Κεφάλαιο 9: Παιχνίδι δίχως κανόνες

Ο Άρης βγήκε από το ασανσέρ και μες στην απογοήτευσή του δεν άναψε το φως. Κινήθηκε στα τυφλά προς την πόρτα του και έβαλε το κλειδί ψηλαφιστά στην κλειδαριά. Άνοιξε και για άλλη μια φορά παρατήρησε ότι δεν είχε κλειδώσει. Έτσι είναι αν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, σκέφτηκε.

 

Δεν υπήρξε ούτε μια μέρα που να μην κλείδωσε την εξώπορτα και να μην έλεγξε τις μπαλκονόπορτες όσα χρόνια έμεναν μαζί με την Αμελί. Στη σκέψη της και μόνο χαμογέλασε με θλίψη και σημείωσε να την πάρει ένα τηλέφωνο την επομένη. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η φωτογραφία που ήταν καρφωμένη στην πόρτα έμεινε εκεί να τον περιμένει.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η ανάσα της Αθηνάς είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο γρήγορη. Άκουγε την καρδιά της να χτυπάει στα αυτιά της σαν τους τυμπανιστές στην παρέλαση. Σαν πρώην πρωταθλήτρια μεσαίων αποστάσεων γνώριζε πως να κοντρολάρει την αναπνοή της και τις αντοχές της, όμως τώρα ένιωθε πως δεν είχε επιλογή. Αντί να κατεβάσει ρυθμό, συνέχισε να τρέχει όλο και πιο γρήγορα, μη γνωρίζοντας τι σκεφτόταν ακριβώς. Αν έτρεχε για να ξεφύγει ή κυνηγούσε εκείνη κάτι.

 

Ο ήλιος μόλις είχε ανέβει πίσω από τα δέντρα στα ανατολικά του σταδίου. Κόντρα στο φως της ανατολής η Αθηνά διέκρινε μια φιγούρα. Μπορεί να μην αναγνώριζε χαρακτηριστικά λόγω του ήλιου, όμως αυτό το καμαρωτό στήσιμο θα το αναγνώριζε παντού.

Σταμάτησε λίγα μέτρα πριν φτάσει στον ψηλό άντρα και προχώρησε αργά προς το μέρος του, ανοίγοντας τα χέρια της μέχρι πάνω από το κεφάλι της, παίρνοντας παράλληλα βαθιές ανάσες για να επανέλθουν οι σφυγμοί της σε φυσιολογικό ρυθμό.

 

«Καλημέρα πατέρα, πώς και από εδώ;»

Ο Αλέξανδρος Σωτηριάδης πιθανότατα περίμενε καλύτερη υποδοχή από την κόρη του. Παρ’ όλα αυτά δεν έσπασε την μάσκα του ακλόνητου πολιτικού που φορούσε μόνιμα. Ούτε η ίδια η Αθηνά δεν θυμάται τον πατέρα της να επηρεάζεται και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά του.

«Και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω κορίτσι μου». Αυτή η καυστικότητα ήταν από τα χαρακτηριστικά που σιχαινόταν στον πατέρα της, όμως ήταν και ένα από τα αρκετά χαρακτηριστικά στα οποία έμοιαζαν αρκετά.

«Έλα τώρα. Ξέρεις ότι πάντα χαίρομαι να σε βλέπω, όμως ξέρεις επίσης πως το στάδιο είναι ο μόνος χώρος που θέλω να είμαι μόνη μου», είπε και του χαμογέλασε με έναν τρόπο που μόνο μια κόρη μπορεί να χαμογελάσει στον πατέρα της και μόνο ένας πατέρας μπορεί να αφοπλιστεί τόσο άμεσα από ένα και μόνο χαμόγελο.

 

«Έλα να σου δώσω ένα φιλί και μετά μου λες γιατί ήρθες ως εδώ, γιατί ξέρουμε κι οι δύο πως δεν το συνηθίζεις». Η Αθηνά σηκώθηκε στις μύτες και φίλησε το φρεσκοξυρισμένο μάγουλό του. Η μυρωδιά του after shave του την ταξίδεψε στα παιδικά της χρόνια. Τότε που την έβαζε για ύπνο και έσκυβε να τη φιλήσει. Τότε που εκείνη τον ρωτούσε κάθε βράδυ πότε θα γυρνούσε η μητέρα της και εκείνος της απαντούσε πως η μαμά της ήταν κοντά της και ας μην την έβλεπε η ίδια και ότι θα την προστάτευε για πάντα.

 

Όμως, εκτός από την μυρωδιά του after shave, τη χτύπησε στα ρουθούνια και μια άλλη μυρωδιά.

«Καπνίζεις πάλι;»

«Guilty as charged» απάντησε μειδιάζοντας ο Σωτηριάδης και έβγαλε από την τσέπη του μάλλινου παλτό του ένα μπλε πακέτο Davidoff. «Τέσσερα με πέντε τσιγάρα την ημέρα, μην φανταστείς. Για έναν άνθρωπο που μοιράζεται τις ευθύνες για το μέλλον της χώρας δεν είναι πολλά».

«Μάλιστα. Δεν θα πω τα κλασικά. Πάμε να πιούμε έναν καφέ να μου πεις τι θες;».

«Πάμε».

 

«Για λέγε», είπε η Αθηνά αφήνοντας το φλιτζάνι του καπουτσίνο μπροστά της κοιτάζοντας τον πατέρα της στα μάτια εν είδει ανάκρισης, όμως γνώριζε πως ο Αλέξανδρος Σωτηριάδης ήταν από εκείνους που δεν σπάνε, όποτε θα της έλεγε μόνο ό,τι ήθελε να της πει.

«Αύριο είναι η κηδεία του Παναγιώτη και ήθελα να σε ρωτήσω αν θες να έρθεις μαζί μου και μετά να περάσουμε από τον τάφο της μητέρας σου». Η Αθηνά μάζεψε με νευρικότητα μια τούφα που έπεφτε στο μέτωπό της. Ένιωσε αμήχανα γιατί θεωρούσε πως ο πατέρας της είχε έρθει να της πει πάλι τα ίδια. Να επιστρέψει στο πατρικό τους, τόσο μεγάλο σπίτι τι να το κάνει μόνος του, μήπως υπάρχει κάποιος που μένουν μαζί και τα κλασικά.

«Θα το ήθελα πολύ μπαμπά». Ο ως συνήθως σκληρός πολιτικός χαμογέλασε πλατιά κι η κόρη του έκανε το ίδιο. Ο Αλέξανδρος Σωτηριάδης είναι από εκείνους τους γοητευτικούς άντρες που κάνουν τους συνομιλητές τους να νιώθουν πιο άνετα και τις γυναίκες να κάνουν ότι εκείνοι θέλουν, χαμογελώντας.

«Ήσαστε κοντά με τον Κασάπη;». Η ερώτηση της Αθηνάς δεν έκρυβε κάτι, όμως το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπο του γκριζομάλλη άντρα. Η Ανθυπαστυνόμος το πρόσεξε.

 

«Γνωριζόμασταν χρόνια. Ήμασταν από τα παλαιότερα στελέχη του κόμματος, όταν ακόμα πρωθυπουργός ήταν ο πατέρας του νυν πρωθυπουργού. Παλαιότερα ήμασταν πιο κοντά, όμως τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε στενές σχέσεις. Δεν είχαμε διαμάχες, όμως είχαμε απομακρυνθεί. Ξέρεις πως είναι αυτά. Φαντάσου ότι είχαμε μέρες να μιλήσουμε πριν από το γεγονός».

«Καταλαβαίνω», είπε η Αθηνά, σίγουρη όμως πως δεν κάτι δεν καταλάβαινε.

«Να πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο;».

«Πάμε μαζί, έτσι κι αλλιώς πρέπει να γυρίσω σπίτι να ετοιμαστώ για το Τμήμα».

«Μιας και το ανέφερες, είχατε κάτι νεότερο για το θάνατο του Παναγιώτη;». Η ερώτηση αυτή ενόχλησε για κάποιο λόγο την Ανθυπαστυνόμο.

«Όχι, τίποτα», απάντησε ψέματα. «Πάμε;».

 

Ο Άρης βγήκε από το ντους και πέρασε μια πετσέτα στη μέση του. Κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη ικανοποιημένος. Λίγες ημέρες που δεν έπινε και ένιωθε ήδη να έχει επιστρέψει στην χώρα των ζωντανών. Βέβαια ένιωθε ξένος σε αυτό τον κόσμο, όμως είχε έναν σκοπό και έπρεπε να είναι δυνατός και να κάνει θυσίες για να τον πετύχει.

Βγήκε από το μπάνιο και άκουσε το κινητό του να χτυπάει. Έπεσε στο κρεβάτι και τεντώθηκε μέχρι την άλλη πλευρά που το είχε παρατήσει για να το πιάσει.

 

«Έλα ρε. Στον ύπνο σου με έβλεπες;».

«Άνοιξε την τηλεόραση».

«Τί έπαθες ρε; Έχουν αφιέρωμα στο ντεθάδικό σου;»

«Όχι ακόμα. Άνοιξε και βάλε το κρατικό κανάλι».

«Ορίστε το έβ… Γαμώ το στανιό μου!»

«Αυτός ο Χρηστίδης που βρήκατε νεκρό εχθές…»

«Αυτός ο Χρηστίδης που δεν θα έπρεπε να ξέρεις ούτε εσύ ούτε κανείς ότι βρήκαμε νεκρό εχθές θες να πεις».

«Ρε, άκουσέ με», είπε ο Γιάννης και έβηξε δυνατά βρίζοντας στη συνέχεια. «Αυτός ο Χρηστίδης ήταν εδώ εχθές, στο Μόρντορ».

«Τι λες ρε μαλάκα;».

«Ναι ρε, σου λέω. Και δεν ήταν μόνος του. Ήμουν μπροστά σε ένα νταραβέρι που είχε με έναν τύπο».

«Σε μισή ώρα θα είμαι στο Μόρντορ. Τα λέμε εκεί»

«Έγινε».

 

Ο Άρης πέταξε την πετσέτα στο κρεβάτι, έπιασε ένα μπλε σκούρο τζιν παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο, τις μαύρες δερμάτινες τύπου Chelsea μπότες του και ντύθηκε βιαστικά. Πέρασε την βούρτσα τρεις φορές βιαστικά από τα μαλλιά του που ακόμα ήταν βρεγμένα, άρπαξε κινητό, τσιγάρα, αναπτήρα και κλειδιά αυτοκινήτου.

Τράβηξε βιαστικά το γκρι παλτό του από την καρέκλα της κουζίνας όπου το είχε αφήσει εχθές και βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του χωρίς να γυρίσει να κλειδώσει. Δεν πρόσεξε τίποτα διαφορετικό καθώς έφευγε δρασκελώντας προς τις σκάλες.

 

«Εδώ καθόταν αυτός».

Ο Γιάννης στεκόταν από την εσωτερική μεριά της μπάρας, ακριβώς στο σημείο από το οποίο σέρβιρε εχθές τον νεκρό Τάκη Χρηστίδη.

«Μου φάνηκε περίεργη φάτσα, αλλά ξέρεις πως εγώ δεν γουστάρω τις ταμπέλες και δεν έδωσα περισσότερη σημασία. Μέχρι λίγο αργότερα και αφού τον είχα σερβίρει ένα μπέρμπον, ήρθε ένας τύπος από πίσω του και χωρίς να αφήσει τον Χρηστίδη να γυρίσει του έδωσε ένα φάκελο και έφυγε».

 

Ο Άρης είχε μείνει να τον κοιτάει σκυμμένος στο άνοιγμα της μπάρας στα δεξιά του φίλου του πίνοντας τον καφέ του και ρουφώντας κάθε λίγο και μια τζούρα από το αναμμένο τσιγάρο του. Περιεργάστηκε για λίγο το χώρο. Ο ένας τοίχος ήταν η μπάρα με τον ελάχιστον φωτισμό πίσω από τα μπουκάλια, ο άλλος τοίχος ήταν πέτρινος, όπως ήταν από όταν πήρε το μαγαζί ο Γιάννης και οι άλλοι δύο ήταν βαμμένοι μαύροι με κάποιες επιγραφές στα Γοτθικά, μια αφίσα τον Rotting Christ και ένα σπαθί Nazgûl. Στη συνέχεια το βλέμμα του πλανήθηκε στο ταβάνι και ξαφνικά χαμογέλασε.

«Φέρε μου να δω το υλικό από την κάμερα που έχεις πάνω από το ταμείο». Ο Γιάννης του έκλεισε το μάτι πίσω από τα γυαλιά του και πήγε στο δωματιάκι πίσω από τον τοίχο με τα ποτά. «Χρωστάω κέρασμα», άκουσε τον Άρη να φωνάζει από την άλλη μεριά του τοίχου.

 

«Βγείτε όλοι έξω!», φώναξε καθώς έμπαινε στην αίθουσα συσκέψεων ο Άρης, έχοντας πίσω του την Αθηνά. Η ομάδα του τον άκουσε και άδειασε την αίθουσα στο λεπτό σιγομουρμουρίζοντας.

Ο Φέρρης ήταν σίγουρος πως άκουσε τη λέξη «αλκοόλ» σε κάποιο από τα σχόλια, όμως δεν έδωσε σημασία. Όταν πλέον έκλεισε η πόρτα, ο Άρης έβγαλε ένα στικάκι USB από την τσέπη του και το συνέδεσε με το laptop που υπήρχε στη μέση του τραπεζιού αφού έβγαλε το καλώδιο HDMI του προτζέκτορα.

«Ότι δεις, το ξέρουμε οι δυο μας και ένας έμπιστος μπάρμαν, κανείς άλλος, αντιλαβού;».

«Έχουμε ρουφιάνο, σωστά;».

«Σωστά». Ο Άρης κάθισε στην άλλη άκρη του μεγάλου τραπεζιού και έμεινε να την κοιτάει για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα  άνοιξε τον φάκελο της υπόθεσης και έκανε πως κάτι διάβαζε.

 

«Άρη» είπε διστακτικά η Αθηνά. Ακόμα και αν εκείνος της είχε ζητήσει να τον φωνάζει με το μικρό του, το άκουσμα του ονόματός του από το στόμα της τον έκανε να νιώσει κάπως άβολα. «Χαίρομαι που με εμπιστεύεσαι». Για λίγο φάνηκε σαν να ήθελε να πει κάτι ακόμα όμως δεν είπε τίποτα και χαμήλωσε το βλέμμα στην οθόνη.

«Αν δεν εμπιστεύομαι τη συνεργάτη μου τότε είμαι ήδη νεκρός».

Το χαμόγελο του Άρη φάνηκε ειλικρινές όμως η συνεργάτης του δεν κατάφερε να του το ανταποδώσει και πάτησε το play για να δει τον Χρηστίδη να παίρνει ένα φάκελο γεμάτο χαρτονομίσματα από έναν τύπο που πόζαρε κανονικά στην κάμερα. Σήκωσε ξανά τα μεγάλα καστανά μάτια της και κοίταξε τον Φέρρη.

 

«Ναι λοιπόν, έχουμε ύποπτο. Φώναξέ μου τώρα έναν έναν μέσα τα παιδιά και θα πούμε στον καθένα από μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας. Πρέπει να βρούμε ποιος είναι ο ρουφιάνος και σε ποιον κελαηδάει. «Και θέλω και κάτι ακόμα…»

 

Ο Άρης μπήκε στο γραφείο του Αρχηγού και είδε πως εκείνος δεν ήταν μόνος του. Στην καρέκλα μπροστά από βαρύ μασίφ ξύλινο γραφείο καθόταν ο  Αστυνόμος Νικολάου.

«Αρχηγέ καλησπέρα. Γεια σου Τάσο» είπε μη μπορώντας να κρύψει την έκπληξή του για την παρουσία του παλιού του συνεργάτη. Αφού τον χαιρέτησαν και οι δύο, με τη σειρά του ο Βάρναλης έδειξε στον Φέρρη την καρέκλα απέναντι από τον Νικολάου και εκείνος έκατσε.

«Περίμενα ότι θα είμαστε οι δυο μας, Αρχηγέ».

«Είχα μια ενημέρωση από τον Τάσο και σκέφτηκα ότι, αφού βρίσκεται εδώ, ίσως μας βοηθήσει με μια έξτρα οπτική πάνω στα γεγονότα της υπόθεσής σου».

Επιτόπου ο Άρης σκέφτηκε: «Αρχίδια, απλά θες μάρτυρα για να είσαι καλυμμένος όταν θα με διώξεις. Να φανεί ότι από μεριάς σου έκανες ό,τι προβλεπόταν και ότι εγώ τα έκανα σκατά».

«Έξυπνη ιδέα, Αρχηγέ», απάντησε με ένα μειδίαμα κατανόησης ο Άρης.

    «Τι λες, λοιπόν, να ξεκινήσεις με το να μας πεις πως είμαστε πάλι πρώτο θέμα στις ειδήσεις;». Ο Αρχηγός κράτησε χαμηλά τους τόνους. Ο Νικολάου καθόταν στη μέση σαν διαιτητής σε αγώνα τένις, παρακολουθώντας το μπαλάκι να αλλάζει πλευρά έπειτα από κάθε χτύπημα από τους δύο συνομιλητές. Το σκορ ήταν 15-0 υπέρ του Αρχηγού.

 

«Άσχημο πράγμα οι ρουφιάνοι, Αρχηγέ». Ο Βάρναλης έμεινε ανέκφραστος και ο Άρης συνέχισε: «Είναι θέμα χρόνου όμως να βρω ποιος είναι. Δεν μου ξεφεύγει κανείς, το ξέρετε». Αυτή τη φορά ο ανώτερός του ανοιγόκλεισε τα μάτια και χάιδεψε το μουστάκι του. Ο Νικολάου σημείωσε νοερά το 15-15 για τον Φέρρη.

«Κάποια άλλη εξέλιξη που δεν είδαμε στην τηλεόραση, λοιπόν;».

«Έχω έναν ύποπτο που πασάρει έναν φάκελο γεμάτο 50άρικα στον Χρηστίδη. Τον κατέγραψε η κάμερα ενός μπαρ που τα έπινε λίγο πριν δολοφονηθεί». 30-15 και ανατροπή για τον Αστυνόμο. Ο Νικολάου γύρισε προς τον Βάρναλη.

 

«Πώς ήρθε στα χέρια σου αυτό το υλικό;»

«Τα καλά της δημοσιότητας», απάντησε ο Φέρρης και σημείωσε το 40-15.

«Μάλιστα. Τάσο, τι λες εσύ;»

«Αρχηγέ, θεωρώ πως ο Άρης χειρίζεται άψογα την υπόθεση και δεν έχω να σχολιάσω κάτι συγκεκριμένο».

Πάντα διπλωμάτης, σκέφτηκε ο Άρης και χαμογέλασε στον κουμπάρο του. Ήταν σίγουρος πως κάποια στιγμή ο πρώην συνεργάτης του θα καθόταν πίσω από αυτό το γραφείο.

«Έχεις κάτι άλλο να αναφέρεις, Άρη;»

«Είμαι ο Άρης, είμαι καλά, έχω να πιω τρεις μέρες και βιάζομαι γιατί έχω μια υπόθεση να λύσω», είπε και σηκώθηκε. Το γκέιμ στον Άρη, σκέφτηκε ο Τάσος καθώς είδε την πόρτα να κλείνει πίσω του και τον Αρχηγό να κοκκινίζει.

 

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είδε τον Φέρρη να φεύγει το πρωί, όμως δεν φάνηκε ταραγμένος, δεν είδε κάτι το διαφορετικό. Τί σκατά; αναρωτήθηκε καθώς ανέβαινε με το ασανσέρ. Άνοιξε την πόρτα με προσοχή και αφού είδε ότι ο διάδρομος ήταν άδειος κατευθύνθηκε προς το ίδιο σημείο που βρισκόταν εχθές το βράδυ.

Ηρέμησε όταν είδε ότι η φωτογραφία ήταν ακόμα στο σημείο που την κάρφωσε εχθές. Ανακουφισμένος έκανε να επιστρέψει στο ασανσέρ όταν άκουσε τους μεντεσέδες της πόρτας του να τρίζουν και την πόρτα να ανοίγει. Από πίσω της εμφανίστηκε ο Άρης.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Χάρης Ράμμος

Γεννήθηκα στην Αθήνα. 29 χρόνια μετά ζω ακόμα σε αυτή την πόλη που ακόμα δεν έχω καταλάβει αν τη τη μισώ ή τη λατρεύω. Μεγάλες αγάπες μου τα βιβλία, οι ταινίες και το ποδόσφαιρο.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;