Κεφάλαιο 7: Τζον Κεφάλαιο 8: Μαίρυ Κεφάλαιο 9: Τζον

 

 

 

7 Τζόν

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Όλα ήταν ένα όνειρο.

 

Ένας άνεμος χάιδεψε το πρόσωπό μου και μετέφερε εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά από την εποχή μου.

 

Πώς το ξέρω αυτό ; Στο μονοπάτι που άνοιξε για μια φορά μπροστά μου είδα αμάξια να περνάνε, καινούργια, μοντέρνα, σαν να έβγαιναν εκείνη τη στιγμή στη γραμμή παραγωγής.

 

Ο δρόμος που δημιουργήθηκε, φαινόταν σαν να είναι όλα ένα ψέμα. Να ανοίγει κάπου μια κουρτίνα, να πετάγεται κόσμος από το πουθενά λέγοντας σε κοροϊδέψαμε. Πάλι όμως δεν μου έφτανε αυτό, έπρεπε να δω την πραγματικότητα, να το πιστέψω. «Δεν γίνεται να ζω στο παρελθόν».

 

Το μέλλον είναι εδώ, σκέφτηκα καθώς αντίκρισα ένα φωτεινό σηματοδότη πιο σύγχρονο, μαύρη άσφαλτο να εκτείνεται στον ορίζοντα και μοντέρνα αμάξια να περνάνε. Βγήκα στη μέση του δρόμου και στάθηκα όρθιος σαν τρελός από χαρά να χορεύω. Όλα ήταν ψέματα, φώναζα και γελούσα καθώς ένιωθα τον αέρα της εποχής μου να είναι γνώριμος. Επιτέλους.

 

Κάποια στιγμή ένα αμάξι πάτησε απότομα φρένο στην προσπάθειά του να μη με πατήσει.

Σταμάτησε εκατοστά μπροστά μου και για πρώτη φορά ένιωθα χαρά, που κάποιος πήγε να με χτυπήσει με τον προφυλακτήρα του.

 

Τουλάχιστον θα ήταν από τη δική μου εποχή και εγώ θα ένιωθα ζωντανός. Μα ο οδηγός κρυβόταν στο αμάξι του και δεν έκανε κίνηση να βγει από αυτό. Του έκανα νόημα πηγαίνοντας δίπλα από την πόρτα να του πω κάτι. Σχεδόν χαρούμενος που θα μιλούσα με έναν πραγματικό άνθρωπο, κάποιον από την εποχή μου.

 

Κοίταξα το εσωτερικό του αμαξιού μα δεν είδα κανέναν. Οι ευχάριστες αισθήσεις μου έφυγαν μεμιάς μαζί με το χαμόγελό μου. Χτύπησα το τζάμι με μια χαζή κίνηση του χεριού, καθώς, ποιος θα μου άνοιγε αφού δεν υπήρχε κανείς πλέον στη θέση του οδηγού;

 

Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα, κοίταξα μπροστά και πίσω αλλά το αμάξι ήταν άδειο. Αυτό που αισθάνθηκα δε συγκρίνεται με τίποτα. Μία μυρωδιά που προερχόταν από την  εποχή μου, να μυρίζει σαν να με καλωσόριζε ανθίζοντας την χαρά μου, γεμίζοντάς με, με ενέργεια και αυτοπεποίθηση.

 

Χάιδεψα το τιμόνι νοσταλγικά, κοίταξα μπροστά και καθώς η μηχανή ήταν ακόμα αναμμένη πάτησα το γκάζι. Εκτινάχθηκα πίσω στο κάθισμα καθώς η ορμή με καθήλωσε πίσω.

 

Μπροστά μου, στο τέλος του δρόμου, κάτι σαν πύλη είχε ανοίξει και ένα ένστικτο μέσα μου, μου έλεγε να προλάβω. Δεν ήξερα που θα οδηγούσε αυτή η τρύπα. Ίσως στο παράδοξο χρονικό που είχε δημιουργηθεί από το πουθενά ξανά. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν να πατήσω το γκάζι, να χαθώ μέσα της και αυτό έκανα με το ένστικτο μου να με οδηγεί.

 

Δε με ένοιαζε τίποτα πια. Ούτε για την κατάσταση όπου ήμουν αλλά ούτε για το τι θα περνούσα. Το μόνο που ένιωθα ήταν ότι πορευόμουν μόνος μου με τις σκέψεις μου στον δρόμο. Έτσι χάθηκα μέσα στην πύλη που είχε ανοίξει.

 

Εκεί μέσα υπήρχαν δυο λωρίδες δρόμου, η μία πήγαινε προς τα πίσω και τα αμάξια ήταν περασμένων δεκαετιών, ενώ η λωρίδα στην οποία ήμουν είχε τελευταίας τεχνολογίας αμάξια και εκτείνονταν μπροστά.

 

«Επιτέλους θα πάω σπίτι», αναφώνησα, «Να είσαι καλά εσύ που μου έφερες το αμάξι φίλε, όποιος και να είσαι».

 

Αμάξια με τριγωνικά φτερά με προσπερνούσαν και πήγαιναν αντίθετα από εμένα, υποθέτω πίσω στο χρόνο .Όμως εγώ θα πήγαινα μπροστά, στην εποχή μου. Μόνο εκεί κοιτούσα.

 

 

 

 

 

 

 

8 Μαίρυ

 

Η αποδοχή είναι σπουδαίο πράγμα τελικά.

 

Αλλάζει ολόκληρος ο κόσμος σου και κυρίως ο εαυτός σου. Σχεδόν υπάρχεις σε μια άλλη πραγματικότητα. Το να μάθεις να λειτουργείς με τα αντικείμενα και μικροαντικείμενα που ορίζουν κάθε εποχή είναι ένα πράγμα ας το πούμε αληθινό, αλλά με το να «χωνεύεις» οτιδήποτε σου λένε για τον εαυτό σου και το ότι ξαφνικά μέσα σε ένα βράδυ μεγάλωσες σχεδόν κατά τριάντα χρόνια είναι ένα άλλο παράξενο φαινόμενο.

 

«Πραγματικά κανείς μας δε μπορεί να εξηγήσει τι συμβαίνει Μαίρη, νομίζω ότι ακόμα και οι επιστήμονες δε μπορούν να το κάνουν αυτό. Είναι σαν να άνοιξε μια μαύρη τρύπα και να πετάχτηκες από μέσα της ξαφνικά. Κανείς δε μπορούσε να επιβιώσει σε εκείνο το σπίτι που είναι κλειστό εδώ και τριάντα χρόνια και όμως εσύ με κάποιο περίεργο τρόπο βρέθηκες μέσα του κλεισμένη και αμπαρωμένη. Ακόμα και ο γιός μου δε τολμάει να περάσει από έξω».

 

«Είναι αλήθεια μετά από αυτά που έχουμε ακούσει…Παρεμπιπτόντως, με λένε Τζιμ…χάρηκα…»

 

Με μια κίνηση αμηχανίας ο νεαρός-«αντίγραφο» του πατέρα του της έδωσε το χέρι και αντάλλαξαν μια χειραψία, λίγο αμήχανη. Ο μεγαλύτερος συνέχισε τον λόγο του.

 

«Χαζομάρες, φήμες που βγάζουν τα παιδιά είναι, φώτα λένε βλέπουν σε διάφορα εγκαταλελειμμένα σπίτια όπως το δικό σου και μερικές φορές “κάποιους” να κυκλοφορούν το βράδυ μέσα στα σκοτάδια. Μάλλον η φαντασία τους οργιάζει. Ποιος φυσιολογικός θα τα κάνει αυτά ; Καταρχήν είναι κλειδωμένο το σπίτι χρόνια τώρα από τις αρχές».

 

«Ναι πατέρα αλλά με σανίδες, άλλωστε κάποιος μπορεί να μπει αν ξηλώσει κάποιες.

Εγώ έχω δει πάντως περίεργα πράγματα να συμβαίνουν εκεί ή έχω ακούσει περίεργους ήχους σαν πράγματι κάποιος να ήταν μέσα».

 

«Τι ; Πήγες εκεί ενώ απαγορευόταν ; Χίλιες φορές δε σου το έχω πει να μη πάει κανείς εκεί; Αν γινόταν κάτι;»

 

Μέσα στο μυαλό μου προσπαθούσα να χωνέψω όλα τα θέματα που μου παρουσιάζονταν σαν λύσεις μαγικές. Δηλαδή δε φτάνει που κάπως έφτασα τριάντα χρόνια μετά, τώρα θα μου πούνε ότι είναι και στοιχειωμένο;

 

«Πατέρα συγνώμη δεν το ήθελα, αλλά να, άκουσα κάτι καθώς πέρναγα, και είπα να το ερευνήσω».

 

Καθώς ένιωσα ότι οι τόνοι είχαν οξυνθεί, χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι και απαίτησα να μου δείξουν, να πάμε πάλι εκεί πίσω. Το μόνο λογικό πράγμα που μπορούσα να κάνω.

 

-Δεν σας πιστεύω , είπα, δείξτε μου, πάμε εκεί.

 

-Καλύτερα να πάμε αύριο το πρωί Μαίρη με το φως της μέρας. Άλλωστε σου χρειάζεται και ξεκούραση με όλο αυτό το παράξενο θέμα που δημιουργήθηκε.

 

-Μη μου λες τι μου χρειάζεται.

 

Εκείνη την ώρα, όπως σηκώθηκα απότομα ένιωσα να πέφτω με ταχύτητα στο πάτωμα και να μου μιλάνε για να σηκωθώ. Τους έβλεπα να προσπαθούν να με συνεφέρουν και γέλαγα καθώς η λογική μέσα στο μυαλό  μου υπαγόρευε μία φράση:

 

«Τριάντα χρόνων επανεκκίνηση». Τριάντα…

 

Αφού με συνέφεραν κάπως, μου έδωσαν κάτι να φάω και μερικές βιταμίνες. Μου είχαν ακόμα ετοιμάσει και ένα ζεστό μπάνιο.

 

Ευχαριστούσα το θεό για αυτό το υπέροχο δώρο και εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε τίποτα άλλο. Ρουφούσα τη ζέστη από το νερό και είχα σχεδόν αποκοιμηθεί μέσα στην αγκαλιά  του.

 

Τότε ήταν που ήρθε το σκοτάδι ξανά και με κάλυψε. Ευχόμουν με τρόμο να μην είναι πάλι για πολύ, καθώς τα μισά χρόνια είχαν φύγει από τη ζωή μου. Δεν είχα να σπαταλήσω άλλα.

 

Μέσα σε μια παράξενη λεωφόρο, πορεύθηκα.

 

 

 

 

 

9 Τζόν

 

 

Ω τι όμορφη αίσθηση να οδηγείς ένα μοντέρνο αμάξι.

 

Μα και το καλύτερο είναι να πηγαίνεις σπίτι σου μετά από μια κουραστική μέρα, να γυρνάς και να σε περιμένει η οικογένειά σου με χαμόγελα και αγάπη; Ανατρίχιασα στη σκέψη αυτή καθώς το συνδύασα με ζεστό φαΐ να αχνίζει. Το στομάχι μου γουργούρισε, σαν να με παρηγόρησε ότι σε λίγο φτάνουμε. Επιτέλους επιστροφή στην κανονικότητα.

 

 

 

Η παράξενη ιριδίζουσα λεωφόρος φαινόταν να χάνεται μακριά στον ορίζοντα σε ένα ατελείωτο τούνελ. Είδα αμάξια πολλών δεκαετιών να κυκλοφορούν από πάρα πολύ παλιά, μέχρι μοντέρνα και κάποια που δεν είχαν βγει στην παραγωγή. Νομίζω μερικά πέταγαν στον αέρα.

 

Το μυαλό μου είχε αντέξει πολλά μέχρι τώρα και δεν ήταν έτοιμο να δεχθεί ακόμα το παραμικρό παράδοξο. Αυτό που ήθελε να δεχθεί ήταν η δική του πραγματικότητα και είχε παρεκκλίνει από την πραγματική του πορεία για μια στιγμή.

 

Μα το σύμπαν δε συμφωνούσε, σαν να μίλαγε στο μυαλό μου προσπαθώντας να μου αποδείξει κάτι άλλο που για μια ακόμα φορά δεν έβλεπα.

 


«Έκανες το ίδιο λάθος».

 

Οι σκέψεις μου έλεγαν να πάω πίσω στην ανυπαρξία. Μίλαγαν μέσα μου και φώναζαν ότι τίποτα δεν είναι συγκεκριμένο σαν να ήθελαν να αλλάξω πορεία, να γυρίσω πίσω σε εκείνο το παρελθόν. Μέχρι και μουσική έπαιζε το ραδιόφωνο από την εποχή της γέννησης του ροκ εντ ρολ για να με αποπροσανατολίσει, αλλά μάταια.

 

Τώρα είχα συγκεντρωθεί στο μέλλον και με το που το έκανα, το ράδιο γύρισε αυτόματα σε μοντέρνα τραγούδια της εποχής μου. Βασικά ήμουν λάτρης των παλιών κομματιών αλλά  αυτό τώρα δεν είχε σημασία. Θα πήγαινα στο σπίτι μου, εκεί που πραγματικά ανήκα.

 

Εκείνη τη στιγμή το πορτοφόλι έπεσε από την τσέπη μου και το άνοιξα με το ένστικτό μου να με παρακινεί να δω μέσα. Να κοιτάξω τι έχω ξεχάσει. Φαίνεται πως η εποχή που είχα βρεθεί είχε περάσει από πάνω μου σαν κύμα και με είχε πετάξει στα βράχια με σκόρπιες αναμνήσεις.

 

Η φωτογραφία που κοίταξα έδειχνε εμένα με μία γυναίκα δίπλα μου. Ήταν η κοπέλα από το παρελθόν, εκείνη από το βενζινάδικο που με είχε βοηθήσει, αλλά πιο γερασμένη. Πίσω μας υπήρχαν δυο αμάξια να φιγουράρουν, το ένα καινούργιο και ένα άλλο από το παρελθόν με τριγωνικά φτερά.

 

Θυμήθηκα ότι ήταν «εκείνο», το αμάξι που οδηγούσα τότε. Σε εκείνη τη στιγμή του παρελθόντος που έμοιαζε να ζούσα για καιρό. Δεν ξέρω τι γινόταν στο μυαλό μου καθώς πάλι μπερδευόμουν και έχανα τα λογικά μου.

«Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσω το αμάξι που οδηγούσα;»

 

Καθώς κοίταξα την φωτογραφία ξανά θυμήθηκα την οδό. Και ακόμα καλύτερα, την διαδρομή για το σπίτι μου. Σαν φωτεινοί σηματοδότες οι μεταφορείς της μνήμης μου έδειχναν το μονοπάτι. Έλαμπαν στο σκοτεινό μυαλό μου και επανάφεραν μνήμες από το τώρα, φωτίζοντας όλο και πιο πολύ τον πραγματικό κόσμο μου.

 

«Αντίο 1960», είπα και οι ρόδες άφησαν τις δεκαετίες πίσω. Τα λάστιχα είχαν κάψει και μύριζαν από την τριβή, αλλά δε με ένοιαζε, θα έβρισκα ένα συνεργείο να τα αντικαταστήσω. Ένα μοντέρνο νορμάλ συνεργείο χωρίς μονοπάτια και τρύπες στον χρόνο.

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;