Κεφάλαιο 7: ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ

Με το άλογό του καταπονημένο από το μακρύ ταξίδι, βάδιζε με αργά βήματα, ώσπου αντίκρισε στον ορίζοντα τις κόχες των καμπαναριών και του δημαρχείου που πρωτοστατούσε στην πλατεία. Γνώριζε καλά πού θα πήγαινε και ποιον θα συναντούσε. Η συστατική επιστολή αρκούσε, όπως του είχαν πει, για ν’ αναλάβει την ηγεσία ενός πλοίου του ηπειρωτικού ναυτικού.

Αυτό όμως, που τον συνεπήρε όσο κοντοζύγωνε στην πόλη, ήταν ο κοσμοπολίτικος αέρας της, τον οποίο σίγουρα δεν είχε συνηθίσει στις βόρειες επαρχίες, πόσο μάλλον πίσω στη γενέτειρά του, τη Σκωτία.

Τέτοια μίξη αστικής και αγροτικής ζωής δεν είχε ξανασυναντήσει. Πού ήταν εκείνη η πολύβουη πόλη του Λονδίνου, τα φουγάρα των βιοτεχνιών που ανέπνεαν ασταμάτητα; Εδώ, δίπλα στα δάση, ξεπηδούσαν φυτείες. Πιο πέρα φαίνονταν τα κεντρικά κτήρια της πόλης. Γύρω, σαν μανιτάρια, πολλαπλασιάζονταν οι ξυλοκατασκευές των σπιτιών.

Έμποροι με τις μαύρες τους ρεπούμπλικες, τραπεζίτες με χρυσά κι αργυρά ρολόγια στις τσέπες να μετρούν τον χρόνο για τον δρόμο του χρήματος, πλοιοκτήτες(λαθρέμποροι και μη), έγχρωμοι και λευκοί μικροκαλλιεργητές φορώντας το κασκέτο τους, τεχνίτες με το σφυρί στο χέρι και στρατιωτικοί με το σπαθί στη ζώνη και στον ώμο το μουσκέτο… Όλοι πάλευαν για έναν κοινό σκοπό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πού ο κλήρος και οι αυλικοί;

«Μια τέτοια κοινωνία, εμπνέει ελευθερία…», μουρμούρισε. Βρέθηκε αντίκρυ από μια ταβέρνα ‒πολυσύχναστη έδειχνε‒ και αποφάσισε να μπει μέσα για ένα σέρι (λικέρ). Όσο το άλογό του θα ποτιζόταν, εκείνος θα ξαπόσταινε και παράλληλα θα σκεφτόταν τι θα έλεγε, μόλις παρουσιαζόταν μπροστά στον Κούλπεπερ. Δεν τον ήξερε, δεν τον είχε δει ποτέ του. Το ραντεβού είχε οριστεί στο δημαρχείο. Θα έμπαινε μέσα ως έμπορος για να κλείσει μια συμφωνία με τον κύριο Κούλπεπερ. Το ντύσιμό του ήταν ανάλογο της κοινωνικής τάξης που εκπροσωπούσε. Ο Κούλπεπερ ‒φανταζόταν θα ήταν καταλλήλως ενδεδυμένος‒ θα φορούσε στο λαιμό ένα μοβ φουλάρι.

Στην ταβέρνα, όσο βρισκόταν καθισμένος σε μια γωνιά αναμένοντας απλώς να περάσει η ώρα, άκουγε τις απόψεις των υπολοίπων ‒φωνακλάδες όπως πάντα‒ να δίνουν και να παίρνουν. Όλα γυρνούσαν γύρω από την Επανάσταση. Μπορεί το κρασί ή η μαδέρα να τους είχε «χτυπήσει» λίγο στο κεφάλι, αλλά άκουσε από έναν τους τη σοφότερη φράση, τουλάχιστον όπως του φάνηκε εκείνη τη στιγμή: «Χωρίς την πένα του συγγραφέα της Κοινής Λογικής, το ξίφος του Ουάσινγκτον θα είχε υψωθεί μάταια».

Ο λόγος, για τον Τόμας Πέιν, του οποίου τ’ όνομα δεν είχε ξανακούσει μέχρι τότε. Τα «ζήτω!» που ακολούθησαν, τον έκαναν να καταλάβει πόσο ενθαρρυντικό και γεμάτο έμπνευση ήταν αυτό το έργο για τους πατριώτες.

Η συζήτησή τους τον είχε συναρπάσει, αλλά όπως έβλεπε τον ήλιο να κατεβαίνει από το παράθυρό του, αντιλήφθηκε πως έπρεπε να κατευθυνθεί προς το δημαρχείο. Πιάνοντας το άλογό του από τα γκέμια ένα όνομα είχε κολλήσει στη σκέψη: Τόμας Πέιν. Αν είχε χρόνο έπειτα από τη συνάντησή του με τον Κούλπεπερ, θα επεδίωκε να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν.

Η καγκελόπορτα του δημαρχείου ήταν διακριτικά ανοιχτή από το μάνταλο, πράγμα που τον χαροποίησε, καθώς δεν θα χρειαζόταν να δώσει λόγο σε κανέναν φύλακα-θυρωρό. Μπαίνοντας στο προαύλιο κοίταξε προς τα πάνω το ψηλό κτήριο που απλωνόταν επιβλητικό μπροστά του. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν τρεις το μεσημέρι. Τα παραθυρόφυλλα ήταν σχεδόν όλα κλειστά και κόσμος δεν κυκλοφορούσε σε κανέναν από τους διαδρόμους. Ίσιωσε πιο επίσημα το καπέλο του και προχώρησε προς την πύλη.

Ανοιχτή, καθώς ήταν, ανηφόρησε από τις σκάλες στα δεξιά του προς τον όροφο στον οποίο βρισκόταν και η μεγάλη αίθουσα με τα υπόλοιπα γραφεία. Χάζευε όσο γινόταν περισσότερο τον στολισμό αυτού του κτηρίου, καθώς τέτοια διακόσμηση δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του. Σίγουρα στο Λονδίνο και στις άλλες μεγάλες πόλεις της Αγγλίας δεν θα είχε ποτέ την τιμή να επισκεφθεί ένα τέτοιο κέντρο γεμάτο υψηλά ιστάμενους αξιωματικούς και πολιτικούς.

«Στις Νέες Χώρες μπορείς να γίνεις όποιος επιθυμείς», πέρασε από το μυαλό του η σκέψη, την οποία έκανε καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του πέρα από το Βασίλειο της Αγγλίας. Και όντως, βρισκόταν μέσα στο διοικητικό κέντρο μιας από τις σημαντικότερες πόλεις της εποχής, έτοιμος να τον υποδεχτεί ο σύνδεσμός του, που θα τον μετέτρεπε σ’ ένα από τα γρανάζια της Επανάστασης.

Έφθασε στη μεγάλη αίθουσα. Δύο άντρες συνομιλούσαν όρθιοι πιο πέρα.

-Καλησπέρα, κύριοι.

Εκείνοι στράφηκαν προς το μέρος τους, απευθύνοντάς του ένα «Επίσης, κύριε».

-Εκ μέρους της εμπορικής εταιρείας που διευθύνω θα ήθελα να μιλήσω στον κύριο Κούλπεπερ. Βρίσκεται εδώ;

Ο ένας τους ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία για να αποτελεί σύνδεσμο των πατριωτών αναφορικά με τις τοποθετήσεις στις θέσεις μάχης. Ο άλλος, απ’ την άλλη, του απάντησε με πλήρη επίγνωση: «Βεβαίως. Σας περιμένει στο γραφείο του˙ ακολουθήστε με», κι έκανε ένα νεύμα προς μία άλλη κλειστή πόρτα. «Θα επιστρέψω σε λίγο, Φρανκ. Θα εξυπηρετήσω γρήγορα τον αγαπητό κύριο».

Όσο τον ακολουθούσε αμίλητος, ακούγονταν ως ηχώ τα βήματά τους στο σκαλιστό ξύλινο δάπεδο. Ο νεαρός άνοιξε την πόρτα και του ένευσε να μπει μέσα. «Ορίστε. Ο κύριος που ψάχνετε».

-Καλησπέρα σας!

-Καλησπέρα και σε εσάς!

Ήταν ακόμη γυρισμένος πλάτη. Τον απασχολούσαν κάποια έγγραφα σε μια συρταριέρα.

 

Όταν ο νεαρός έκλεισε την πόρτα πίσω του και ο φερόμενος ως Κούλπεπερ στράφηκε προς το μέρος του, αντίκρισε έναν άντρα με ανοιχτά χρώματα σχεδόν στην ηλικία του, περιποιημένο στην ενδυμασία του, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του κι ένα φουλάρι στο λαιμό σε έντονο μοβ χρώμα.

-Πείτε μου κάτι, κύριε Τζόουνς. Πόσο πρόθυμος είστε να φτάσετε όσο γίνεται μακρύτερα σ’ αυτήν τη συλλογική προσπάθεια ενάντια στην απολυταρχία που λέγεται Επανάσταση;

-Όσο μακρύτερα μου δοθεί η ευκαιρία να προχωρήσω μαζί σας, κύριε Κούλπεπερ. Αν είχα κάποια άλλη απάντηση στο μυαλό μου, δεν θα βρισκόμουν τώρα εδώ μπροστά σας.

-Συμφωνώ. Με προειδοποίησαν πάντως για την οξυδέρκειά σας…

-Για σας, ωστόσο, δεν γνωρίζω τίποτα. Μπορεί να είναι έτσι οι κανόνες του παιχνιδιού, αλλά νομίζω πως μου οφείλετε πολλές εξηγήσεις για το τι θα ακολουθήσει από εδώ και πέρα.

-Έχετε τη συστατική επιστολή;

-Μάλιστα.

Την έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του και τού την έδωσε.

 

Εκείνος τη διάβασε για λίγα λεπτά, σιγουρεύτηκε πως ήταν η αυθεντική. Πλησίασε σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του κι έβγαλε ένα ζευγάρι γαλόνια.

-Από εδώ και στο εξής λοιπόν, είστε υπολοχαγός του ηπειρωτικού ναυτικού, σερ Τζον Πολ Τζόουνς. Αφού ράψετε αυτά πρώτα στη στολή σας…

Του έδωσε το χέρι. Μια σφιχτή χειραψία γεμάτη εμπιστοσύνη και ελπίδες για το μέλλον.

-Η στολή σας… Ξεχάστηκα με τα υπόλοιπα σημαντικά… Θα την παραλάβετε από τον νεαρό που σας έφερε εδώ. Θα τον βρείτε έξω μόλις αποχωρήσετε.

-Πότε αναλαμβάνω καθήκοντα; Ποιο πλοίο θα διοικώ; Το πλήρωμά μου;

-Καταλαβαίνω, κύριε Τζόουνς. Είναι η αρχή, θα έχετε τόσα ερωτήματα… Καταρχάς, όμως, η στολή σας. Θα είμαστε σε επαφή.

-Μα, πώς…;

-Ξέρουμε εμείς, κύριε Τζόουνς. Όσο κυκλοφορούν ανάμεσά μας τα κόκκινα παλτά και οι φίλοι τους δεν μπορούμε ν’ ανοιγόμαστε τόσο εύκολα.

Τον χαιρέτησε, του ευχήθηκε καλή δύναμη και τον συνόδευσε στην πόρτα.

 

Ο νεαρός βρισκόταν σχεδόν στην ίδια θέση, όπως τον είχε αντικρίσει όταν μπήκε για πρώτη φορά στη μεγάλη αίθουσα.

-Καταλαβαίνω πως δεν ήταν και η καλύτερη εμπειρία σας η συνάντηση με τον κύριο Κούλπεπερ, του είπε.

-Δεν θα διαφωνήσω, κύριε…

-Σέλερ. «Πωλητής»… Καταλαβαίνετε… Όλοι πρέπει να έχουν κάποιον που πουλά προς τα έξω το προϊόν τους. Εγώ είμαι αυτός.

-Άρα, να είμαι σίγουρος πως και το όνομα Κούλπεπερ δεν αντιστοιχεί στα αρχεία του ληξιαρχείου με τον κύριο που αντίκρισα.

-Φυσικά και όχι… Σε τέτοιες εποχές, κύριε Τζόουνς, χρειάζεται κάθε προφύλαξη. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι οι καιροί μας.

-Δεν μπορώ να διαφωνήσω. Η στολή μου βρίσκεται εκεί που με πηγαίνετε;

-Μάλιστα. Και πού θα ήταν πιο ασφαλής από κάθε φιλοπερίεργο μάτι; Μα, φυσικά στο υπόγειο.

 

Όταν άνοιξαν τη βαριά πόρτα στο τέλος της σκάλας, ανήλθε μια μυρωδιά μούχλας και σάπιου ξύλου. Ο Σέλερ έπιασε τον δαυλό που βρισκόταν έξω από την πόρτα και τον χρησιμοποίησε για να φέξει στο εσωτερικό του υπογείου.

-Αν και δημαρχείο, έχει πολλά δωμάτια που είναι από τα λιγότερα επισκέψιμα.

Σ’ αυτό το «λαγούμι», κάτω από το μεγαλόπρεπο κτήριο, βρίσκονταν δεκάδες μυστικά, κρυμμένα στις ήδη φορεμένες στολές, στα χρησιμοποιημένα μουσκέτα και στις υγρές δερμάτινες μπότες.

Ένα μικρό σακίδιο εκστρατείας και τα βασικά χρώματα στα ρούχα, μπλε και άσπρο ‒αν και κάπως ξεθωριασμένα και βρόμικα‒ ήταν το λαχείο που του έτυχε. Από όπλο, ο Σέλερ τού είπε πως δεν μπορούσε να βγει έξω κραδαίνοντας ένα από αυτά, αφού θα έδινε στόχο σε όποιον παραμόνευε τις κινήσεις των επαναστατών.

-Θα μείνεις στην πανσιόν που σου είπε ο σύνδεσμος, εντάξει; Μέχρι αύριο θα έχεις λάβει μια επιστολή με τις υπόλοιπες οδηγίες.

Ο Τζόουνς σκεφτόταν πως θα ήταν περισσότερο ήσυχος και ήρεμος, εάν ήταν ο σύνδεσμός του ο Σέλερ παρά ο Κούλπεπερ. Εκείνος ο ξανθός, ψιλόλιγνος τύπος, τον γέμιζε με αισθήματα απέχθειας, ακόμη κι αν τον είχε γνωρίσει μόλις για κάποια λεπτά της ώρας. Η στάση του, έδειχνε έναν άνθρωπο που ήθελε να επιδεικνύεται για την ανωτερότητά του, κοινωνική και διοικητική. Σίγουρα, είχε πεισθεί πως δεν έκανε για πρόσωπο που διατηρούσε το προφίλ των επαναστατών.

Από την άλλη, ο Σέλερ ήταν πιο εξωστρεφής, συμπαθητικός και οικείος στους τρόπους του. Μα, ως «πωλητής» δεν μου συστήθηκε; σκέφτηκε. Ίσως, η «δουλειά» του έπλασε τον χαρακτήρα του.

Εκείνο το απόγευμα δεν είχε όρεξη να βγει έξω από την πανσιόν. Χωμένος σε μια πολυθρόνα στο σαλονάκι, άβολη και παλιά, έβλεπε έξω από το παράθυρο τις άμαξες και την ποικιλία των ανθρώπων που περιδιάβαιναν τον δρόμο.

-Είστε μόνος σας; Μπορώ να σας κάνω παρέα; Άκουσε μια φωνή από πίσω του.

-Μάλιστα, κύριε. Αν και δεν ξέρω πόσο καλή παρέα θα είμαι γι’ αυτό το απόγευμα.

Καθώς μιλούσε στον άγνωστο άνδρα, τον περιεργαζόταν. Φαινόταν ξένος, πιθανώς από τον Βορρά. «Λογικό», σκέφτηκε, εφόσον βρισκόταν μαζί του στην πανσιόν. Εκείνος, καλώντας την οικοδέσποινα να τους φέρει λίγη μαδέρα, στρώθηκε απέναντί του και τον κοιτούσε προσεκτικά.

-Έμπορος, τραπεζίτης, δημόσιος υπάλληλος;

-Το πρώτο, απάντησε ο Τζόουνς. Εσείς, με τη σειρά σας;

-Δεν μπορώ να ξέρω τι θεωρούμαι… Η ιστορία θα δείξει˙ πάντως δεν έχω καμία σχέση με υλικά αγαθά, όπως εσείς.

-Σίγουρα καλλιτέχνης! Ο Τζόουνς γέλασε βάζοντας στα ποτήρια τους λίγο από το ποτό.

Ο άγνωστος ανταπέδωσε το γέλιο.

 

-Τέτοιες φιλοσοφίες λένε λοιπόν οι καλλιτέχνες, έτσι; Γνωρίζω αρκετούς. Θα τους κατηγορήσω αύριο μεθαύριο πως μου κόλλησαν τέτοιες άχαρες συνήθειες.

-Ευτυχώς για μένα ισχύει το αντίθετο. Από φίλους, μονάχα ναυτικούς!

-Τόμας Πέιν είναι τ’ όνομά μου. Του πρότεινε το χέρι.

Ο Τζόουνς τον κοίταξε, παίρνοντας σοβαρή έκφραση. Εκείνος είδε την αλλαγμένη του συμπεριφορά και κατάλαβε πως θα είχε ακούσει…

-Για να σε προλάβω, ξέρω πως είσαι κι εσύ ένα «γρανάζι». Άλλωστε, το πανδοχείο δεν είναι τυχαίο, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει επισκέπτης σ’ αυτό δίχως διαπιστευτήρια…

-Είσαι ο σύνδεσμός μου;

-Σίγουρα, όχι. Θα το ήξερα. Απλώς έτυχε να διαμένω αυτές τις μέρες εδώ… Είσαι ο πρώτος που μπαίνει εδώ έπειτα από μένα.

-Τζον Πολ Τζόουνς, παρεμπιπτόντως. Ένας άσημος, αρχάριος ακόμη, υπολοχαγός του ναυτικού.

“Εν δυνάμει προς τη δόξα”, πρέπει να συμπληρώσεις. Κανείς μας δεν ξέρει ακόμη το που θα φθάσει αυτή η περιπέτεια. Άρα, εν δυνάμει όλοι προχωρούμε αυτή τη στιγμή προς την ελευθερία.

-Θα ήθελα πολύ να διαβάσω τουλάχιστον ένα απόσπασμα από την «Κοινή Λογική», του είπε ο Τζόουνς με νόημα.

-Δεν υπάρχει κάτι μέσα σ’ αυτό το έργο που να μην το γνωρίζεις ήδη. Αυτά είναι για όσους βρίσκονται έξω από τον χορό… Έξω από τα «πιστεύω» μας. Να είσαι σίγουρος πως το ψυχικό σου σθένος είναι η δική σου κοινή λογική.

 

Ο Πέιν, ωστόσο, έβγαλε από το σακάκι του ένα μαντήλι. Ήταν ραμμένο με προσοχή στα τρία χρώματα της Επανάστασης. Αυτό που έλειπε από τη στολή του Τζόουνς, το κόκκινο, σχημάτιζε την ιδέα της σημαίας του κόσμου στον οποίο ήθελαν να ζήσουν, έπειτα από την επιθυμητή νίκη τους εναντίον των Άγγλων.

Του το χάρισε, σφίγγοντάς του το χέρι. Αυτή η χειραψία τού θύμισε τον Κούλπεπερ, όπως τότε το μεσημέρι που του ευχήθηκε καλή δύναμη. Ωστόσο, ο Πέιν είχε ευθύ βλέμμα, στέρεο και σίγουρο. Ταυτόχρονα με τη χειραψία τού ευχήθηκε:

«Όταν θα καβαλάς τα κύματα, θα νιώθεις ότι κερδίζεις τη ζωή σου μίλι το μίλι. Όταν βυθίσεις το πρώτο σου εχθρικό πλοίο, θα νιώσεις πως κέρδισες ένα σπίτι. Όταν υψωθεί αυτή η σημαία στη γη μας, θα πεις, αυτή είναι η πατρίδα μου».

Και είχε δίκιο… Λίγες μέρες μετά, ένιωσε τα λόγια του να τον στοιχειώνουν. Σαν ένα αόρατο κίνητρο τον οδηγούσε στη δόξα˙ να πάρει τη ζωή στα χέρια του, απ’ όταν την έχασε για πάντα στην Αγγλία, εκεί που θυμόταν ακόμη πως είχε αφήσει τις ρίζες του, τα παιδιά του. Όταν ανέλαβε την πρώτη του αποστολή προς τις Μπαχάμες, ένιωσε να κρατά το μέλλον του στο τιμόνι ενός πλοίου πατριωτών˙ ενός πλοίου της Επανάστασης.

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Δημήτρης Λαδικός

Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ασχολείται ιδιαίτερα με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων και άρθρων. Αγάπη του είναι η μουσική, τα ταξίδια και ο αθλητισμός.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;