Κεφάλαιο 7: Φρεναπάτη

Ένα απόγευμα καλοκαιρινό, μα συνάμα και κάπως μελαγχολικό αφού ψηλά στους αιθέρες μαινόταν μάχη σκληρή ανάμεσα σε γκρίζους και λευκούς επιδρομείς, κει που το στερέωμα το γαλανό μαζεύτηκε το δύσμοιρο για να προφυλαχθεί, έτυχε να περνώ από την πλατεία του χωριού.

Πατούσα σε λίθους μεγάλους και πλακωτούς, καλυμμένους με αρμό για να μην δημιουργούνται ανάμεσά τους κενά. Τα μάτια μου κοιτούσαν στα δυτικά, στην κορυφογραμμή του βουνού, του Γράμμου του ξακουστού. Η σύγκρουση στον ουρανό, που μαύρισε, έβαινε ανεξέλεγκτη και ασφαλώς πολύ ισχυρή. Αστραπές πέφτανε διαρκώς. Εμένα όμως, όσο κι αν με εξιτάριζε η ιδέα να σκαρφαλώσω κάποτε στα απάτητα εδάφη του, τούτη την ώρα με απασχολούσαν άλλες έγνοιες.

Όπως κάθε νέος της εποχής, εκείνα τα χρόνια, λάτρευα το ποδόσφαιρο και έπαιζα στη μικρή ομάδα του χωριού μου. Ετοιμαζόμουν να πάω στο γήπεδο, να συναντήσω τους φίλους μου και να παίξω μαζί τους ποδόσφαιρο. Τα πληγιασμένα πόδια μου είχαν υποφέρει πολύ στο ξερό ταρτάν, το πασαλειμμένο με ψιλούς κατάλευκους κόκκους, από άγνωστο σε μένα υλικό.

Κάτω, στο απέριττο δάπεδο του εδάφους, στις πλάκες τις λευκές που επιμελώς ρίχτηκαν στη σειρά για να μη λασπώνει η πλατεία τον Χειμώνα, βαδίζω ξέγνοιαστος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στο μπακάλικο της γωνίας, ο ιδιοκτήτης ο κυρ Γιώργος πουλούσε, θυμάμαι, χαλβά με το κιλό σε μια ραχιτική μαυροντυμένη γριούλα. Εγώ απέφευγα να τον κοιτάζω γιατί δεν ξεχνώ πως κι εμένα πολύ μου άρεσε ο λευκός χαλβάς με τα φιστίκια, αλλά ο αθεόφοβος πάντοτε έγλειφε τα χέρια του για να ξεμπερδέψει το χαρτί περιτυλίγματος. Ένα κάρο διέσχιζε τον δρόμο που λίγους μήνες πριν είχε ασφαλτοστρωθεί. Σε λίγο το προσπέρασε ένα τρακτέρ, υπερσύγχρονο για την εποχή, αφήνοντάς μου τη γλυκόπικρη αίσθηση πως η εξέλιξη προχωράει και δηλητηριάζει τη στρωμένη μας ζωή.

Σε έναν από τους τέσσερις μικρούς καφενέδες, εκείνους τους παραδοσιακούς με τη λιτή διακόσμηση, τη λειψή από πολυτέλειες και γουστόζικους νεοτερισμούς,  στην πλατεία του χωριού μου, εκείνη τη μέρα συνάντησα τον κύριο Αναξαγόρα. Έπινε το καφεδάκι του, έναν βαρύ ελληνικό, ταιριαστό για άντρα σέρτικο και μερακλή. Προσηλωμένος ήταν στην εφημερίδα του -εκείνη την κίτρινη με τα μεγάλα φύλλα- και με ενδιαφέρον την ξεφύλλιζε για να ενημερωθεί για τα νέα του κόσμου. Εγώ βιαστικός καθώς ήμουν αρκέστηκα σε έναν χαιρετισμό.

«Καλησπέρα, κύριε Αναξαγόρα! Τι κάνετε;»

«Καλησπέρα, παιδί μου. Είμαι καλά! Εσύ πως τα περνάς;»

«Πηγαίνω στο γήπεδο, έχω ραντεβού με τα παιδιά».

«Άδικος κόπος, νεαρέ. Στα επόμενα δέκα λεπτά θα βρέξει καταρρακτωδώς. Αλήθεια, τι ώρα ορίσατε συνάντηση;»

Κοιτάζω το ρολόι μου με το ταλαιπωρημένο δερμάτινο λουράκι. «Σε ένα μισάωρο από τώρα» του απαντώ.

«Ωραία! Κάθισε να σε κεράσω ένα αναψυκτικό. Πίστεψέ με, το παιχνίδι που σχεδιάσατε θα ματαιωθεί. Εξάλλου γι’ αυτό σου προτείνω να πιείς κάτι. Έχω υπόψη μου πως συνετό είναι να έχεις άδειο το στομάχι πριν καταπονήσεις τον οργανισμό σου με ανούσιες ασχολίες. Προτείνω μάλιστα να πάμε μέσα, να πιάσουμε καλή θέση. Σε λίγο εδώ έξω θα γίνεται κατακλυσμός. Κρατάει στο ένα του χέρι τον καφέ και στο άλλο το ποτήρι με το νερό του. Εγώ προθυμοποιούμαι να κρατήσω την εφημερίδα του».

Πράγματι πιάνουμε ένα γωνιακό τραπεζάκι και καθώς καθόμαστε στις άβολες ξύλινες καρέκλες, βγάζει το ψάθινο καπέλο του και το αφήνει στην άκρη του μεταλλικού –χρώματος γαλάζιου- τραπεζιού. Ο χώρος ευωδιάζει από ψημένο καφέ. Απολαμβάνω τη μυρωδιά.

Πέφτει μέσα στις προβλέψεις του, ξεσπά μπόρα δυνατή. Τον κοιτάζω με θαυμασμό.

Το αντιλαμβάνεται και, χωρίς να καυχηθεί, μου λέει:

«Όχι, δεν είμαι οιωνοσκόπος…»

«Τί είναι αυτό;» αναρωτιέμαι.

«…κάποιος που μπορεί να διαβάσει το ριζικό και το μέλλον. Είμαι απλός διορατικός και με αρκετές γνώσεις». Συμπληρώνοντας την φράση του μου δίνει να καταλάβω.

«Πω πω! Χαλασμός γίνεται».

«Πφφ αυτό δεν είναι τίποτα. Έχουν δει τα μάτια μου εμένα… χαλασμός κυρίου, όχι αστεία! Ειδικά, όμως, μια φορά…». Το ύφος του, το σχεδόν αποχαυνωμένο, μου κινεί πιο πολύ από ποτέ την περιέργεια. «Αλήθεια; Μπορείτε να μου διηγηθείτε και μένα;»

Τα μάτια του πεταρίζουν, η ίριδα, ακατανόητο πως, εξαφανίζεται και το ασπράδι του οφθαλμού τρομαχτικό παρουσιάζεται σε μένα, σαν από άνθρωπο που ψυχορραγεί. Παραμένω αμίλητος. Περιμένω να ξεκινήσει την αφήγησή του. Το βλέμμα νεκρώνει μέχρι που, έτσι στα ξαφνικά, τα βλέφαρα ψηφίδες γίνονται που ανοιγοκλείνουν για να συμπληρώσουν τα κενά σημεία από το παρελθόν και σαν μεταφορικό μέσο να τον ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο.

«Ήμουν πολύ νέος, κυριευμένος από ιδανικά και πατριωτισμό. Το αίμα κόχλαζε και ο βρασμός δεν καταλάγιαζε ούτε με τον παγετό που συναντήσαμε στο λιμάνι του Πουσάν, στη Νότια Κορέα. Χίλιοι τόσοι νοματαίοι ήμαστε, όλοι μας παθιασμένα ελληνόπουλα, στρατιώτες άριστα εκπαιδευμένοι. Ανταμώσαμε με συναδέρφους μας από την Αμερική και αμέσως διαταχτήκαμε να ενταχθούμε στο 7ο σύνταγμα πεζικού της δικής τους στρατιάς.

Με σηκωμένα τα πέτα και στρυμωγμένοι πάνω σε φορτηγά Τζέιμς που γλιστρούσαν σε κακοτράχαλα λασπερά μονοπάτια, μεταβήκαμε σε χώρο πίσω από το πεδίο των μαχών, κάπου στον 38ο παράλληλο.

Πιρούνιαζε τα κόκαλα το ψύχος και τα δόντια κροτάλιζαν δίχως σταματημό. Φτάσαμε σε έδαφος άγριο, αφιλόξενο, σε μια αλέα με δέντρα και φυλλωσιές άγνωστες, που πρωτοαντίκριζα εκείνη τη μέρα. Τακτοποιηθήκαμε άρον άρον σε σκηνές καμουφλαρισμένες και μας μοίρασαν ξηρά τροφή και ένα ποτό που έμοιαζε με τσάι, αλλά δεν ήταν.

Μας συγκεντρώσανε μπροστά από το διοικητήριο και μας καλωσόρισε ένας συνταγματάρχης. Φωτιές βγάζανε τα χείλη του και πυρκαγιά ξέσπασε στις καρδιές μας, μονομιάς ξεχάσαμε την κούραση και φλέγαμε από θέληση. Θρέφανε με παρωπίδες το μυαλό και ταΐζανε με μίσος τις ψυχές μας τις λαγαρές και αμόλυντες.

Είχα στραμμένο το πρόσωπο ελαφρώς δεξιά, θυμάμαι, γιατί λυσσομανούσε ο άνεμος και λύγιζαν οι κορφές των δέντρων. Την ίδια ώρα σφυροκοπούσαν τις γραμμές των Βορειοκορεατών τα πυροβόλα μας, αλλά το ίδιο κάνανε και εκείνοι από τη μεριά τους, και από το πολύ το μένος, στοιβάζανε οι αντιμαχόμενοι νεκρούς.

Άψυχα σώματα διάσπαρτα παντού, τόσα πολλά που μήτε να ταφούν δεν φρόντιζαν, αφού οι ζώντες δεν προκάνανε απώλειες να μετράνε και βόλια θανατηφόρα να ζυγίζουν με του αίματος το βάρος. Παραχωμένα όνειρα σε φθονερά εδάφη.

Η υποδοχή που μας κάνανε, παρόλο που επιχείρησαν με κάθε τρόπο να της δώσουν επικάλυψη πρέπουσα, δεν ήταν και η καλύτερη. Όχι, δε φταίγανε οι ζωντανοί, οι καταταλαιπωρημένοι στρατιώτες, οι όμοιοι στην όψη με στοιχειά, αλλά εκείνες οι απόκοσμες κραυγές που ακουγόντουσαν από τους τραυματίες, τα ετοιμοθάνατα πλάσματα που διαμελισμένα τους κομμάτια όρθωναν σε σημεία, σημεία αναχώματα που μας προστάτευαν υποτυπωδώς από τους όλμους των Κινέζων.

Σκίζανε τα βράδια τη σιγαλιά, με το σπαραχτικό τραγούδι που διηύθυνε σαν άριστος μαέστρος, ο θάνατος, που καιροφυλακτούσε πάνω από τα κρεβάτια εκστρατείας». Το βλέμμα του χαμήλωσε, κοιτούσε τα μαύρα του σκαρπίνια και άλαλος έμενε για ώρα πολλή.

Όταν κατάλαβα ότι χάθηκε στις σκέψεις του, προσπάθησα να τον επαναφέρω με τρόπο.

«Λοιπόν, κύριε Αναξαγόρα, μη διακόπτετε στη μέση την ιστορία. Ανυπομονώ για τη συνέχεια».

«Συγνώμη παιδί μου, ξεχάστηκα. Ποτέ δε θα λησμονήσω πως τις ταραγμένες εκείνες νύχτες το κρύο εισχωρούσε μέσα στις σκηνές και τεμάχιζε τα ψυχικά μας αποθέματα. Συντρίμμια γινότανε ο ψυχισμός μας και ούτε το χάραμα δεν γλύκαινε τη διάθεσή μας, γιατί γνωρίζαμε πως ήμαστε πιο εύκολα ορατοί στους δρεπανηφόρους της άλλης πλευράς.

»Τι κι αν σκεπαζόμασταν με ό,τι κλινοσκεπάσματα είχαμε διαθέσιμα, ποτέ δεν επαρκούσαν. Τα δόντια μου τριζοβολούσαν διαρκώς και χωνόμουν κάτω από τις κουβέρτες για να αποδιώξω την απελπισία και τις άναρθρες του πόνου κραυγές. Άσχημο πράγμα να μη μπορείς να τιθασεύσεις τον εαυτό σου.

Μαζί με την παγωνιά φώλιασε στις καρδιές μας και ο τρόμος σαν μάθαμε ένα πρωινό πως συμπατριώτης μας βρέθηκε κρυσταλλωμένος με ένα τσιγάρο στο στόμα, στη σκοπιά στα μαγειρεία. Τι τραγωδία, θεέ μου! Η πρώτη απώλεια μας δεν ήταν από βόλι εχθρικό μα από τον παγετό».

Το μέτωπό του υγροποιήθηκε από το ίδρος των αλησμόνητων εκείνων στιγμών. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει, αφού προηγουμένως σκουπίστηκε με ένα μαντηλάκι που έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του, παραμερίζοντας προσεχτικά ένα όμορφο, άλικο τριαντάφυλλο.

«Οι θερμοκρασίες ήταν τόσο χαμηλές, γιε μου, που η ανάσα μας έβγαινε κοφτή και συριχτή και το σύννεφο της πνοής μας γινόταν θαρρείς παγάκι. Από το φόβο μου έμαθα να μένω ξάγρυπνος, γιατί έτρεμα στην ιδέα πως αν κλείσω τα βλέφαρα δε θα τα ξανανοίξω. Κάποιοι φουμάρανε τσιγάρα που φέρνανε παραζάλη, για να αποδιώξουν τις φοβίες τους, μα εγώ διάλεξα άλλο δρόμο. Στοχαζόμουν τον κόσμο διαφορετικό, έβλεπα τους ανθρώπους αγκαλιασμένους να περιδιαβαίνουν γλυκερούς τους δρόμους της ζωής, ανθοποίκιλτους με της αγάπης τα άνθη. Από τα χείλη τους έσταζε, σε κάθε λέξη τους, ροδόσταμο και συμπόνια».

Ξεροκατάπιε πριν συνεχίσει.

«Η προσγείωση ερχόταν πάντα απότομη. Ο λοχαγός Άνταμς ούρλιαζε σαν σεληνιασμένο ξωτικό να σηκωθούμε και να αφήσουμε πίσω τις ανέσεις μας. Κάθε φορά που τον άκουγα μου ανακατεύονταν το στομάχι. Άκου ανέσεις… έδωσε όνομα στον εφιάλτη και τον μετουσίωσε σε μια εξιδανικευμένη, εικονική πραγματικότητα. Η φωνή του ακόμα φτάνει στα αυτιά μου, έμοιαζε με σύριγμα φιδιού και ο χθαμαλός, στην ψυχή και στο σώμα, δεν μας άφηνε ούτε μια μπουκιά να βάλουμε στο στόμα». Ασυναίσθητα πήρε να δαγκώνει το κάτω χείλος του, θαρρείς και ξεγελούσε λίγο εκείνη την αδιανόητη πείνα που τους βασάνιζε μαζί με τις άλλες συμφορές.

Εγώ δε μίλησα, αγωνιούσα για τη συνέχεια, αν και είχα την περιέργεια να μάθω τι σήμαινε η λέξη “χθαμαλός”: πολύ αργότερα έμαθα πως αυτή η λέξη σήμαινε “χαμηλός”.

»Και σαν ερχόταν διαταγή να μαζευτούμε όλοι μας για να ετοιμαστούμε να πέσουμε στο εκμαγείο των μαχών, δολοφονικές μηχανές άμα θες, καλουπωμένα σώματα και χειραγωγημένα βάναυσα μυαλά, χανόταν ο ονειρεμένος κόσμος που δημιουργούσα με τη φαντασία μου και ξυπνούσα στης δυστοπίας το σοκαριστικό μοτίβο, πλέγμα αδιαπέραστο, από όπου με εκμαύλιζαν και αδύνατο ήταν να ξεφύγω».

Ξεφύσησε δυνατά.

«Κι έτρεχα κι έτρεχα, όχι για να φύγω μα για να πέσω πάνω στον εχθρό, να τον κατατροπώσω, και με την ξιφολόγχη μου, θανάτου το παράγγελμα, έτσι στυγνά να δώσω.

Τα βράδια ανάβαμε φωτιές, σε σημεία όπου δεν υπήρχε δυνατότητα από την πλευρά των εχθρών να γίνει ορατή. Καθόμασταν και συζητούσαμε νοσταλγικά για την πατρίδα. Κάθισα και εγώ και έκαμνα φιλίες, δεμένες με όρκους αίματος και με τη σφραγίδα του διαόλου που μπήκε μέσα μας και απομυζούσε των νιάτων μας την καθάρια αγνότητα. Καθώς υποδαύλιζα τη φωτιά και ανασκάλευα της μνήμης μου όμορφες θύμησες, μονολογούσα διάφορα, εικόνες από το παρελθόν που ερχόντουσαν μπροστά μου τόσο ζωντανές που ήταν σαν να τις έβλεπα κείνη την ώρα.

Άκουγε δίπλα μου ο Λίας ο Δασκαλιανός, ο συμπατριώτης μου από τη Μάνη, και με συμπονούσε, είμαι σίγουρος, νοερά, και σιγά σιγά έγινε ο καλύτερος φίλος μου. Μελαμψό παιδί με πύρινα σαν της κολάσεως μάτια, πρώτος έμπαινε στη μάχη και, ενώ σαν χαρακτήρας ήταν ήπιος και ο λόγος του πράος, την ώρα της σύγκρουσης θέριευε θαρρείς το μέσα του και με αλαλαγμούς απόκοσμους έσπερνε τον πανικό στις γραμμές των Κινέζων και των Βορειοκορεατών, που σκορπίζανε στο διάβα του, σαν κούκλες άψυχες, στους πέντε ανέμους.

Παλίκαρο τον λέγαμε γιατί κοντά δυο μέτρα άντρας ήτανε, και σαν ξεκινούσαν οι αψιμαχίες πρώτος έβαζε το σώμα για να με προφυλάξει. Ξοπίσω του έτρεχα και εγώ, φύλακας άγγελός του, και βόλια έριχνα ανηλεή για να πάρουν των αντιπάλων την ψυχή, ανθρώπων που σε τίποτα δε μου είχαν φταίξει, και εμένα ανάσα να μου δώσουν. Ήταν ένας άνθρωπος θυμάμαι που κέρδισε τον σεβασμό μας με τη στάση ζωής του. Με το χαμόγελο στο στόμα, μειλίχιος και προσηνής είχε έναν καλό λόγο για τον καθένα μας. Ένας αγαθός γίγαντας.

Μόνο ο διοικητής μου, ο θηριώδης Σαντοριναίος με το μεγάλο μουστάκι και τις μακριές φαβορίτες ενέπνεε περισσότερη πυγμή με το παρουσιαστικό του. Ο δικός του λόγος ήταν κοφτός και απόλυτος. Δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Ο λοχαγός αυτός ήταν η αιτία που πολλοί από εμάς επιστρέψαμε σώοι στην πατρίδα.

Κάπου κάπου, όταν οι συγκυρίες επιτρέπανε, μας αφήνανε να πηγαίνουμε βόλτα στα απελεύθερα από του εχθρού την παρουσία, γειτονικά χωριά. Διάχυτη ήταν η φτώχεια παντού. Καλάθια στο κεφάλι και αγροτικά προϊόντα κουβαλούσαν οι χωριάτες για να βγάλουν τις μέρες και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Όσο για τις χωρικές, αυτές απόμακρες παραμένανε από μας, εκτός από εκείνες που παρέδωσαν την ψυχή τους στο διάολο και κάνανε τον έρωτα ιεροτελεστία επί πληρωμή.

Ξυπόλητες κάποιες από αυτές είχαν κρυφές τις χάρες, μονάχα όμως μια τους ξεχώριζε πραγματικά και ζηλευτή γινόταν. Κάθε που την έβλεπα ασυναίσθητα χαμογελούσα και κατά πως φαίνεται της άρεσα και εγώ γιατί μονάχα με μένα αντάλλασσε χαμόγελα. Με μένα και με τον Λία, ασφαλώς. Μόνο που εγώ δίσταζα να προχωρήσω, όχι γιατί δε μου φτάνανε τα λεφτά, αλλά γιατί ο πόθος μέσα μου δεν ήθελα να καταλαγιάσει με πληρωμή.

Ο ρομαντισμός στα χρόνια του πολέμου είναι πληγή που χαίνει, παιδί μου, να το ξέρεις.

Αποκοτιά μεγάλη του που πήγαινε μαζί της. Πολλές φορές σκέφτηκα να τον επιπλήξω μα κάτι με συγκρατούσε. Χωριατόπαιδα και οι δυο μας, στο αναγνωστήριο της ζωής, εκεί στα θέατρα των μαχών, μπορεί να παίρναμε άριστα, μα στο λεξιλόγιο της ψυχής πολλά κενά υπήρχαν. Δεν έβρισκα τις λέξεις να του πω πόσο λάθος έκαμνε που ξεκλείδωνε με χρήματα της αγάπης τη θύρα, πως ακόμα ακόμα με πλήγωνε, γιατί εγώ, άθελά μου και δεν ξέρω πως, αγάπησα εκείνο το κορίτσι και ένα βράδυ πνιγηρό, την έκανα δική μου με τη θέλησή της και χωρίς αντίτιμο.

Όμως αυτό είναι ένα άλλο πονεμένο κεφάλαιο, αγόρι μου. Ας περιμένει, μέχρι να έρθει το ανεμολόγιο του χρόνου να μας καταδείξει πότε θα φυσήξει αγέρι και θα ξεδιπλωθούν και κείνες οι πτυχές, και οι μεγάλες πληγές, της δικής μου ιστορίας».

Οι τελευταίες του φράσεις τον επηρέασαν έντονα συναισθηματικά. Έβλεπα τη λευκή του πουκαμίσα να νοτίζει στις μασχάλες και το ίδρος έβγαζε δυσοσμία πρωτόγνωρη. Τόσο βαθιά ζούσε τις στιγμές κι ας απέφευγε να υπεισέρθει σε λεπτομέρειες. Το πρόσωπό του έγινε μια μάσκα φρίκης και πιότερο και από τις στιγμές που αναφέρονταν στις κτηνωδίες, την ώρα που μιλούσε για την όμορφη τη νια, τα χαρακτηριστικά του άλλαξαν και πλησίασαν τη δυσμορφία που φέρνει ο πόνος ο ασίγαστος.

Ανυπομονούσα να ακούσω τη συνέχεια μα με τίποτα δεν ήθελα να διακόψω μήτε τον ειρμό των σκέψεών του, μήτε και τη συναισθηματική φόρτιση από την οποία διαπνέονταν. Είχα την αδιόρατη αίσθηση πως μου διηγούταν την ιστορία της ζωής του.

«Και ενώ στα πεδία των μαχών λυσσαλέα πέφτανε τα κορμιά και τα σώματα των ανθρώπων σαρκία παραχωρούνταν στου εωσφόρου το ζόφο, εγώ έπαψα να μεμψιμοιρώ. Ζούσα για τις λίγες στιγμές που άδεια θα μου δίνονταν, θείο δώρο θαρρείς, για να βρεθώ στη ζεστή της αγκάλη.

Μόνο που το όνειρο εύκολα μπορεί να γίνει εφιάλτης.

Διαφάνειες είναι, νέε μου, η ζωή μας, και πίσω τους διυλίζεται η ψυχή μας. Μόνο που καμιά φορά παραποιούν την πραγματική εικόνα, και το είδωλο που αντικρίζουμε, είναι αλλιώτικο, πιότερο ωραιοποιημένο, καθαγιασμένο από τις αμαρτίες που κρύβονται στα κατάβαθά μας. Πόσο λυπηρό είναι, όμως, να ξεδιπλώνεται η αλήθεια απότομα. Χτύπημα μεγαλύτερο και από του θανατά το απλωμένο δίχτυ που καρτερά να μας περιζώσει και σαν ιχθύες να μας περιμαζέψει.

Κάποτε άκουσα πως την όμορφη χωριατοπούλα την αποθυμούσε και άλλος άντρας. Φαντάσου την έκπληξη και τη θλίψη μου σαν μου είπανε πως αυτός ήτανε ο Λίας, ο καλύτερός μου φίλος. Έκλεισα τα αυτιά στους ψιθύρους και στων χειλιών τα ανεμοσκορπίσματα, γιατί θέλησα να πιστέψω πως λόγια του ανέμου ήτανε από στόματα κακά, που δεν επιζητούσαν της ευτυχίας το γλυκό πιοτί που γέμιζε τις μέρες μου. Μέχρι που ένα βράδυ…»

Χάθηκε πάλι στις σκέψεις του. Υπομονετικά τον περίμενα, γιατί πλησίαζε στην κορύφωση της αφήγησής του.

«Ένα βράδυ που δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς, μια νυχτιά που το κρύο ράπιζε δαιμονισμένα, με τη μορφή οργισμένων αερικών που πολιορκούσαν με μανία τα υφασμάτινά μας απάγκια, διαταχτήκαμε να σηκωθούμε όλοι από τα υποτυπώδη καταλύματά μας και άρον άρον να μεταβούμε στο ύψωμα. Κινδυνεύαμε να το χάσουμε, οι εχθροί βρισκόντουσαν μια ανάσα πριν την κατάληψή του.

Εμένα με βρήκε η διαταγή, για το ξεσήκωμα, να χουχουλιάζω τα χέρια μου για να θερμάνω τις κλειδώσεις. Γράμμα έγραφα πονεμένο στη μάνα μου, μέσα στη σκοτεινιά, χρησιμοποιώντας το ελάχιστο φως που περνούσε ανάμεσα από τα πυκνά σύννεφα, ψηλά στον αιθέρα. Αξιοποιούσα, ομολογώ, και τη στιγμιαία εκτυφλωτική λάμψη που προκαλούσαν οι εκρήξεις των βλημάτων, σαν κάνανε τη νύχτα μέρα, μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, καθώς είχα αφήσει ένα φύλλο της καταθλιπτικής, μικροκαμωμένης μου σκηνής, μισάνοιχτο για να κλέβω φως. Θρέφονταν η γη με το πορφυρό και ζωογόνο υγρό που ρέει στις φλέβες μας.

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Κάθε φορά που κινούσα για το ύψωμα έτρεμα στην ιδέα μη λαβωθώ και τα όμορφα καστανά μάτια της δεν ξαναδώ. Μόνο αυτό με ένοιαζε, να την ξαναδώ!

Τα πόδια μας από τη λασπουριά γινήκανε βαρίδια, και οι αρβύλες μας θα έλεγες πως φτιαχτήκανε από μολύβι ασήκωτο. Ύψωνα τα γόνατα ψηλά για να ξεβουλιάξω από τη τάφρο που σχηματίστηκε με  αίμα συντρόφων. Πολλοί, αμέτρητοι θαρρώ, Αμερικανοί χάθηκαν στον λόφο που συνώνυμο έγινε του θανάτου».

Κουνάει το χέρι σαν βεντάλια για να δημιουργήσει αέρα, ξεροκαταπίνει και μένει με το βλέμμα απλανές. Κάποιος στον μικρό τον καφενέ, λίγο παραπέρα, χτυπάει με δύναμη τα χαρτιά στο τραπέζι. Βγήκα, φωνάζει με πρόδηλη χαρά και με τα λόγια του βοηθάει να ζωγραφιστεί μια έκφραση απογοήτευσης στα πρόσωπα των δύο φίλων του, που μόλις διαπιστώνουν πως έχασαν την παρτίδα.

«Θεέ μου, θέατρο του παραλόγου είναι η ζωή και εκεί, στης καταχνιάς μας τις στιγμές, στήθηκε παιχνίδι μοχθηρό με πρωταγωνιστές τα δύσμοιρα κορμιά μας. Διακόσμησε τον τόπο κάποιο χέρι φθονερό, ανοίκεια, ρυθμός μπαρόκ γίνηκε μονομιάς το κορνιζαρισμένο στο χάος σκηνικό. Φώτα πέφτανε από ψηλά, φεγγίτης ο ουρανός και το σεληνόφως έχασκε στιγμές, στιγμές πάνω μας. Έντονη γινότανε η φωτοχυσία από τα ξερατά των όπλων, και σαν μεγάλα βλήματα σκάγανε ολόγυρα, ώρα ήταν να τυφλωθούμε από αχτίδες μισητές και αδίστακτες, και εμείς, τα πλάσματα του θεού, διακοσμητικά στοιχεία μπήκαμε στο ντεκόρ και, σαν χέρι γλύπτη να έπαιζε μαζί μας, έστηνε τα σώματα σε θέσεις περίεργες, που κανονικά κανείς δεν θα μπορούσε να πάρει.

Και ο δημιουργός, αρχιτέκτονας του ολέθρου, δεν έλεγε φραγμό να βάλει, και έντυνε με αποχρώσεις της φρίκης τον πίνακα που έκαμε, και τοποθετούσε τα διαμελισμένα κορμιά το ένα απάνω στο άλλο, σαν αγάλματα άψυχα, κι όμως τόσο εκφραστικά, και έβλεπα στα μάτια τους τον τρόμο, λίγο πριν κοπεί το νήμα της ζωής, και συνέχιζε αδιάκοπα να προσθέτει στον καμβά ζωηρά χρώματα, με πινέλο βαρύ, και από όλα υπερείχε το άλικο που ξεχύνεται από τους ανθρώπους σαν χαρακώνονται από μολύβι… Απάτη είναι η ζωή και ο πόλεμος την ξεσκεπάζει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, αντάριασε ο ουρανός και ξερνούσε εμέσματα, και τότε άρχισε θεομηνία που ποτέ δεν είδα μα ούτε θα ξαναδώ. Έβανε σκοπό να μας πνίξει το νερό, ψυχοπλακώθηκα πολύ και μίσος φλογερό γεννήθηκε. Έβλεπα εχθρό και έπεφτα πάνω του με ορμή, και η ξιφολόγχη μου γέμισε με αίμα, και κείτονταν στρατιώτες στη λασπουριά καθημαγμένοι και ανήμποροι να κουνηθούν. Μέσα σ΄ αυτό το χαλασμό, ήρθε κάποια στιγμή η ώρα να παρθούν αποφάσεις. Από τη μια εγώ, αφιονισμένος κυριολεκτικά, έβλεπα τους εχθρούς να υποχωρούν και τους έπαιρνα στο κατόπι με το όπλο ανά χείρας, και από την άλλη ο φίλος μου, που διάλεξε άλλο μονοπάτι». Έχει σφίξει τα δόντια, τα νύχια παρατηρώ να μπήγονται μέσα στη σάρκα των κλειστών γροθιών του…»

Ακολουθεί ένας αναστεναγμός και με μια βαθιά ανάσα συνεχίζει:

«”Έλα από δω αδερφέ! Μην χωριστούμε που είμαστε ο κόσμος όλος οι δυο μας και τίποτα δε μπορεί να μας καταβάλλει.” oύρλιαζα, τα μάτια μου γιομίσανε δάκρυα μα και οι σταλαματιές από ίδρος με τυφλώνανε, και από του δρόλαπα τα βλοσυρά ραπίσματα έσκυβα κάπου κάπου να προφυλαχθώ.

Η φωνή του έρχεται σε μένα διακεκομμένη, τρεμουλιαστή. Τα χείλη του ανοιγοκλείνουν χωρίς οι λέξεις να αποτολμούν να βγούνε από  μέσα τους.

Δεν με ακούει! “Έλα δω ανόητε, που πας; Η τιμή, η τιμή, μη την εκθέτεις την ψυχή…”»

Σιώπησε. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει και από την ένταση των στιγμών έτριψα και εγώ με τρόπο τα βλέφαρά μου. Ο Αναξαγόρας ησύχασε. Τα λόγια του τώρα ερχόντουσαν στα αυτιά μου γαλήνια.

«Κοίτα να δεις πως τα έφερε η μοίρα. Εκείνος έπεσε στη μάχη και εγώ σε ατραπό που γυρισμό δεν είχε. Τρέχω να προλάβω το κακό. Το κορμί του είναι διάστικτο από χρώμα σκούρο κόκκινο, αυτό του πένθους, του επερχόμενου κακού».

Η ένταση ξαφνικά επανέρχεται δριμύτερη. «Γιατί; Γιατίιιι; Γιατί μου το έκανες αυτό, φίλε; Τι σου έφταιξα;» Καθώς μιλάει κοιτάζει εμένα και ασυναίσθητα, τρομαγμένος τραβιέμαι λίγο μακρύτερα. Φοβάμαι πως στο πρόσωπό μου βλέπει το φίλο του.

Ευτυχώς ηρεμεί και με πιο ήπιο λόγο τώρα εξακολουθεί την αφήγησή του. «Έπεσα στα γόνατα και τον έπιασα από τον γιακά. Τραβούσα το παλτό του και τον τράνταζα. Δεν είχε ψυχή… δεν είχε ψυχή, ανάθεμα! Πως μπορεί να προδίδει την εμπιστοσύνη ενός φίλου, κάποιος; Με τόσο επαίσχυντο τρόπο; Θεέ μου! Πηγαίναμε πάντα μαζί, είμαστε δύναμη ακατάβλητη, γιατί ξέκοψε; Γιατί παρασύρθηκε; Τι είναι τελικά, οι άνθρωποι, παιδί μου; Τίποτα περισσότερο παρά μισθοφόροι της ζωής. Και ένα μεσοφόρι ικανό είναι να σκοτώσει το λόγο, το νόμο και την ηθική…»

Ο λόγος του γίνεται ασύνδετος, γεμάτος ασάφειες.

Παραληρεί. Δεν ξέρει τι λέει. Μπερδεύει τα λόγια του και χάνεται το νόημα τους. Δεν τον καταλαβαίνω. Όχι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον. Αργότερα όλα θα ξεκαθαρίσουν στο μυαλό μου.

Όταν σηκώθηκα να φύγω, τα σύννεφα εξαφανίστηκαν, πήραν μαζί τους και την καλή μου διάθεση. Έφερα τα χέρια στους ώμους και τους έτριψα.

Κάνει κρύο απόψε ή μου φαίνεται; αναρωτιέμαι, καθώς τρέμω σύγκορμος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;