Κεφάλαιο 8: Απότομη Προσγείωση

Έχω κατεβάσει το κεφάλι, όσο η εκτυφλωτική λάμψη του ήλιου με αναγκάζει να κρατώ τα μάτια μου μισόκλειστα. Είναι λογικό τώρα που οδεύουμε προς το τέλος του Καλοκαιριού, το ακτινοβόλο αστέρι να χαμηλώνει το βλέμμα, να υποστέλλει τη σημαία της αλαζονείας και να υποτάσσεται στην ισχύ του αποπνικτικού για μένα, γεμάτου βροχοπτώσεις, φθινοπώρου.

Η μπάλα έρχεται από την αριστερή πλευρά του γηπέδου, εγώ είμαι στημένος μέσα ακριβώς στη μεγάλη περιοχή, κοντά στο σημείο του πέναλτι, σε μια νοητή ευθεία με το αντίπαλο τέρμα. Δεν έχω παρά ελάχιστο χρόνο για να αποφασίσω πως θα την υποδεχτώ. Στη στιγμή αντιλαμβάνομαι πως δύο είναι οι επιλογές μου.

Μπορώ να γυρίσω το κορμί μου αντίθετα από την εστία και να πηδήξω ψηλά, με το κεφάλι να έχει μέτωπο προς τη γη και το υπόλοιπο σώμα στον ουρανό, και αιωρούμενος να φέρω πρώτα το αριστερό μου πόδι προς τα κάτω και στη συνέχεια, αμέσως μετά, το δεξί, έτσι ώστε με τη φόρα που θα δημιουργηθεί στην επαναφορά των άκρων μου, να βρω τη μπάλα με δύναμη στον αέρα και να τη στείλω προς το τέρμα. Το έχω επιχειρήσει ξανά αυτό το ανάποδο ψαλιδάκι μα με πενιχρά αποτελέσματα, αφού η επαφή δεν ήταν η ενδεδειγμένη και η μπάλα έφυγε ψηλά και μακριά από το τέρμα. Η δεύτερή μου επιλογή είναι να γυρίσω στο πλάι το σώμα, να καλοζυγίσω την πορεία της μπάλας και με όλη μου τη δύναμη να τη βρω γεμάτα.

Δε χρειάζεται να το σκεφτώ δεύτερη φορά. Έχοντας τον Άρη στο οπτικό μου πεδίο, η επιλογή είναι μονόδρομος. Πράγματι, η μπάλα διαγράφει μια τροχιά ελλειπτική και την ώρα που φτάνει κοντά μου παίρνει να κατεβαίνει. Ο ήχος από την επαφή ακούγεται σε όλο το γήπεδο. Ίσως να είναι το πιο δυνατό σουτ που είχα καταφέρει σε όλη μου τη ζωή. Είναι εμποτισμένο με μίσος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η πάνινη σφαίρα τρέχει με ασύλληπτη, για τα δικά μου δεδομένα, ταχύτητα και βρίσκει τον Άρη στο πρόσωπο. Το ισχυρό και αιφνίδιο λάκτισμα τον ρίχνει κάτω, σφαδάζει από πόνο. Ένα κατακόκκινο σημάδι στο μάγουλο και το αίμα που ασυγκράτητο ξεχύνεται από το δεξί του ρουθούνι, μου δίνουν να καταλάβω που ακριβώς δέχτηκε το βάναυσο χτύπημα. Το παιχνίδι διακόπτεται αμέσως, λόγω της ρινορραγίας του.

Όλοι πέφτουν πάνω του για να του δώσουν τις πρώτες βοήθειες. Κατευθύνομαι και εγώ προς το μέρος του τη στιγμή που ο γιατρός του αγώνα, τρέχοντας από τον πάγκο, φωνάζει να κάνουμε χώρο και να απομακρυνθούμε από τον τραυματία.

Προλαβαίνω να σκύψω πάνω από τον Άρη και να του πω, με ύφος θλιμμένο: «Συγνώμη, φίλε! Λυπάμαι πολύ! Εσύ όμως μπήκες στην πορεία της μπάλας και μου στέρησες σίγουρο γκολ. Δε πειράζει, συμβαίνουν αυτά. Εσύ να είσαι καλά!»

Σφίγγω φιλικά και συμπονετικά τον ώμο του και αποχωρώ βιαστικά από κοντά του για να αναλάβει ο γιατρός. Ένα σαρδόνιο γέλιο σχηματίζεται στα χείλη μου καθώς γυρίζω την πλάτη στους συμπαίκτες και τους αντιπάλους μου. Γνώριζα πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σερβίρεται πάντα κρύο. Να, όμως, που προσφέρεται και καυτό. Ποιος ξέρει πόσο θα τον καίει το μάγουλό του; αναρωτιέμαι και καγχάζω.

Είμαστε κρυμμένοι πίσω από τους θάμνους, καθισμένοι όλοι μας σε θέση οκλαδόν όλοι εκτός από την Ελπίδα που στέκει δίπλα μου ανακούρκουδα. Τα αειθαλή λιγούστρα μάς προσφέρουν άριστη κάλυψη, τι ωραία θα ήτανε να μην έπεφτε και μένα ποτέ το ηθικό μου που φυλλοβόλο δέντρο απέμεινα με ψαλιδισμένα όνειρα και φτερά. Πίνουμε από το ίδιο μπουκάλι κρασί ημίγλυκο, εγώ με τρόπο και κρυφά από τους άλλους, σκουπίζω το στόμιο γιατί είμαι σιχασιάρης και φοβάμαι πολύ για την καινούργια αρρώστια, την ανίατη, που χτυπά στο ανοσοποιητικό σύστημα και του προκαλεί ανεπάρκεια.

Ο πατέρας του Χρόνη είναι γνωστός ερωτύλος στο χωριό και η φήμη που έχει για τις εφήμερες σχέσεις του με τρομάζει. Η συγκεκριμένη αρρώστια γνωρίζω πως μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Ειδικά από τη στιγμή που άκουσα τον Χρόνη να λέει πως χρησιμοποιεί τα ίδια ξυριστικά με τον πατέρα του, είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντί του.

Φυσικά με τρόπο και με νεύματα αδιόρατα στους άλλους, αποτρέπω και την Ελπίδα από την οινοποσία. Παρά τις εκκλήσεις της να συμμετέχει στις δραστηριότητες της παρέας μας σαν ισότιμο μέλος, εγώ επιμένω να της το αρνούμαι. Είναι απαράδεκτο, φρονώ, ένα κορίτσι που μόλις τελείωσε το γυμνάσιο να επιδίδεται σε τέτοιου είδους αμαρτωλές απολαύσεις. Τη συζήτηση αυτή την κάναμε τουλάχιστον δυο φορές όταν έτυχε να μείνουμε μόνοι. Έστω και με αντιρρήσεις αποδέχεται την επιθυμία μου. Είναι μια μορφή βέτο, εξάλλου.

Βρισκόμαστε μέσα στο καγκελόφραχτο πάρκο και συζητάμε χαμηλόφωνα για να μην ακουγόμαστε στην απέναντι πιτσαρία. Ο ιδιοκτήτης της έχει βγάλει δύο μεγάλες τηλεοράσεις στον υπαίθριο χώρο και στους τηλεοπτικούς δέκτες αποχαυνωμένοι οπαδοί παρακολουθούν προκριματικούς αγώνες ελληνικών ομάδων, στο κύπελο πρωταθλητριών.

Στην οχλοβοή τους απαντάμε με γνεψίματα, ψιθυρίσματα και νωθρά δικά μου χαμόγελα, που, βλέποντας τον Άρη και τη Φανή να φιλιούνται, αισθάνομαι απόξεση να γίνεται με τραυματικό τρόπο στο μέρος της καρδιάς μου. Μου αφαιρούν με δυσβάσταχτο πόνο τις λιγοστές ελπίδες που είχα να ανατρέψω την κατάσταση και να καταλάβω το απόρθητο φρούριο που ακούει στο όνομα Φανή. Ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή, λέω μέσα μου νοερά και αυτοσαρκαστικά.

Το μινύρισμα ενός παραπονιάρη αρσενικού γάτου σπάει την σιωπηλή μας συμφωνία. Με τρανταχτά γέλια απαντάνε οι φίλοι στην απογοήτευσή του που η θηλυκή γάτα τον απαρνιέται για τα μάτια ενός πλουμιστού σε χρώματα γατιού. Εγώ πάλι τον βλέπω με συμπάθεια, γιατί κάτι γνωρίζω από τον πόνο του. Κι όπως είπε κι ο κύριος Αναξαγόρας: «Η αλγηδόνα της καρδιάς είναι αυτή που σκοτώνει».

Ο Άρης με αποφεύγει, μου κρατάει μανιάτικο το χτύπημα στο ποδόσφαιρο, δε με ενδιαφέρει διόλου. Δυστυχώς, κοντά σ’ αυτόν απομακρύνεται και η Φανή, που αναγκαστικά στέκει διαρκώς δίπλα του. Ανάθεμα τη χαιρεκακία μου, πάλι μπούμερανγκ μου γύρισε.

Ψηλά στο έναστρο στερέωμα, η Πούλια, το αστρικό σμήνος των πλειάδων, περιέργως, κοντοζυγώνει τον Αυγερινό, κι εγώ ο πλαστουργός, με τη νοσηρή μου φαντασία, γουρλώνω τα μάτια και πλανιέμαι πάλι σε τόπους σαγηνευτικούς. Και κάπως έτσι, ανερυθρίαστα, οραματίζομαι πως ξεδιάντροπα ερωτοτροπούν, με το φεγγάρι αλλά και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα να τους σιγοντάρουν με τη διάχυτη φωτοχυσία τους. Κοίτα να δεις, ακόμα και από ένα νεφέλωμα σκόνης και αερίων μπορεί να γεννηθεί έρωτας, και, αλίμονο, εγώ ο δύσμοιρος, ένα παλικάρι με ένα μέτρο και ογδόντα τόσα εκατοστά, ανίκανος είμαι να αποσπάσω την προσοχή και τις σκέψεις της Φανής.

 Άδικε κόσμε και ντουνιά, σε μένα βρήκες να ξεσπάσεις και να αναδείξεις τις ασύνετες σου διακρίσεις;

Η συζήτηση φουντώνει, μαλώνουμε για τα video  games, επιμένω πως η miss pac-man, το ιαπωνικό ευφυέστατα σχεδιασμένο παιχνίδι, είναι ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει ποτέ στον χώρο. Το μαρτυρά άλλωστε και η αποδοχή που έχει στο ευρύ κοινό. Ο Άρης διαφωνεί, μάλλον για να με προκαλέσει, είναι πεπεισμένος πως το tetris είναι ό,τι καλύτερο έχει επινοήσει ανθρώπινος νους. Το λέει και για έναν άλλο λόγο. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι είναι ο καλύτερος του χωριού και θέλει να εντυπωσιάσει τη Φανή. Ο Χρόνης, πάντα πρόθυμος για ένα καλό καυγά, παρεμβαίνει και, σαν πνεύμα αντιλογίας που είναι, κραυγάζει: «Τι λέτε ρε άσχετοι, υπάρχει καλύτερο παιχνίδι από το Double Dragon;»

«Ε, εσύ τί άλλο θα διάλεγες; Φασαριόζος ακόμα και τις ώρες διασκέδασής σου. Παιχνίδι καράτε θα επέλεγες, τί άλλο;»

Την ώρα που η λεκτική σύγκρουση κορυφώνεται, εγώ μηχανεύομαι διάφορα. Ίσως μέσα από αυτή μας την αντιπαράθεση κάτι να βγει.

Η Φανή, απαυδισμένη, σηκώνεται όρθια και τεντώνει το σώμα της για να ξεπιαστεί, τα χέρια της ορθώνονται ψηλά και από την οπτική γωνία που την κοιτώ, θαρρώ πως αγγίζει το φεγγάρι. Θεέ μου, όλος ο κόσμος δικός της είναι, αποφαίνομαι νοερά. Στο λυκαυγές, στα αντιφεγγίσματα των ουράνιων συνοδοιπόρων μας, θαυμάζω την καλοσχηματισμένη σιλουέτα της. Μοιάζει με οπτασία, η ενσάρκωση των ονείρων μου βρίσκεται δυο μέτρα μακριά μου και εγώ ανήμπορος είμαι να απλώσω τα χέρια και να την πάρω στην αγκαλιά μου. Ένα τους φιλί είναι για μένα γροθιά στο στομάχι. Ασυναίσθητα πιάνω την κοιλιά μου που έχει αρχίσει να με πονάει. Πριν προλάβει η Ελπίδα να με ρωτήσει τί έπαθα –βλέπω τα χείλη της που μισάνοιξαν- σπίθες οργής πετάγονται από τα μάτια μου. Πρέπει να δράσω άμεσα, αλλιώς έχασα το παιχνίδι.

Είναι από εκείνα τα αυγουστιάτικα πρωινά που ο ουρανός, γκριζαρισμένος και κάπως πένθιμος, γεννά μελαγχολία και κάνει το στήθος σου να σφίγγεται από δυσφορία. Μολυβένια σύννεφα ξιφουλκούν μακριά στον ορίζοντα καθώς εγώ βαδίζω σέρνοντας τα πόδια βαριεστημένα προς το σπίτι του Άρη.

Ήρθε η ώρα να αποκατασταθούν οι σχέσεις μας, φαινομενικά τουλάχιστον. Οι άλικες φωταψίες από τη σύγκρουση των αιθέρων με αναγκάζει να ταχύνω το βήμα, έχω φτάσει στην άκρη του χωριού  ̶ στη μοναδική ίσως κατοικημένη κατωφέρεια, αφού τα σπίτια όλα είναι χτισμένα σε επίπεδο έδαφος.

Η όμορφη μονοκατοικία της οικογένειας του φίλου μου, κατ’ επίφαση τον τελευταίο καιρό, πάντοτε με έθελγε με την αρχιτεκτονική της. Είχε ανάγλυφα στους τοίχους δυο άλογα και δεξιά και αριστερά από την κύρια είσοδο δυο μαρμάρινους κίονες με παράξενα γραφήματα κατά μήκος τους που κατέληγαν σε δύο κεφαλές λεόντων όπου πάνω τους έστεκε ένας όμορφος πρόβολος, σκεπασμένος με ξύλινη επένδυση.

Πουθενά αλλού δεν είχα δει κάτι τέτοιο, ίσως από στιλιστικής άποψης να ήταν ακαλαίσθητο για τον πολύ κόσμο, εμένα όμως με έθελγε πολύ. Αντί να ανοίξω τη μεταλλική πόρτα στον αυλόγυρο, όπως έπραττα χρόνια τώρα, προτίμησα να πηδήξω τα κάγκελα και να περάσω στην αυλή με τις πολλές τριανταφυλλιές και τα όμορφα ποικιλόχρωμα λουλούδια, στα σκαλισμένα με μεγάλη φροντίδα παρτέρια. Πλησίασα αθόρυβα στην κύρια κατοικία. Ήμουν έτοιμος να χτυπήσω το ρόπτρο της δρύινης πόρτας όταν, βρίσκοντάς τη μισάνοιχτη, άκουσα φωνές που ερχόντουσαν από πίσω της.

«Ωχ, με πέθανε σήμερα η μέση μου. Σκύψε – σκύψε τί να σου κάνει και αυτή η καημένη; Κάποτε θα πέσω στο κρεβάτι, δεν υπάρχει περίπτωση. Τουλάχιστον να προλάβω να σας μεγαλώσω. Εσύ και η αδερφή σου, φως μου, είστε όλη μου η ζωή!»

Άκουσα έναν αναστεναγμό γεμάτο παράπονο και πόνο να βγαίνει από το στόμα της μητέρας του, χωρίς ακόμα να έχω οπτική επαφή μαζί τους.

«Αχ μάνα μου, γλυκιά μου μανούλα…δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ! Κάνε κουράγιο για λίγο ακόμα. Ο καιρός περνάει, σύντομα θα μπορώ εγώ να αναλάβω τα βάρη της οικογένειας. Υπομονή, όλα θα φτιάξουν».

«Αγόρι μου όμορφο, Ηλιαχτίδα μου…δε ξέρω τι θα έκανα αν δεν είχα και σένα…»

Αναστατώνομαι. Ποτέ μου δε μπόρεσα να εκφράσω με τόση ένταση και πάθος την αγάπη για τη δική μου μάνα. Τα λόγια του βγαίνανε απευθείας από την ψυχή του. Η χροιά της φωνής του, με ελαφριά βραχνάδα από τη συγκίνηση, με έκανε να κατεβάσω το κεφάλι. Θεέ μου, έγινα αυτήκοος μάρτυρας μιας μοναδικής στιγμής. Μου πέσανε τα αυτιά. Εγώ δεν είμαι ικανός να εκδηλώσω τα συναισθήματά μου έτσι απερίφραστα. Μοιάζω τόσο πεζός, τόσο λίγος…Ταράζομαι.

Ξανάρχονται στα αυτιά μου τα λόγια του, μόνο το όνομα αλλάζει. Φανή μου, γλυκιά μου Φανούλα…συγκλονίζομαι.

Θεέ μου, πώς να συγκριθώ μαζί του που υπερέχει σε ψυχή. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που η Φανή τον επέλεξε αντί για εμένα. Ο αυθορμητισμός και τα ειλικρινή του συναισθήματα ξεχειλίζουν, την ώρα που εγώ όμοιος με κομπιουτεράκι μοιάζω, από εκείνα που υπολογισμούς κάνουν και ποτέ δεν σφάλουν. Μόνο που κάτι τους λείπει. Δεν έχουν καρδιά να αγαπήσουν, να πονέσουν και, αν χρειαστεί, να συγχωρέσουν.

Δεν ξέρω πως έγινε αυτό. Βούρκωσαν τα μάτια μου και οι κόγχες χάσκουν άδειες

̶ είμαι σίγουρος ̶  από ελπίδες. Τα μηνίγγια μου, έτοιμα είναι να πεταχτούν έξω. Αποχωρώ αθόρυβα, σαν βρεγμένη γάτα. Περνάω δίπλα από μια χαμοκέλα  ̶ ένα από τα σπίτια που χτίστηκαν επί τουρκοκρατίας ̶ η οροφή της έχει πέσει και ένα παραθύρι μονάχα παραμένει στη θέση του, αν και είναι γυρτό προς τον δρόμο.

Υποψιάζομαι πως υποκλίνεται στον αδυσώπητο χρόνο. Στην επόμενη κακουχία είμαι βέβαιος πως θα θρυμματιστεί και αυτό και θα απομείνει μια ακόμα υποσημείωση στα κατάστιχα της ιστορίας του χωριού μου.

Το προσεγγίζω προσεκτικά και, μόλις εκείνη τη στιγμή, βλέπω σκόρπια κομμάτια ενός καθρέφτη με όμορφη, κάποτε, περίτεχνη κορνίζα. Κοιτώ μέσα του το είδωλό μου και βλέπω πως στα δεκαεφτά μου χρόνια είμαι ερείπιο κι εγώ σε μισογκρεμισμένα όνειρα. Παίρνω ένα κομμάτι από τα πλίνθινα υπολείμματα που σκιρτούν και λιώνουν στο πέρασμα του χρόνου, τα ζυγίζω στο χέρι μου και το εκσφενδονίζω με δύναμη στο τζάμι. Δε θέλω να μείνει τίποτα όρθιο, να καταστραφούν τα πάντα. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, τώρα πια δεν τρέφω μονάχα φθόνο και μίσος για τον Άρη, για όσα έχει, αλλά και θλίψη, για όσα δεν έχω εγώ.

Νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής βαδίζω με τον ήλιο τον πορφυρογέννητο να ξεφτίζει κάπου στη δύση πίσω μου, κινείται αργά προς τα βουνά που θέλουν να τον συνθλίψουν. Φορώ κίτρινη μπλούζα, ξεφτισμένη εφημερίδα στα νέα της ζωής, και ένα μαύρο τζιν παντελόνι, έρεβος στο λιόγερμα της μέρας, παραλής που πτώχευσε ξαφνικά από πόθο για ζωή. Αντίσωμα της μοναξιάς μου είναι η Ελπίδα, η μόνη που μου στέκεται. Τι κρίμα που για μένα δε μετράει διόλου αυτή της η συμπαράσταση;

Έχω αποσαφηνίσει μες στο μυαλό μου τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κινηθώ. Θα υποβάλω σε δοκιμασία τη σχέση της Φανής με τον Άρη, έχω ενορχηστρώσει σχέδιο δόλιο στο μυαλό μου. Οι λεπτομέρειες μου λείπουν.

Θα καταφέρω πλήγματα εκεί όπου χωλαίνει το συνταίριασμά τους. Ο Άρης κρατάει πάντοτε χαμηλούς τόνους, μονάχα με τη Φανή ξεθάρρεψε λιγάκι. Εκείνη πάλι είναι το ακριβώς αντίθετο, ένας χαρακτήρας εκρηκτικός, με πολλές απαιτήσεις. Θα ανορθώσω τείχος ανάμεσά τους.

Θα βγάλω στην επιφάνεια τις διαφορές που τους χωρίζουν. Με κάθε ευκαιρία θα προκαλώ τον Άρη, και θα τον εξαναγκάσω να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους που καταλήγουν σε τέλμα. Ή θα εκτεθεί, αφού σε οποιαδήποτε αναμέτρηση με μένα είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα ηττηθεί, ή θα αναγκαστεί να υποχωρήσει, οπότε θα ξεπέσει στα μάτια της  ̶ ειδικά αν το φαινόμενο επαναληφθεί αρκετές φορές.

Χμ, θα χρειαστώ, αναμφίβολα, βοήθεια. Δεν θέλω να αποκαλυφθώ. Θα αφήσω να κάνει άλλος τη βρώμικη δουλειά. Μια μικρή ώθηση και όλα θα πάνε καλά. Κάτι έχω κατά νου.

Λίγο μετά την πιτσαρία του χωριού, ανταμώνω με τον Δημητρό και τον Χρόνη͘  έχουμε συνεννοηθεί να βρεθούμε για να πάμε στη διακλάδωση. Αν είμαστε τυχεροί θα περάσει κανείς να μας πάρει για την Καστοριά.

Προσυμφωνημένο το βλέπω, δε θέλουν να πάμε στην Καστοριά. Σχεδόν με μια φωνή λένε πως δεν είναι καλή ιδέα. Τους ξέρω σαν κάλπικη λίρα, το έχουν συζητήσει και θα επιχειρήσουν να με αποθαρρύνουν σχετικά με τη μετάβαση στην πόλη. Σκέφτομαι να τους αφήσω, για να δω που θα το πάνε.

«Πάμε να πιούμε ένα καφέ στου Καζούκ(το επώνυμο του ιδιοκτήτη συμπτυγμένο);» ρωτάει ο Χρόνης.

«Αν δεν έχει αντίρρηση ο Σώτος» απαντάει ο αδερφικός μου φίλος ο Δημητρός.

Αυτό ήταν. Δε θέλω να του χαλάσω χατίρι. Συγκατανεύω ανόρεχτα και, κάνοντας αναστροφή, παίρνω πρώτος το δρόμο για την καφετέρια. Καθώς βαδίζουμε βαριεστημένα, συναντάμε διάφορες μονοκατοικίες σε μια επιμήκη διαδρομή. Κάποτε περνάμε μπροστά από μια οικοδομή που χρόνια τώρα παραμένει στα τούβλα. Οι ιδιοκτήτες της δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν την κατασκευή της.

«Θα γεράσουμε και αυτό το κτήριο ακόμα έτσι θα παραμένει», σχολιάζει αυθόρμητα, αλλά και με κακεντρέχεια. ο Χρόνης.

«Έχει στοιχειώσει. Πρώτη φορά βλέπω οικοδομή να τρώει τους ιδιοκτήτες της. Η κυρία Ουρανία πέθανε από τον καημό της που έμενε στα νοίκια και δε μπορούσαν να φτιάξουν το τσαρδί τους ενώ και ο κυρ Θάνος από τότε έχει πάρει την κάτω βόλτα.  Το έχει ρίξει στο πιοτό και έχει γίνει μέθυσος» προσθέτει με νόημα ο Δημητρός.

Αισθάνομαι ένα σφίξιμο στην καρδιά γιατί και εμένα αρχίζει να μου αρέσει πολύ το αλκοόλ.

Ο Χρόνης υψώνει το χέρι προς το(άφτιαχτο ακόμα) μπαλκόνι και με ύφος νοσταλγικό μας λέει: «Θυμόσαστε ρε την εποχή που πηδούσαμε από κάθε ημιτελή οικοδομή και προσγειωνόμασταν στο βουναλάκι με την άμμο; Μόνο σε τούτη εδώ, επειδή είναι πιο ψηλή από τις άλλες, δειλιάζαμε. Ποτέ κανείς μας δεν έκανε το μεγάλο άλμα.

Φταίει που δεν υπήρχε και η αναγκαία ποσότητα άμμου από κάτω. Συνήθως στα υπό κατασκευή κτήρια βρίσκεις συγκεντρωμένη μεγάλη μάζα από δαύτη για τις αναγκαίες εργασίες, αλλά εδώ μονάχα ένας σωρός από χαλίκια υπήρχε. Να, ακόμα εδώ είναι. Χαχαχα Κοιτάξτε! Πω πω σαν να μην πέρασε μια μέρα».

Σαν αστραπή περνάει από το μυαλό μου μια σκέψη, μια ιδέα που την αποθηκεύω στα πιο σκοτεινά σημεία του μυαλού μου. Στην καφετέρια παραγγέλνω  ̶ τί άλλο; ̶  coca cola και την πίνω αργά, απολαυστικά. Στο μεταξύ καταφτάνουν κοντά μας και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Το «ζεύγος» και η Ελπίδα.

Η μικρή βολεύεται δίπλα μου ενώ οι άλλοι δυο επιλέγουν να καθίσουν απέναντί μου. Η Φανή με τρόπο με βλεφαρίζει και αμέσως μετά κολλά τα χείλη της στα αντίστοιχα του Άρη που. διψασμένα για ένα φιλί της, ξεδιάντροπα τα ρουφάνε.

Με κατακρημνισμένο το ηθικό και μη αντέχοντας να τους βλέπω, προσπαθώ να διακόψω το τρυφερό τους ενσταντανέ, βάζοντας συγχρόνως σε εφαρμογή το δόλιο σχέδιό μου. «Εσύ Άρη, θυμάσαι τότε που φορούσαμε τα φτερά της τόλμης και βουτούσαμε από τα μπαλκόνια, κάτω στην άμμο;»

Δε λησμονώ πως ο Άρης φοβάται τα ύψη και ας μην το έχει παραδεχτεί ποτέ του. «Αλλά τί λέω; Εσύ ποτέ σου δεν το έκανες αυτό. Θαρρώ πως δεν το βαστούσε η καρδιά σου». Ένα μειδίαμα σχηματίζεται άθελά μου στα χείλη. Αυτό ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Βλέποντας τον Άρη να πανιάζει και τη Φανή να κοιτά με ύφος κάπως απαξιωτικό τον σύντροφό της, είμαι πεπεισμένος πως όλα βαίνουν κατ’ ευχή.

«Τί πάει να πει αυτό; Απλώς δεν συμφωνούσα. Το θεωρούσα σκέτη ανοησία να ρισκάρει κάποιος τη σωματική του ακεραιότητα για να πουλήσει μαγκιά. Διαφωνείς μωρό μου;» Ο άτιμος αποκαλώντας την «μωρό μου» συνειδητά ρίχνει αλάτι στην ανοιχτή πληγή μου, καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια να μην εκδηλώσω την οργή μου.

Συμβάλλει σ’ αυτό και η παρέμβασή της. Φαίνεται πως δε συνερίζεται την άποψή του. Μου ρίχνει μια πονηρή ματιά και αμέσως μετά παίρνει θέση: «Εμένα με εξιτάρουν τέτοιου είδους παιχνίδια. Δοκιμάζεται το θάρρος του ανδρός(ταυτόχρονα, ένα φανερά σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίζει τα υπέροχά της χείλη… )και ας μην ξεχνάμε πως στις μέρες μας ο τολμών νικά!»

Αναδεύεται στη θέση της. Δίπλα της ο Άρης παγώνει. Το πρόσωπό του, ακούγοντας τα λόγια της, έχει πάρει χρώμα κέρινο.

Μέσα μου θριαμβολογώ, αλλά δεν εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου. Δεν τρελάθηκα! Είμαι κοντά σε μια πρώτη νίκη.

«Ε λοιπόν, όχι να το καυχηθώ, αλλά σ’ αυτό το παράτολμο παιχνίδι ήμουν ο καλύτερος, δεν άφησα ποτέ κανέναν να με ξεπεράσει… μονάχα σε μία περίπτωση απέτυχα. Εγώ αλλά και όλοι οι άλλοι. Το μπαλκόνι ήταν πολύ ψηλά και διστάζαμε να επιχειρήσουμε». Ακόμα έτσι είναι το απόρθητο αυτό κάστρο. Για το σπίτι του κυρ Θάνου, λέω. Τα μάτια μου ανταμώνουν με τα δικά της που λαμπυρίζουν.

«Επ, μην λες ψέματα, ούτε και εγώ πήγαινα πίσω. Σε κόντραρα πάντα στα ίσια και δεν ήταν λίγες οι φορές που πρώτος έπεφτα στα βαθιά. Να τα λέμε όλα». Επεμβαίνει ο Χρόνης.

Τους περιεργάζομαι όλους, εστιάζω στη Φανή(πού αλλού;!).

Με έκπληξη διαπιστώνω πως και εκείνη δεν παίρνει τα μάτια της από πάνω μου. Μου χαμογελάει και αναλαμβάνει να μιλήσει.

«Λοιπόν, τα ρεκόρ είναι για να σπάνε. Αφού διαπιστώνω πως αμφισβητείται ο νικητής της άτυπης αυτής μονομαχίας, σας προκαλώ, και σας προσκαλώ, να δώσετε μια τελευταία μάχη στην αρένα. Πού θα δοθεί αυτή η μάχη; Πού αλλού θα μπορούσε; Εκεί όπου αποτύχατε όλοι σας τα προηγούμενα χρόνια.

Θα σας δώσω μάλιστα το κατάλληλο κίνητρο για να συμμετέχετε: Αυτός που πρώτος θα επιχειρήσει το άλμα στο κενό(υπερβάλει κάπως αλλά κατανοώ τη σκοπιμότητα) θα απολαύσει την παρέα μου το βραδάκι στην παμπ. Ένα ραντεβού για τα επινίκια, ας πούμε. Με ποτό και ό,τι άλλο προκύψει. Ο νοών νοείτω». Χαμογελάει καθώς σηκώνει τα φρύδια.

Η αλαζονεία περισσεύει στα λόγια της, εγώ όμως, που κυριολεκτικά φλέγομαι από πόθο, αδιαφορώ για τον ειρωνικό τόνο που δίνει στη χροιά της. Ω ρε φίλε, τα πράγματα πήγαν καλύτερα από ό,τι υπολόγιζα. Τον έφερε προ τετελεσμένων. Ή θα υποκύψει στην ανωτερότητά μου ή θα κληθεί να ξεπεράσει τον εαυτό του. Νοερά πανηγυρίζω, έχω ρίξει το νερό στο αυλάκι, και μάλιστα με τη συμβολή της Φανής.

Τί πιο ωραίο; Παρατηρώ ξανά τα πρόσωπά τους. Ο Άρης δαγκώνεται, ο Χρόνης χαμογελάει, θέλει προσοχή αλλά τον έχω, είμαι σίγουρος πως αν μου δινόταν η δυνατότητα να δω και το δικό μου πρόσωπο, θα έβλεπα πως φωτίζεται από χαρά. Το πράγμα πήγε καλύτερα από ό,τι περίμενα.

Δε χάνω ευκαιρία, εκμεταλλεύομαι τη συγκυρία. «Τί περιμένουμε, λοιπόν; Το γοργόν και χάριν έχει!» Είμαι πολύπειρος, δε θα έχω κανένα πρόβλημα κατά την πτώση. Ξέρω πως να προσγειώνομαι όσο το δυνατόν πιο ομαλά. Μπορεί να έχω πάρει λίγα κιλά παραπάνω αλλά τα πόδια μου είναι πολύ πιο γερά από τότε. Τέτοια συλλογίζομαι για να μη χάσω το θάρρος μου.

«Φύγαμε!» Με σιγοντάρει ο Χρόνης.

«Εσείς δεν πάτε καθόλου καλά!» Ο Άρης μονομιάς διαφοροποιείται αλλά η γνώμη του δε μετράει, εδώ που φτάσαμε. Καταλύτης η Φανή που παρεμβαίνει αμέσως.

«Όποιος δεν έχει τα κότσια, ας κάτσει στα αυγά του. Εγώ το βράδυ μου θα το μοιραστώ με τον πιο θαρραλέο. Ας μην χάνουμε χρόνο, σε λίγο θα πάρει να σκοτεινιάζει. Φτάνει το “συζητάμε”, φύγαμε!»

Αυτό ήταν, κανείς τώρα πια δεν προβάλλει αντιρρήσεις. Μονάχα η Ελπίδα με κοιτά που και που με μάτια απορημένα. Είμαι βέβαιος πως όλα αυτά της φαίνονται αδιανόητα.

Είμαστε μπροστά στην οικοδομή. Ακόμα και τώρα κοιτάω με δέος το ύψος του πολυσυζητημένου μπαλκονιού. Χμ, ωραία τα λόγια, αλλά οι πράξεις είναι άλλο πράγμα. Κατεβάζω αμέσως το κεφάλι και κοιτώ χαμηλά στο έδαφος, εκεί, που αν προσπαθήσουμε να πηδήξουμε, θα καταλήξουμε. Ένας μικρός σωρός από χαλίκια είναι συσσωρευμένος από χρόνια. Τόσος πολύς είναι ο καιρός που παραμένουν εκεί, ώστε έχουν φυτρώσει και χορτάρια ανάμεσά τους.

Στραβώνω τη μύτη, φροντίζοντας όμως να μη με δει κανείς, αρχίζω να έχω αμφιβολίες. Τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα.

Αναθαρρώ σαν βλέπω δίπλα μου κάτωχρο τον Άρη. Το συνωμοτικό βλέμμα της Φανής με ενθουσιάζει.

Στη διστακτικότητα των άλλων εγώ απαντώ με πρωτόγνωρη αποφασιστικότητα. «Άντε, δε θα ξημερώσουμε εδώ…» Προχωράω με γοργά βήματα, νιώθω πίσω μου την αέρινη περπατησιά της, είναι η τονωτική ένεση που χρειάζομαι για να μην αναθεωρήσω. Είμαστε μπροστά ακριβώς από το…χάος.

Πλησιάζω στην άκρη του μπαλκονιού, αναριγώ και μόνο στη σκέψη πως πρέπει να πηδήξω από δω πάνω. Ενστικτωδώς κάνω δυο βήματα πίσω και κολλάω στον τοίχο που χρόνια τώρα παραμένει στα τούβλα.

Τα ίδια συναισθήματα γεννά και στον Χρόνη το σημείο όπου βρισκόμαστε. Ρίχνει με μεγάλη προσοχή μια ματιά προς τα κάτω και σχεδόν αμέσως με ένα επιφώνημα αποδοκιμασίας, λέει: «Δεν τρελάθηκα. Την κάνω από δω τώρα! Πέρασε η εποχή της ανωριμότητας, ήρθε ο καιρός της λογικής».

«Δειλέ!» Του λέει επιτιμητικά η Φανή καθώς περνάει από δίπλα της για να κατευθυνθεί στις σκάλες που είναι ακόμα στα τσιμέντα.

Απομένουμε οι τρεις μας, η Φανή, ο Άρης και εγώ, ο αντίζηλός του.

Τι άχαρος τίτλος! αναλογίζομαι. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, καθώς φτάνει η ώρα της κρίσης. Παίρνω έναν μορφασμό που υποδηλώνει τον έντονο προβληματισμό μου και ετοιμάζομαι να κάνω την κίνησή μου. Μέσα μου σκέφτομαι πως το λες και απονενοημένο διάβημα. Σκέτη αυτοκτονία είναι να βουτήξεις στο κενό από τόσο ψηλά.

Από μηχανής θεός γίνεται, αιφνιδίως, η Φανή. «Εσύ, ούτε καν το σκέφτεσαι; Δεν αξίζω τίποτα για σένα; Λες πως μ’ αγαπάς και δε μπαίνεις καν στον κόπο να πλησιάζεις στην άκρη του μπαλκονιού και να κοιτάξεις κάτω; Τόση είναι η αγάπη σου, λοιπόν;»  ρωτάει με στόμφο τον Άρη για να τον πικάρει και εκείνος απομένει με μάτια γουρλωμένα να την θωρεί.

Θέλοντας και μη, σύρθηκε στην άκρη του μπαλκονιού, στο σημείο που βρισκόμουν εγώ νωρίτερα. Άδραξα αμέσως την ευκαιρία. «Σιγά μην πηδήξει ο χέστης, δεν τον ξέρεις καλά κοπέλα μου, αυτός φοβάται και τη σκιά του!» είπα εγώ ο σύσκιος και άφησα εμβρόντητο τον φίλο μου.

«Πήηηδα! Πήηηδα!» τον προτρέπει και εγώ σχεδόν αμέσως την σιγοντάρω.

«Πήηηδα! Πήηηδα!» φωνάζω κάνοντας τη φωνή μου κάπως συριστική. Έτσι που στέκει σαν χάνος εκεί μπροστά μου έρχεται να του ρίξω μια κλωτσιά στον πισινό και να τον ξαποστείλω στον αγύριστο. Με δυσκολία κρατιέμαι. Στρέφει το κεφάλι του προς τα πίσω. Τα βλέμματά μας συναντιούνται, βλέπω την απογοήτευση στα μάτια του. Το βλοσυρό μου ύφος τον αναγκάζει να αποστρέψει το κεφάλι και να αναζητήσει σανίδα σωτηρίας στη Φανή.

Μάταια! Έχει ενώσει τα χέρια στους ώμους και ουσιαστικά τον εξαναγκάζει να προβεί σε μια ενέργεια παρά τη θέλησή του. Ξαναστρέφεται προς το κενό. Κάνει μια κίνηση προς τα μπρος αλλά ξαναγυρίζει πίσω. Δεν είναι έτοιμος. Δεν θα είναι ποτέ, αποφαίνομαι νοερά.

Η Φανή συνεχίζει να φωνάζει. Τα μάτια μου πρέπει να λάμπουν από ενθουσιασμό, έχω πετύχει τον στόχο μου. Ο Άρης έχει ξεπέσει στα μάτια της. Πως ξεφτίζουν τα αστέρια τόσο γρήγορα;

Κι ενώ συλλογιέμαι τέτοια, ξάφνου στο μέρος όπου στεκόταν ο Άρης τώρα δεν υπάρχει κανείς, μα που πήγε; Το ονειροπόλημα με έκανε να χάσω κάποια γεγονότα;

«Ναι ρε γαμώτο, εγώ! Μόνο εγώ τα κατάφερα!» Ακούω τον Άρη να οιστρηλατεί. Σκύβω και τον βλέπω κάτω με υψωμένο το χέρι, εκστασιασμένο να κραυγάζει. «Είσαι δική μου Φανή, μόνο δική μου!»

Εκείνη δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της. «Μπράβο αγόρι μου, είσαι και ο πρώτος! Ναι μωρό μου, είμαι δική σου!»

Δαγκώνομαι. Πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένος. Τον έκανα ήρωα στα μάτια της. Η οδύνη μου δεν περιγράφεται. Κι ενώ απαρηγόρητος χάσκω να τον παρακολουθώ να ζητωκραυγάζει, συμβαίνει κάτι απροσδόκητο, κάτι ανεξήγητο μα συνάμα τρομαχτικό.

«Ααααχ! Η πλάτη μου!» Ακούω σπαραχτικά τον Άρη να φωνάζει, εντελώς αναπάντεχα πέφτει στο έδαφος και προσπαθεί να πιάσει την ωμοπλάτη του. Τα ουρλιαχτά του με ανατριχιάζουν.

«Πονάωωωω! Ααααχ, μάνα μου, γλυκιά μου μάνααα!»

Σπαρταράει στο χώμα, δυσκολεύεται στην αναπνοή, η φωνή του έχει μια ασυνήθιστη βραχνάδα, η εικόνα του με σοκάρει. Όταν μάλιστα προσέχω το ωχρό του πρόσωπο, ανασκιρτώ.

Θεέ μου, τί έπαθε; Κάνε να μην είναι τίποτα, δε θα το αντέξω! Ταράζομαι. Ασυναίσθητα τρέμω σύγκορμος.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;