Κεφάλαιο 12: Μια καινούργια ζωή

Το ίδρυμα «Ήλιος Φωτεινός» βρισκόταν σε ένα παλιό κτήριο του 1958 στο κέντρο της Αθήνας, σε μία στοά. Τον χώρο αυτόν τον είχε  παραχωρήσει ο δήμος για την προστασία των ανήλικων ορφανών παιδιών. Η καρδιά της Λένας σφίχτηκε μόλις πάτησε το πόδι της στην είσοδο του ιδρύματος. Άκουγε παιδικές φωνές και γέλια και κάποια πιτσιρίκια της χαμογέλασαν καθώς ανέβαινε τις σκάλες για να πάει στο γραφείο της διευθύντριας. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα αυτά τα παιδικά χαμόγελα ήταν μόνα στον κόσμο, πως δεν υπήρχε μια αγκαλιά για τα κλείσει μέσα της. Αμέσως θυμήθηκε τα λόγια του Μάκη για την πείνα για αγάπη που της είχε πει το τελευταίο βράδυ.

Η διευθύντρια του ιδρύματος ήταν μια καλοστεκούμενη, παχουλή εξηντάρα με κοντά άσπρα μαλλιά και μαύρα γυαλιά. Αυτό που έκανε εντύπωση στην Λένα μόλις μπήκε στο γραφείο της ήταν οι εικόνες με Αγίους και την Παναγία, που υπήρχαν σε κάθε μέρος, από το γραφείο και τα τραπεζάκια, μέχρι και στους τοίχους κρεμασμένες. «Είμαστε ένα ίδρυμα που πιστεύουμε στον Θεό και στην αγάπη Του», είπε η διευθύντρια βλέποντας την Λένα να κοιτά σαστισμένη τις εικόνες.

Χωρίς να χάσει χρόνο η διευθύντρια της είπε πως γνώριζε τις επιθυμίες του Μάκη για τη φροντίδα της Δανάης και πως η μικρή όταν ο Μάκης την έφερε στο ίδρυμα ανέπτυξε μια συμπεριφορά αντικοινωνική.

«Πρόκειται για  ένα πληγωμένο παιδί που έχει κλειστεί στον εαυτό του. Δεν παίζει με τα άλλα παιδιά και κάποιες φορές όταν αποφασίζει να ζωγραφίσει οι ζωγραφιές της έχουν μόνο μαύρο χρώμα. Σπάνια μιλάει με τα υπόλοιπα παιδιά αλλά και με το προσωπικό. Καταλαβαίνεις πως αν αποφασίσεις να την πάρεις μαζί σου είναι μεγάλη ευθύνη. Το παιδί αυτό χρειάζεται αγάπη. Μου είχε μιλήσει ο Μάκης για εσένα με τα καλύτερα λόγια», είπε η διευθύντρια κοιτώντας την στα μάτια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Είμαι έτοιμη να αναλάβω, ή μάλλον να προσπαθήσω για το καλύτερο για την Δανάη. Μπορώ να τη δω;» είπε Λένα χαμογελώντας.

Η διευθύντρια την οδήγησε στον επάνω όροφο όπου τα μικρότερα παιδιά είχαν μάθημα ζωγραφικής. Άλλα ζωγράφιζαν σε καβαλέτο, άλλα πάνω στο τραπέζι σε μπλοκ ζωγραφικής και κάποια κάτω στο μεγάλο χαλί. Τα μάτια της Λένας έψαχναν να δουν τη μικρή Δανάη. Την είχε δει πολλές φορές τις τελευταίες μέρες στις φωτογραφίες στο σπίτι του Μάκη και πίστευε πως θα μπορούσε εύκολα να την αναγνωρίσει ανάμεσα σε τόσα άλλα παιδιά. Δεν μπορούσε όμως να τη βρει πουθενά. Η διευθύντρια την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στη μικρή που καθόταν μακριά από τα άλλα παιδιά, παρέα με έναν εθελοντή, και ζωγράφιζαν ένα ουράνιο τόξο. «Μόνο μαζί του η Δανάη αισθάνεται καλά και μιλάει. Ακόμα δεν ξέρουμε γιατί έχει ανοιχτεί μόνο στον Πέτρο», είπε η διευθύντρια καθώς πλησίαζαν.

Ο νεαρός άντρας καθόταν κάτω στο πάτωμα και δίπλα του η Δανάη ζωγράφιζε λέγοντάς του πως πέρασε την μέρα. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του Πέτρου μόλις είδε τη Λένα να πλησιάζει, τη στιγμή που σηκώνονταν να τη χαιρετήσει. «Είσαι καλά Λένα;» είπε δίνοντας το χέρι του και η Λένα παραξενεύτηκε που γνώριζε το όνομά της εκείνος ο άντρας, χωρίς η ίδια να τον γνωρίζει. «Καλά», βγήκε η λέξη από τα χείλη της, με περιέργεια. «Τι σύμπτωση και αυτή ε; Είσαι καλά;» συνέχισε ο άντρας και η Λένα ένιωθε πως δεν καταλάβαινε τίποτα.

Ο χαμογελαστός άντρας βλέποντας την απορία στο βλέμμα της, της εξήγησε πως ήταν ο οδηγός του ασθενοφόρου που τη μετέφερε το βράδυ εκείνο στο νοσοκομείο και στη συνέχεια έμεινε μαζί με την μητέρα της όλο το βράδυ μαζί της στο δωμάτιο.     «Συγγνώμη αλλά…» προσπάθησε να πει η Λένα, όμως ο Πέτρος της είπε να μην ανησυχεί. Ήταν λογικό να μην τον θυμάται, αφού είχε υποστεί δυνατό σοκ εκείνο το βράδυ και όλες οι εικόνες ήταν μπερδεμένες στο μυαλό της.

Ο Πέτρος βρήκε τότε την ευκαιρία και της είπε πως είχε 3 χρόνια που δούλευε ως οδηγός στα ΕΚΑΒ, αφού με το πτυχίο του νοσηλευτή δεν μπορούσε να βρει δουλειά μόλις ξέσπασε η κρίση. Πέρασε από εξετάσεις για οδηγός ασθενοφόρου και μόλις πήρε το δίπλωμα διορίστηκε στο νοσοκομείο. Οι γνώσεις του στην νοσηλευτική τον βοηθούσαν και ήλπιζε σε μια προαγωγή ως νοσηλευτής σε κάποιο νοσοκομείο.

Τον ελεύθερό του χρόνο τον περνούσε ως εθελοντής στο ίδρυμα αυτό, αφού και ο ίδιος ήταν ένα από τα παιδιά που είχαν ζήσει εκεί μέσα͘  από τα 9 του χρόνια, όταν οι γονείς του πέθαναν στον καταστροφικό σεισμό της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του 1999. Όλα άλλαξαν για τον Πέτρο από εκείνη την ημέρα και βρέθηκε μόνος του χωρίς γονείς και κυρίως χωρίς σπίτι. Η γιαγιά του τον πρόσεχε, αλλά λίγες μέρες μετά δεν άντεξε και πέθανε από έμφραγμα πηγαίνοντας και η ίδια να συναντήσει την κόρη της στον Παράδεισο.

Ο Πέτρος ήταν ο μόνος που μπορούσε να καταλάβει όλα αυτά τα παιδιά που βρίσκονταν εκεί μέσα, αφού και ο ίδιος είχε ζήσει τα ίδια. Για χρόνια κοιτούσε το παράθυρο, περίμενε μια οικογένεια να τον υιοθετήσει ή έστω μια ανάδοχη οικογένεια για να τον παίρνει που και που στο σπίτι της, αλλά καθώς μεγάλωνε οι πιθανότητες λιγόστευαν και έτσι έμεινε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, που με σκληρή μελέτη και με τη βοήθεια του προσωπικού κατάφερε να περάσει ως νοσηλευτής στην Λάρισα. Το ίδρυμα τον βοήθησε στην αρχή οικονομικά στις σπουδές του και μόλις ο Πέτρος πήρε το πτυχίο, επέστρεψε στην Αθήνα και τους βοηθούσε όποτε μπορούσε.

Αφού η διευθύντρια είδε πως ο πάγος είχε σπάσει και μιλούσαν συνέχεια, τους άφησε μόνους και πήγε στο γραφείο της λέγοντας πως όταν τελειώσουν θα την περιμένει και πάλι στο γραφείο της για να ολοκληρώσουν την διαδικασία με τις υπογραφές. Η Λένα φόρεσε το πιο λαμπερό της χαμόγελο και κάθισε κάτω στο χαλί δίπλα στη μικρή Δανάη που δε σήκωνε τα μάτια της να τη δει. «Εμένα με λένε Λένα, εσένα;» είπε η Λένα, αλλά η Δανάη δεν την κοιτούσε. Κοιτούσε μία τη ζωγραφιά της και μία τον Πέτρο που στέκονταν δίπλα της. «Δεν είναι ωραίο να μη λέμε το όνομα μας όταν κάποιος μας λέει το δικό του», είπε ο Πέτρος και η μικρή είπε το όνομά της σιγά, πολύ σιγά, σαν το αδύναμο κελάϊδισμα ενός μικρού φοβισμένου πουλιού.

«Γιατί φοράς μαύρα;» είπε ύστερα από λίγο η Δανάη χωρίς να σηκώσει και πάλι τα μάτια της από τη ζωγραφιά της.

Η Λένα πάγωσε, δεν ήξερε τι να της πει. Αμέσως μετά από τα δύσκολα, η Λένα και δεν ήταν προετοιμασμένη για τέτοιες ερωτήσεις. Η διευθύντρια, της είχε αναφέρει πως το παιδί δεν είχε μάθει ακόμα για τον θάνατο του νονού της και όταν θα το μάθαινε καλό θα ήταν να γίνει με την παρουσία του παιδοψυχολόγου του ιδρύματος που ξέρει πως να χειριστεί τέτοια σοβαρά θέματα, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο για τη Δανάη.

«Έχασα έναν φίλο, έναν πολύ καλό μου φίλο», είπε η Λένα αδύναμα και έπιασε έναν μαρκαδόρο από κάτω και τη βοήθησε στη ζωγραφιά της βάζοντας χρώμα.

Κάθισαν για ώρες μαζί οι τρεις τους στο χαλί, πότε μιλώντας και πότε ζωγραφίζοντας, όταν η Λένα ξαφνικά ρώτησε τη μικρή αν θα ήθελε να πάει μαζί της στο σπίτι. Η μικρή την κοίταξε και της είπε ένα ναι που γέμισε την καρδιά της ελπίδα και ανακούφιση. «Μπορώ να έρχομαι να σας βλέπω και εγώ;» ρώτησε ο Πέτρος που από την πρώτη στιγμή που συνάντησε την Λένα ένιωσε ένα σκίρτημα στην καρδιά. «Εννοείται», του απάντησε και αντάλλαξαν αριθμούς δίνοντας την υπόσχεση πως θα βρεθούν για καφέ μια μέρα.

Μόλις η Λένα ξεμπέρδεψε με τις υπογραφές και τα χαρτιά από το ίδρυμα έπιασε την Δανάη από το ένα χέρι και από το άλλο τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα της και  μπήκαν στο λεωφορείο για το σπίτι. Σε όλη την διαδρομή η Δανάη κρατούσε στα χέρια της την Μαλού, τη μικρή αρκουδίτσα που της είχε κάνει δώρο ο Μάκης στα γενέθλιά της και από τότε δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Το βλέμμα της μικρής ήταν κολλημένο στο τζάμι του λεωφορείου και κοιτούσε τα πάντα που συνέβαιναν γύρω της.

Στο σπίτι, η Μαρία τις περίμενε με ανυπομονησία. Ήταν μαζί με τον Γιώργο καθισμένοι στον καναπέ, αφού πριν είχαν καθαρίσει το σπίτι και είχαν τοποθετήσει παντού λουλούδια. Η ζωή τους θα άλλαζε και η τελική απόφαση που είχε πάρει η Λένα ήταν χάρη στην μαμά και τον αδερφό της, που της είπαν να κάνει ό,τι είναι καλύτερο για τη μικρή. «Αυτός ο άνθρωπος κόρη μου μας φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο, δε γίνεται να τον απογοητεύσουμε, αφού σε εμπιστεύτηκε» είχε πει η Μαρία και ο Γιώργος είχε συμφωνήσει μαζί της.

Μόλις έφτασαν στο σπίτι, μάνα και γιος τις περίμεναν στην είσοδο. Η Μαρία είχε ετοιμάσει ένα σωρό γλυκά για τη μικρή και ο Γιώργος με τον πρώτο μισθό από τη δουλειά του, αγόρασε ένα μικρό δωράκι για την Δανάη, ένα μικρό καφέ αρκουδάκι που θα έκανε συντροφιά στην Μαλού της. Η μικρή στην αρχή ένιωθε αμηχανία και φόβο για το άγνωστο, αλλά όλοι εκεί μέσα την έκαναν να νιώθει άνετα και ζεστά.

Το βράδυ εκείνο ο Γιώργος παραχώρησε το δωμάτιό του στη μικρή Δανάη, η οποία φοβόταν. Αν και είχε συνέχεια στην αγκαλιά της τη Μαλού, ο φόβος για το άγνωστο πάλι ήταν στα μάτια της. «Θέλεις σήμερα να κοιμηθούμε μαζί;» της πρότεινε η Λένα και η Δανάη κούνησε το κεφάλι της. Η  Λένα  ξάπλωσε δίπλα της και της χάιδευε τα μαλλιά λέγοντας ένα παραμύθι για να κοιμηθεί. Όταν τα μάτια της Δανάης έκλεισαν η Λένα κοίταξε έξω από το παράθυρο για να δει ένα σημάδι του Μάκη. Τίποτα όμως δεν υπήρχε. Κάποια στιγμή κουράστηκε να κοιτά τον άδειο ουρανό και ούτε που κατάλαβε πως την πήρε ο ύπνος.

Οι επόμενες μέρες κύλισαν ήρεμα και γρήγορα σαν το νερό. Μόλις η Δανάη βρέθηκε στο σπίτι του νονού της, σε οικείο περιβάλλον, άρχισε να ανοίγεται στην Λένα. Σε όλα αυτό βοήθησε και το νηπιαγωγείο. Από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι της εκεί άρχισε να αλλάζει. Το χαμόγελο ζωγραφίστηκε και πάλι στα χείλη της και οι ζωγραφιές της απέκτησαν χρώμα. Στα διαλείμματα μιλούσε και έπαιζε με τα άλλα παιδιά και όλα έδειχναν πως άρχιζε να προσαρμόζεται στη νέα της ζωή.

Η Λένα, αν και στην αρχή δυσκολεύτηκε στη δουλειά, με τη βοήθεια της Αγγελικής και των υπολοίπων εκεί μέσα που την αγκάλιασαν αμέσως, άρχισε να συνηθίζει. Η ζωή της είχε μπει σε ένα πρόγραμμα που δεν χωρούσε καθόλου αποκλίσεις, αλλά αυτό της άρεσε. Σηκωνόταν πρωί για να φτιάξει πρωινό για τη μικρή και να την ετοιμάσει για το σχολείο και μόλις την άφηνε έξω από την πόρτα στη δασκάλα της, έτρεχε αμέσως στο εργοστάσιο. Σύμμαχο σε όλα αυτά είχε τη μητέρα της, αλλά και τον Γιώργο ο οποίος μέρα με τη μέρα άλλαζε και έδειχνε έναν άλλο εαυτό πιο ήρεμο και χαμογελαστό.

Με τη βοήθεια της παιδοψυχολόγου από το ίδρυμα, ξεπεράστηκε με σωστό χειρισμό και ο χαμός του Μάκη που για τη μικρή Δανάη ήταν ένα ακόμα μεγάλο πλήγμα. Άλλη μια απώλεια το ότι έπρεπε να μάθει να ζει χωρίς αυτόν τον άνθρωπο που της έκανε ένα σωρό δώρα, που της μάθαινε να ζωγραφίζει και, το κυριότερο, που της έδειχνε την αγάπη του. Το κενό του Μάκη το αναπλήρωσαν η Λένα και η οικογένειά της. Η Μαρία ξαφνικά έγινε γιαγιά και δεν χόρταινε να παίζει με τη μικρή της εγγονή που κάθε φορά ήθελε να φτιάχνουν τυροπιτάκια, κουλουράκια και λουκουμάδες με μέλι στην κουζίνα.

Η καλύτερη στιγμή όμως ήταν όταν έφτιαχναν τις τηγανητές πατάτες. Μόλις η Μαρία τις έβγαζε από το τηγάνι, η Δανάη έβαζε αμέσως αλάτι και ρίγανη και έτρωγε αμέσως μια στα γρήγορα λέγοντας στην Μαρία πως ήταν θαυμάσιες. Η Μαρία δεν της χαλούσε χατίρι και όταν πήγαιναν στην παιδική χαρά για να παίξει, έλεγε σε όλους όσους τη ρωτούσαν με καμάρι πως ήταν η εγγονή της που ήρθε και γέμισε τη ζωή της πάλι με φως. Η Μαρία σκεφτόταν πως ίσως αυτό το κορίτσι ήταν το δώρο της μάνας της από τον ουρανό και η ψυχή της χόρευε από χαρά.

Με τον μισθό της η Λένα μπορούσε να βοηθήσει όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά και την οικογένειά της. Η πορεία του Κώστα στο κέντρο αποτοξίνωσης κάθε μέρα έμπαινε σε έναν δρόμο όλο και πιο καθαρό, μακριά από κάθε τι που μπορούσε να τον κάνει να κυλίσει. Τα κοσμήματα που έφτιαχνε στο ίδρυμα τα πουλούσαν, και έτσι έβγαζε και ένα ποσό που μπορούσε να ξοδέψει όπως ήθελε ο ίδιος.

Τα ναρκωτικά σιγά σιγά ένιωθε πως δεν τα είχε ανάγκη και δεν του έλειπαν. Το πρόσωπό του άρχισε και πάλι να αποκτά ηρεμία και κάθε μέρα έβαζε έναν νέο στόχο για να κατακτήσει. Ήθελε να τελειώσει το σχολείο και να περάσει στην νοσηλευτική, για αυτό διάβαζε όλη μέρα μέσα στο ίδρυμα. Η πορεία προς αυτόν τον στόχο ήξερε πως ήταν δύσκολη και μεγάλη, αλλά το πείσμα του τον βοηθούσε να συνεχίσει να κατακτά τα όνειρά του.

Όνειρα καθαρά, μακριά από άσπρες σκόνες και μυτερές βελόνες που του στερούσαν τη ζωή με βασανιστικό τρόπο, βυθίζοντάς τον σε έναν κόσμο ψεύτικο. Ο δρόμος προς την ελευθερία ήταν μακρύς, όμως ήταν καθαρός και δε φοβόταν πλέον.

Ο Γιάννος εξακολουθούσε να ζει στο ίδρυμα σε έναν δικό του κόσμο παρέα με σκιές και φαντάσματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είτε δημιουργούσε φασαρίες με τους άλλους εκεί μέσα, είτε το έσκαγε τα βράδια και περιφέρονταν στους δρόμους ζητιανεύοντας και λέγοντας πως οι οικογένειά του τον εγκατέλειψε και πως μετά από όσα τους πρόσφερε τον πέταξαν στα σκουπίδια. Ένα βράδυ που το είχε σκάσει δε στάθηκε το ίδιο τυχερός και η ζωή του χάθηκε κοντά σε ένα φανάρι στην λεωφόρο Αθηνών, όταν ένας οδηγός δεν πρόλαβε να πατήσει το φρένο και έπεσε με φόρα πάνω του.

Ο θάνατός του βύθισε την οικογένεια και πάλι στο σκοτάδι, αλλά η Μαρία δεν άφησε αυτή τη φορά να επηρεάσει παραπάνω από μια βδομάδα αυτή η κατάσταση. Στον Κώστα δεν είπαν τίποτα για τον θάνατο του πατέρα του για να μην τον επηρεάσει στην πορεία της αποτοξίνωσης. Όταν θα έβγαινε δυνατός και νικητής από εκεί μέσα, τότε θα μάθαινε την αλήθεια.

Τα νέα στη γειτονιά της Λένας μαθεύτηκαν γρήγορα και όλοι την κοιτούσαν περίεργα. Άλλοι από θαυμασμό και άλλοι από ζήλια. Τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν, μα την Λένα δεν την ένοιαζε. Άλλοι έλεγαν πως δόθηκε σε έναν γέρο και πως τον σκότωσε αφήνοντάς της την περιουσία του και άλλοι έλεγαν πως βοήθησε τον άνθρωπο αυτό και εκείνος της χάρισε την περιουσία του. Η ίδια δεν έμπαινε ποτέ σε τέτοιες συζητήσεις.

Μια φορά που έτυχε να περάσει από την παλιά της δουλειά, η αφεντικίνα της, η Ειρήνη της χαμογέλασε και της πρότεινε να περάσει να την κεράσει καφέ και να μιλήσουν. Η Λένα της χαμογέλασε και της εξήγησε πως δεν είχε καθόλου χρόνο. Η Ειρήνη ευελπιστούσε σε μια συνεργασία με το εργοστάσιο και ίσως και σε έναν γάμο με τον γιο της, αφού πλέον ήταν πλούσια.

Η καρδιά της Λένας όμως είχε πάψει να σκέφτεται εδώ και καιρό τον γιο της, όταν τον είδε μια νύχτα στη μηχανή με μια ξανθιά να γελούν δυνατά. Η Λένα είχε βάλει τη δική της τελεία σε αυτή την ιστορία και κοιτούσε μόνο μπροστά. Οι όποιες πληγές υπήρχαν στην καρδιά της είχαν επουλωθεί.

Σε μια επίσκεψη στο ίδρυμα για την εβδομαδιαία συνάντηση της Δανάης με την παιδοψυχολόγο και την κοινωνική λειτουργό που παρακολουθούσε την πορεία τους, η Λένα έπεσε πάνω στον Πέτρο που εξακολουθούσε να πηγαίνει εθελοντικά και να προσφέρει τη βοήθειά του στα υπόλοιπα παιδιά. Μετά το τέλος της επίσκεψης της πρότεινε να πάνε για καφέ και η Λένα δέχτηκε. Κάτι πάνω σε αυτόν τον νεαρό την έκανε να τον εμπιστεύεται και είχε κάτι πάνω του που της άρεσε.

Κάθισαν σε μια καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα μικρό στενό με όμορφα χρώματα στους τοίχους και τις καρέκλες και αφού η Δανάη ήπιε γρήγορα τη σοκολάτα της, πήγε να παίξει στον μικρό παιδότοπο στην πίσω μεριά με τα άλλα παιδιά που βρίσκονταν εκεί. Ο Πέτρος δεν έπαψε στιγμή να κοιτά την Λένα και τα μάτια του έλαμπαν.

Οι πρώτες στιγμές αμηχανίας έπαψαν να υπάρχουν και ο νεαρός οδηγός βρήκε το θάρρος να της εκφράσει τα αισθήματά του. Η Λένα δεν περίμενε να ακούσει από το στόμα του Πέτρου τόσο όμορφα λόγια και ήταν απροετοίμαστη. Ο Πέτρος της έπιασε τα χέρια και της είπε πως μπορεί να περιμένει γιατί καταλάβαινε πως όλα στη ζωή της άλλαξαν από τη μια μέρα στην άλλη.

Η μειλίχια φωνή του γέμιζε την καρδιά της με ένα πρωτόγνωρο αίσθημα που έκανε το σώμα της να τρέμει. Οι κινήσεις του, ο προσεγμένος τρόπος που μιλούσε, η αγάπη που έδειχνε στα παιδιά στο ίδρυμα και στην Δανάη, αλλά και στους άλλους ανθρώπους στη δουλειά, όλα αυτά ήταν σημάδια που η Λένα δεν μπορούσε να αγνοήσει. Ο σπόρος της αγάπης είχε πέσει μέσα της και έψαχνε τρόπο να καρποφορήσει.

Κάτι όμως μέσα της την εμπόδιζε να ανοιχτεί. Την τραβούσε πίσω και ήθελε μια γνώμη, μια βοήθεια, κάποιον να της πει τι να κάνει, αφού η ίδια φοβόνταν να αφήσει τον εαυτό της ελεύθερο να αγαπήσει ξανά. «Σε ευχαριστώ Πέτρο. Είσαι καταπληκτικός άνθρωπος και χαίρομαι πολύ που σε γνώρισα», είπε η Λένα την ώρα που έφευγαν από την καφετέρια, δίνοντάς του την υπόσχεση πως θα σκεφτόταν τα λόγια του και πως θα ξαναμιλούσαν.

Το βράδυ εκείνο η μικρή Δανάη ήταν λίγο ανήσυχη. Ρώτησε την Λένα αν ποτέ την εγκατέλειπε και εκείνη, όπως έκαναν οι γονείς της και ο νονός της. «Οι γονείς σου και ο νονός σου μας προσέχουν από τον ουρανό, δεν σε εγκατέλειψαν βοηθούν τον Θεούλη να κάνει καλά πράγματα στον κόσμο και σε προσέχουν. Αλλά μη φοβάσαι, σου υπόσχομαι πως μαζί μου θα είσαι ασφαλής και δε θα χωρίσουμε ποτέ», είπε η Λένα και την πήρε μια αγκαλιά.

Μόλις η Δανάη έπεσε για ύπνο, η Λένα ένιωσε την ανάγκη να βγει και να πάρει λίγο αέρα. Πήγε πάλι στο δωμάτιο της μικρής και την είδε να κοιμάται αγκαλιά με την Μαλού και την αβάπτιστη κούκλα που της έκανε δώρο ο Γιώργος την πρώτη μέρα που ήρθε στο σπίτι τους.

Κάθισε για λίγο στηρίζοντας το κορμί της στην κάσα της πόρτας κοιτώντας τη μικρή που κοιμόνταν σαν άγγελος και ένα αίσθημα χαράς την πλημμύρησε. Η ευτυχία είχε βρει τρόπο να τρυπώσει στη ζωή της και δεν είχε σκοπό να την αφήσει να φύγει για κανέναν λόγο.   Περπατώντας στις μύτες έφτασε στο σαλόνι και φόρεσε μια ελαφριά ζακέτα γιατί το φθινόπωρο είχε δείξει από νωρίς τα δόντια του και βαδίζοντας αργά βγήκε έξω στη μικρή αυλή δίπλα στον δρόμο. «Πρέπει να βρω λίγο χρόνο να φτιάξω και τον κήπο μας για να παίζουμε με την μικρή», σκέφτηκε μόλις τον είδε παραμελημένο γεμάτο πεσμένα φύλλα και νεράντζια.

Τα βήματά της την οδήγησαν στην γέφυρα. Ένιωθε μια περίεργη δύναμη να τη σπρώχνει προς εκείνο το μέρος. Το μέρος εκείνο που πέρασε την πιο όμορφη βδομάδα της ζωής της, αλλά και την πιο φριχτή νύχτα που της πήρε μακριά της τον Μάκη. Έφτασε στην μέση της γέφυρας, στο σημείο που κάθονταν πάντα με τον φύλακα άγγελό της, άπλωσε τα χέρια της στο παγωμένο σίδερο και κοιτούσε τα αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν τρελά από κάτω της με τα φώτα αναμμένα.

Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να παίρνει βαθιές ανάσες γεμίζοντας με αέρα τα πνευμόνια που της φώναζαν πως χρειάζονταν οξυγόνο. Μόλις ένιωσε πως είχε πάρει το οξυγόνο που χρειαζόταν κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό και παρατήρησε πως τα πυκνά, γκρίζα σύννεφα είχαν καλύψει όλα τα άστρα.

«Που είσαι τώρα Μάκη; Εσύ δεν είπες πως θα είσαι πάντα μαζί μου; Μου λείπεις; Που είσαι τώρα που θέλω τη γνώμη σου; Τι να κάνω με τον Πέτρο; Να αφήσω την καρδιά μου ελεύθερη να αγαπήσει; Είχες δίκιο Μάκη, η πείνα για αγάπη είναι η χειρότερη. Αν ήσουν τώρα εδώ θα καθόμασταν κάτω, θα πίναμε τις μπίρες μας και θα με συμβούλευες» έλεγε η Λένα κοιτώντας ψηλά τον νυχτερινό ουρανό περιμένοντας απαντήσεις στα ερωτήματα της.

Τα μάτια έπεσαν δίπλα στον Κηφισό όπου τα έργα είχαν προχωρήσει και πλέον έδειχνε καινούργιο ποτάμι. Τα μπάζα και οι σπασμένες πέτρες είχαν μαζευτεί και ο δρόμος που είχε κοπεί, είχε πλέον φτιαχτεί. Κάτι από την περασμένη του δόξα άρχισε να αχνοφαίνεται με τα έργα που είχαν γίνει και είχε αποκτήσει λίγο από την παλιά του λάμψη.

«Η ζωή κυλά Μάκη σαν το ποτάμι, άλλοτε με καθαρά νερά και άλλοτε με νερά γεμάτα λάσπη. Δεν σταματά όμως ποτέ και αν τυχόν και σταματήσει, μια ώθηση θέλει, ένα χέρι να σε σπρώξει για να γίνουν και πάλι όλα όπως πριν» είπε η Λένα και ένα άστρο εκείνη την στιγμή κατάφερε να ξεφύγει από τα πυκνά σύννεφα και να πέσει μπροστά της.

«Το ήξερα πως είσαι εδώ κατεργαράκο! Το ήξερα!» είπε η Λένα χαμογελώντας και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Την απόφασή της την είχε πάρει και ήξερε πλέον σε πιο χέρι μπορούσε να στηριχτεί.

 

 

Τέλος

 

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;