Κεφάλαιο 12: Το τέλος της αθωότητας

Νόστος

Είδα πίσω από γωνίες σκοτεινές, από του Φθινοπώρου την αργοσάλευτη περπατησιά, τον έρωτα να ανθίζει μέσα στο σώμα της Ελπίδας, μηνύματα εξακόντιζε προς το μέρος μου καθημερινά, μόνο που εγώ φοβάμαι πως στέρεψα από ευγενικά αισθήματα, σημαδεύτηκε θαρρείς από αθεράπευτο τραύμα η ψυχή μου.

Την αυλή του σπιτιού της συχνά κοσίζω, και στην καρδιά της γνωρίζω πως συνεχώς αλωνίζω και ενώ φαινομενικά μένω αδιάφορος, μέσα μου κολακεύομαι. Συλλαμβάνω τον εαυτό μου να την ενθαρρύνει, την αφήνω να με αγγίζει, ενώ τον τελευταίο καιρό το ίδιο κάνω και εγώ, δήθεν τυχαία, αλλά τόσο στοχευμένα ώστε να κεντρίζω τους ερωτικούς της αδένες. Ο εσωτερικός μου κόσμος ευεπίφορος είναι σε συγκινήσεις, σε προκλήσεις και, γιατί όχι, σε λάθη. Με τα ελάχιστα ψήγματα ανθρωπιάς που μου έχουν απομείνει, ανησυχώ μη μολύνω, πάνω στην παρόρμηση της στιγμής, τη λαγαρή της προσωπικότητα.

Στους άλλους ανθρώπους φέρομαι διαφορετικά, μούδιασαν οι ευαισθησίες μου, τα ψυχικά μου χαρίσματα θάφτηκαν κάτω από χώμα χλοερό, τείνω να γίνω άτεγκτος, σκληρός, αγγίζω τα όρια της κυνικότητας. Είναι άραγε η Ελπίδα η απάντηση στα προβλήματά μου; Η εξιλέωση στα αμαρτήματά μου; Το φως στο σκοτάδι μου;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πραγματικά έχω έρθει πολύ κοντά μαζί της. Η μικρή μου ανατάσσει την ψυχολογία, η τρυφερότητα που μου δείχνει, η βεβαιότητα που έχω πως με νοιάζεται, ο τρόπος που με κοιτάει, τα μάτια της που τα κατεβάζει σαν μιλάμε ψιθυριστά τα βράδια έξω από το σπίτι της, τα χέρια μας που ενώνονται φιλικά(ή μήπως όχι;).

Τα χείλη της που τρεμοπαίζουν καμιά φορά, γεμάτα ανασφάλειες καθώς ανοιγοκλείνουν, το σώμα της που μοιάζει τόσο επίπλαστο σαν την αγκαλιάζω για να την προστατεύσω από τη βροχή και νιώθω να φλέγονται τα μάγουλά της τη στιγμή που ακουμπάνε στα δικά μου, τα χέρια της τα λεπτεπίλεπτα που τυλίγονται γύρω από το λαιμό μου και καμιά φορά μου χτυπάνε το στήθος έτσι, για να μου δείξει πως θύμωσε επειδή της είπα κάποιο χοντροκομμένο αστείο για να την πειράξω. Είναι μια ξεχωριστή κοπέλα. Είναι και πολύ όμορφη, αδιαμφισβήτητο αυτό, μπορεί και να την ερωτευόμουν αν δεν υπήρχε η Φανή, η ανοιχτή αυτή πληγή για την καρδιά μου.

Η Φανή που με κοιτάει με μάτια λάγνα, που μου μιλάει με νάζι, με χείλη φιλήδονα που καβαλάνε το ένα πάνω στο άλλο και αφήνουν χιλιάδες υποσχέσεις… συγκρούονται μέσα μου ανελέητα η αγνότητα που με συγκινεί και το πάθος που με ανάβει. Είμαι τόσο μπερδεμένος. Και, ενώ η μάχη πάει να γείρει πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, πάντα αναδύονται από το πουθενά τα λόγια του Αναξαγόρα και καθορίζουν την έκβαση της μάχης. «Μην περάσεις τον ποταμό Ρουβικώνα…»

Ήταν μια εποχή που τα λουλούδια θρονιάζανε στη γη και περιμένανε αργά και υπομονετικά το τέλος͘ όσο για τα δέντρα, θροΐζανε δυνατά για να αποτινάξουν το περιττό το βάρος από τα φύλλα που σάπιζαν, από το πέρας της μικρής τους ζωής. Κι εγώ, αποδιοργανωμένο εξάρτημα, θαρρείς σε μηχανή καλο-κουρδισμένη, έβανα με τον νου μου διάφορα.

Και από όλα πιο πολύ μ΄ ένοιαζε πως να βαδίσω τη βδομάδα στον ίδιο σκοπό, στον τόνο που τρεις μήνες τώρα ακολουθώ. Να πενθήσω τη χαμένη αθωότητά μου, και έναν φίλο που πρόδωσα, έναν αδερφό που ποτέ δε θα μπορέσω να ζητήσω τη συγχώρεσή του.

Οικτίρω τον εαυτό μου και  τη ζωή μου. Τρέμω στην ιδέα πως όλα όσα προηγήθηκαν δεν είναι παρά ένα πρελούδιο όσων έπονται, φριχτά θρηνητικά ακούσματα που θα με συνοδεύουν στον υπόλοιπο βίο μου. Τέτοια σκέφτομαι και άθελά μου γίνομαι άβουλο μέλος όλης αυτής της φρικαλέας μουσικής σύνθεσης. Η μόνη μου αντίδραση είναι πως, με κάθε μέρα που περνά, εγώ κρυφά προσεύχομαι να γίνει κάποιο θαύμα και να κάνω ένα καινούργιο ξεκίνημα, τις νότες για να αλλάξω.

Να τις πάω λίγο πιο δυνατά, γιατί ξέρω πως οι μέρες αργοσβήνουν και ηχούν υπόκωφα και νοσηρά, εκεί, αριστερά στα βάθη του στήθους μου, εκεί που κρύβονται ακόμα μερικά ψήγματα ελπίδας, είναι τόσο φριχτός αυτός ρυθμός που μου έχει επιβληθεί…

 

Έχουμε αρχίσει το σχολείο, η δευτέρα λυκείου είναι η τάξη που μας προετοιμάζει να κάνουμε το μεγάλο βήμα στην επαγγελματική μας σταδιοδρομία. Εγώ έχω ακόμα διλλήματα, δεν είμαι σίγουρος ποια κατεύθυνση να πάρω και ποια δέσμη να ακολουθήσω. Με προβληματίζουν άλλα πράγματα για την ώρα. Με στοιχειώνουν τα φαντάσματα του πρόσφατου παρελθόντος.

«Καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω;» Πνίγω τη θλίψη μου στο μπάσκετ, νέα μόδα αυτή στο χωριό μας. Υπάρχει ένα παιδί, μεγαλύτερος από μένα, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, στα ΤΕΦΑΑ και, επιστρέφοντας στον τόπο καταγωγής του, έφερε με το συγκεκριμένο άθλημα άλλη πνοή στη μικρή μας κοινωνία. Με τις επιδόσεις του κερδίζει τον θαυμασμό όλων μας, ξεχωρίζει και δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτομαι πως θέλω να του μοιάσω. Είναι άπιαστος στην καλαθοσφαίριση, όπως θα έλεγε και ο Αναξαγόρας.

Πολλοί νεαροί στην ηλικία μου καθημερινά αθλούνται στο ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ, δίπλα ακριβώς από το γήπεδο ποδοσφαίρου, κι ανέμελα περνούν τις ώρες τους. Εγώ που εναγωνίως επιζητώ διαφυγή από τη διαφαινόμενη μελαγχολία που επικίνδυνα με ζυγώνει, μοιραίο είναι να ακολουθήσω.

Φυσικά δεν είναι μονάχα αυτός ο λόγος που απασχολώ το μυαλό μου με κάτι ευχάριστο για να ξεχάσω έστω και πρόσκαιρα τις στεναχώριες μου, ένας φτηνός και ανέξοδος αντιπερισπασμός. Φταίει που συμπαθώ πολύ τον Σίμο, με έχουν κερδίσει ο χαρακτήρας και οι γνώσεις του. Μου θυμίζει λιγάκι τον Αναξαγόρα. Είναι μια μικρογραφία της έντονης προσωπικότητάς του. Αν και πολύ πιο ισορροπημένος και κοινωνικοποιημένος, οφείλω να ομολογήσω.

Είναι απόγευμα, φουρκισμένος ο ουρανός, ίσως από τα καμώματα ανθρώπων σαν και του λόγου μου, σκοτεινός και συνοφρυωμένος, ξερνάει μαύρα σύννεφα και τα σκορπάει με φόρα μέχρι εκεί που παίρνει το μάτι. Του αγέρα το δυνατό φύσημα φέρνει ψυχρά ρεύματα που μου ραπίζουν το πρόσωπο και καθώς μου ανασηκώνουν τα μαλλιά, αναμοχλεύουν και τα πάθη μου. Αναθυμάμαι ασύνειδα τις μέρες που ξέγνοιαστος έτρεχα στα σοκάκια του χωριού και, από τον νόστο μου για κείνον τον καιρό, αφήνω τη μπάλα που μου στέλνει ο μέντοράς μου στο μπάσκετ, να περάσει δίπλα μου, χωρίς να αντιληφθώ πως μου έδωσε πάσα.

«Τί έχεις, Σώτο; Δεν είσαι εδώ σήμερα. Σε προβληματίζει κάτι; Συγνώμη που ρωτάω κιόλας, αλλά δεν είσαι ο εαυτός σου». Τρίβει τα χέρια μεταξύ τους για να τα κρατήσει ζεστά.

Τον κοιτάζω σκεπτικά. Ρουθουνίζω και σιβυλλικά του απαντάω με ερώτηση. «Μήπως ξέρω και γω ποιος είναι ο πραγματικός μου εαυτός;» Φλογίζεται το πρόσωπό μου από την τροπή που πάει να πάρει η συζήτηση.

Ο Σίμος ανασηκώνει τους ώμους φροντίζοντας να μου περάσει το μήνυμα πως δε θέλει να γίνει αδιάκριτος. Να ένας ακόμα λόγος για να τον συμπαθώ. Φοράει γαλάζιες φόρμες adidas και εγώ ζηλεύω λιγάκι γιατί οι δικές μου είναι αγορασμένες από το παζάρι της Καστοριάς. Κι όμως νιώθω άνετα μέσα τους και τολμώ να πω πως και το ύφασμά τους είναι απολύτως ικανοποιητικό.

Βλέποντας την αδράνειά μου έχει ήδη κινηθεί και πάρει τη μπάλα στα χέρια του. Βρίσκεται έξω από το τρίποντο, τη γραμμή των 6 και 75 εκατοστών, και σουτάρει με το χαρακτηριστικό του στυλ. Είναι και πάλι εύστοχος αλλά στο πρόσωπό του σχηματίζεται ένας μορφασμός.

Παίρνω εγώ με τη σειρά μου τη μπάλα και επαναλαμβάνω από το ίδιο σημείο που προηγουμένως ευστόχησε αυτός σε ένα σουτ. Έχει την ίδια κατάληξη, η μπάλα μπαίνει μέσα στη στεφάνη.

«Χμ, αυτό δεν είναι καλό στην πραγματικότητα. Η ευστοχία μας αυτή περισσότερο κακό κάνει παρά καλό». Χαμογελάει αινιγματικά.

«Γιατί το λες αυτό;» Τον ρωτάω γεμάτος περιέργεια.

«Πολύ απλά γιατί κάνοντας σήμερα σουτ, συνυπολογίζουμε την ώθηση που δίνει στη μπάλα, ο αέρας. Άρα, ουσιαστικά, προσαρμοζόμαστε στα κελεύσματά του. Αυτό δε θα μας βγει σε καλό όταν θα έχει άπνοια. Πίστεψέ με, δε θα βρίσκουμε με τόση επιτυχία το καλάθι. Είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που βάζουμε στην εξίσωση.

Τον κοιτάζω με θαυμασμό. Ασυναίσθητα το μυαλό μου τρέχει στον Αναξαγόρα, τον σοφό του χωριού μας που έφυγε προχθές για να κάνει το μεγάλο ταξίδι. Πήρε το δρόμο που είχε ακολουθήσει λίγους μήνες νωρίτερα ο φίλος μου ο Άρης. Νιώθω στη ραχοκοκαλιά μου ένα ρίγος να με διαπερνάει. Οι τρίχες από τα χέρια μου ανασηκώθηκαν χωρίς να μπορώ να τις ελέγξω.

 

Κάτι στο ύφος μου πρέπει να αποκάλυψε τις σκέψεις μου στον Σίμο, που αυτή τη φορά ευθέως με ρωτάει.

«Τί σου συμβαίνει; Έχω την αίσθηση πως κάτι πολύ σοβαρό σε βασανίζει. Αν θέλεις μπορείς να μου μιλήσεις…»

Αποφεύγω να αποκαλύψω τις μύχιες σκέψεις μου, τους πραγματικούς λόγους που οι ενοχές με κατατρέχουν. Στρέφω τη συζήτηση αλλού. «Η αλήθεια είναι πως καταστεναχωρέθηκα που πέθανε ο κύριος Αναξαγόρας».

«Αναξαγόρας σκέτο. Τους νεκρούς δεν τους προσφωνούμε κυρίους».

Χαμογελάω. Μωρέ, έχεις πολλά κοινά μαζί του, αποφαίνομαι νοερά.

«Γιατί σε επηρέασε τόσο πολύ ο χαμός του; Από ότι ξέρω δεν είχατε συγγενική σχέση ή κάποιον άλλο δεσμό που να σας συνδέει». Τα ξανθά σγουρά του μαλλιά τρέμουν στου αγεριού τις σποραδικές ορμές.

«Ήταν ένα σεβάσμιο πρόσωπο ο μακαρίτης. Εγώ τον συμπαθούσα πολύ. Οι συμβουλές του με βοήθησαν πολλές φορές. Έχω την αίσθηση πως ήταν ένας από τους σοφότερους αλλά και από τους καλύτερους ανθρώπους. Κατά τη γνώμη μου από τους εξυπνότερους του χωριού μας».

Ξεφυσάω, αφήνοντας τη λύπη μου να βρει διαφυγή. «Με θλίβει το γεγονός πως στην κηδεία του παραβρέθηκε ελάχιστος κόσμος. Δεν το περίμενα είναι αλήθεια».

«Από τους καλύτερους σίγουρα, σοφός, χμ… δε θα το έλεγα. Όσο για τον κόσμο, αναμενόμενο ήταν να μην έχει έντονη παρουσία στην εξόδιο ακολουθία. Βλέπεις ο Αναξαγόρας ήταν ένας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας… ένας ταξιδευτής του ονείρου. Ποντοπόρος σε αχαρτογράφητα νερά. Και δυστυχώς, στις μέρες μας μονάχα όποιος πάει με το ρεύμα και παίρνει την κοίτη του ποταμού έχει αποδοχή από την πλειοψηφία του κόσμου».

Το ηλιοβασίλεμα ήρθε νωρίς, Νοέμβρης μήνας είναι και στις γρανιτένιες μέρες του, οι βελούδινες ψυχές σαν του Αναξαγόρα χώρο δε βρίσκουν.

«Τί εννοείς Σίμο, δε σε καταλαβαίνω;»

Πετάει την μπάλα με τα δυο του χέρια στη βάση της μπασκέτας και στην επαναφορά της την πιάνει σφιχτά και τη βάζει κάτω από τη δεξιά του μασχάλη. Με κοιτάει κατάματα και παίρνοντας έναν μορφασμό, με καλεί κοντά του.

«Πάμε εκεί στο ανάχωμα, να σου πω κάποια πράγματα να ξέρεις».

Καθόμαστε σε έναν κορμό δέντρου. Νιώθω τους γλουτούς μου να παγώνουν, σύντομα όμως όλο μου το σώμα αρχίζει να θερμαίνεται σαν ξεκινάει ο Σίμος να μου εξιστορεί κάποια πράγματα από τη ζωή του, αγαπητού σε μένα, πρώην κυρίου Αναξαγόρα.

Άκουσα πολλά, πορεύτηκα με τα μάτια της ψυχής στο δρόμο που βάδισε ο πολύπειρος εκείνος άνδρας. Έμαθα πως γεννήθηκε σε κάποιο ορεινό χωριό των Ιωαννίνων, πως μάστορας από τους πρώτους έφτασε να είναι στην πέτρα, πως θαυμαστή η τέχνη του σε όλο τον ντουνιά είχε γίνει και καθώς ο χρόνος περνούσε, λιθαράκι-λιθαράκι έχτιζε το καλό του όνομα, πως στα νιάτα του ήτανε περιζήτητος γαμπρός και πολλές κοπέλες τον ποθούσανε για άντρα.

Ήταν βλέπεις, εκτός από λεβέντης, άνθρωπος με γνώσεις και σπουδαία για την εποχή ευφράδεια λόγου. Τα βράδια που διέθετε ελεύθερο χρόνο διάβαζε λογοτεχνία αλλά και ποίηση και σαν μιλούσε με τους άλλους ανθρώπους είχε το χάρισμα να τους μεταφέρει σε άλλα μέρη, να τους μαγεύει με τις λέξεις που, πιότερο και από την επαγγελματική του ικανότητα, είχε την τέχνη να χρησιμοποιεί. Φίλους πολλούς δεν είχε, λίγους και καλούς, από όλους ξεχώριζε έναν, τον Λία, που καλύτερο και από αδερφό τον θεωρούσε. Μεγαλώσανε μαζί, αδελφοποιτοί γίνανε ένα βράδυ μετά από μερικά ποτά  ̶ και το ενθουσιασμό που γεννά το πιοτό…

Στο σημείο αυτό της διήγησης του Σίμου ανατρίχιασα, γιατί το ποτό, αυτός ο δαίμονας που γλυκοσαλιάζει τις φλέβες και ποτίζει με πάθη την καρδιά, και μένα με επηρεάζει άσχημα. Αποκρύβω όμως αυτό το αμάρτημά μου και περιμένω με αγωνία να ακούσω τη συνέχεια.

Μια μέρα, συνέχισε ο Σίμος την αφήγησή του, επιστρέφοντας νωρίτερα στο σπίτι, έμεινε εμβρόντητος σαν ανακάλυψε πως ο καλύτερος φίλος του(ο αδερφός του) και η γυναίκα του είχαν συνάψει ερωτική σχέση. Τους έπιασε επ’ αυτοφώρω στο συζυγικό του κρεβάτι. Έφυγε στη στιγμή, ούτε τα πράγματά του δεν πήρε. Απαρηγόρητος για το συνταρακτικό αυτό γεγονός έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και δεν επέστρεψε ποτέ στα πάτρια εδάφη. Γύριζε από τόπο σε τόπο μέχρι που κάποτε η θαλασσοταραχή του διασαλευμένου νου του τον ξέβρασε στο χωριό μας.

 

Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φανταστώ την εφιαλτική εκείνη στιγμή της προδοσίας. Ο Σίμος με άφησε να βυθιστώ στις σκέψεις μου.

Από εκεί και πέρα η ιστορία του μου ήταν γνωστή. Έκανε ένα νέο ξεκίνημα, μόνο που από το μυαλό του ποτέ δεν απέβαλε το τραυματικό εκείνο περιστατικό. Τον συντρόφευε και μόλυνε σαν παράσιτο όλη του την ύπαρξη.

Στο θυμικό μου έρχεται ξανά η ιστορία του Αναξαγόρα, εκείνη που με έκανε να αναριγήσω από την ένταση και τη συγκίνηση, τότε, στον πόλεμο στην Κορέα. Να γιατί τον αποκάλεσε ο Σίμος ποντοπόρο. Γιατί με το μυαλό του ξεπερνούσε φουρτούνες και θάλασσες και περιδιάβαινε ολάκερο τον κόσμο.

Όλα αλληγορικά ήταν λοιπόν. Ο πόλεμος, ο έρωτας η προδοσία… Η μάχη που έδινε ήταν αέναη και μαινόταν μέσα του, δεν ξεπέρασε ποτέ την προδοσία του φίλου του, ενώ η κοπέλα εκείνη που τόσο ερωτεύτηκε και αγαπούσε, όπως μου αφηγήθηκε, δεν ήταν άλλη από την ίδια τη γυναίκα του.

Τρέμω στην κυριολεξία από το κρύο. Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος που τόσο θαύμαζα,  έπλασε την ιστορία από την αρχή, αναμειγνύοντας την πραγματικότητα με τη δυστοπία. Ζούσε μέσα σε ψευδαισθήσεις και με έναν τρόπο περίεργο κατάφερνε τις παραισθήσεις του να τις περνά και σε μένα. Αναστενάζω βαθιά, όλα ψέματα λοιπόν; Όλα στη φαντασία του μαστορεμένα;

Δεν ξέρω πώς, ούτε γιατί, αλλά με πιάνει ρίγος. Ίσως να φταίνε οι ριπές του ανέμου που δυνάμωσε, ίσως πάλι να φταίει που κρυφά στο υποσυνείδητό μου έχει εντυπωθεί η ιδέα πως από το ίδιο μικρόβιο του παραλογισμού έχω μολυνθεί και εγώ.

«Φεύγω, Σίμο. Η μέρα δεν είναι καλή για μένα». Πηγαίνω κοντά του και χτυπώ την παλάμη μου στη δική του. Νιώθω πίσω μου, καθώς απομακρύνομαι, το βλέμμα του στραμμένο πάνω μου. Τί να σκέφτεται άραγε; Είμαι και εγώ ένας ακόμα αλαφροΐσκιωτος του χωριού μας;

Είμαι χαμένος στον κόσμο μου, βαδίζω στα τυφλά, διακατέχομαι από αισθήματα που γεννούν εσωστρέφεια. Ακολουθώ μονοπάτια δύσβατα, με οδηγούν σε αδιέξοδα. Στο τέλος, αποκαμωμένος, πάντα καταλήγω στο ίδιο σημείο: Στον Άρη. Νύχτα μέρα εκεί τρέχει ο νους μου και ο λογισμός μου δε παύει στιγμή να μου υπενθυμίζει πως εγώ είμαι ο ηθικός αυτουργός του θανάτου του.

Αναπόφευκτα, μετά από την τόσο οδυνηρή αυτοκριτική που ασκώ στον εαυτό μου, σκέφτομαι και τη Φανή. Δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι η γενεσιουργός αιτία του κακού. Το χειρότερο; Μοιάζει να μην τη νοιάζει και τόσο πολύ η απώλεια του Άρη. Δεν ξέρω αν είναι αναίσθητη ή κυνική.

Κι όμως, ακόμα και έτσι, κάθε που τη βλέπω νιώθω όμορφα, είναι αυτό το καθηλωτικό συναίσθημα που με κατακλύζει ώστε να μη μπορώ να τραβήξω τα μάτια μου από πάνω της, κρέμομαι από τα χείλη της και περιμένω μια κουβέντα της, ένα χαμόγελό της, για να ανθίσει η ελπίδα μέσα μου και να αποσοβήσω, έστω για λίγες στιγμές, τη βαρυχειμωνιά που με περιζώνει άγρια και με αποκαρδιώνει.

Περνάω από το μπακάλικο στην πλατεία και αγοράζω δυο μεγάλες Amstel, «για τον πατέρα μου» όπως λέω στον μαγαζάτορα. Σε μια σακούλα τις κρατώ και νιώθω το βάρος τους να με εξιτάρει.

Παίρνω το δρόμο για την εσωστρέφεια, όπως τακτικά κάνω το τελευταίο διάστημα, και κινούμαι ράθυμα προς το πουθενά.

Κλωτσάω, όπως πάντα σχεδόν, μικρά λιθαράκια που συναντώ στο διάβα μου. Οι δρόμοι του χωριού μου, όσοι από αυτούς είναι ακόμα χωμάτινοι(δεν απέμειναν και πολλοί από δαύτους), απλόχερα μου χαρίζουν αυτήν την απόλαυση. Σημαδεύω μάλιστα με τις πέτρες που λακτίζω διάφορα αντικείμενα που υπάρχουν σε παρακείμενα σημεία.

Ένα δεντράκι, φυτεμένο από του θεού και όχι από ανθρώπου το χέρι, τις ρόδες κάποιου ξεχασμένου από χρόνια αυτοκινήτου, παρατημένου στις άκρες του σοκακιού που περπατώ και που κανείς αρμόδιος δε μερίμνησε ποτέ να απομακρύνει από τον χώρο, μια ξερολιθιά που σε σημεία-σημεία έχει καταρρεύσει… Φτάνω κάποτε στον παιδικό σταθμό του χωριού μου.

Σε μια κούνια, αφήνω τον εαυτό μου να πλανευτεί σε ανέμελες και πολυπόθητες εποχές. Μικρό παιδί γίνομαι και βάζω δύναμη για να μεταφέρω το σώμα μου όσο πιο ψηλά είναι εφικτό, και μετά με φόρα να αφεθώ στης βαρύτητας τις βουλές. Άγομαι και φέρομαι πότε από την έλξη της γης και πότε από την αποθυμία μου για την απόμακρη Φανή.

Έχει σουρουπώσει για τα καλά. Μόνο το θρόισμα της κούνιας και μια στριγκλιά ηχώ που βγαίνει από την αλυσίδα καθώς τρίβεται στον σιδερένιο κρίκο που τη συγκρατεί, ακούγονται ολόγυρα. Καμιά φορά μου ξεφεύγει και κανένας αναστεναγμός που δεν τον αποκρύβω γιατί ξέρω πως τριγύρω δεν υπάρχει ψυχή.

Πόσο λάθος κάνω…

«Γιατί αναστενάζεις; Σώτο;» ακούω μια γνώριμη φωνή να ρωτάει.

Παραλίγο να πέσω από την κούνια έτσι που αιφνιδιάζομαι μόλις συνειδητοποιώ πως κάποιος έφτασε αθόρυβα τόσο κοντά μου.

Σταματάω να κουνιέμαι, τα πόδια μου πατάνε γερά στη γη, ή έτσι τουλάχιστον πιστεύω. Στρέφομαι προς τη μεριά που ήρθε η φωνή και βλέπω τη μικρή να μου χαμογελά. Φεγγαρόλουστη και από τη θέση που τη βλέπω στολισμένη με το άλως των άστρων, μου προκαλεί πιότερο από ποτέ τον θαυμασμό. Χαμογελάω αυθόρμητα, ανεπίγνωστα και άθελά μου της αποκαλύπτω τα αισθήματα που μου προξενεί η παρουσία της.

Είναι έξυπνη κοπέλα, μονομιάς πιάνει τα σήματα που εκπέμπω. Τινάζει με χάρη τα μακριά μαύρα της μαλλιά και, πλησιάζοντας μια ανάσα από μένα, με ρωτάει ξανά: «Λοιπόν, τί είναι αυτό που σε βασανίζει;» Το λυγερό της κορμί λικνίζεται με τέτοια χάρη που με κάνει να νιώσω ένα ρίγος στην πλάτη. Τα μάτια μου πετάγονται έξω σαν το στήθος της αγγίζει τον ώμο μου. Μου γεννά πρωτόγνωρα συναισθήματα η παρουσία της.

Ποτέ στο παρελθόν δεν την έβλεπα ερωτικά. Προσπαθώ να ανακτήσω τη λογική μου και επιχειρώ να προκαλέσω ένα παραπέτασμα. Με βοηθάει σ΄ αυτό και το γεγονός πως μόλις συνειδητοποιώ ότι είναι ο δεύτερος άνθρωπος που με ρωτάει την ίδια μέρα τι είναι αυτό που με βασανίζει. «Εσύ είσαι η μόνη που γνωρίζει γιατί είμαι έτσι και τι είναι αυτό που με έχει πάρει από κάτω. Δε χρειάζεται να ρωτάς».

Όχι, δεν είναι η μόνη που γνωρίζει, είναι η μόνη που μπορεί να με νιώσει.

Με αγκαλιάζει όπως συνηθίζει και εγώ απομένω εκεί να απολαμβάνω την επαφή.

Με συγκινεί για μια ακόμα φορά το ενδιαφέρον της. Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλος άνθρωπος εκτός από τους στενούς συγγενείς μου που να νοιάζεται περισσότερο για μένα. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά στο στερέωμα, εντυπωσιάζομαι.

Πότε στα αλήθεια γέμισε με αστέρια ο ουρανός; Αναρωτιέμαι.

Φέρνει τα χείλη της κοντά στο αυτί μου και ψιθυριστά μου λέει. «Πάψε επιτέλους να κατηγορείς τον εαυτό σου για τον χαμό του Άρη. Δεν είναι δικό σου το φταίξιμο. Ποτέ δεν ήταν! Έχεις σκεφτεί μήπως ήσουν και εσύ ένα θύμα σ΄ αυτή την ιστορία;»

Τα λόγια της με ανατριχιάζουν. Πραγματικά διαβάζει το μυαλό μου. Την κοιτάζω έκθαμβος. Ούτε ξέρω πόση ώρα πέρασε που έμεινα ακίνητος σαν στήλη άλατος. Να την θωρώ και μάχη να δίνω μέσα μου.

Φέρνει το χέρι της στα μαλλιά μου προτού προλάβω να την αποτρέψω.

«Μα εσύ είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα! Θα αρρωστήσεις!»

Αναριγώ στα λόγια της. Ξαφνικά νιώθω ένα ψυχρό ρεύμα να διαπερνάει το σώμα μου. Τυλίγομαι στο μπουφάν μου κι όμως, δεν αισθάνομαι κρύο. Μέσα μου καίγομαι τούτη την ώρα. Ανεξήγητα πράγματα. Βγάζω γρήγορα το πανωφόρι μου και το φέρνω γύρω από την πλάτη της. Θαρρώ πως το χρειάζεται περισσότερο. Δε φοράει παρά ένα πουκάμισο στο χρώμα της άμμου και μια λεπτή ζακέτα από πάνω.

«Έπαιζα μπάσκετ νωρίτερα, εκεί ίδρωσα. Η αλήθεια είναι πως δεν κρυώνω καθόλου. Το αντίθετο». Χαμογελάω αμήχανα. Κάθομαι και της εξηγώ σαν να λογοδοτώ…Αν είναι δυνατόν, η μικρή έχει πλέον έλεγχο πάνω μου. Πώς έγινε αυτό;

Χαμογελάει και αυτή αυθόρμητα. Κελαριστό το χαχανητό της, μου τριβελίζει το μυαλό. Χρειάζομαι επειγόντως μια δόση αλκοόλ για να βρω τον εαυτό μου. «Έλα να καθίσουμε στα σκαλιά του σχολείου. Μου αρέσει πολύ η παρέα σου». Καθώς προηγούμαι και η Ελπίδα με ακολουθεί, στραβομουτσουνιάζω. Τί έπαθα σήμερα; Από βλακεία σε βλακεία το πάω.

Στο περβάζι του παραθύρου, εκείνο με το ξύλινο παλιό παντζούρι που είναι κλειστό τούτη την ώρα, ακουμπάω τη μία μπύρα, ενώ τη δεύτερη την ανοίγω χτυπώντας δυνατά με το κάτω μέρος της αριστερής, ανοιχτής μου παλάμης το καπάκι της στην κουπαστή των κιγκλιδωμάτων, την ώρα που το δεξί μου χέρι κρατάει κόντρα το γυάλινο μπουκάλι και απορροφάει όλους τους κραδασμούς. Την τεχνική αυτή την έμαθα παρατηρώντας κάτι χτίστες, όταν έφτιαχναν την οικοδομή απέναντι από το σπίτι μου.

Τα χείλη μου αγγίζουν το στόμιο και κατεβάζω μια γερή γουλιά από τον ζύθο. Η επίγευσή του μου φέρνει αναγούλα, παρόλα αυτά, ακόμα και έτσι, ευπρόσδεκτη είναι η αίσθηση που μου δίνεται. Βιαστικά ρουφώ ακόμα μια φορά αντίστοιχη ποσότητα με την πρώτη, αλκοόλ. Προσδοκώ να έρθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα η παραζάλη του μυαλού σαν πλημμυρίσει το αίμα μου από τη δύναμη του ποτού, θέλω να χαθώ στα σκοτάδια της μέθης. Έχω μάθει στον καινούργιο αυτόν κόσμο να περνάω καλύτερα.

Η μικρή αρπάζει με άγχος τη μπύρα από τα χέρια μου και με μιμείται. Πίνει με την ίδια ένταση, δίχως μάλιστα να φανερώνεται στην έκφρασή της κανενός είδους δυσφορία. Δείχνει εξοικειωμένη με το πιοτό. Καταφέρνει και πάλι να με αφήσει άναυδο.

Στη δεύτερη μπύρα, πλησιάζοντας στο τέλος της, είμαστε και οι δύο ζαλισμένοι. Εγώ βλέποντάς την να φέρνει τα χέρια στο στήθος, διαισθάνομαι πως ακόμα κρυώνει, για να τη ζεστάνω φέρνω το χέρι μου πάνω από τους ώμους της και, πιάνοντάς την από το αριστερό της μπράτσο, την τραβάω προς το μέρος μου. Σαν κούκλα το σώμα της αφήνεται στις βουλές μου.

«Κρυώνεις;» τη ρωτάω ανοήτως, όπως συνηθίζω σε κάθε κρίσιμη στιγμή.

«Λιγάκι… Αν και έτσι που γυρίζει το κεφάλι μου δεν είμαι σίγουρη τι από αυτά που αισθάνομαι ισχύει και τι όχι». Τα μάτια της ανταμώνουν με τα δικά μου με έναν τρόπο που θα ’λεγες πως επιθυμούν να συνενωθούν και μαζί να πορευτούν στα μυστικά μονοπάτια του έρωτα.

«Δηλαδή; Τι άλλο αισθάνεσαι;» Συνειδητοποιώ πως τρέφω μεγάλες προσδοκίες από την απάντησή της.

Ένας βαθύς αναστεναγμός είναι η απόκρισή της.

Νιώθω το σώμα μου βαρύ, αφήνομαι στην περιδίνηση και τους στροβιλισμούς που μου προκαλεί η Amstel και ξαπλώνω ανάσκελα με το κεφάλι μου να κοιτάει τον ουρανό. Μετράω τα αστέρια και μου λείπει ένα. Το πιο φωτεινό, ίσως και το πιο απόμακρο. Ξαφνικά βλέπω την Ελπίδα σαν κομήτης να φέρνει  το πρόσωπό της στο δικό μου και τα χείλη της παθιασμένα να ζευγαρώνουν με τα δικά μου.

Ούτε ξέρω πόση ώρα πέρασε. Η σφραγίδα που βάλαμε δε λέει να σπάσει. Ίσως γιατί εγώ θέλω να αποδιώξω με τρόπο υπέροχο τις ερινύες που με κατατρέχουν και η μικρή για να μετουσιώσει σε κάτι χειροπιαστό το όνειρό της, το ανεκπλήρωτο μέχρι σήμερα.

Αφήνω κατά μέρους όλες μου τις αναστολές και πέφτω πάνω της σαν γεράκι. Έχω γύρει το σώμα μου στο δικό της που θαρρείς λούτρινο παιχνίδι γίνεται στα χέρια μου. Με την αίσθηση της κυριαρχίας, θωπεύω με τα χέρια μου όλο της το κορμάκι. Εκστασιάζομαι με την αθωότητά της. Όχι ό,τι εγώ είμαι πολύπειρος αλλά δυο τρεις εμπειρίες τις έχω.

Στο διάολο ο Αναξαγόρας, ο ποταμός Ρουβικώνας και όλες μου οι αναστολές. Την ποθώ, την ποθώ τρελά και τώρα είναι η ευκαιρία να της το δείξω. Της ξεκουμπώνω τα πρώτα κουμπιά από το πουκάμισο και με πρωτόγνωρη ανυπομονησία αγγίζω το νεανικό της στήθος.

Νιώθω τους παλμούς της καρδιάς μου να αυξάνουν επικίνδυνα την περιοδικότητά τους. Το δικό της χτυποκάρδι είναι ακόμα πιο δυνατό, το νιώθω στο δεξί μου χέρι που δονείται από τα ανεξέλεγκτα κύματα της ανομολόγητης βούλησης. Απορώ που δεν έγινε ακόμα έκρηξη μέσα της. Τόσο δυνατά βροντοκοπά…

Είμαι ασυγκράτητος, με τα χείλη μου ακόμα κολλημένα στα δικά της, παίρνω να εξερευνώ το υπέροχο σώμα της. Θαρρώ πως δειλά-δειλά το ίδιο κάνει και η Ελπίδα. Σοκάρομαι όταν τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της επιψαύουν τον ανδρισμό μου. Σπειροειδείς κύκλοι που περιστρέφονται ασταμάτητα περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Χάνομαι στου πάθους την έλξη.

Η παραζάλη του πόθου μας παρασέρνει, το σπίτι της απέχει ελάχιστα από τον παιδικό σταθμό, η πόρτα που τρίζει, τα χόρτα που νοτίζουν, το ανώφλι της μικρής καμαρούλας, ο καναπές που κάποτε μου προσέφερε ένα ρόφημα για τον στομαχόπονο… όλα περνούν από το νου μου, στιγμιαίες εικόνες από το παρελθόν. Είναι τα τελευταία που θυμάμαι από τον υπαρκτό κόσμο.

Σύντομα περνάω σε μια άλλη διάσταση, μαγική, ονειρεμένη, γιατί τώρα είμαστε εγώ και αυτή. Είναι μικροκαμωμένη, ασυναίσθητα ο νους μου τρέχει στις πικραλίδες, την έχω συνδέσει με αυτές. Τόσο ευάλωτη μου φαίνεται. Κάνει κρύο στο δωμάτιο, ρίχνει ένα πάπλωμα και μια κουβέρτα πάνω από τον καναπέ, χωνόμαστε από κάτω.

Αγκαλιαζόμαστε, συνεχίζουμε ακριβώς από εκεί που σταματήσαμε λίγο νωρίτερα. Βαριανασαίνει, διαπνέεται από ανάμεικτα συναισθήματα, την καταλαβαίνω. Την εξιτάρει η ιδέα να συνευρεθεί μαζί μου, την τρομάζει ταυτόχρονα ο φόβος του άγνωστου που έρχεται. Το δίλλημα είναι ευνόητο πως θα καταρριφθεί αμέσως, πάντα υπερισχύει η επιθυμία.

Ξεντύνεται μονάχη της, το ίδιο και εγώ, τα χέρια της τρέμουν, εμένα μου φαίνεται η διαδικασία ιεροτελεστική, την περιμένω χωρίς να βιάζομαι, της δίνω χρόνο να νιώσει έτοιμη. Είμαστε γυμνοί, όμορφη που είναι η ανθρώπινη φύση όταν απεκδύεται από τα περιττώματα της αιδημοσύνης.

Είμαι πάνω της, αισθάνομαι τη θηλυκότητά της να με κατακλύζει… τα χέρια της τυλίγονται γύρω από την πλάτη μου, τα μάτια της μένουν κλειστά, τα χείλη της τρεμοπαίζουν καθώς φιλιόμαστε τρυφερά αυτή τη φορά. Είμαι μέσα της, ασίγαστα καίει ο πόθος μου, σιγοβράζει το αίμα μου με κάθε μου κίνηση, οι μικρές κραυγές πόνου και ηδονής της με ανάβουν ακόμα περισσότερο.

Θέλω να παγώσει ο χρόνος, να μην τελειώσει ποτέ αυτή η αίσθηση που μου δίνει η επαφή των διψασμένων μας κορμιών, προσπαθώ να συγκρατηθώ όσο περισσότερο γίνεται, να της χαρίσω ηδονή, να απολαύσω τις χάρες της, τα καταφέρνω αρκετά καλά. Κάποτε, όχι και πολύ αργότερα εδώ που τα λέμε,  φτάνω στην κορύφωση, το πάθος μου εκλύεται, εύχομαι το ίδιο να συμβαίνει και με την Ελπίδα, να ένιωσε το ίδιο όμορφα όπως εγώ.

Η φλόγα μέσα μου πήρε να τρεμοσβήνει, ξαπλώνω δίπλα της ανάσκελα, σε λίγο κουρνιάζει πάνω στο ανοιχτό μου χέρι. Δεν τολμώ να ρωτήσω αν της άρεσε, ευελπιστώ όμως να της χάρισα ευχαρίστηση, ακόμα και τώρα είμαι γεμάτος ανασφάλειες.

Το αίμα που έρεε άφθονο στις φλέβες μου έβραζε, και σε συνδυασμό με το αλκοόλ έπνιξαν τη συνοχή μου. Νιώθω ενοχές. Η Ελπίδα πάντα θεωρούσα πως είναι ένα κορίτσι που τελεί υπό την προστασία μου και τώρα…τώρα έκλεψα την αθωότητά της. Κι όμως, έτσι όπως έχει γύρει στον ώμο μου, μου δίνει την αίσθηση πως της εμπνέω εμπιστοσύνη, δημιουργώ ένα περιβάλλον ασφάλειας ολόγυρα της.

Όχι, δεν πρέπει να αισθάνομαι τύψεις για την ίσως πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου και προφανώς και της δικής της, πρέπει μονάχα να φανώ αντάξιος της πίστης της προς το πρόσωπό μου. Ένας άντρας που πραγματικά αξίζει να αγαπάει.

Τέτοιες σκέψεις έκανα καθώς απομακρυνόμουν από κοντά της. Καθοδόν για το σπίτι μου, κοιτάζω τριγύρω, πρώτη φορά μου φαίνεται τόσο σκοτεινός ο τόπος. Φταίει που είναι καμένη η λάμπα έξω από την κατοικία μου ή μήπως η μαυρίλα που έχω μες στην ψυχή μου βρήκε μια χαραμάδα αγνότητας και ξεπήδησε από μέσα για να μαυρίσει τον κόσμο όλο;


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;