριν μου απαντήσει, εγώ ενεργοποιώ το μνημονικό μου για να συμβάλλω στην αναζήτησή της.

«Εννοείται πως θέλω! Ελπίζω μάλιστα, μάλλον εύχομαι, να μη χαθούμε ξανά, Σώτο, μου έλειψε η παρουσία σου». Μένω έκπληκτος. Τα λόγια της ηχούν περίεργα στα αυτιά μου. Επαναφέρουν αναθυμήσεις που για χρόνια δέσποζαν και εξουσίαζαν το νου μου.

Μετά από μερικές στιγμές σιωπής, σιβυλλικά της λέω: «Πολλές φορές σε έψαξα κι άλλες τόσες σε βρήκα, και μόλις σε πλησίαζα, χανόσουν από τα χέρια μου λίγο πριν σε αγγίξω…» Ξύπνησε ο Αναξαγόρας μέσα μου.

«Τί εννοείς; Έχουμε τόσα χρόνια να συναντηθούμε».

«Νομίζεις», αποκρίνομαι, «Νομίζεις!» Είναι η σειρά μου να την αφήσω άναυδη.

Αποφεύγει να με ρωτήσει τί εννοώ. Φαίνεται όμως προβληματισμένη από τα τελευταία μου λόγια.

Την παρατηρώ καθώς απομακρύνεται, πόσο όμορφα λικνίζεται μέσα στο κόκκινό της φόρεμα. Μόλις αυτή τη στιγμή παράξενες αναμνήσεις στοιχίζονται γύρω μου και γεννούν προβληματισμούς, οφείλονται στο άλικο χρώμα του ρούχου που φοράει, αυτό είναι που μου κεντρίζει την προσοχή. Δυστυχώς, η εξασθενημένη μνήμη μου αδυνατεί να μου αιτιολογήσει: γιατί;

Ωραία που είναι η ζωή…

«Άρχισες να τρακάρεις και με τον κόσμο τώρα; Πάλι σουρωμένος είσαι;» Ακούω μια συριστική κραυγή πίσω μου που κάνει την ψυχή μου να πάει στην Κούλουρη.

Μόλις στρέφω να δω ποιος είναι, εξανίσταμαι. «Πανάθεμα σε παλιόγρια, με κοψοχόλιασες! Δέκα χρόνια έχασα από τη ζωή μου». Είναι η τρισκατάρατη γειτόνισσά μου αυτή που με κατατρόμαξε. Δεν της χαρίζομαι.

«Έτσι όπως ζεις δε βλέπω να φτάνεις τόσο μακριά!» απαντάει περνώντας στην επίθεση.

«Μπα που να φας τη γλώσσα σου γρουσούζα, που κακό ψόφο να έχεις…»

Ανταποδίδω με πάθος τα γλυκόλογά της. «Α, και αν μάθω ξανά ότι μιλάς πίσω από την πλάτη μου, θα έρθω και θα βάλω φωτιά στο σπίτι σου. Ακούς; Στο σπίτι σου!»

Αιφνιδιάζεται. Έντρομη βάζει την ουρά στα σκέλια και σαν βρεγμένη γάτα φεύγει. Ε δεν άντεξα άλλο. Καιρός ήταν να βάλω μια τάξη. Σαν πολλά μας τα είπε. Πεπεισμένος πως δε θα με συκοφαντήσει ξανά, κινώ για το σπίτι μου. Μωρέ, πόσο ωραία κυλάει η μέρα σήμερα; Μικρή σημασία έχει που το στομάχι μου εξακολουθεί να διαμαρτύρεται, ουδόλως με ενδιαφέρει τώρα πια, θα χορτάσω με την ελπίδα πως όλα θα πάνε καλύτερα.

Έχει σκοτεινιάσει, ούτε ξέρω πόσες ώρες κοιμάμαι, με συνεπήρε το γλυκό ταξίδι στα αλαργινά της νιότης, χρόνια. Το αντάμωμα με την Ελπίδα έχει θεαματική επίδραση πάνω μου. Νιώθω αναζωογονημένος.

Μονάχα το στομάχι μου αρνείται να χαρεί με την ευδιαθεσία μου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όταν δεν έχεις να φας κάτι, ξεγελάς την πείνα σου με το πιοτό. Να γεμίσει η κοιλιά έστω και με κάποιο υποκατάστατο.

Την ώρα που ετοιμάζομαι να σερβίρω στον εαυτό μου ένα ποτήρι ουίσκι, με λίγο πάγο εννοείται, χτυπάει το κινητό μου που βρίσκεται πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Τρίζει από τη δόνηση η συσκευή και καθώς σκύβω να δω ποιος καλεί, νιώθω  κι εγώ τριγμούς να αναδύονται από τα εσώψυχά μου.

Μονομιάς κλυδωνίζεται η αυτοκυριαρχία μου. Αφήνω το τηλέφωνο να κουδουνίζει παράκαιρα και οπλίζομαι με θάρρος για να το σηκώσω. «Εμπρόοος;» Άκου, εμπρός; είμαι πολύ οπισθοδρομικός, συλλογίζομαι και αποφαίνομαι πως η Φανή πάντα κατάφερνε να με αποσυντονίζει.

Από το ηχείο του κινητού μου, έρχεται ένα γέλιο εξόχως ειρωνικό. Ευτυχώς η απόκρισή της δεν έχει ψήγματα σαρκασμού. «Καλησπέρα Σώτο! Τί κάνεις; Είσαι καλά;»

«Ας τα λέμε καλά, Φανή, όπως τα ξέρεις…» Μέριασε μιζέρια να σε χαρώ. Για έναν περίεργο λόγο, κάθε φορά που μιλώ μαζί της, επιχειρώ να της παρουσιάσω ένα πρόσωπο μεμψίμοιρο, καταθλιπτικό…μήπως, όμως, τελικά ισχύει αυτό και μου το βγάζει;

«Ξέρεις, είμαι μονάχη μου αυτή τη στιγμή και νιώθω μοναξιά. Ο Δημητρός λείπει στη Θεσσαλονίκη, θέλει να προμηθευτεί ένα ανταλλακτικό για ένα από τα γεωργικά του μηχανήματα». Μένω σιωπηλός. Την αφήνω να συνεχίσει για να δω που θέλει να το πάει.

«Σημασία έχει πως είμαι μόνη μου αυτή τη στιγμή και χρειάζομαι την παρέα κάποιου ανθρώπου. Ε, νομίζω πως εσύ είσαι για μένα η κατάλληλη συντροφιά». Κολακεύομαι αλλά συγκρατούμαι. «Λοιπόν, τί θα έλεγες να βρεθούμε;»

«Πολύ θα το ήθελα, Φανή, ακόμα και τώρα αν δεν έχεις αντίρρηση».

Άδραξε την ευκαιρία, νέε μου, διότι αν δεν την εκμεταλλευτείς, δαύτη η ευέλικτη και τόσο άτεγκτη, σύντομα θα ανακρούσει πρύμναν και εσύ θα απομείνεις με ερωτήματα αναπάντητα να σε βασανίζουν ισόβια. Πάλι ο Αναξαγόρας εισβάλει στις σκέψεις μου και επιβάλλει τη γνώμη του.

«Ωωω! Πολύ μου αρέσει που σήμερα είσαι τόσο αποφασιστικός. Με εκπλήσσεις ευχάριστα». Ξεφυσάει από ανακούφιση ή έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται εμένα.

Με αναπτερωμένο ηθικό, ρωτάω: «Πού θέλεις να συναντηθούμε; Θα πάμε για καφέ ή σκέπτεσαι κάτι άλλο; Είμαι στη διάθεσή σου». Κοίτα να δεις τι σου κάνει η Ελπίδα. Με γέμισε με αυτοπεποίθηση και μόνο με την παρουσία της.

«Όχι, Όχι! Δεν τη μπορώ την οχλαγωγία σήμερα. Απόψε θέλω να είμαι κάπου ήσυχα. Με ένα δικό μου πρόσωπο… να συζητήσω θέλω. Αυτό έχω ανάγκη τώρα. Λίγη κουβέντα με έναν καλό φίλο. Θέλω να σου εκμυστηρευτώ και κάτι σημαντικό. Κάτι που μπορεί να αλλάξει τη ζωή μου. Υπό προϋποθέσεις και τη δική σου…θα σου τα πω από κοντά, όμως, στο σπίτι σου». Να λοιπόν που η Φανή καθόρισε τον τόπο συνάντησής μας.

Τα σιβυλλικά της λόγια εύλογα μου γεννούν ερωτήματα. «Ωραία λοιπόν, θα σε περιμένω σπίτι μου, σε… αλήθεια, σε πόση ώρα θα ήθελες να βρεθούμε;»

Κοιτάω το μπεζ ταβάνι, μου φαίνεται πως το χρώμα του πήρε να σκουραίνει λιγάκι. Σίγουρα θα χρειαστεί ένα φρεσκάρισμα. Ανυπομονώ για την απάντησή της και προσπαθώ να ξεγελάσω την αγωνία μου με ανούσιες σκέψεις.

«Το πολύ σε ένα μισάωρο θα είμαι εκεί!»

«Θα σε περιμένω με ανοιχτές αγκάλες!» Χαμογελώ. Είμαι σίγουρος πως έχει φτάσει στα αυτιά της το γέλιο μου.

«Ό,τι καλύτερο!» λέει και ένα χαμόγελο όλο υποσχέσεις διαπερνάει το ακουστικό του κινητού και τη ραχοκοκαλιά μου που αναριγεί. «Κλείνω! Θα τα πούμε σε λίγο από κοντά».

«Ααα, μια στιγμή! Πριν κλείσεις να σε ρωτήσω: Έχεις φάει τίποτα; Σκέφτομαι να παραγγείλω.»

«Μμμ τέλεια! Μου κάνει όρεξη για πίτσα. Το αφήνω πάνω σου, ναι; Άντε, τα λέμε σε λίγο…»

Είναι το μόνο που άφησε πάνω μου. Ξανά με κατευθύνει. Η βούλησή μου εξασθενεί μπροστά της. Ολετήρας είναι και εγώ άβουλο πλάσμα. Ψάχνω το τηλέφωνο από την Πίτσα Ροma και παραγγέλνω δυο σπέσιαλ οικογενειακές, τα μάτια μου φλερτάρουν επαίσχυντα με το μπουκάλι Jonny walker, στην πρόκληση αυτή με δυσκολία αντιστέκομαι.

Με βοηθούν τα λόγια της παλιόγριας που με χαρακτήρισε ούτε λίγο ούτε πολύ, μέθυσο. Μέθυσος εγώ; Αν είναι δυνατόν! Τραβάω με δυσκολία το βλέμμα μου από τη φιάλη με το αλκοόλ και πηγαίνω στο μπάνιο να πλυθώ και να ξυριστώ. Βάζω και το αγαπημένο μου άρωμα.

Στον καναπέ αφήνομαι στοχαστικά στα ταξιδιάρικα παιχνίδια του νου. Σκέφτομαι ξανά τη Φανή. Τη Φανή που με στοιχειώνει, που με ξελογιάζει, που γλυκά ποτίζει με δηλητήριο την καρδιά μου.

Μοιραία στοχάζομαι και τον αδερφό μου, τον Δημητρό. Πώς κατάφερε άραγε να γίνει ο διαχρονικός, από τη στιγμή που σύναψε σχέσεις με τη Φανή, εφιάλτης μου; Είναι ο άνθρωπος που μου έκλεψε το όνειρο. Ο αδερφικός μου φίλος που παραδόθηκε στο έλεος του ορμών του και λησμόνησε τα λόγια ψυχής που του εκμυστηρευόμουν για τη Φανή, τον έρωτά της ζωής μου!

Εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή που εγώ έμενα εκτεθειμένος στα μάτια της, τότε στην ταβέρνα, και τρύπωσε στην καρδιά της, ο τρισκατάρατος. Αμέσως μετανιώνω που τον βρίζω. Τί μου φταίει και αυτός; Έχει καθυποταχτεί, όπως και τόσοι άλλοι, στην ακαταμάχητη γοητεία της.

Οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο του σαλονιού γυρίζουν βασανιστικά αργά, εγώ αφηρημένα ακούω τους παλμούς της συσκευής να με περιγελάνε και αντί να μετράνε την ώρα, να παίζουν με την αγωνία μου. Μου έρχεται να το σπάσω και να σταματήσω τον χρόνο. Θα με φάει κάποια μέρα η αδημονία μου για τη Φανή. Δεν ξέρω αν μπορώ να αντέξω άλλο αυτήν τη μαρτυρική αναμονή. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου την περιμένω και αυτή δεν έρχεται.

Όταν το κουδούνι της εξώπορτας χτυπάει, ασυναίσθητα πετάγομαι όρθιος και τινάζω με τις ανοιχτές μου παλάμες τα ρούχα που φορώ, κάνω λες και είμαι μαθητούδι ή  στρατιώτης που βρίσκεται στη σειρά και αγωνιά που θα περάσει από έλεγχο για την εμφάνισή του.

Ανοίγω την πόρτα και έκθαμβος από το θέαμα που αντικρίζω, απομένω να εστιάζω πάνω στα ακαταμάχητα μάτια της, στους γκριζοπράσινους χείμαρρους που με παρασέρνουν κάθε που τους θωρώ. Αγνοώ το γκριζαρισμένο τοπίο ψηλά στον ουρανό, το στερέωμα το αγριωπό, και επικεντρώνομαι στα πράσινα λιβάδια που εκφύουν ολάνθιστα μέσα στις δυο της κόγχες και με περιβάλλουν με ευτυχία και μόνο που τα βλέπω.

Σπεύδω να της δώσω το χέρι μου και αγγίζοντας το δικό της διαπιστώνω πως είναι κρύο, όπως η καρδιά της, αλλά το παρακάμπτω αυτό γιατί όμοια με δροσοσταλίδα την κάνω, από αυτές που ικανές είναι να βάλουν τέλος στη λειψυδρία ετών. Πέφτει στην αγκαλιά μου και πατώντας στις μύτες των ποδιών της, φτάνει στο ύψος μου και μου δίνει ένα φιλί στα χείλη.

Εκπλήσσομαι από τη διαχυτικότητά της αλλά προσπαθώ να  διατηρήσω την ψυχραιμία μου. «Πέρασε μέσα, μη στέκεις στην πόρτα…» την παροτρύνω και κρατώντας την από την πλάτη, την αφήνω να προηγηθεί.

Κατευθυνόμαστε στο σαλόνι, επιλέγει να καθίσει στον διθέσιο καναπέ, εγώ πάλι προβληματίζομαι που να εναποθέσω το γεμάτο έξαψη κορμί μου, μια αστραπιαία σκέψη με ωθεί να καθίσω στον τριθέσιο καναπέ, ακριβώς απέναντί της.

Χαμογελάω αμήχανα, το ίδιο και η Φανή. Πιστεύω πως το κάνει για να με φέρει σε δύσκολη θέση. «Η πίτσα ακόμα αχνίζει, την έφερε ο νεαρός λίγο πριν έρθεις και εσύ, τί λες να τη φάμε τώρα που είναι ζεστή;» Είναι το μόνο που σκέφτομαι για να σπάσω τον πάγο.

«Μμμμ, περίμενα να το πεις. Έχω μια λιγούρα…»

Στο τραπεζάκι έχω αφήσει δυο πιατάκια με αρκετές χαρτοπετσέτες, ανοίγει μόνη της τη χάρτινη συσκευασία και παίρνει μια γωνία από την μια πίτσα. Εγώ δεν κουνιέμαι από τη θέση μου, μένω ακίνητος να θαυμάζω τον εκλεπτυσμένο τρόπο, ναι ακόμα και τώρα, που κρατάει στο χέρι της το κομμάτι της πίτσας και με χάρη το τρώει.

Χόρτασα και μόνο που τη βλέπω στο σπίτι μου. Εντάξει τίμησα και με το παραπάνω και την παραγγελία μου.

«Θέλεις κάποιο αναψυκτικό για τη χώνεψη;» Ρωτάω στραβώνοντας τη μύτη. Δεν είμαι σίγουρος αν έκανα καλά που ρώτησα.

«Όχι, είμαι μια χαρά. Αν θελήσω κάποιο ποτό θα σου πω. Και σίγουρα αυτό δε θα είναι αναψυκτικό».

Πιάνω αμέσως τον υπαινιγμό. Χωρίς να το θέλω το βλέμμα μου πέφτει στον τύπο από το  μπουκάλι του Johnnie Walker,  που από τη θέση που βρίσκομαι μου φαίνεται πως κάνει βιαστικά κίνηση προς το μέρος μου. Ανυπομονεί και αυτός να ανταμώσουμε.

«Λοιπόν, τί μου έλεγες; Έφυγε εσπευσμένα ο Δημητρός στη Θεσσαλονίκη για να αγοράσει κάποιο ανταλλακτικό για γεωργικό μηχάνημά του; Σωστά;»

«Έτσι είναι. Έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει αυτό το εξάρτημα. Αναγκαστικά πήγε στη Θεσσαλονίκη. Αλλιώς θα έμενε πίσω η δουλειά του».

Μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Κάνουμε συχνά αναφορές στο παρελθόν, επιστρέφουμε στο παρόν και μετά κάνουμε ξανά άλμα πίσω στον χρόνο. Ούτε μια φορά δε μιλήσαμε για το μέλλον, για τους στόχους ή τα όνειρά μας. Εγώ αγωνιώ και για αυτό που μου είπε στο τηλέφωνο, φροντίζω, όμως, να περιμένω την ίδια να ανοίξει το θέμα.

Τα βλέφαρά μου παίρνουν να κλείνουν όταν την ακούω να μου μου λέει ευθέως και χωρίς περιστροφές: «Ξέρεις, ο Δημητρός μου ζήτησε να παντρευτούμε!» Οι κόρες των ματιών της διογκώνονται όταν μου ρίχνει τη βόμβα που πέφτει πάνω μου και συνθλίβει ό,τι όμορφο απέμεινε μέσα μου. Πετούσα μέχρι πριν λίγα λεπτά στα σύννεφα και τώρα που βάραινα από το σοκ, πέφτω στα τάρταρα.

Βυθίζομαι στον καναπέ. Νιώθω δυσκαμψία. Αδυνατώ ακόμα και να κουνήσω τα άκρα μου, λέξη δε μπορώ να αρθρώσω.

Ένα μειδίαμα σχηματίζεται στα χείλη της. Άραγε, απολαμβάνει τον πόνο που μου επέφερε με το μαντάτο της; Τί σημασία έχει; Απόψε και οι τελευταίες ρανίδες αισιοδοξίας που έρρεαν μέσα μου να με ζεσταίνουν, πέθαναν. Πάγωσα!

Ξεφυσάω, πως να αποκρύψω την οδύνη;

«Και εσύ; Τί του απάντησες εσύ;» Κρέμομαι από τα χείλη της.

Ξεροβήχει, παίρνει μια βαθιά αναπνοή και μου απαντάει. «Του είπα πως είμαι πολύ χαρούμενη για την πρότασή του. Πως είναι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί ποτέ, αλλά χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ. Δεν παίρνονται έτσι εύκολα οι αποφάσεις μιας ζωής».

Κάθεται σταυροπόδι, το φόρεμά της που τραβήχτηκε ψηλά πάνω από τα γόνατα είναι πολύ αποκαλυπτικό. Δίχως να το καταλάβω εστιάζω σε κείνο το σημείο. Έχω την αίσθηση πως κατάλαβε τον θαυμασμό μου, δεν κρύβεται άλλωστε, και όταν αλλάζει τη θέση των ποδιών της, με την αριστερή κνήμη να περνάει τώρα πάνω από τη δεξιά, το θέαμα που ηθελημένα μου προσφέρει δεν μου αφήνει περιθώρια να αντισταθώ.

Μένω μαρμαρωμένος να την κοιτώ. Ακόμα αυτό… ηδονοβλεψίας να γενώ. Είμαι σίγουρος πως θέλει να με προκαλέσει, διαφορετικά δε θα επαναλάμβανε αυτές τις εναλλαγές των ποδιών τόσο συχνά και δίχως αιδημοσύνη.

Για να πάψω να ξεφτιλίζομαι στα μάτια της, παίρνω την πρωτοβουλία και τη ρωτάω: «Το πράγμα σηκώνει ποτό. Να πιούμε στην υγειά σας. Να γιορτάσουμε την πρόταση που σου έκανε ο Δημητρός. Εγώ θα πιώ λίγο ουίσκι, εσύ τι θα ήθελες να σου βάλω;»

«Το ίδιο και εγώ. Νομίζω πως ένα ουισκάκι θα ήταν ότι πρέπει τούτη την ώρα».

Δε μιλάμε, μονάχα πίνουμε και κοιτιόμαστε. Να γίνει δρόλαπας το αλκοόλ να πίνω μέχρι να πνιγώ, συλλογιέμαι και κατεβάζω μεγάλες γουλιές από το πιοτό της λήθης. Πάει να σπάσει η καρδιά μου από τον πόνο, συχνά αποστρέφω το πρόσωπό μου από το οπτικό της πεδίο για να σφίξω τα χείλη ή να τρίξω τα δόντια.

Ίσως αυτή να είναι η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Τι τραγωδία… είναι η μέρα που πίστεψα πως ήταν η πιο ελπιδοφόρα. Για άλλη μια φορά η ειμαρμένη μου έπαιξε άσχημα παιχνίδια.

Θαρρώ πως έχω πιεί όσο ποτέ άλλοτε, είμαι κομμάτια. Μόνο τώρα είμαι έτοιμος να μιλήσω. «Ει…είμαι πππολύ χαρούμενος για σας, παιδιά. Πολύ!» Φλέγεται το στήθος μου από χαρά.

Κοίτα να δεις… όταν είμαι νηφάλιος δεν έχω λόγια να εκφραστώ κι όταν είμαι μεθυσμένος η γλώσσα μου αδυνατεί να αρθρώσει καλά για να ξεγλιστρήσουν οι λέξεις που τόσο πολύ θέλω να της πω. Τι κατάρα κι αυτή.

Το χαμόγελό της δείχνει παγερό, το βλέμμα της μοιάζει σκυθρωπό, ευελπιστώ λυπημένο. Είναι καλό άραγε να με συμπονά; Θα τρελαθώ!

«Κκκαι πότε μμμε το καλό σκέφτεσαι νννα του απαντήσεις;» Άθελα μου φεύγει ένας λυγμός, ξεπήδησε από τα κατάβαθα της θλίψης, δεν άντεξε ο καημένος τόση οδύνη. Πριν πάρω απάντηση σηκώνομαι και τρεκλίζοντας, έτσι αισθάνομαι πως βαδίζω, πλησιάζω στο παράθυρο, τραβάω τη θαλασσιά κουρτίνα που θροΐζει ελαφρά και κοιτάζω έξω.

Μαύρη που είναι η νύχτα…μόνο το μέσα μου είναι πιο σκοτεινό. Ακόμα και ο φανοστάτης κάτω στο δρόμο έχει καεί. Αποκαρδιωμένος επιστρέφω στη θέση μου.

Σοφή η επιλογή μου να καθίσω στον τριθέσιο καναπέ. Έρχεται κοντά μου, η ανάσα της, πιο καυτή από ποτέ, μου χαϊδεύει το λαιμό.

Τα χείλη της αγγίζουν το δεξί μου μάγουλο και ύστερα πλησιάζουν στο αυτί μου. «Ούτε τώρα, λοιπόν; Ούτε αυτή τη φορά θα με διεκδικήσεις όπως μου αξίζει; Θα με παραδώσεις στα χέρια κάποιου άλλου αμαχητί;» Είναι η σειρά της να ξεφυσήσει.

Τα λόγια της με αφυπνίζουν. Είναι σαν να βγαίνω από λήθαργο. Μόνο που οι σκέψεις μου εξακολουθούν να είναι συγκεχυμένες. «Εεε εγώ δδδε θα αφη…σω κανέναν να σε πάρει από μμμένα, είσαι δική μου! Πάντα ήσουν».

Περνάω το αριστερό μου χέρι, που κυριολεκτικά τρέμει, πίσω από την πλάτη της, αγγίζω τα χρυσαφένια γεννοβολήματα της σαγήνης και… σταματάω τον χρόνο. Κατακλύζομαι από αναμνήσεις, ανατρέχω στο παρελθόν, έτοιμος είμαι να βάλω και πάλι το χεράκι μου και να προκαλέσω κακό σε έναν από τους αδερφικούς μου φίλους.

Την πρώτη φορά υποκίνησα τον θάνατο του Άρη, τη δεύτερη σφυροκόπησα με δριμύτατα χτυπήματα τον φίλο μου τον Άρη και τώρα; Τώρα απλώνω πάλι το χέρι μου το τρεμάμενο, για να επιφέρω θανάσιμο πλήγμα στη σχέση μου με τον Δημητρό. Δε θα μου το συγχωρήσει ποτέ! Στιγμιαία, νιώθω αναστολές. Ίσως αν απομακρυνόμουν από κοντά της ανακτούσα τη χαμένη μου ανθρωπιά.

Λάγνοι ήχοι και ψιθυρίσματα μέσα στα αυτιά μου με επαναφέρουν από τα αλαργινά τρεχάματα του νου, ο χρόνος ξεπαγώνει, τα χείλη μου σφίγγουν, ξαναβρίσκω την προσωρινά χαμένη ταυτότητά μου. Αποδιώχνω και τις αμφιβολίες που πρόσκαιρα με κυριεύσανε.

Δε λησμονώ πως ο Δημητρός την έκλεψε από μένα, όχι εγώ από αυτόν. Οφθαλμός αντί οφθαλμού! Ώρα είναι να αποκατασταθεί η τάξη, να αποδοθεί δικαιοσύνη. Είναι δική μου! Πάντα θα είναι δική μου. Μέχρι ο ήλιος να ανατείλει από τη δύση, μέχρι το τέλος του κόσμου.

Πέφτω πάνω της σαν αρπακτικό που αδημονεί να γευτεί τη λεία του. Θωπεύω τους πολυπόθητους γλουτούς της, αγγίζω τα ονειρεμένα, πολυζήτητα στήθη της και ασυγκράτητος την ξεντύνω με κινήσεις πυρετώδεις, ζωσμένες από τη φλόγα του πάθους. Την ίδια στιγμή η Φανή μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Με ξεντύνει και εκείνη το ίδιο άγρια, παθιασμένα, τα σώματά μας επιζητούν την ένωση, την απόλυτη ηδονή.

Είμαι πάνω της, μέσα της, ξανά και ξανά. Τρέμω σύγκορμος από την ένταση, δε σταματάω, δε με αφήνει, αλλάζουμε θέση, έρχεται πάνω μου, παίρνει τα ηνία, με τρελαίνει, ούτε ξέρω πόσες φορές περιηγηθήκαμε στου έρωτα τα αχαλίνωτα κύματα, κάποτε πέφτουμε κατάκοποι στο κρεβάτι μου που πρώτη φορά φαντάζει γεμάτο, αφού χρόνια απέμενε αδειανό από σώματα και από αισθήματα.

Δε με πιάνει ύπνος, είμαι ακόμα πολύ αναστατωμένος και σε υπερένταση. Από τις μισάνοιχτες γρίλιες του παντζουριού διαχέεται γλυκό το φως της σελήνης. Πόσο όμορφα λάμπει το πρόσωπο της φεγγαρόλουστής μου! Τί ωραία θα ήταν να τελείωνε εδώ ο χρόνος, να έσβηνε ο ήλιος και το φεγγάρι και εγώ να χανόμουν μέσα στην αγκαλιά της για πάντα.

Δε σταμάτησα όλο το βράδυ να την κοιτάζω, να τη θαυμάζω και φιλιά να της δίνω στα χείλη, στο μέτωπο και στα μάγουλα. Μερικές φορές, άθελά μου, την ξυπνούσα, ανησυχούσα μη θυμώσει, μόνο που σαν άνοιγε τα μάτια της τα ζείδωρα μου χαμογελούσε και η παραζάλη του έρωτα καλά κρατούσε.

Και καθώς οι ώρες περνούσαν, και από τις γρίλιες πέρασε το φως της μέρας και αργότερα και του ήλιου άφηνε τα αποτυπώματα, εγώ καμάρωνα γεμάτος ευτυχία την ηλιόλουστή μου, τη νεραϊδογέννητη. Μόνο κάπου κάπου με τρόμο σκεφτόμουν μη δε βρίσκεται δίπλα μου και εγώ όλα αυτά τα πλανέματα τα έχω φτιάξει στη φαντασία μου ο νεραϊδοπαρμένος. Αλλά και πάλι, ακόμα κι αν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, πιο ωραία παρέα δε θα μπορούσα να έχω δίπλα μου.

Στον ενθουσιασμό μου πάνω της ετοίμασα και πρωινό. Ναι, πετάχτηκα πρωί πρωί στον γνωστό φούρνο και αγόρασα κρουασάν και κουλουράκια. Ετοίμασα και μια σοκολάτα γλυκιά και σαν η ώρα σκαρφάλωσε δέκα και τέταρτο, την ξύπνησα.

«Μμμ όνειρο ζω, μη με ξυπνάτε!» Χιλιοειπωμένα λόγια, μα για μένα τόσο μαγικά τώρα που τα ακούω από τα χείλη της. Αναδεύτηκε και ανασηκώθηκε τεντώνοντας με σκέρτσο τα άκρα της.

Δεν ξέρω τι ζεις εσύ, εγώ όμως σίγουρα ζω το όνειρό μου. Συλλογίζομαι και φαντάζομαι το πρόσωπό μου να λαμποκοπάει.

Όταν πετάει στην άκρη το πανωσέντονο και μου αποκαλύπτεται η γύμνια της, δε χορταίνω να θαυμάζω τα κάλλη της.

«Ωωω και πρωϊνό; Τέτοια περιποίηση δεν είχα ποτέ στο παρελθόν, από κανέναν». Χαμογελάει με νόημα.

Τώρα ή με δουλεύει ή το εννοεί. Παίρνω για δεδομένο το καλό σενάριο. Την ώρα που της σερβίρω, ανασηκώνεται απότομα από τη θέση της.

«Τί ώρα είναι;»

«Περασμένες δέκα. Γιατί ρωτάς;»

«Τί έκανε λέει; Πω πω, τι ανόητη που είμαι! Πρέπει να φύγω τώρα. Άργησα! Αααχ τι έκανα…» Τινάζεται όρθια και αρχίζει να ντύνεται βιαστικά. «Όπως καταλαβαίνεις, δε μπορώ να μείνω. Συγνώμη, ίσως κάποια άλλη φορά πάρω πρωϊνό μαζί σου». Φαίνεται αναστατωμένη, αυτό δε με εμποδίζει να τη ρωτήσω:

«Γιατί είσαι τόσο αγχωμένη, μπορώ να σε βοηθήσω;» το ενδιαφέρον μου το εύλογο δεν τυγχάνει ανάλογης υποδοχής.

«Χαχαχα» Ξεσπάει σε γέλια. «Εσύ είσαι η αιτία του κακού βλάκα, δεν καταλαβαίνεις;»

Μένω να την κοιτώ με ανοιχτό το στόμα. Όχι, δεν καταλαβαίνω.

Προφανώς το αντιλήφθηκε και η Φανή γιατί προσθέτει: «Σε λίγο θα έρθει από τη Θεσσαλονίκη ο Δημητρός και θα καταλάβει, αν δε με βρει στο σπίτι, πως δεν κοιμήθηκα εκεί χθες το βράδυ. Έλεος, Σώτο…»

Είναι στην πόρτα, ετοιμάζεται να την ανοίξει, πριν το κάνει στρέφει προς εμένα και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί. «Ωραία ήτανε…να το επαναλάβουμε κάποια στιγμή, ε;»

Εεε; Μένω έκπληκτος. Τί κάνει τώρα, παίζει με τα νεύρα μου; Μόνο αυτό έχει να μου πει; Να το επαναλάβουμε κάποια στιγμή; Εγώ έχω πετάξει στα ουράνια και αυτή… αυτή μοιάζει τόσο κυνική.

Ρουθουνίζω δυνατά. Είμαι πολύ θυμωμένος μαζί της. Μα τόσο επιδερμικά περνάει μια τέτοια νύχτα πάθους; «Τελικά έπεσες έξω…» Αφήνω ανολοκλήρωτη τη φράση μου για να της γεννήσω την απορία. Τα καταφέρνω.

«Δηλαδή;» Ρωτάει με ενδιαφέρον.

«Μου είχες πει κάποτε πως δε θα γίνω ποτέ δική σου. Διαψεύστηκες! Χθες το βράδυ  σε έκανα δική μου». Το μετανιώνω στη στιγμή. Είμαι ηλίθιος. Πώς μπόρεσα να ξεστομίσω κάτι τέτοιο; Να πληγώσω τον εγωισμό της;

Στο πρόσωπό της σχηματίζεται ένας μορφασμός που ομολογώ πως δε με ενθουσιάζει. Περιμένω με αγωνία να μου πει κάτι. Ό,τι κι αν είναι αυτό.

Το κάνει! Λίγο πριν φύγει μου λέει κατάμουτρα: «Σώτο… το σώμα μου πολλοί το κατέκτησαν όπως καλά ξέρεις, την ψυχή μου, όμως, κανείς! Και πίστεψε με, και αυτή τη στιγμή που μιλάμε παραμένει αδήωτη!»

Με προσγείωσε απότομα. Χλομιάζω. Φεύγει χαμογελαστή, ικανοποιημένη έτσι που με άφησε καταρρακωμένο και αμίλητο. Έχει και πάλι το πάνω χέρι. Τη χαιρετώ με ένα αδύναμο κούνημα του χεριού, δεν έχω τη δύναμη να πω ούτε γεια. Τη βλέπω να απομακρύνεται βιαστικά και απομένω να την κοιτώ.

Ανάθεμα… δε θα γίνεις ποτέ δική μου! Ποτέ! Όσο κι αν προσπαθώ.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;