Κεφάλαιο 7: Να κλαις για να λυτρώνεσαι. Να γελάς για να ανασταίνεσαι

 

Πήγαιναν μέρες τώρα που το μυαλό της είχε σκοτεινιάσει. Είχε πάρει φωτιά και δεν ημέρευε με καμιάς λογής παρηγοριά. Αμφιβολίες που την ταλαιπωρούσαν και επιβεβαιώσεις που της έπαιρναν πίσω την χαρά. Ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιη ότι το παιδί δεν ήταν του Αλέξανδρου και αυτό την στοίχειωνε.

Ξέρεις, είχε κάνει τρομερά λάθη στην ζωή της, είχε θάψει βαθιά τον εαυτό της, ανήθικη όμως, όχι. Δεν ήταν. Ποτέ δεν θα φόρτωνε ένα παιδί σε κάποιον, απλά για να μην αναλάβει τις ευθύνες της. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο κάποιος είναι ο άνθρωπός της. Έβαλε λοιπόν τις σκέψεις της σε τάξη και στάθηκε αντιμέτωπη τόσο με τις πράξεις της όσο και με τις συνέπειες αυτών.

Όφειλε να κρατήσει ενήμερο τον Αλέξανδρο. Όφειλε να του κάνει γνωστή την αλήθεια και να μην τον αφήσει να ζει με την ψευδαίσθηση ενός δικού του παιδιού. Έτσι και έκανε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένα βράδυ κρύο, τόσο κρύο που κάθε λέξη που ξεστομιζόταν πάγωνε, η Αφροδίτη φόρεσε την αλήθεια, αποκαλύπτοντας στον Αλέξανδρο την πραγματική ταυτότητα του μωρού που περιμένει. Εκείνο το βράδυ έμοιαζε ατελείωτο. Κανείς από τους δύο δεν κοιμήθηκε.

Η Αφροδίτη με το χέρι στην καρδιά, του αφηγήθηκε όλες τις ιστορίες που ήθελε από καιρό τώρα να αποβάλλει από την μνήμη της. Και κυρίως, την ιστορία εκείνη από την οποία ενδεχομένως αποκόμισε την εγκυμοσύνη. Εκείνος, έπειτα από όλες του τις παιδικές πληγές και όλες τις δυστυχισμένες μέρες μακριά της, αδυνατώντας να πιστέψει όσα άκουγε, έμεινε να την κοιτά παγωμένος, ανέκφραστος.

Όταν πια, κάπου στη μέση της νύχτας, είχε εξουθενωθεί από τον πόνο και νιώθοντας εξαιρετικά αμήχανα μπροστά στο θέαμα της καταβεβλημένης του συντρόφου, την πλησίασε, της σκούπισε τα δάκρυα και με ένα μόνο χάδι της έδειξε πως θα περάσει και αυτό. Όπως άλλωστε όλα.

Από εκεί και έπειτα, το ερωτευμένο ζευγάρι περίμενε την αυγή στο μικρό μπαλκόνι. Αγωνιούσαν, να έρθει, για να τους λυτρώσει. Το επόμενο πρωί θα ξημέρωνε μία νέα ημέρα. Μια ημέρα διαφορετική για όλους. Και κυρίως, για αυτούς τους δύο. Ο Αλέξανδρος όχι απλά συγχώρεσε την Αφροδίτη και δέχτηκε να αναγνωρίσει το παιδί, αλλά ορκίστηκε να το αγαπήσει περισσότερο από ότι αν ήταν δικό του. Η Αφροδίτη κάποτε του έκλεισε τις πληγές. Τις επούλωσε. Τις γιάτρεψε. Τώρα είναι η ώρα να γιατρέψει κι εκείνος τις δικές της.

Θα ήταν αχάριστος μαζί της αν την έδιωχνε, για ένα λάθος που η ίδια η ζωή την οδήγησε να κάνει. Εξάλλου, προσπάθησε να ζήσει και χωρίς εκείνη και διαπίστωσε περίτρανα ότι στιγμή δε μπορεί να κάνει μακριά της.

Ξέρετε, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ανήκουν στον κύκλο της ζωής μας. Κάποιοι το διαπιστώνουμε νωρίς, άλλοι πιο αργά. Κάποιοι ποτέ. Εκείνοι οι άνθρωποι, είναι γραφτό να υπάρχουν γύρω μας, πλάι μας, να τους συναντούμε όταν τους χρειαζόμαστε πιο πολύ και εκεί που δεν το περιμένουμε. Άλλοι το λένε κάρμα. Κάποιοι το λένε μοίρα. Ό,τι και να είναι, αναμφίβολα δεν εξαρτάται από εμάς. Ή και όχι.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισαν να κλείσουν μαζί την πόρτα στο παρελθόν και να μην της ανοίξουν ποτέ ξανά. Άρχισαν να σχεδιάζουν το μέλλον και με πόδια σταθερά πάνω στη γη, ακροβατούσαν σε σχοινί αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης. Η ζωή τούς ανήκε και ήταν έτοιμοι να την αδράξουν.

Λένε ότι το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Η Αφροδίτη όμως, αδυνατούσε να καταλάβει αν το πεπρωμένο της ήταν ο Αλέξανδρος ή ο διαρκής αποχωρισμός από εκείνον. Γιατί τέσσερα ευτυχισμένα χρόνια μετά, τέσσερα χρόνια ατελείωτων χαρούμενων οικογενειακών στιγμών και επαγγελματικής εξέλιξης του επιτυχημένου δικηγόρου και της ταλαντούχας ζωγράφου, η ζωή τους προετοίμαζε για μια ακόμη μεγάλη δοκιμασία.

Είχε από νωρίς ξυπνήσει σήμερα. Το ένστικτό της πάντα την προειδοποιούσε. Έτσι και τώρα. Σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι, τυλίχτηκε με την μεταξωτή της ρόμπα και μάζεψε τα μαλλιά της πρόχειρα σε κότσο. Του έριξε μια κλεφτή ματιά.

Κοιμόταν ήρεμα. Τον σκέπασε και του χάρισε ένα απαλό χάδι. Σειρά είχε ο μονάκριβός της. Άνοιξε σιγά την πόρτα του παιδικού δωματίου, και έμεινε να τον χαζεύει μερικά λεπτά. Πόσο γρήγορα μεγάλωσε.. Πόσο ομορφαίνει μέρα με την μέρα.. Ένα φλιτζάνι καυτό καφέ και τις αγαπημένες της μπογιές.

Παρά το κρύο που χάριζαν οι πρώτες ώρες τις ημέρες, βγήκε στο μπαλκόνι. Λάτρευε να νιώθει τον αέρα να της τρυπάει το κορμί. Πίστευε πως λυτρωνόταν, πως γινόταν κάθαρση σωματική και κατ΄ επέκταση πνευματική. Έτσι και έκανε.

Δίπλα της στεκόταν λουλούδια κάθε λογής. Στόλιζαν ευχάριστα το μπαλκόνι που αντίκριζε τον Θερμαϊκό. Κάθισε στο ξύλινο σκαμπό και έστησε τον καμβά μπροστά της. Εισέπνεε την μυρωδιά της θάλασσας και την έκανε χρώματα, σχήματα και εικόνες. Προσπαθούσε να ανασύρει όλα εκείνα που βίωσε σαν παιδί. Κι αυτά που την σκότωσαν. Κι εκείνα που την ανέστησαν.

Λίγο κοντά στο μεσημέρι, επιστρέφοντας σπίτι, κρατώντας τον Νικόλα της από το χέρι (Νικόλα βέβαια θα ονόμαζε το τον γιό της, Νικόλα όπως την παντοτινή της αγάπη, Νικόλα, όπως το μέρος που άφησε την μισή της καρδιά). Είχε χίλια δυο πράγματα στο κεφάλι της. Να μαγειρέψει, να αλλάξει τον μικρό, να συγυρίσει, να σφουγγαρίσει… «Σκοτούρες», σκέφτηκε. «Ωραίες σκοτούρες».

Και κάπου ανάμεσα στον πίνακα που έπρεπε να παραδώσει και στο σιδέρωμα των παιδικών ρούχων, νόμισε ότι αντίκρισε μια εικόνα, πολύ γνωστή. Μια εικόνα που επεδίωξε πάμπολλες φορές να αποβάλλει από την μνήμη της. Και άλλες τόσες δεν τα κατάφερε. Έντρομη, σαν να την είχε χτυπήσει ρεύμα, στύλωσε τα πόδια στο πεζοδρόμιο και έσφιξε δυνατά το παιδικό χέρι. «Λάθος, κάνω, σίγουρα κάνω λάθος».

Όσο όμως η εικόνα την πλησίαζε, τόσο η πιθανότητα του λάθους μίκραινε. Με ακαριαίες κινήσεις, σήκωσε και έσφιξε το παιδικό κορμάκι στην αγκαλιά της. Με βήματα γρήγορα και αποφασιστικά, άρχισε να πλησιάζει το απωθητικό για εκείνη θέαμα, ώστε να στραφεί στην είσοδο της οικοδομής του σπιτιού της. Όσο όμως εκείνη προσπαθούσε να τον αποφύγει, τόσο εκείνος ερχόταν επιθετικά πάνω της.

Η νοητή και ελάχιστα σωματική κόντρα που είχε αναπτυχθεί, κορυφώθηκε όταν εκείνος που ώρα τώρα στεκόταν μπροστά της, προκαλώντας της έντονη αναστάτωση, την έπιασε σφιχτά από το μπράτσο, προσπαθώντας να την ακινητοποιήσει. Και το πέτυχε. Της ήταν πια ολοφάνερο πως δεν μπορούσε μόνο να τον αποκρούσει, αλλά πολύ χειρότερα να τον αντιμετωπίσει.

Το παρελθόν, λένε, μας ακολουθεί πάντα. Οι πράξεις του σήμερα, διαμορφώνουν το χθες του αύριο. Ό,τι σήμερα επιλέγουμε, μας αποφέρει ό,τι αύριο συναντούμε. Αν διαλέξεις το καλό, θα απολαύσεις την δικαίωση. Αν επιλέξεις εκείνο που σε κάνει σκοτεινό άνθρωπο, θα έρθεις αντιμέτωπος με τις συνέπειές του.

Η ζωή μας δίνει πολλές ευκαιρίες. Το κατά πόσο και αν εμείς τις αξιοποιούμε, είναι στο χέρι του καθενός. Ο καθένας από εμάς, κουβαλά τον δικό του σταυρό. Άλλος μεγαλύτερο, άλλος πιο μικρό. Το στοίχημα στην πορεία του καθενός, είναι πώς θα βρει αυτή τη δύναμη, που θα τον διευκολύνει στον Γολγοθά του.

Αν ψάξεις πολύ, πιθανότατα θα την βρεις. Αν ψάξεις ελάχιστα, ενδεχομένως να διανύσεις την μισή ζωή σου αιμορραγώντας. Αν δεν ψάξεις καθόλου, κινδυνεύεις να αιμορραγείς για πάντα.

«Αγαπημένε μου Αλέξανδρε,

Πάλευα μέρες τώρα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Να καταφέρω να σκεφτώ με γνώμονα την λογική και να αποφασίσω το καλύτερο, όχι για εμένα, αλλά για το παιδί μας, τον Νικόλα μας. Την προηγούμενη Τρίτη, γύρισες στο σπίτι και με ρώτησες αν είμαι καλά. Δεν ήμουν και το ήξερες, παρόλο που ποτέ δεν σου είπα την αλήθεια. Έφτασε όμως η ώρα να το κάνω. Με καρδιά ραγισμένη και εαυτό διαλυμένο, οφείλω να σου πω την αιτία της φυγής μας από το σπίτι.

Ό,τι και αν νιώσεις, ό,τι κι αν σκεφθείς για εμένα, έχεις όλα τα δίκια πάνω σου, καρδιά μου. Είμαι πάντα εκείνη που γεμάτη ανευθυνότητα, αποχωρεί, αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες των πράξεών τις, αλλά και εκείνες των ανθρώπων δίπλα της. Ο βιολογικός πατέρας του Νικόλα, επέστρεψε και διεκδικεί την πατρότητα. Μαζί με τον γιο μας όμως, διεκδικεί και εμένα.

Μου κατέστησε σαφές πως αν δεν του επιτρέψω να αναγνωρίσει το παιδί, θα κινηθεί νομικά με κίνδυνο να το χάσω. Το ξέρεις πολύ καλά ότι ποτέ δεν θα διακινδύνευα να χάσω, πόσο μάλλον να εγκαταλείψω το παιδί μας Αλέξανδρέ μου. Είμαι υπόλογη και σου ζητώ να με καταλάβεις. Το ξέρω ότι θα μπορούσα να σου έχω μιλήσει, ώστε να παλέψουμε, να το αντιμετωπίσουμε μαζί.

Δεν μου άφησε όμως πολλά περιθώρια και δεν μπορούσα σε καμία περίπτωση να διακινδυνεύσω έστω και για λίγο την ψυχική υγεία του παιδιού, με μία τέτοια αποκάλυψη από τον βιολογικό του πατέρα, πόσο μάλλον με το να παιδευτεί  με όλη αυτή την επιθετική επιδίωξη. Το ξέρω πως ό,τι και να πω, δεν έχω το δικαίωμα να σου στερήσω το παιδί σου.

Γιατί εσύ είσαι ο πατέρας του Νικόλα. Πες ότι τρελάθηκα, πως έχασα το μυαλό μου. Μα στα λόγια του και μόνο, πως μπορεί να τον χάσουμε και οι δύο, προτίμησα να μείνει έστω ένας από τους δυο μας δίπλα του. Συγχώρεσε με αγάπη μου. Αν ποτέ μπορέσεις…

Αφροδίτη»

Ένα χαρτί με αυτές τις λέξεις πάνω, του είχε αφήσει μόνο, μαζί με το άδειο σπίτι. Άδειο από τα πράγματα της Αφροδίτης και του γιου τους, άδειο από την παρουσία τους, άδειο από την ευτυχία τους.

Ανήμπορος να δεχθεί ότι οι φόβοι όχι μόνο μιας βδομάδας, αλλά τεσσάρων ολόκληρων χρόνων πήραν σάρκα και οστά και στάθηκαν απέναντί τους, πέρασε όλο το βράδυ να κοιτάζει το γράμμα που του άφησε η γυναίκα του εγκαταλείποντάς τον φια δεύτερη φορά.

Μόνο που αυτή τη φορά, είχε πάρει και το παιδί του μαζί. Αλήθεια, τί όφειλε τώρα να κάνει; Να τους ψάξει; Να τους αναζητήσει; Να τους διεκδικήσει; Αλήθεια, τι; Η Αφροδίτη δεν του άφησε περιθώριο να επιλέξει. Να εκφράσει και εκείνος την γνώμη του. Να τη στηρίξει. Να πολεμήσουν μαζί. Όπως πάντα.

Αποκαμωμένος από τις εξελίξεις των τελευταίων ωρών και διαλυμένος από την ατυχία που βάλλεται να τον σκοτώσει του χρόνια τώρα, έμεινε να κοιτάζει την ζωή να περνά από μπροστά του. Όχι μόνο εκείνο το βράδυ, αλλά πολλά βράδια ακόμη.

Εξαντλημένος από την δυστυχία και απογοητευμένος από την ζωή, ένα μόνο μπορούσε να πει: «Θέλω να κλάψω, μα δεν θέλω να φανώ αστείος μπροστά στις μεγάλες δυστυχίες. Θέλω να γελάσω, μα φοβάμαι μην υποτιμήσω τον σταυρό μου».

Εκείνη την Κυριακή είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως θα την αφιέρωνε αποκλειστικά στην οικογένειά του. Ούτε δουλειά για το σπίτι, ούτε τρίτοι που θα τον στερούσαν από την γυναίκα και το παιδί του. Συνέβησαν ακόμη και τα αδύνατα για να σμίξουν πάλι οι τρεις τους και τώρα θα άρπαζε κάθε ευκαιρία που του δινόταν.

Έτσι και έκανε. Πέρασε όλη την ημέρα παίζοντας με τον Νικόλα και χαμογελώντας στην Αφροδίτη. Κάπου αργά το απόγευμα, ο μικρός είχε αποκοιμηθεί κουρασμένος στα πόδια του Αλέξανδρου. Στην αγκαλιά του, κρατούσε την Αφροδίτη. Έμειναν να τον χαζεύουν για ώρα. Χωρίς να πουν τίποτα. Τα έλεγε όλα η σιωπή τους.

Πως η αγάπη τους δεν σβήνει με κανένα χέρι, πως το γραφτό τους έταξε να γεράσουν μαζί και αυτό θα γίνει παρά τα εμπόδια που τους ταλαιπωρούσαν από παιδιά. Πως είχαν καιρό που είχαν γίνει ένα και δεν μπόρεσε να τους χωρίσει ούτε ο βιολογικός πατέρας του Νικόλα.

Πως, παρά τον πόνο και την δυστυχία που τους προκάλεσε, με το αυτοκινητιστικό του δυστύχημα τους ένωσε πάλι μερικούς μήνες μετά…


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Λαμπρινή Παπαδόντα

Γεννημένη στην Καλλιπεύκη του Ολύμπου, αισθάνομαι τυχερή που μπορώ να παρατηρώ τον κόσμο παρέα με τους Θεούς. Σπουδάζω Παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ευελπιστώντας μια μέρα να γίνω μια σπουδαία δασκάλα. Μεγάλωσα ισορροπώντας ανάμεσα στην ονειροπόληση και την πραγματικότητα. Εκνευριστικά ξεροκέφαλη, κυκλοθυμική, ταγμένη πεισματάρα και προσποιούμενη την δυνατή από κούνια. Χόμπι μου από παιδί ο χορός και η αναζήτηση των αιτιών των ανθρώπινων συμπεριφορών. Θαυμάζω τους ανθρώπους με αξίες και εκείνους που έχουν περάσει δύσκολα, με έλκουν όσοι δείχνουν συναισθηματικά συνεσταλμένοι και τρελαίνομαι για τα άτομα με χιούμορ. Εθισμένη στις βόλτες με θέα τον ήλιο, λατρεύω να ακούω τις ιστορίες των μεγαλύτερων και απολαμβάνω τις ωραίες συζητήσεις συνοδευμένες με ένα φλιτζάνι καφέ.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;