Κεφάλαιο 3:Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή

Ο Μάκης μόλις μπήκε στο σπίτι του πέταξε αμέσως τα ρούχα του στο πάτωμα και άνοιξε το laptop. Είχε βάλει στόχο να βοηθήσει την Λένα και παρόλο που τα μάτια του έκλειναν από την αϋπνία, εκείνος συνέχισε να ψάχνει. Σέρνοντας τα πόδια του έφτασε στην κουζίνα για καφέ. Για μια ακόμα φορά το κεφάλι τον πονούσε. Έβαλε την κάψουλα στην μηχανή και καθώς περίμενε να ετοιμαστεί, ήπιε πάλι 2 ασπιρίνες με μπόλικο νερό. Με τον καφέ στο χέρι κατευθύνθηκε πάλι στο δωμάτιό του και άρχισε να τηλεφωνεί σε κάποιους γνωστούς. Εξουθενωμένος λίγες ώρες μετά τον πήρε ο ύπνος με το laptop στην κοιλιά και τον ήλιο να τρυπώνει σαν το κλέφτη από το παράθυρο της μπαλκονόπορτας.

Για τη Λένα τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα. Μόλις πάτησε το πόδι της στο σπίτι, ο αδερφός της την περίμενε ξύπνιος και άρχισε τον καβγά. «Μόνο οι πόρνες γυρνάνε τέτοια ώρα. Τι το πέρασες το σπίτι μας, μπουρδέλο;» είπε φωνάζοντας δυνατά και χτυπώντας το χέρι του στο μικρό τραπεζάκι μπροστά του. Eκείνη μη έχοντας άλλες δυνάμεις ούτε για να φωνάξει, αλλά ούτε και να τσακωθεί μαζί του, ξάπλωσε στο κρεβάτι-καναπέ και έριξε το σεντόνι πάνω της μέχρι το κεφάλι για να κοιμηθεί, αφήνοντάς τον να ωρύεται μέχρι να ξεθυμάνει.

Γύρω στις 14:00 ξύπνησε από τις φωνές του Κώστα και τη φασαρία που επικρατούσε στην κουζίνα. Ο Κώστας δεν άντεχε άλλο και τους παρακαλούσε να τον αφήσουν να βγει από το σπίτι για να βρει να κάνει τη δόση. Με δυσκολία στέκονταν όρθιος και τα λόγια του μπερδεύονταν. Ο Γιώργος του φώναζε και τον χτυπούσε και η μάνα στην μέση να προσπαθεί να ηρεμήσει τα δύο αδέρφια. Ο πατέρας τους ήταν για ακόμα μία φορά απών από το σπίτι. Όλη την ημέρα την περνούσε στο καφενείο πίνοντας αλκοόλ και την υπόλοιπη μέρα από εδώ και από εκεί στις πλατείες. Το τελευταίο διάστημα είχε αρχίσει και να τα χάνει. Το μυαλό του δεν λειτουργούσε καλά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξεχνούσε να φορέσει παντελόνι ή μπλούζα και έβγαινε έτσι έξω από το σπίτι. Έτρεχε πάντα από πίσω του η Μαρία να τον προφτάσει και να τον ντύσει τουλάχιστον για να μην τους κοροϊδεύουν στην γειτονιά.

Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη όταν ο ανεμιστήρας που δούλευε έπαψε ξαφνικά να λειτουργεί. Τους είχαν κόψει το ρεύμα αφού οι οφειλές των λογαριασμών που ήταν απλήρωτες για μήνες είχαν συσσωρευτεί. Ο Γιώργος  κοπάνισε το χέρι του στην πόρτα αφήνοντας ένα βαθούλωμα και σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι με τη Λένα και τη μάνα της να προσπαθούν να πείσουν τον Κώστα να πάει να ξαπλώσει για να ηρεμήσει. Εκείνος, σε μια κατάσταση νιρβάνας, πήγε στο δωμάτιό του και ξάπλωσε στο πάτωμα νομίζοντας πως ήταν το κρεβάτι του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μόλις τα πνεύματα ηρέμησαν λίγο η Μαρία πήγε και είδε τι χρήματα υπήρχαν στο πορτοφόλι της. Το άνοιξε και μέσα υπήρχαν μόνο 5 ευρώ και 60 λεπτά. Απελπισμένη έβαλε τα κλάματα και τραβούσε τα μαλλιά της λέγοντας πως δεν αντέχει άλλο αυτήν την κατάσταση. Πάλι καλά που είχε σηκωθεί πρωί και είχε ετοιμάσει ρύζι για να φάνε. Σήμερα θα περνούσαν, αλλά χωρίς ρεύμα πως θα μαγείρευε τις επόμενες μέρες; Η απελπισία την είχε κυριεύσει και με δάκρυα στα μάτια πήγε στο εικονοστάσι, όπου ακόμα έκαιγε το καντηλάκι, και προσευχήθηκε στην Παναγία(που πριν λίγες μέρες γιόρταζε) να την βοηθήσει και να κάνει το θαύμα της. Μόνο ένα θαύμα θα τους έσωζε από όλη αυτήν την τραγωδία που περνούσαν όλα αυτά τα χρόνια.

Το βράδυ η Λένα ένιωθε να μην την χωράει το σπίτι της. Ξεκίνησε νωρίτερα για μια βόλτα στην γειτονιά. Η Αθήνα άδεια: παρά την οικονομική κρίση που υπήρχε όλοι ,έστω και με αιματηρές οικονομίες, έβρισκαν λίγο χρόνο για διακοπές. Έκατσε για λίγο στην πλατεία που άλλοτε ήταν γεμάτη με πιτσιρίκια που έτρεχαν με τα ποδήλατά τους και έπαιζαν μπάλα μέχρι αργά και τους γονείς να τα παρακολουθούν συζητώντας για την οικονομία και την κρίση και για το ποιος φταίει που οδηγήθηκαν τα πράγματα ως εδώ. Συζητήσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά. Τα παγκάκια τώρα ήταν άδεια. Ερημιά. Κανένας ήχος από πουθενά, ακόμα και τα αυτοκίνητα δεν περνούσαν. Σκούπισε το κούτελό της με ένα χαρτομάντιλο αφού η ζέστη για μια ακόμα χρονιά χτυπούσε κόκκινο στην τσιμεντούπολη. Καθισμένη στο παγκάκι σήκωσε το βλέμμα της ψηλά στον νυχτερινό ουρανό.

   Ακόμα και ο ουρανός ήταν άδειος, πουθενά αστέρια, ούτε ένα, έτσι, για να της κάνει συντροφιά μέχρι να περάσει η ώρα και να συναντηθεί με τον Μάκη. Μόνη, πάντα μόνη ένιωθε όλα τα χρόνια και οι σκέψεις για να δώσει ένα τέλος στην ζωή της εμφανίστηκαν πάλι στο μυαλό της.

Έφτασε νωρίτερα στην γέφυρα και τον περίμενε καθισμένη όπως πάντα στο ίδιο σημείο. Μια παρέα παιδιών γύρω στα 18 που περνούσαν από εκεί την είδαν να κάθεται κάτω και να κοιτά την εθνική οδό, κάτι σιγοψιθύρισαν μεταξύ τους και στην συνέχεια έφυγαν γελώντας δυνατά. «Θα με περνάνε σίγουρα για τρελή» σκέφτηκε, με το βλέμμα της να εξακολουθεί να είναι καρφωμένο κάτω στην εθνική οδό.

Μόλις τον είδε να φτάνει με τις σακούλες στο χέρι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε αμέσως στα χείλη της. Όλα τα προβλήματα και οι έννοιες εξαφανίστηκαν μεμιάς λες και τις πήρε μακριά της το αδύναμο αεράκι που φυσούσε. Πρώτη φορά ένιωθε έτσι με κάποιον. Συνήθως η Λένα ήθελε τον χρόνο της για να μπορέσει να δεθεί με κάποιον και να του μιλήσει. Ποτέ δεν έλεγε τα προβλήματα της σε φίλους και γνωστούς από τον φόβο μην την κοροϊδέψουν. Με τον Μάκη όμως ήταν διαφορετικά. Ένιωθε λες και τον ήξερε χρόνια, σαν να ήταν ο φύλακας άγγελος της που κατέβηκε στην γη για να την σώσει. Η Λένα δεν ήθελε βοήθεια, ήξερε πως κανείς δεν μπορούσε να την βοηθήσει με τα τόσα πολλά προβλήματα που είχε, αυτό που ήθελε ήταν να βρεθεί κάποιος που θα την ακούσει χωρίς να την κοροϊδέψει, κάποιος που όταν του ανοίξει την καρδιά της, εκείνος θα την κλείσει μέσα στην δική του και θα την νιώσει. Όλα αυτά τα βρήκε σε έναν άγνωστο γιατί από γνωστούς όλα αυτά τα χρόνια είχε χορτάσει.

Κάθισαν για λίγο σιωπηλοί κοιτώντας την εθνική οδό από κάτω τους. Δεν χρειάζονταν να πουν κάτι μεταξύ τους, ο ένας καταλάβαινε τον άλλον πολύ καλά και ας είχαν γνωριστεί δυο μέρες μόνο. Ο Μάκης από την αρχή μόλις την είδε συνειδητοποίησε πως κάτι την βασάνιζε, πως κάτι έγινε πάλι και οι σκέψεις για να αυτοκτονήσει εμφανίστηκαν πάλι στο μυαλό της. «Λοιπόν για πες; Τι σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;», είπε ο Μάκης πίνοντας μια γουλιά. «Πραγματικά δεν το πιστεύω αυτό. Πως κατάλαβες πως θέλω να αυτοκτονήσω; Πως δεν αντέχω άλλο να περάσει η βδομάδα που σου υποσχέθηκα; Κανείς στο σπίτι δεν έχει καταλάβει για τις σκέψεις μου, για την αυτοκτονία και με βλέπουν κάθε μέρα και εσύ με μόνο λίγα λεπτά τα έχεις καταλάβει όλα. Πως γίνεται αυτό;», είπε κοιτώντας τον στα μάτια.

«Έχω σπουδάσει την ζωή μικρή! Τι νόμιζες πως επειδή είμαι 43 πάει γέρασα και δεν καταλαβαίνω τίποτα γύρω μου;», είπε γελώντας παίρνοντας ύφος φιλοσόφου.

«Εντάξει άκου λοιπόν τι θα κάνουμε. Για σήμερα θα μιλήσεις μόνο εσύ! Εγώ σου έχω πει σχεδόν όλη την ζωή μου και εγώ δεν ξέρω τίποτα για εσένα. Το θεωρείς σωστό αυτό;» είπε χαμογελώντας.

«Δεν έχω και πολλά να σου πω για την ζωή μου εγώ. Αλλά αφού το θες θα σου πω κάποια πράγματα» είπε ο Μάκης και αφού ήπιε μια γεμάτη γουλιά μπύρα ξεκίνησε να μιλάει για την ζωή του:

Ο Μάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα από εύπορους γονείς που από μικρή ηλικία του παρείχαν τα πάντα. Δεν του έλειψε ποτέ τίποτα στην ζωή. Ο πατέρας του ήταν ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου κλωστών με την ονομασία Κέντημα που είναι από τα πιο γνωστά στην Ελλάδα. Τον παλαιότερο καιρό έβγαζε πολλά χρήματα και είχε πολλούς εργαζόμενους που απασχολούσε η επιχείρησή του. Με τα χρόνια οι ανάγκες των καταναλωτών άλλαξαν, όμως ο Μάκης έχοντας σπουδάσει οικονομικά στην Ελλάδα και την Αγγλία, κατάφερε να κάνει και εξαγωγές προς χώρες του εξωτερικού με αποτέλεσμα το εργοστάσιο να συνεχίσει να είναι ένα από τα μεγαλύτερα και φυσικά από τα πιο κερδοφόρα.

Οι γονείς του πριν 10 χρόνια αυτοκτόνησαν αφού δεν άντεχαν τον χαμό της κόρης τους που πέθανε σε τροχαίο. Το πάλεψαν για μήνες, αλλά δεν μπορούσαν να αντέξουν χωρίς το «μικρό τους λουλουδάκι»  όπως την αποκαλούσαν από μικρή. Ένα βράδυ που ο Μάκης γύρισε σπίτι, τους βρήκε στο κρεβάτι ξαπλωμένους και ο ένας να κρατάει το χέρι του  άλλου. Τα πρόσωπά τους ήταν ήρεμα, γαλήνια. Για μια στιγμή νόμιζε πως απλώς κοιμούνται και από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσουν και θα πήγαιναν στην τραπεζαρία για το βραδινό. Πήγε στην κουζίνα να πιει ένα ποτήρι νερό και πάνω στο τραπέζι βρήκε ένα λευκό χαρτί που έγραφε πως δεν άντεχαν άλλον τον πόνο και πως έπρεπε να πάνε να βρούνε την κόρη τους. Ζητούσαν να τους συγχωρέσει και να τους καταλάβει. Να μην τους κρατήσει κακία, ήταν ήδη μεγάλοι άνθρωποι και αργά ή γρήγορα ο Θεός θα τους έπαιρνε μαζί του. «Εκείνοι αποφάσισαν να φύγουν νωρίτερα για τον Παράδεισο», είπε ο Μάκης με την φωνή του να λυγίζει. Η Λένα άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το δικό του λέγοντας να συνεχίσει για να τα βγάλει από μέσα του, ίσως έτσι το φορτίο που κουβαλούσε να γίνονταν ελαφρύτερο. Είδε το δάκρυ που κυλούσε από τα μάτια του, μα το σκούπισε αμέσως ο Μάκης με την ανάστροφη του χεριού του με μια γρήγορη κίνηση. Ήπιε και άλλο λίγο μπύρα και συνέχισε να λέει για την ζωή του.

Όλο το φορτίο έπεσε πάνω του ξαφνικά. Δεν είχε χρόνο να πενθήσει, να κλάψει, να φωνάξει, έπρεπε να είναι δυνατός για να μπορέσει να οδηγήσει το εργοστάσιο και πάλι στην κορυφή, το όφειλε στους γονείς του, δεν μπορούσε να αφήσει να χαθούν οι κόποι του πατέρα του έτσι απλά. Μετά την κηδεία τους πήγε αμέσως για δουλειά, έπρεπε να καλύψει και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε. Τα κανάλια και οι εφημερίδες μερικές φορές είναι αδηφάγα. Δεν χορταίνουν να σου ρουφούν το αίμα μέχρι να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για πωλήσεις και νούμερα. Το όνομα τους ανήκε στον κύκλο της υψηλής κοινωνίας και πάντα ένα τέτοιο όνομα προσελκύει τους δημοσιογράφους για να γεμίσουν με λιβελογραφήματα τις εφημερίδες τους.

Πάλεψε σκληρά για αρκετό διάστημα να τα καταφέρει. Όλη την ημέρα την περνούσε στο γραφείο, το σπίτι του τον είχε χάσει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον έπαιρνε ο ύπνος στο γραφείο πάνω στον laptop και στα χαρτιά που έπρεπε να διαβαστούν και να υπογραφούν. Η προσωπική του ζωή σιγά σιγά μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Ελεύθερος χρόνος δεν υπήρχε καθόλου και η ζωή του άρχισε να αλλάζει μπαίνοντας σε μια ρουτίνα που του έτρωγε την ψυχή, αφήνοντας τον κάθε μέρα και με λιγότερες δυνάμεις. Ήταν νέος και ένιωθε πως δεν είχε κάνει τίποτα. Κάποιες εφήμερες σχέσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά ήταν το μοναδικό του απόκτημα και φυσικά δεν ένιωθε περήφανος για αυτό.

Όταν κατάφερε να ορθοποδήσει το εργοστάσιο τότε κατάλαβε πως τόσο καιρό πριν δεν πρόλαβε ούτε να κλάψει, ούτε και να πενθήσει.  Άφησε την Αγγελική, την γραμματέα του στη θέση του και πήρε ένα μήνα άδεια. Γύρισε όλο τον κόσμο. Πήγε Αμερική, Κούβα, Αργεντινή, και μετά σε Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα χωρίς να το καταλάβει. Έμενε για 10 με 14 μέρες σε κάθε χώρα και μετά έπαιρνε το αεροπλάνο για κάποια άλλη χώρα. Γνώρισε κόσμο, φλέρταρε, έζησε ότι είχε στερηθεί, σκέφτηκε την ζωή που άφησε να χαθεί και έθεσε νέους στόχους που έπρεπε να τους κατακτήσει.

Μόλις επέστρεψε σήκωσε τα μανίκια και έβαλε σε μια τάξη στην ζωή του. Δουλειά μέχρι 8 ώρες και η υπόλοιπη μέρα για ξεκούραση και ψυχαγωγία. Γράφτηκε στο γυμναστήριο της γειτονιάς του και πήγαινε τακτικά γνωρίζοντας και κόσμο. Άρχισε να προσέχει και την διατροφή του και μέρα με την μέρα έβλεπε τεράστια αλλαγή και στην ψυχολογία του, αλλά και στο σώμα του που άρχισε να σφίγγει και να μοιάζει με άγαλμα αρχαίου θεού. Ήταν ακόμα νέος και είχε μετανιώσει που είχε εγκαταλείψει εντελώς τον εαυτό του τα τελευταία χρόνια.

Στον ελεύθερο χρόνο άρχισε να διαβάζει βιβλία ψυχολογίας και να παρακολουθεί σεμινάρια πάνω στο αντικείμενο αυτό. Τα κέρδη από την δουλειά του έδωσαν την ώθηση να μπορεί να συμμετέχει όχι μόνο χρηματικά, αλλά και ενεργά σε διάφορες εθελοντικές οργανώσεις που είχαν να κάνουν με τον άνθρωπο, αλλά και με τα αδέσποτα ζώα.

Σύμμαχο σε όλα αυτά είχε τον Δημήτρη, τον μόνο φίλο που κράτησε από τα σχολικά χρόνια. Η φιλία αυτή ήταν τόσο δυνατή που πριν 4 χρόνια τον πάντρεψε με την καλή του. Ο γάμος τους ήταν ο καλύτερος, δεν δίστασε να ξοδέψει μεγάλο χρηματικό ποσό για την δεξίωση, ο φίλος του το άξιζε.

Ένα χρόνο μετά τον γάμο, του ανακοίνωσαν πως τον ήθελαν και για νονό του παιδιού τους. Στο άκουσμα της είδησης ο Μάκης πέταξε από την χαρά του. Η μικρή Δανάη που ήρθε στον κόσμο έφερε και πάλι την ευτυχία στις ζωές όλων. «Η ευτυχία όμως δεν κρατάει για πάντα Λένα. Μας παίζει άσχημα παιχνίδια η ζωή», είπε πίνοντας πάλι από την μπύρα του.

«Τι συνέβη;», ρώτησε δειλά η Λένα βλέποντας πως ο Μάκης άρχισε να δυσκολεύεται να μιλήσει.

Δύο χρόνια πριν ο Μάκης και η μικρή Δανάη έμειναν στην Αθήνα μαζί καθώς οι γονείς της έπρεπε να πάνε ένα ταξίδι όλοι οικογενειακώς στην Αμερική που παντρεύονταν ο αδερφός του Δημήτρη. Μπήκαν όλοι μαζί στο αεροπλάνο και δεν γύρισαν ποτέ. «Το αεροπλάνο χάθηκε, απλά», είπε και ξέσπασε σε κλάματα.

Η Λένα άνοιξε τα χέρια και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Εκείνος ξέσπασε σε λυγμούς και η Λένα τον κρατούσε όλο και πιο σφιχτά. Δεν μπορούσε να τον αφήσει, εκείνος είχε εμφανιστεί από το πουθενά και την είχε βοηθήσει, τώρα εκείνη δεν θα του γύριζε την πλάτη. Μόλις ο Μάκης ηρέμησε λίγο και αφού ζήτησε συγγνώμη από την Λένα, εκείνη δειλά δειλά ρώτησε για το παιδί. «Το παιδί τι έγινε; Που είναι τώρα η Δανάη;».

«Είναι καλά μην ανησυχείς», της απάντησε κοιτώντας τον ουρανό.

Η ώρα είχε περάσει τόσο γρήγορα και οι μπύρες είχαν τελειώσει. Λίγο πριν φύγουν και δώσουν ραντεβού για αύριο ο Μάκης έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα χαρτί που έγραφε, Κέντρο απεξάρτησης και αποτοξίνωσης, ένα τηλέφωνο και μια διεύθυνση στο κέντρο της Αθήνας. Το έδωσε στην Λένα και της είπε πως χθες μόλις γύρισε σπίτι του μίλησε με την υπεύθυνη του ιδρύματος και έχει κλίσει μια θέση για τον αδερφό της. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, όλα τα έξοδα είναι πληρωμένα, η διευθύντρια είναι γνωστή μου και θα βοηθήσει τον αδερφό σου να ξεφύγει από τα ναρκωτικά. Αρκεί να κάνει το βήμα και να πάει. Όλοι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή Λένα. Μην τον αφήσεις να χαθεί; Μπορεί να σωθεί ο αδερφός σου, απλά χρειάζεται ένα χέρι για να στηριχτεί. Ο αδερφός σου έχει μπει σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο και δεν βλέπει την έξοδο. Χρειάζεται κάποιον να του δείχνει το φως. Εσύ απλά φώτιζε τον δρόμο του και εκείνος θα βρει την έξοδο», είπε ο Μάκης και η Λένα έπεσε στην αγκαλιά του και τον ευχαριστούσε συνέχεια.

«Θα τον πάμε το πρωί. Ξέρεις κάτι; Αρχίζω να πιστεύω πως υπάρχουν άγγελοι στον κόσμο αυτόν. Είσαι ο φύλακας άγγελος μου!», είπε η Λένα και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της.

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;