Κεφάλαιο 10: Σπαραγμός

Η νυχτιά με βρίσκει σε μέρος ερημικό, ακολουθώ μονοπάτι δύσβατο, ελικοειδές και κατηφορικό, κάνω βήματα αργά, είμαι ιδιαίτερα προσεχτικός γιατί φοβάμαι, έτσι θεοσκότεινα που είναι, πως θα πέσω στον γκρεμό που υπάρχει στα δεξιά μου. Λιθαράκια σκορπίζουν στο διάβα μου καθώς σέρνω τα πόδια μου, φοβούμενος μήπως και σκοντάψω. Ακούω που και που να κυλούν βότσαλα που κλώτσησα κατά λάθος, συμπαρασύρουν κατά την ξέφρενη πορεία τους στο κενό άλλες, μεγαλύτερες σε όγκο πέτρες και όλες μαζί προκαλούν ένα ντόμινο κατολισθήσεων που ηχούν στα αυτιά μου τρομαχτικά.

Μαζεύομαι και μένω ακίνητος στο καβούκι μου. Μέχρι να ξεθαρρέψω παίρνει λίγη ώρα. Τα κατάμαυρά μου μαλλιά κολλάνε από τον ιδρώτα στο μέτωπο, νιώθω ένα ρίγος να διαπερνάει τη ράχη μου, χρειάζομαι χρόνο μέχρι να τολμήσω ξανά να προχωρήσω.

Το νεφέλωμα άναστρο και κατάμαυρο, δε βοηθάει καθόλου να βρω τον δρόμο μου. Με νοσταλγία ανατρέχω στο ανθολόγιο των παιδικών μου χρόνων. Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ… Χαμένος κόπος, είμαι μόνος, πάντα μόνος.

Κινώ δειλά-δειλά να πάρω την κατωφέρεια, υπάρχουν στιγμές που ανησυχώ πως θα χάσω την ισορροπία μου, η κλίση είναι τόσο απότομη που τρέμω στην ιδέα να αποκολληθώ από το έδαφος. Πέφτω μπρούμητα στη νοτισμένη γη και κινούμαι αργά, έρποντας, με χίλιες δυο προφυλάξεις. Νιώθω σουβλερούς πόνους στα πόδια, και, περιέργως, στην καρδιά. Μπουσουλώντας, γεμάτος μώλωπες στα γόνατα, πλησιάζω σε ένα σημείο που όμοιο θαρρείς είναι με το έρεβος. Είμαι χαμένος, δεν ξέρω που βρίσκομαι και αδύνατο είναι να προσανατολιστώ. Με κυριεύει το απόλυτο σκοτάδι και, το χειρότερο; Μου δίνεται η αίσθηση πως αυτό με έχει κατακλύσει και εσωτερικά, όλα είναι μαύρα μέσα μου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ψίθυροι καταφτάνουν στα αυτιά μου από δυνάμεις του σκότους, υποθέτω. Πήδα…πήδα…

Έχω θορυβηθεί, δεν ξέρω τι υπάρχει μερικά εκατοστά δίπλα μου, διστάζω, η ατολμία μου με ακινητοποιεί. Θέλω να πάρω την εμβρυακή στάση και να παραμείνω εκεί για πάντα, ίσως και να το έκανα αν δε με παρακινούσε ψιθυριστά στο αυτί μια φωνή διαφορετική από τις άλλες, τόσο γλυκιά, τόσο μελιστάλακτη…

Άντε κουτέ, τί στέκεσαι σαν άγαλμα; Μπροστά είναι η ζωή, άσε το παρελθόν εκεί όπου ανήκει, στον ζόφο.  Προχώρα…προχώρα, ντε, τί περιμένεις;

Απλώνω ασυναίσθητα το χέρι, με δύναμη, προς το μέρος από όπου έρχεται η μελένια και γλυκομίλητη λαλιά, είναι η σανίδα σωτηρίας που επιζητώ. Προσδοκώ να αγγίξω ένα σώμα για να γίνει οδηγός μου. Δυστυχώς διαπερνάω αέρα, τα πράγματα μάλιστα παραλίγο να γίνουν χειρότερα, λίγο κόντεψε να χάσω την ευστάθεια μου, μόλις που συγκρατώ το βάρος του σώματός μου.

Μη φοβάσαι ανόητε, εγώ είμαι εδώ, πλάι σου. Πάμε μαζί. Αυτή τη φορά στρέφω το πρόσωπό μου και με έκπληξη βλέπω πυρόξανθες αχτίδες να λούζουν με ένα απαλό φως τη μονολιθική ατμόσφαιρα που όμοια με πίσσα φαντάζει. Το φάσμα μετατρέπεται σε ένα πανέμορφο πλάσμα. Μια κοπέλα άξια θαυμασμού. Η επίδρασή της είναι καταλυτική, αναθαρρώ, και σαν μου δίνει το χέρι της απευθείας αποκούμπι γίνεται και αποβάλλει κάθε ενδοιασμό μου. Πρόθυμος είμαι να την ακολουθήσω παντού. Ακόμα και στον Άδη.

Με το τρία θα πηδήξουμε, σύμφωνοι;

Πως να της αρνηθώ που η φωνή της με μαγεύει;

Έναα… ξεκινάει το μέτρημα.

Εγώ ο σαλεμένος από τον φόβο, ο πανικόβλητος από την κρισιμότητα των στιγμών, πιάνομαι από τα λόγια της και, ανακάμπτοντας, συγκεντρώνομαι μονάχα στη λεκτική παρότρυνση που μέσα στο κεφάλι μου με παρακινεί: Πήδααα…πήδααα! Είμαι πια αποφασισμένος, περιμένω μονάχα να φτάσει στο τρία, μετά θα υποβάλλω τον εαυτό μου και σ’ αυτή τη δοκιμασία.

Τρία! Σαν σούστα τινάζω το κορμί μου, βουτάω τυχαία προς μια κατεύθυνση με την ελπίδα να επέλεξα το σωστό μέρος, αυτό που θα με βγάλει από την ατραπό. Πέφτω στο κενό, στροβιλίζομαι τρελά γύρω από τον εαυτό μου. Η καρδιά μου πάει να σπάσει, θα πεθάνω από την αγωνία μου πριν προσγειωθώ, άραγε τι με περιμένει εκεί κάτω;

Σε έναν μεθυστικό, καταγάλανο ουρανό, με υποδέχεται το απαύγασμα ενός ολόλαμπρου αστεριού, και καθώς το μοτίβο αλλάζει, η πτώση μου εξακολουθεί ανεξέλεγκτη, είναι ζήτημα χρόνου να σκάσω κάτω στη γη και να αφήσω την τελευταία μου πνοή στο ανθοστόλιστο λιβάδι που ακόμα και τούτες τις τρομαχτικές στιγμές μπορεί να με εντυπωσιάζει. Λίγο πριν επέλθει η μοιραία για μένα σύγκρουση, άγνωστο πώς; ανεξήγητα, ανακόπτεται η ταχύτητά μου και αιωρούμαι στον αέρα μέχρι που καταφέρνω ομαλά να προσγειωθώ στη δροσερή πελούζα.

Ακούω τους παλμούς της υπερέντασης μέσα στο στήθος μου, σαν σε ομοβροντία να χτυπάνε εκκωφαντικά. Ξαπλώνω ανάσκελα και αφήνω το σώμα μου να ανακτήσει τις δυνάμεις του, προσδοκώ να βρω την απολεσθείσα ψυχική μου ηρεμία. Κρατώ τα μάτια μου κλειστά, ίσως γιατί φοβάμαι πως αν επιχειρήσω να τα ξανανοίξω θα αντικρίσω πάλι εκείνη τη σκοτεινιά που καιρό τώρα με πνίγει και με έχει κυριεύσει. Είμαι ο γιός του ολέθρου ή ίσως ένα νυχτολούλουδο που τρέμει να δει το φως του ήλιου.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, κάποτε, όμως, αποτολμώ να κοιτάξω μπροστά, τα βλέφαρα δειλά-δειλά αποκολλιούνται και ελευθερώνουν το φως. Ο κυανός ουρανός, κατάφωτος, με τυφλώνει μετά από όσα πέρασα. Κλείνω ξανά τα βλέφαρα για να προστατεύσω τους πολύπαθους οφθαλμούς μου͘ όταν και πάλι τα ανοίγω μαγεύομαι από τις εικόνες που αντικρίζω.

Βρίσκομαι σε ένα κατάφυτο από αγριολούλουδα, λιβάδι. Μαργαρίτες, καμπανούλες, παπαρούνες, ανθοποίκιλτος που είναι ο αγρός…με θαμπώνουν τα χρώματα, τα αρώματα με κάνουν να αναριγώ.

Αγαλλιάζω,  κάπου αχνοφαίνεται εκείνη η εποχή που άδολη ήταν η καρδιά μου. Γυρνώ ολόγυρα το βλέμμα, μου φαίνονται όλα τόσο άγνωστα, αλλά και τόσο σαγηνευτικά. Κι όμως, ενδόμυχα κάτι μου θυμίζει το μέρος αυτό το μαγικό, αλλά δε μπορώ να προσδιορίσω, τί; Το προσομοιάζω με τον κήπο της ζωής, κάπως έτσι υποψιάζομαι πως θα είναι. Διανθισμένος με όμορφα λουλούδια.

Διάφορα είδη Νάρκισσου, με λευκά και κίτρινα άνθη, μου αποσπούν την προσοχή, η μυρωδιά τους με τραβάει, κάπου έχω ακούσει πως επιφέρει και χαύνωση, ίσως γι’ αυτό χάνω τη συνοχή του λόγου μου. Τουλάχιστον αυτά εδώ, στον τόπο τον χλοερό, με ταξιδεύουν στο όνειρο, γιατί υπάρχουν και κάποιες υπάρξεις που διακατέχονται από ναρκισσισμό και με οδηγούν στον εφιάλτη και ολοταχώς προς την άβυσσο.

Ανεμώνες άλικες στολίζουν τα πατήματά μου καθώς το παίρνω απόφαση και κινούμαι τυχαία, χωρίς να βάζω στο νου μου κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Είναι τόσο μεγάλο το λιβάδι ετούτο…πλημμυρίζει με κοκκινωπές πινελιές το μάτι μου.

Σύντομα νιώθω πως όλες αυτές οι αποχρώσεις του κόκκινου, γκρενά και πορφυρά και άλικα τα άνθη που με περιστοιχίζουν, ανακατεύονται και αναπλάθονται, και έτσι όπως πέφτουν σε μια περιδίνηση, χυμούς βγάζουν ρόδινους, άγριους και πνιγηρούς. Δε μου αρέσει διόλου ετούτη η ανασύνθεση, χάνεται η ισορροπία. Πώς κατάφερα να τα συνταιριάξω έτσι; Αντί να επιδιώξω να παραμείνει μια πολυπόθητη Εδέμ, δημιούργησα μια πληγή που πυορροεί, μια πληγή από όπου εκχύνεται αίμα που αποσαθρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.

Να και ένας μανδραγόρας. Μα πώς; Δεν ευδοκιμεί στα μέρη μας. Πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο. Τον κόβω από τον μίσχο, μου ραγίζει η καρδιά έτσι που του αφαιρώ την πνοή αλλά δε γίνεται διαφορετικά, τον έχω ταγμένο στον φίλο μου.

Στον φίλο μου; Μα πως βρέθηκε έτσι στα ξαφνικά πλάι μου; Απλώνω το χέρι και με αγάπη του τον χαρίζω. Αγάπη; Μα πως μπορεί κανείς να κρύβει τόσο έντονα τα συναισθήματά του;

Τον παίρνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Το βλέμμα του προδίδει άπλετη τη γαλήνη, πώς τα καταφέρνει αλήθεια; Είναι ,θαρρώ, λαγαρός από αμαρτήματα. Ζηλεύω λιγάκι αλλά κάνω τα πάντα για να μην το δείξω. Εγώ έχω χάσει αυτή τη μάχη, είμαι κυλισμένος στον βούρκο των παθών μου.

Παραδίπλα εκείνη, πιο όμορφη και από ανεμώνη, μόνο που ανενδοίαστα με κοιτάει με ύφος βλοσυρό. Μου δείχνει μια χελώνα που έχει το κέλυφός της γυρίσει ανάποδα, είναι καταδικασμένη η καημένη αν δεν τη βοηθήσει κάποιος. Εγώ είμαι αυτός που θα τη βγάλει από το τέλμα. Κινώ προς το μέρος του ερπετού, έτοιμος είμαι να το επαναφέρω στην κανονική του θέση, πριν την πιάσω και την απαλλάξω από το μαρτύριό της, το χέρι της με αποτρέπει, με νεύματα μου δείχνει πως πρέπει να βάλω σε προτεραιότητα εκείνον, έχει μεγαλύτερη σημασία από μια χελώνα. Συγκατανεύω και στρέφομαι προς τον φίλο μου. Ένας μορφασμός σχηματίζεται στο πρόσωπό μου.

Ξέρω πως το λουλούδι κρύβει πολλές αρετές, αλλά και μερικούς θανάσιμους κινδύνους. Το ιώδες χρώμα του άνθους του αρέσει πολύ, δεν το αφήνει από τα χέρια του. Το φέρνει στη μύτη του και το μυρίζει…

Κοίτα να δεις πόσο εύκολα αλλάζει το τοπίο ολόγυρα. Γκριζαρισμένο το στερέωμα, αναχρονιστική η εποχή της χαράς, την κρατώ στα κατάβαθα μιας λησμονημένης εποχής.

Το άνθος χάνεται, στα χέρια του τώρα κρατάει ένα πήλινο ποτήρι, περιέχει τον χυμό από τη ρίζα του φυτού, αλίμονο, του έχω χαρίσει το πιοτό της λήθης, και είναι και γλυκό από ότι αντιλαμβάνομαι γιατί το πίνει μονορούφι.

Τα νυφιάτικα ορνιθόγαλα, τα κατάλευκα αυτά λουλούδια, θαρρείς και πήραν να κλαίνε, μαράζωσαν και χάθηκε η αίγλη τους, πήραν για αποκούμπι το έδαφος και ξεράθηκαν στη στιγμή. Σαν κάτι να τα δηλητηρίασε. Ο φίλος μου σπαρταράει και αυτός στη γη, δίπλα τους, φαρμακωμένος από χέρι άσπλαχνο, αδίστακτο και το χειρότερο; Προδοτικό. Πονάωωω, αααααχ, πονάωωω. Μάνα μου! Γλυκιά μου μανούλα… Το βλέμμα του πέφτει πάνω μου. Με κοιτάει με ένα ύφος…με ένα ύφος που με κάνει να απεκδύομαι, με ξεγυμνώνει κυριολεκτικά. Ντρέπομαι. Είμαι τρισάθλιος!

Ξυπνάω απότομα με ένα βαθύ σύριγμα να βγαίνει από το στήθος μου. Θεέ μου, τί όνειρο κι αυτό; Kατατρόμαξα. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή για να ανασυνταχθώ που έχω χάσει τον εαυτό μου και αφήνομαι στη σιγαλιά της νύχτας που ακόμα συντροφεύει τον περιβάλλοντα χώρο. Οι γρύλοι συνεχίζουν να ερωτοτροπούν, κάθομαι αμίλητος και τους ακούω. Ποιος ξέρει, ίσως να μην είναι έτσι, ίσως απόψε να άλλαξαν ρεπερτόριο και το τραγούδι τους να μην είναι ερωτικό. Μπορεί να μοιρολογούν μια αθώα ψυχή που έφυγε τόσο πρόωρα.

Περιμένω το λυκαυγές να έρθει για να μπει λίγο φως στο σκότος μου. Καταφτάνει η αυγή συνεσταλμένη, ωχρή και, σταδιακά, πορφυρή από το βάθος της ανατολής. Ξεφυσάω και στραβώνω τη μύτη. Δεν είναι γλυκοχάραμα αυτό, μαρτύριο σωστό μοιάζει. Μόλις τώρα συνειδητοποιώ πως αποκοιμήθηκα στο προσκεφάλι του κίονα. Θυμάμαι τον μανδραγόρα του ύπνου μου, πολύ θα ήθελα μια μικρή δόση, έτσι για να τη χρησιμοποιήσω για ίαμα, αναλγητικό για την αλγηδόνα της ψυχής, υπνωτικό να γενεί των ερινυών που με κατατρέχουν.

Η ώρα περνάει βασανιστικά αργά, κάποτε οι ηλιαχτίδες γλύφουν το πρόσωπό μου, το φωτεινό αστέρι φλερτάρει με τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα, δεν πάει ώρα πολλή που ξεμύτισε και έφερε μια αναγεννησιακή νότα. Τα τερετίσματα των τριζονιών παίρνουν να λιγοστεύουν. Αποκοιμήθηκαν και αυτά, παραδομένα στο έλεος της οδύνης.

Εγώ κάθομαι στα σκαλιά, ακουμπάω την πλάτη μου στην ψυχρή κολόνα και περιεργάζομαι το κορδόνι της κουκούλας, από τη μπλούζα μου. Είναι καινούργια μόδα αυτή, κόκκινες ή μαύρες κοντομάνικες μπλούζες με κουκούλα και με τη στάμπα του jack daniels, στο στήθος… που ακούστηκε, αλήθεια; Εμένα, όμως, όπως και σε πολλούς άλλους, μου αρέσει πολύ η νέα αυτή τάση. Έχει γεμίσει ο τόπος με έφηβους που επιλέγουν το συγκεκριμένο ένδυμα. Με ξετρελαίνει και για έναν λόγο ακόμα, λατρεύω, εδώ που τα λέμε, το ουίσκι.

Τα μάτια μου κλείνουν, υποψιάζομαι πως είναι κατακόκκινα γιατί έχω ευαισθησία και τα ταλαιπώρησα πολύ το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Έχω ξενυχτίσει στο κατώφλι του σπιτιού, μονάχα δυο φορές απομακρύνθηκα, μία για να ανακουφιστώ, χώθηκα μάλιστα πίσω από τη χαμοκέλα της γειτονιάς για να μη με δει κανείς, και μία για να τρίψω τα μάτια μου που βούρκωσαν.

Θρηνητικές κραυγές και μοιρολόγια ακούγονται διαρκώς, ο ψυχισμός μου έχει πέσει στο ναδίρ. Μαυροφορεμένες γυναίκες έρχονται συνεχώς, με ένα μπουκέτο λουλούδια όλες τους. Εγώ ασάλευτος μένω, τις βλέπω να περνάνε από δίπλα μου και κατεβάζω το κεφάλι. Μονάχα καμιά φορά αποτολμώ να ρίξω κλεφτές ματιές στο καπάκι από το φέρετρο που όρθιο έχει τοποθετηθεί δίπλα από την εξώπορτα. Ξεροκαταπίνω, το δεξί μου χέρι έχει ένα τρέμουλο, νιώθω πως χάνω την αυτοκυριαρχία μου. Πώς μπορούν αλήθεια να χωρέσουν μέσα σε ένα στενάχωρο ξύλινο κουτί, το άνθος και η φλόγα της νιότης;

Ξεφυσάω βαριά, δίπλα μου, σωστό ράκος και αυτός, βρίσκεται ο Δημητρός, κάτωχρος και κάθιδρος. Κάθε τόσο ξεσπάει σε κλάματα, είναι απαρηγόρητος. Παραδίπλα η Φανή κάνει στροφές γύρω από τον εαυτό της. Ντυμένη είναι με ένα φόρεμα σκουρόχρωμο, τα μάτια της καλύπτουν μαύρα γυαλιά. Εμφανής είναι η νευρικότητα στις κινήσεις της, καμιά φορά την παρατηρώ να χαμογελάει, ένα γέλιο νευρικό, απόκοσμο, δίνει στην όψη της κάτι αποκρουστικό, μου παρουσιάζεται μια προσωπίδα τρομαχτική, ανασκιρτώ σαν τη θωρώ με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά. Κι ύστερα, αμέσως μετά, θαυμάζω επαίσχυντα την ομορφιά της, σαν το πρόσωπό της παίρνει να γίνεται θλιμμένο.

Ο Χρόνης, όρθιος, με την πλάτη στα κιγκλιδώματα, στέκει μόνος του στον περίβολο. Έχει διπλωμένα τα χέρια στο στήθος και το δεξί του πόδι, λυγισμένο προς τα πίσω, ακουμπάει χαμηλά στην τσιμεντένια περίφραξη. Σε λίγο καταφτάνει και η φίλη του, η Λενιώ, μαυροφορούσα και αυτή, πηγαίνει κατευθείαν προς το μέρος του για να πάρει θέση δίπλα του και να συμπληρώσει το καταθλιπτικό μοτίβο που έχουν σχηματίσει τα ανθρώπινα ερείπια που περιφέρονται μέσα και έξω από την κατοικία. Οι καυγάδες τους τον τελευταίο καιρό είναι ομηρικοί, πόλεμος κανονικός. Θαρρώ πως η σχέση τους πνέει τα λοίσθια. Δύσκολα θα επιβιώσει στον χρόνο. Τώρα όμως στέκουν σιωπηλοί, πλάι πλάι.

Κάποιος άλλος, όμως, έχει χάσει ήδη τη μάχη και κείτεται ξεψυχισμένος μέσα στο όμορφο το σπίτι. Οι καμπάνες ηχούν πένθιμα, ρουθουνίζω αμήχανα, φέρνω τα δυο μου χέρια στο κεφάλι και αφού ανακατεύω προς τα πάνω τα μαλλιά μου, πλέκω τα δάχτυλα μεταξύ τους, πίσω από το σβέρκο. Μένω έτσι, να κλυδωνίζομαι στον πόνο, τόσο αδύναμος…

Μετά από λίγα λεπτά έρχεται και η Ελπίδα, την κοιτώ που βηματίζει συνεσταλμένα, το κύριο γνώρισμά της είναι αυτό, η σεμνότητα. Η Φανή την κατηγορεί πίσω από την πλάτη της, λέει πως είναι μαμμόθρεφτο, εγώ συναινώ αλλά μέσα μου διαφωνώ, είναι ένα αξιοθαύμαστο πλάσμα.

Είναι ντυμένη στα μαύρα και έχει τα μαλλιά της μαζεμένα πίσω. Ακόμα και με αυτό το χτένισμα δείχνει τόσο όμορφη. Το πρόσωπό της σφύζει από νιάτα και από χάρη. Έρχεται κατευθείαν στο μέρος μου, πού αλλού θα πήγαινε; Μοιάζει με πικραλίδα που κόπηκε από τον θύσανο και έρμαιο είναι του ανέμου. Του ανέμου που στην περίπτωση αυτή έχει και όνομα. Σώτος.

Ναι, εγώ είμαι αυτός που μπορεί να την καθοδηγήσει, να τη διευθύνει και να τη συνθλίψει αν θελήσει με ένα του φύσημα, με μια λέξη που θα εκστομίσω και που ξέρω πως βαθιά θα την πληγώσει. Είμαι όμως προσεχτικός μαζί της. Δε θα της έκανα ποτέ τέτοιο κακό. Τη συμπαθώ και εγώ εξίσου. Περιέργως με ηρεμεί η παρουσία της, νιώθω μια ασφάλεια. Πώς έγινε αυτό; Συνήθως εγώ είμαι εκείνος που τη φροντίζει.

«Είσαι καλά; Τα μάτια σου είναι κατακόκκινα!» με ρωτάει με πραγματικό ενδιαφέρον.  Αν και δε μου λέει κάτι καινούργιο. Επαληθεύει απλώς την υποψία που είχα. Άλλωστε το περίμενα πως θα κοκκινήσουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα έτριψα κατά τη διάρκεια της νύχτας.

«Καλά είμαι, έλα, κάθισε δίπλα μου…» την παροτρύνω και της κάνω χώρο. Καθώς κινείται αργά, ακόμα και τούτες τις στιγμές, θαυμάζω ανερυθρίαστα τα κάλλη της. Ασυναίσθητα, όμως, το βλέμμα μου πέφτει παραδίπλα, στη Φανή. Με αφήνει έκθαμβο η δική της σιλουέτα και ομορφιά. Είναι μια κοπέλα εκπάγλου καλλονής που θα έλεγε αν βρισκόταν εδώ ο κύριος Αναξαγόρας.

Θυμάμαι πως όταν πρωτοάκουσα  τη συγκεκριμένη φράση, απόρησα(βλέποντας την έκφρασή μου ο Αναξαγόρας μου εξήγησε την ετυμολογία της) αλλά από τότε πέρασε καιρός και εγώ, τώρα πια, συχνά, ειδικά όταν θέλω να κάνω μνεία στη Φανή τη χρησιμοποιώ. Είναι και οι δυο τους απέναντί μου, τις βλέπω και μοιραία κάνω τη σύγκριση. Τί να λέμε τώρα; η μια είναι ανεμώνη και η άλλη πικραλίδα. Μόνο αυτό.

Αφήνω κατά μέρους τις ανούσιες αυτές σκέψεις, που όμως μου δώσανε πρόσκαιρα μια διέξοδο από τη θλίψη, και επανέρχομαι στο ψυχοπλακωτικό κλίμα που η βαριά ατμόσφαιρα γεννά.

Τόσο νέος, τόσο καλός… μονολογεί η κυρά Μαρίκα, η υπερήλικη γειτόνισσά τους που μόλις καταφτάνει, με το μπαστουνάκι της να συγκρατεί όσο γίνεται το βάρος της.

Άδικος που είναι ο κόσμος, συλλογίζομαι. Οι νέοι φεύγουνε νωρίς και κάποιοι αγκιστρώνονται πάνω στη γη, ξεροσταλιάσματα μιας άλλης, παρωχημένης εποχής. Την ώρα που σκέφτομαι διάφορα τέτοια, περνάει από το οπτικό μου πεδίο η Ελπίδα και με συνεφέρνει από τις αλόγιστές μου σκέψεις, και μόνο με την κοψιά της είναι ικανή να με επαναφέρει στην τάξη. Η συνείδησή μου προσωποποιημένη! Τί φταίει άραγε η γιαγιούλα που δεν πειράζει κανέναν στο χωριό και πολλοί τη συμβουλεύονται για τις γνώσεις και τις εμπειρίες που έχει;

Ανοίγει η κερκόπορτα και προβάλλει ο τρόμος, η χαροκαμένη μάνα υποβασταζόμενη από την αδερφή και μια φίλη της.

Ααααχ αγόρι μου…αγοράκι μου. Ηλιαχτίδα μου πού κρύφτηκες και χάθηκες για πάντα;

Ηλιαχτίδα μου…συνταράσσομαι. Κρύβω το πρόσωπο με τα χέρια μου. Δε θέλω κανείς να δει πως κλαίω. Λιποθυμάει μπροστά μου. Πέφτουν όλοι πάνω της για να τη συνεφέρουν.  Δύστηνος που είναι ο κόσμος μας…

Βασανίζομαι από σκέψεις μιαρές, με κυνηγούν οι ενοχές, έχουν το πρόσωπο της αδέκαστης δικαιοσύνης. Ακολουθώ κι εγώ την πομπή, τα μοιρολόγια συνοδεύουν τον νεκρό. Στην εξόδιο ακολουθία του σκέφτομαι, είμαι πεπεισμένος δηλαδή, πως κι εμένα στο εξής θα με καταδιώκουν, οι ερινύες.

Τον παραχώνουν στο χώμα, σαπίζει το μέσα μου και γιατρειά δεν έχει.

Άρηηη μου, Άρηηη μου! φωνάζει με όση δύναμη έχει η μάνα του. Ααααααχ τι έπαθα…πάρε με μαζί σου παιδάκι μου, τί τη θέλω τώρα τη ζωή μου εγώ;

Η κόρη της, ακριβώς πίσω της, δείχνει διπλά σοκαρισμένη. Ο σπαραγμός της μάνας, ο χαμός του αδερφού, είναι βέβαιο πως δε θα ξεχαστούν ποτέ.

Τα λόγια της μητέρας του είναι κόλαφος για μένα. Έχω πέσει στα βορβορώδη βάθη της εσωστρέφειας. Θεέ μου τι έκανα…κατέστρεψα μια οικογένεια.

Σφίγγω τα χείλη και τις γροθιές μου, τα δόντια μου τρίζουν τόσο δυνατά που παραλίγο να σπάσουν. Από τα μάτια μου κυλούν δάκρυα, τα χέρια μου τα παγιδεύουν ανάμεσα στα μάγουλα και τη μύτη, αυτά όμως καταφέρνουν να ξεφύγουν, πηγαίνουν να κλειδαμπαρωθούν στην καρδιά μου, από εκεί δε θα καταφέρω ποτέ να τα βγάλω.

Δεν αντέχω άλλο, πρέπει να αποδράσω, αν δεν το κάνω θα καταρρεύσω και εγώ. Ξεφυσάω ξανά και ξανά, ασφυκτιώ, θέλω να φύγω τώρα, δε βαστάω να υπομένω τόση δυστυχία. Το βλέμμα της μάνας, η απελπισία της σαν με κοιτάζει, είναι το τελειωτικό χτύπημα, το παίρνω απόφαση στη στιγμή. Βάζω φτερά στα πόδια, η Ελπίδα δεν προλαβαίνει να με συγκρατήσει αν και το επιχειρεί, περνάω από ακαλλιέργητους αγρούς και από λιβάδια κατάξερα, που χρύσισαν από του θέρους το παραληρηματικό μένος. Έχει αφήσει η καλοκαιριά τα δικά της σημάδια πάνω τους. Τί φταίνε και αυτά τα δύσμοιρα; Μήπως και εγώ, ομοίως, θύμα δεν είμαι του παράφορου έρωτα, αυτού που με έσυρε στον παραλογισμό του θυμού, της ζήλειας, και το χειρότερο της εκδίκησης; Ναι, έχω παραφρονήσει από τα χρυσαφένια της μαλλιά, από το χλωμό της πρόσωπο που με κάνει να σκιρτώ και να χάνω τα λογικά μου κάθε που το βλέπω.

Περνώ το ξωκκλήσι του χωριού μας, τον τιμιόσταυρο, και μη αντέχοντας άλλο, με κομμένη την ανάσα, στην άκρη του χωματόδρομου, σε ένα χαντάκι που βρίθει από ξερόχορτα, πέφτω στα γόνατα. Κλαίω γοερά με τις ώρες, δυστυχώς δεν απαλύνεται ούτε και στεγνώνει ο πόνος με τους χυμούς της λύπης. Αργά το απόγευμα, παίρνω τον δρόμο του γυρισμού.

Συλλογιέμαι διάφορα, πιο πολύ στέκομαι στις άναρθρες κραυγές της χαροκαμένης μάνας, λίγο πριν αποχαιρετήσει τον μονάκριβο γιο της, αλλά και στα λόγια του πατέρα μου, που άκουσε κάπου στο καφενείο πως από τη νεκροψία που έγινε, ο Άρης πέθανε από κάκωση θωρακικού αγγείου. Συνήθως ο συγκεκριμένος θάνατος επέρχεται μετά από τροχαίο ατύχημα ή πτώση από μεγάλο ύψος. Δηλαδή ο Άρης χάθηκε…χάθηκε εξαιτίας μου, από ένα τραύμα επιβράδυνσης, από έναν ανόητο που ερωτεύτηκε και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα συναισθήματά του.

Είμαι ο ηθικός αυτουργός αυτής της τραγωδίας.

Φτάνοντας στο σπίτι, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να πάω στο μπάνιο και να πλυθώ. Στον καθρέφτη αντικρίζω ένα άγνωστο πρόσωπο. Είναι τα χαρακτηριστικά του χαραγμένα από θλίψη, το ύφος του σκυθρωπό και πίσω από όλα αυτά βλέπω και κάτι σκιές, κάτι σκιές που θα με ακολουθούν για το υπόλοιπο της ζωής μου. Πολύ φοβάμαι πως από δω και πέρα κάθε βήμα στη ζωή μου θα είναι και μια βουτιά στο κενό. Σαν εκείνη που έκανε ο Άρης…

Εκείνη τη στιγμή δεν το ήξερα, αργότερα αντιλήφθηκα πως μέσα στο χώμα που σκέπαζε τον φίλο μου, σκεπάστηκε και το χαμόγελό μου. Σπανίως, στο εξής, θα ζωγραφιζόταν στα χείλη μου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;