Κεφάλαιο 5: Βουτιά στο κενό

 

Η ώρα είχε φτάσει 10.00μ.μ.. Στην πλατεία Συντάγματος ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει.

Η Λεωφόρος Βασιλίσσης Αμαλίας αντιθέτως ήταν γεμάτη οχήματα με οδηγούς ανυπόμονους να φτάσουν στον προορισμό τους. Από τη πλευρά της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, έξω από τα κλειστά ανθοπωλεία – που κάποτε στέγαζαν τους στάβλους του Βασιλιά Όθωνα – δυο εύζωνοι ντυμένοι με την παραδοσιακή φουστανέλα ακολουθούσαν τον ανώτερό τους. Ο ψηλός γεροδεμένος άντρας ήταν ντυμένος στα χακί και στο κεφάλι φορούσε τον χαρακτηριστικό γαλάζιο μπερέ του σώματος των Ευζώνων. Ο προπορευόμενος στρατιώτης έδινε βήμα στους τσολιάδες που κατευθυνόντουσαν να αλλάξουν τους συναδέλφους τους, οι οποίοι «βαρούσαν» το προηγούμενο νούμερο μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου στρατιώτη.

Μια καθημερινή ρουτίνα μπροστά από τα παλιά ανάκτορα της Αθήνας. Λίγες στιγμές αργότερα το σκηνικό θα άλλαζε άρδην.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τα βράδια επικρατούσε πάντα ησυχία στη Βουλή των Ελλήνων. Όλα τα βράδια εκτός από αυτά που έχει να τελεστεί κάποια ψηφοφορία.

Στο Νοτιοδυτικό τμήμα της Βουλής, ο Υφυπουργός Παιδείας Αλέξανδρος Σωτηριάδης περπατούσε σκεπτόμενος την ψηφοφορία που πραγματοποιούταν λίγες ώρες αργότερα όταν συνάντησε στον διάδρομο τον παλιό του φίλο, Παναγιώτη Κασάπη, Βουλευτή του Κυβερνώντος Κόμματος, χρίσμα το οποίο χρωστά στον Νεποτισμό που κυριαρχεί στην Ελλάδα. Ο πατέρας του ήταν Βουλευτής, και πριν από αυτόν ο παππούς του. Οι δυο τους φίλοι από το Πανεπιστήμιο και άνηκαν χρόνια στο ίδιο κόμμα.

Ο Κασάπης έκανε πως δεν είδε τον Υφυπουργό και τον προσπέρασε. Ο Σωτηριάδης ήξερε τι έτρεχε. «Πάνο!» φώναξε. Αφού δεν είδε αντίδραση, επανέλαβε το όνομα του φίλου του ακόμα μία φορά. Τότε χωρίς να μιλήσει ο Βουλευτής γύρισε προς τον παλιό φίλο του χωρίς να μιλήσει. «Πάνο, μη σβήσεις τόσα χρόνια μονοκοντυλιά. Μην τα γκρεμίσεις όλα». Ο Κασάπης δεν απάντησε, με την απογοήτευση έκδηλη στο πρόσωπο του κοίταξε κατάματα τον Σωτηριάδη και μετά το πάτωμα.

«Θα ψηφίσεις σήμερα, ε; Δεν θα μας απογοητεύσεις», συνέχισε ο Υφυπουργός. Κουνώντας αδιάφορα το χέρι ο Παναγιώτης Κασάπης γύρισε και συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο μέχρι που έστριψε και χάθηκε από το οπτικό πεδίο του Σωτηριάδη.

 

Στο διάδρομο του πέμπτου ορόφου της Βουλής των Ελλήνων, ο ρυθμικός ήχος των τακουνιών έσπαγε την νεκρική σιωπή που επικρατούσε. Η Λίζα Μακρή, γραμματέας του βουλευτή Παναγιώτη Κασάπη, κατευθυνόταν στο γραφείο της. Είχε ενημερώσει τον εργοδότη της ότι θα έβγαινε για μισό λεπτό έξω. Προ λίγων λεπτών είχε δεχθεί μια κλήση από τον αστυνομικό στην πύλη ότι ο πρώην αρραβωνιαστικός της τη ζητούσε κι ήταν θέμα ζωής και θανάτου.

Είχαν χωρίσει μόλις πριν μια εβδομάδα και πίστεψε πως ήθελε να της ζητήσει συγγνώμη και να της προτείνει να γυρίσει πίσω στο σπίτι τους. Αφού λοιπόν φρέσκαρε το μακιγιάζ της κατέβηκε για να τον συναντήσει,  εκείνος δεν ήταν εκεί. Απορημένη απευθύνθηκε στον αστυνομικό στο φυλάκιο της πύλης, αλλά ο νεαρός αστυνομικός την διαβεβαίωσε ότι δεν της είχε ζητήσει κανείς και ότι εκείνος σίγουρα δεν της είχε τηλεφωνήσει να κατέβει.

Ποιος μαλάκας μου κάνει πλάκα, σκέφτηκε.

Όντας ακόμα εκνευρισμένη έφτασε στο γραφείο της. Πριν καλά καλά κάτσει πάτησε το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας για να ενημερώσει το βουλευτή ότι είχε επιστρέψει. «Κύριε Κασάπη, επέστρεψα, όλα καλά», είπε. Δεν ήθελε να του πει την αλήθεια, δεν ήθελε να τη λυπηθεί. «Χρειάζεστε κάτι;» ρώτησε πολύ ευγενικά κρύβοντας τον εκνευρισμό της. Όμως δεν πήρε καμία απάντηση. «Κύριε βουλευτά», επέμεινε. Πάλι τίποτα.

Χωρίς κανέναν δισταγμό, παραμέρισε την βαριά ξύλινη πόρτα και μπήκε στο μεγάλο γραφείο. Το βλέμμα της σάρωσε το κόκκινο χαλί. Έψαχνε το κορμί του ηλικιωμένου άντρα, υποθέτοντας πως ίσως είχε λιποθυμήσει. Πουθενά όμως. Λες να πήγε στην τουαλέτα, αναρωτήθηκε. Καθώς γυρνούσε με προορισμό το μπάνιο, την προσοχή της τράβηξε το τρίξιμο του παραθύρου. Παραξενεύτηκε. Ο βουλευτής δεν ήθελε ποτέ ανοιχτό παράθυρο γιατί ήταν επιρρεπής στα κρυολογήματα και ο καιρός ήταν αρκετά κρύος για Μάιο μήνα. Όντας συγχυσμένη, προχώρησε αποφασιστικά για να κλείσει το ανοιχτό παράθυρο.

Η μισή κουρτίνα είχε κρεμαστεί απ’ έξω. Κάνοντας να την μαζέψει αντίκρισε ένα ανατριχιαστικό θέαμα. Περίπου 20 μέτρα από κάτω της βουλιάζοντας μέσα σε μια βαθυκόκκινη λίμνη από αίμα βρισκόταν το άψυχο κορμί του έως και λίγα λεπτά νωρίτερα εργοδότη της.

 

Σιωπή επικρατούσε στην οδό Ηρώων Πολυτεχνείου, όπως και στην υπόλοιπη γειτονιά. Ακόμα και τα φώτα στα μπαλκόνια των γύρω πολυκατοικιών ήταν σβηστά.

Ο Άρης είχε απλωμένα τα πόδια στην κουπαστή, στο αριστερό χέρι που κρεμόταν από τον εξωτερικό τοίχο κρατούσε ένα αναμμένο τσιγάρο καθώς χάζευε τους φωτεινούς προβολείς του γηπέδου που προσπαθούσαν να κερδίσουν την μάχη με το βαθύ σκοτάδι που επικρατούσε ολόγυρά τους.

Φως και σκοτάδι, ένας αιώνιος πόλεμος. Η συγκεκριμένη μάχη θα έβρισκε προσωρινό νικητή το σκοτάδι, αφού στις 11.30 θα έκλειναν οι προβολείς, όμως το πρωί αναπόφευκτα το φως θα επανερχόταν διώχνοντας τον αιώνιο εχθρό του.

Γιατί το καλό πάντα κερδίζει. Έτσι πίστευε ο Άρης. Μέχρι πριν έξι μήνες τουλάχιστον. Πάντα θεωρούσε τον εαυτό του στρατιώτη του καλού. Ακόμα και αυτό όμως υπήρχαν φορές που τέθηκε υπό αμφισβήτηση από κάποιους. Ίσως γιατί οι μέθοδοί του δεν ήταν απολύτως ορθόδοξες και πολιτικά ορθές. Το ήξερε όμως, γιατί μπορεί να ήταν καλός, αλλά παρέμενε πάντα στρατιώτης.

Χτύπησε το κινητό του. Δεν ήταν σίγουρος αν τον είχε πάρει ή όχι ο ύπνος ή απλά ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Πέταξε το σβησμένο τσιγάρο στο τασάκι που βρισκόταν δίπλα σε ένα ποτήρι γεμάτο τόνικ λεμόνι.

«Έλα ρε».

«Ζεις;» Η φωνή που ακούστηκε από την άλλη πλευρά της γραμμής ήταν μπάσα αρκετά και βραχνιασμένη. Άνηκε στον Γιάννη Αποστολόπουλο, κολλητό φίλο του Φέρρη και ιδιοκτήτη ενός «Ντεθάδικου», όπως το έλεγε ο Άρης. Ο Γιάννης με τη σειρά του τον έλεγε κωλόμπατσο.

«Ακόμα, ναι». Ο Άρης έφερε ένα στραβό τσιγάρο στο στόμα και το άναψε. Πήρε μια βαθιά τζούρα και ελευθέρωσε στον σκοτεινό ουρανό ένα μεγάλο σύννεφο καπνού. «Αν το λες ζωή αυτό».

«Χάνεσαι Άρη». Η φωνή διακόπηκε από έναν δυνατό θόρυβο, ο οποίος δεν κράτησε πολύ.

«Στο μαγαζί είσαι;»

«Ναι, που αλλού;»

«Ακόμα να το κλείσεις με την μουσική που παίζετε εκεί;» ακούστηκε το ασθματικό γέλιο του Γιάννη και μετά ένας βαρύς βήχας.

«Εμφανίσου καμιά φορά και θα κάνω classic rock βραδιά μόνο για εσένα».

«Νομίζω πως ένας αλκοολικός που προσπαθεί να κόψει το ποτό δεν έχει θέσει σε ένα μπαρ, αλλά εν είδη ομοιοπαθητικής θεραπείας θα προσπαθήσω».

«Τέλεια. Δεν σε πήρα για να σου πω ότι μου έλειψες, όμως». Ο Άρης συνοφρυώθηκε. «Πέρασε ο Έκτορας από εδώ».

«Τί ήθελε ο Έκτορας στο ντεθάδικό σου;» Μάζεψε τα πόδια του από την κουπαστή και έκατσε καλά στην καρέκλα τύπου σκηνοθέτη που είχε μόνιμα στο μπαλκόνι.

«Είμαι ο νονός του αν το ξέχασες. Πέρασε να τα πούμε λίγο. Είναι μόνος του, Άρη. Σε χρειάζεται».

«Προσπαθώ, αλλά με κρατάει σε απόσταση».

«Προσπάθησε παραπάνω. Μην ξεχνάς ότι κι ο δικός του κόσμος διαλύθηκε. Πάντα ήσουν απόμακρος, αλλά μετά εξαφανίστηκες από τη ζωή του, αφού αφέθηκε στο δικό σου πένθος. Ξέρεις όμως πόσο μεγάλη ανάγκη σε είχε και σε έχει». Ο Άρης έσφιξε τη γροθιά του και πιέστηκε σε μια προσπάθεια να μην κλάψει. «Νομίζει ότι ντρέπεσαι για εκείνον Άρη».

«Ξέρεις πως δεν ισχύει».

«Εγώ το ξέρω».

«Θα προσπαθήσω να του μιλήσω».

«Χαίρομαι».

«Το ποτό προσπαθείς να το κόψεις. Ελπίζω να μην ξεκίνησες και το άλλο όλο αυτό τον καιρό».

«Όχι ρε μαλάκα. Αφού ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να παίζω πιωμένος».

«Σωστά». Ο Γιάννης ακούστηκε σκεπτικός.

Χτύπησε δεύτερη γραμμή.

«Πρέπει να σε κλείσω φίλε, με καλούν…»

«Από τη δουλειά, ξέρω».

«Θα τα πούμε ρε».

Ο Άρης δεν άκουσε την απάντηση του φίλου του, αφού είχε ήδη απαντήσει στην δεύτερη κλήση. Ακούγοντας αυτά που του έλεγαν, έσβησε το τσιγάρο και μπήκε σπίτι.

«Σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί», απάντησε.

Τα φώτα του γηπέδου πίσω του έσβησαν.

 

Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν το μαύρο σεντάν του Άρη, πέρασε την κλούβα που βρίσκεται μόνιμα έξω από την βουλή, και την οποία είχαν κάθετα στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας στο ύψος του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης. Ο αστυφύλακας, ο οποίος έστελνε τα λιγοστά οχήματα να συνεχίσουν την πορεία τους στην οδό Ηροδότου, αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο σήκωσε την κόκκινη κορδέλα για να περάσει ο ανώτερός του. Οδήγησε λίγο ακόμα χωρίς ταχύτητα στο κιβώτιο και σταμάτησε ακριβώς πίσω από τα τηλεοπτικά συνεργεία.

Πέρασε ανάμεσα από κάμερες και δημοσιογράφους. Με την άκρη του ματιού του είδε την Σοφία Μάρκου, την ρεπόρτερ του Πρώτου Καναλιού, ελπίζοντας να μην τον είχε δει πρώτη έστριψε και πέρασε πίσω από ένα λευκό βανάκι με την επιγραφή της ΕΡΤ για να μην τον δει. Πέρασε κάτω από την κόκκινη κορδέλα που είχε τοποθετηθεί στο ύψος της Ιταλικής Πρεσβείας, με αρχικό σκοπό την απομάκρυνση των οχημάτων προς την οδό Σέκερη, όμως τώρα χρησίμευε για να κρατήσει μακριά τους δημοσιογράφους.

Επικρατούσε πανικός. Νωρίτερα, έδωσε οδηγίες στον αστυφύλακα που τον ειδοποίησε να καλέσει την Ανθυπαστυνόμο Σωτηριάδη και να της πει να τον περιμένει στην είσοδο της Βασιλίσσης Σοφίας. Είχε φτάσει πρώτος μάλλον, στάθηκε δίπλα στο φυλάκιο του φρουρού πύλης και έβγαλε το κινητό του για να την καλέσει, όμως το ξαναέβαλε στην τσέπη καθώς την είδε να πλησιάζει προς το μέρος του. Φορούσε ακόμα το μαύρο μπουφάν της μηχανής. Τα προστατευτικά στους ώμους και στους αγκώνες αλλοίωναν κατά πολύ τη λεπτή θηλυκή σιλουέτα της.

«Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, αλλά έπεσα πάνω στον Αρχηγό και με καθυστέρησε». Το βλέμμα της ήταν σταθερό. Έλεγε αλήθεια, σκέφτηκε ο Άρης. Όχι όπως το μεσημέρι.

«Είναι ήδη εδώ;»

«Ναι», απάντησε η Αθηνά μην ούσα σίγουρη αν ο συνεργάτης της περίμενε όντως απάντηση.

«Βέβαια. Τόσοι δημοσιογράφοι, τόσες συνεντεύξεις. Πώς να αντισταθεί;»

Η Αθηνά αυτή την φορά ήταν σίγουρη πως η ερώτησή του ήταν ρητορική.

«Σε περιμένει».

Προχώρησαν προς την μπροστινή όψη της Βουλής.  Έστριψαν αριστερά, πέρασαν τα φυλάκια των ευζώνων και ανέβηκαν τις σκάλες πίσω από το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Ο Άρης είδε από μακριά τον Βάρναλη να μιλάει με μια αξιωματικό της σήμανσης κάποια μέτρα πέρα από τον νεκρό πολιτικό.

«Μείνε λίγο εδώ. Θα σε φωνάξω σε λίγο». Δεν περίμενε να λάβει την καταφατική της απάντηση και προχώρησε προς το σημείο που κείτονταν το πτώμα.

Το παχύ σώμα του Παναγιώτη Κασάπη έστεκε πάνω σε ένα σκούρο κόκκινο λεκέ από το ξεραμένο αίμα του. Πρόσεξε την αφύσικη στάση του σώματος, τα παραμορφωμένα από την πτώση οστά του. Έκανε τον κύκλο για να δει το πρόσωπό του νεκρού. Η πλευρά με την οποία προσέκρουσε στο έδαφος είχε παραμορφωθεί. Τα οστά του σαγονιού και του δεξιού ζυγωματικού του είχαν εξαφανιστεί.

«Άσχημη πτώση», άκουσε από πίσω του να τον Βάρναλη, ο οποίος με τη σειρά του έκανε τον κύκλο του πτώματος, βολιδοσκοπώντας ξανά την κατάσταση. Ο Φέρρης ήταν σίγουρος πως κάτω από το παχύ γκρίζο μουστάκι του ο Αρχηγός έκρυβε μια έκφραση ανησυχίας. Ανησυχία η οποία γεννιόταν από την γνώση του ντόρου που είχε δημιουργήσει ο θάνατος του Παναγιώτη Κασάπη, ο οποίος με τη συνέχεια του θα προκαλούσε ασφυκτική πίεση στο πρόσωπό του από το Κυβερνών Κόμμα, με απαιτήσεις για άμεσα αποτελέσματα και απειλές σε περίπτωση πιθανής αποτυχίας. Οι πρώτες φήμες μιλούσαν για αυτοκτονία, αλλά η παρουσία του Αρχηγού του Σώματος ίσως έκρυβε κάτι άλλο.

«Πάντα αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που μπορεί να ωθήσει κάποιον να κάνει το έσχατο βήμα προς το κενό».

Ο Άρης ο οποίος πολλές φορές είχε νιώσει τον πειρασμό να δώσει τέλος στη ζωή του, ήξερε πως δεν υπήρχε κάτι που σου έδινε την τελευταία ώθηση για να πηδήξεις, όμως υπήρχαν λόγοι που σε κρατάνε και σε εμποδίζουν από το να πηδήξεις. Όταν πάψουν να υφίστανται αυτοί οι λόγοι –οι άνθρωποι που τους ορίζουν δηλαδή– τότε απλά πέφτεις.

«Αν ήταν αυτοκτονία» απάντησε προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στη σκηνή του εγκλήματος.

«Μα τί λες;» η φωνή του Βάρναλη ήταν ουδέτερη, ούτε θυμός, ούτε απορία.

«Είμαστε σίγουροι ότι είναι αυτοκτονία Αρχηγέ; Αν ναι, να πάω να κοιμηθώ. Μην αργήσω και στο γραφείο αύριο». Ένας Θεός ξέρει πόσο ήθελε να τον διαολοστείλει ο Βάρναλης, όμως ήξερε πως ήταν ο καλύτερος που είχε στη διάθεσή του. Αρκεί να ήταν σώφρων.

«Άρη, θα υπάρξει μεγάλη πίεση σε αυτή την υπόθεση. Θα τα καταφέρεις να ανταπεξέλθεις;»

Ο Άρης πλησίασε τον Αρχηγό του και του απάντησε χαμηλόφωνα.

«Διονύση, ξέρουμε κι οι δύο πως εσύ έδωσες εντολή να καλέσουν εμένα από το κέντρο. Με θες εδώ γιατί μπορώ να σε βοηθήσω. Άσε με λοιπόν να σε βοηθήσω». Ο Βάρναλης έκανε ένα βήμα πίσω και άνοιξε τα χέρια του εν είδη παραίτησης. Ο Άρης φώναξε την Αθηνά, η οποία στεκόταν εκατό μέτρα παραπέρα και της έκανε νόημα να τους πλησιάσει.

«Πες μου, Άρη», μουρμούρισε η Αθηνά λοξοκοιτώντας τον Βάρναλη, ο οποίος δεν έκρυψε την έκπληξή του στο άκουσμα της προσφώνησης του Φέρρη με το μικρό του όνομα από τα χείλη της Ανθυπαστυνόμου.

Το άψυχο κορμί του μέχρι προ ολίγου Βουλευτή και μέλους της Κυβέρνησης την έκανε να ανατριχιάσει. Αν δεν είχε ενημερωθεί για την ταυτότητα του αποθανόντα δεν ξέρει αν θα τον αναγνώριζε από τα υπολείμματα του προσώπου του. Αίματα και τμήματα κρανίου και εγκεφάλου είχαν γεμίσει τον χώρο και για λίγο νόμισε πως θα έκανε εμετό αλλά τον «κατάπιε».

«Θέλω μαρτυρίες από όλους. Από την γραμματέα του Κασάπη και τον κάθε Αξιωματούχο αυτού του κωλοκράτους μέχρι τον κηπουρό και την καθαρίστρια». Πήρε μια ανάσα, είδε ότι είχε την αμέριστη προσοχή της Αθηνάς και συνέχισε: «Θέλω μια κόλλα χαρτί με οποιονδήποτε βρισκόταν στο κτίριο το τελευταίο δίωρο και το θέλω χθες. Κατάλαβες;»

Η νεαρή αξιωματικός κούνησε το κεφάλι της νευρικά και μια τούφα από τα πιασμένα σε κοτσίδα μαλλιά της έπεσε στο πρόσωπο της. Πέταξε ένα «μάλιστα» και έκανε να φύγει όταν ένιωσε ένα χέρι να την κρατά. Ήταν αυτό του Φέρρη, ο οποίος την πλησίασε και της είπε χαμηλόφωνα: «Πάρε τρεις αστυφύλακες να κάνουν τη “λάντζα”. Εσύ ανάλαβε τους υψηλά ιστάμενους και απλά μάζεψε τις αναφορές των άλλων. Εντάξει;». Δεν περίμενε απάντηση και συνέχισε. «Δεν υπάρχει τίποτα το ντροπιαστικό στο να νιώσεις την ανάγκη να κάνεις εμετό βλέποντας κάτι τέτοιο. Λέω εγώ, αν…Εντάξει;»

Γύρισε και είδε ότι ο Βάρναλης είχε κατευθυνθεί προς τους δημοσιογράφους που βρισκόντουσαν αριστερά όπως έβλεπες την πλατεία Συντάγματος, στην αρχή της Όθωνος. Σαρώνοντας την περιοχή με το βλέμμα του τού ήρθε μια ιδέα. Ήλπιζε να μάθει κάτι η μικρή, όμως δεν είχε σκοπό να περιμένει εκεί με σταυρωμένα τα χέρια. Αφού ο Αρχηγός θα αναλάμβανε σίγουρα τη συνέντευξη τύπου και αφού ήταν πλέον σίγουρος πως κάτι βρωμούσε έπρεπε να μάθει περισσότερα, και μόλις είχε σκεφτεί που θα έψαχνε πρώτα.

 

Όταν θες να μάθεις κάτι, ένας είναι αυτός που ξέρει πάντα κάτι να σου πει. Ίσως όχι αυτό ακριβώς που ψάχνεις, όμως σίγουρα κάτι ενδιαφέρον. Όμως το καλύτερο από όλα είναι ότι ο συγκεκριμένος τύπος σου σερβίρει να πιεις και ακόμα, και κανείς δεν έχει πει ότι είναι παράνομο να αφήσεις μεγάλο φιλοδώρημα σε έναν εξυπηρετικό bartender.

Διέσχισε την πλατεία της Βουλής, πέρασε στην απέναντι πλευρά της Λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας, κατέβηκε τα σκαλιά και διέσχισε διαγώνια την πλατεία Συντάγματος μέχρι που έφτασε στην σκάλα στα αριστερά της πλατείας. Ανέβηκε τα σκαλιά και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ανέβηκε την οδό Όθωνος προς τη Βουλή και λίγο πριν φτάσει στους δημοσιογράφους τρύπωσε σε μια στοά, μην όντας απόλυτα σίγουρος ότι απέφυγε το βλέμμα του Βάρναλη. Διέσχισε τη στοά και στο βάθος της βρήκε και διάβηκε μια καγκελόπορτα η οποία τον οδήγησε σε μια ελικοειδή μεταλλική σκάλα. Από τη στιγμή που άρχισε να κατεβαίνει φιδογυριστά σκαλοπάτια νότες από Funky Jazz κομμάτια άρχισαν να φτάνουν στα αυτιά του.

Ένα πάτωμα πιο κάτω βρήκε μια ξύλινη πόρτα που πάνω της ήταν χαραγμένες οι λέξεις «Tie bar Athens». Αφού μπήκε είδε έναν τοίχο με το λογότυπο του μπαρ, στο οποίο μια γραβάτα είχε πάρει τη θέση του «i» και ένα βελάκι το οποίο υποδείκνυε στον επισκέπτη πως έπρεπε να κατευθυνθεί αριστερά. Κατασκευασμένα με μπλε neon φωτισμό και τα δύο.

Το υπόγειο μπαρ ήταν σκοτεινό αλλά καθόλου ταπεινό. Η πολυτελής διακόσμηση του θύμιζε ταινία των 80s, με τους δερμάτινους Tσέστερφιλντ καναπέδες περιμετρικά της σκοτεινής αίθουσας, έναν πολυέλαιο που έμοιαζε να είναι στολισμένος με διαμάντια, βέβαια διακοσμητικός μιας και το μόνο φως στην αίθουσα προερχόταν από τις πράσινες λεντοταινίες κατά μήκος των ραφιών πίσω από την μπάρα και δυο απλίκες στον μεγάλο τοίχο πίσω από τον τριθέσιο καναπέ. Οι λίγοι θαμώνες ήταν ντυμένοι με κοστούμια, έτσι το γκρι παλτό που φορούσε ο Φέρρης έκανε αμέσως αισθητή την παρουσία του.

Χωρίς να κοιτάξει τον υπόλοιπο χώρο, ο Άρης πλησίασε την μπάρα και έσκυψε προς τον καλοντυμένο τύπο με το λευκό πουκάμισο και τις μαύρες τιράντες, ο οποίος καθάριζε ένα ποτήρι καθώς κρυφάκουγε τι έλεγαν δυο χοντροί κουστουμάτοι τύποι στην γωνία της ξύλινης μπάρας.

«Ένα ποτήρι Jack και μια δυο απαντήσεις», είπε ο Άρης και έκατσε σε ένα από τα ψηλά σκαμπό που υπήρχαν κατά μήκος της μπάρας. Ο μπάρμαν τον επεξεργάστηκε καθώς ακουμπούσε το χαμηλό ποτήρι στον πάγκο. «Χωρίς πάγο», συμπλήρωσε όταν είδε τον μελαχρινό και αντικειμενικά γοητευτικό άντρα –πιο νέος από τον ίδιο, όμως σίγουρα πάνω από τριάντα, να πιάνει τον παγοθραύστη. Εκείνος χαμογέλασε, έβαλε το  ποτό και το τοποθέτησε σε μια χαρτοπετσέτα μπροστά στον Φέρρη.

«Δουλεύεις κάθε βράδυ εδώ;»

«Μόνο καθημερινές, τα Σαββατοκύριακα δουλεύουν δυο κοπέλες. Γιατί;»

«Μην αγχώνεσαι, προτιμώ τις γυναίκες». Ο μπάρμαν δεν έδειξε να συγκινείται από το σεξιστικό ομολογουμένως αστείο του Αστυνόμου, ο οποίος έβγαλε και του έδειξε την ταυτότητά του και συνέχισε: «Θα  ήθελα να μου δώσεις κάποιες πληροφορίες. Είσαι ο άνθρωπος μου;» Ο Άρης κοίταξε για λίγο το ποτήρι με το κεχριμπαρένιο ποτό όμως δεν έκανε κίνηση να πιει μια γερή γουλιά όπως πολύ θα ήθελε και μετά γύρισε το βλέμμα του στον άντρα που στεκόταν πίσω από την μπάρα.

«Εγώ τι θα κερδίσω;» ρώτησε ο μπάρμαν.

«Πρώτον, μια ήσυχη βάρδια, χωρίς να σε τραβολογάει ένας τρελός μπάτσος στο τμήμα για να καταθέσεις, γιατί πηγές του τον ενημέρωσαν πως ο εκλιπών βουλευτής Κασάπης συνήθιζε να κάθεται στην μπάρα σου. Δεύτερον, ένα καλό πουρμπουάρ και τρίτον την αμέριστη ευγνωμοσύνη της Ελληνικής Αστυνομίας και ενός Αστυνόμου που σέβεται έναν μπάρμαν που σερβίρει μεγάλες μερίδες». Ολοκληρώνοντας την φράση του ο Άρης χαμογέλασε φιλικά.

 

Επιστρέφοντας στην σκηνή του εγκλήματος, ο Φέρης παρατήρησε πως ο Βάρναλης τον περίμενε και τον κοιτούσε περίεργα. Δίπλα του στεκόταν η Αθηνά. Μάλλον θα του μεταβίβαζε τις πληροφορίες που συνέλεξε, σκέφτηκε ο Φέρης.

«Πού ήσουν Αστυνόμε;» ρώτησε ο Αρχηγός ενώ κοιτούσε μια μπροστά του, προς τους δημοσιογράφους που είχαν μαζευτεί πίσω από το διαχωριστικό που είχε στηθεί από την αστυνομία και μια προς τα πάνω, το παράθυρο από το οποίο φέρεται να βούτηξε ο Παναγιώτης Κασάπης.

«Εδώ γύρω Αρχηγέ» απάντησε ο Φέρρης βγάζοντας το πακέτο τσιγάρα του και έφερε στα χείλη του ένα στραβό Lucky Strike.

«Σε πήρε το μάτι μου να μπαίνεις στην στοά της Όθωνος».

Τον πούστη, τίποτα δεν του ξεφεύγει», σκέφτηκε ο Άρης)

«Έκανα κάποιες ερωτήσεις».

«Έμαθες κάτι χρήσιμο;» Ο τόνος του Αρχηγού φανέρωνε το άγχος και την ανησυχία του.

«Δεν είμαι σίγουρος. Θα σε ενημερώσω όταν καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα».

«Το πρωί στις 10.00π.μ. έχει ανακοινωθεί συνέντευξη τύπου. Μέχρι τις 9.00π.μ. θέλω να είμαι πλήρως ενημερωμένος για οποιαδήποτε πληροφορία και εξέλιξη. Έγινα σαφής;»

Ο Άρης άναψε το τσιγάρο του και κατένευσε θετικά. Ο Αρχηγός τον καληνύχτισε και απομακρύνθηκε. Τον είδε με την άκρη του ματιού του να μπαίνει σε μια μαύρη Lexus. «Καινούριο υπηρεσιακό αυτοκίνητο, να είναι καλά οι επιχορηγήσεις», σκέφτηκε.

Έμεινε σκεπτικός για λίγο. Κοιτούσε τον καπνό του τσιγάρου που κατευθυνόταν προς τον μαύρο ουρανό που τα φώτα της πόλης είχαν μετατρέψει σε ένα μαύρο θόλο.

Ήξερε πως τα αστέρια ήταν εκεί αλλά ήταν κρυμμένα. Το ίδιο και ο δολοφόνος του Βουλευτή.

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Χάρης Ράμμος

Γεννήθηκα στην Αθήνα. 29 χρόνια μετά ζω ακόμα σε αυτή την πόλη που ακόμα δεν έχω καταλάβει αν τη τη μισώ ή τη λατρεύω. Μεγάλες αγάπες μου τα βιβλία, οι ταινίες και το ποδόσφαιρο.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;