Κεφάλαιο 5: Μην περάσεις τον ποταμό

Ζεσταίνομαι, ο καιρός έχει απλώσει δίχτυ πνιγηρό στο όμορφο χωριό μου, από το πέπλο του άπνοια σκέπασε τις σκεπές των κτιρίων και τις καρδιές των ανθρώπων. Βλέπω στα πρόσωπα των συγχωριανών μου την οκνηρία. Πολλοί, εργάτες ακάματοι κατά τα άλλα, αποκαρωμένοι ξημεροβραδιάζονται στους καφενέδες και τις καφετέριες. Πάνε μέρες που η μικρή μας γειτονιά, κρυμμένη σε κόσμο αχανή, μαστίζεται από ένα κύμα καύσωνα που εκτοξεύει τη θερμοκρασία στα ύψη.

H θωρακική μου κοιλότητα δονείται, είναι που τώρα τελευταία αναπτύσσει πολλές και ανεξέλεγκτες ευαισθησίες που, κατά πως φαίνεται, παρά τα μηνύματα που εκπέμπονται, απόκριση δεν βρίσκουν. Αυτή είναι η πραγματική αιτία που κάθυγρος ανασηκώνομαι από το κρεβάτι, στο μικρό σε διαστάσεις υπνοδωμάτιό μου.

Αλίμονο, στη νηνεμία της ζωής μου, στα απάνεμα νερά της καθημερινότητάς μου, ήρθαν έτσι στα ξαφνικά δυο λαθρεπιβάτες να θολώσουν το τοπίο, και στα ταραγμένα όνειρά μου, εκεί, πίσω από τις θημωνιές του έρωτα που κατάξερες έχασκαν για χρόνια από την ανομβρία του πόθου, να που παρεισφρέουν αυθαίρετα δυο ξεχωριστά πλάσματα να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δυο κορίτσια που τόσο διαφορετικά είναι μεταξύ τους. Κοίτα να δεις…εκεί που θέλω δε μπορώ και εκεί που εύκολο το έχω, δε θέλω. Οι ενήλικες το λένε ανθρώπινες σχέσεις. Εγώ το χαρακτηρίζω ως δηλητήριο στο αίμα. Η ουσία είναι μία: Με στοιχειώνουν δυο φιλιά.

Ανακατεύω τα υγρά και σπαστά μαλλιά μου, τα γυρίζω ασύνειδα προς τα πίσω. Νωρίτερα ανάδεψα τα λιμνάζοντα νερά της αθωότητας και παράχθηκαν παρασκευάσματα που απρόβλεπτο είναι να γνωρίζω την εξέλιξή τους. Το φιλί στην Ελπίδα δεν παύει να με κατατρέχει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φέρνω το δεξί μου χέρι στο περβάζι του παραθύρου και με το αριστερό, αφού πρώτα παραμερίζω τη φλοράλ κουρτίνα, γυρίζω τη χειρολαβή για να ανοίξει το παραθύρι. Το ξύλινο παντζούρι που από χρόνια έχει βαφεί με μπογιά βεραμάν, ποτέ δεν το κλείνω.

Μου αρέσει να ακούω το αηδόνι που χρόνια τώρα μας επισκέπτεται στην ακάλυπτη αυλή, στην ακακία την αγκαθωτή, το μοναχικό δέντρο εκεί έξω που όμοιο φαντάζει σε μένα με τη μαραμένη μου ψυχή. Πιστός στο ραντεβού του ο αοιδός γαληνεύει τα ταραγμένα κύματα που με παρασύρουν στο χάος, έστω και πρόσκαιρα. Αφήνομαι στη μαγεία της τρίλιας και καταφέρνω να αδειάσω το μυαλό μου από βαριές έγνοιες. Κάποτε, σιμά στα ξημερώματα, στης αμφιλύκης τα στερνά σκοτάδια, βγάζω την αμάνικη φανέλα μου και την πετάω σε μια γωνιά. Έτσι ημίγυμνος, μονάχα με το εσώρουχό μου, επιχειρώ και πάλι να δοκιμάσω την τύχη μου, να αναζητήσω τον Μορφέα και να αφεθώ στις βουλές του. Το αντάμωμά μας είναι σύντομο μα πολύ ευεργετικό.

Με ξυπνάει το λάλημα του κόκορα, από του γείτονα το κοτέτσι. Ρολόι κανονικό είναι ο άθλιος. Έξι η ώρα καθημερινά ανταριάζει τα όνειρα μου και δίνει το πρώτο σύνθημα για εγερτήριο. Φυσικά εγώ τον αγνοώ, ειδικά τώρα που είναι καλοκαιριά, αυτή τη φορά όμως δεν απαρνιέμαι την αυστηρή κλήτευσή του. Ντύνομαι βιαστικά με ένα υφασμάτινο σορτς και μια μαύρη κοντομάνικη μπλούζα και πηγαίνω στη μικρή κάμαρα της γιαγιάς μου, που μπορεί και να ξυπνάει πρώτη από όλα τα έμβια όντα. Έχω μάλιστα την υποψία πως ο κόκορας του γείτονα από αυτήν παίρνει το μήνυμα και αρχίζει το ξεφωνητό.

«Καλώς το αγόρι μου! Βάλε κάτι πάνω σου μην κρυώσεις. Τώρα το πρωί έχει ψύχρα».

Αποφεύγω να απαντήσω, αν και την κοιτάω, έστω και φευγαλέα, κάπως επιτιμητικά. Πάει, τρελάθηκε! συλλογίζομαι! Η γιαγιά μου είναι ικανή να με προτρέψει να ντυθώ ζεστά ακόμα κι αν η θερμοκρασία αγγίζει βαθμούς που ούτε στην έρημο Καλαχάρι δε βρίσκεις.

«Μήπως περίσσεψε κανένα ρυζόγαλο από χθες;» Θυμάμαι καλά πως μόνο εγώ έφαγα τρία κουπάκια την προηγούμενη, αλλά πίστεψε με, πιο καλή μαγείρισσα αποκλείεται να πάτησε το πόδι της πάνω στη γη.

«Έχω ένα φυλαγμένο για τον πατέρα σου αλλά τώρα που μου το ζήτησες θα το δώσω σε σένα». Σκουπίζει τα χέρια της στη σκουρόχρωμη ποδιά και οι κυρτωμένοι της ώμοι λυγίζουν ακόμα πιο πολύ για να σκύψει στο χαμηλό ψυγείο, να το ανοίξει και να βγάλει από μέσα το πολυπόθητο πρωινό μου. Του παιδιού μου το παιδί δυο φορές παιδί μου, μονολογεί καθώς μου το σερβίρει με αγάπη μοναδική.

Αμίλητος απολαμβάνω το υπέροχο γλύκισμα και κοιτώ με σκεπτικισμό έναν πίνακα, τον μοναδικό που υπάρχει στο μικρό δωμάτιο. «Η σκάλα της ζωής του άνδρα» λέει, και εγώ στην κλίμακα που δίνεται παρατηρώ πως στην ηλικία μου απεικονίζεται ένα νεαρό παιδί γεμάτο ζωντάνια.

Είμαι ακόμα στα σπάργανα της ζωής. Ακόμα και έτσι ανασκιρτώ, γιατί ξέρω, αν και δε θέλω να το πιστέψω, πως η ζωή μας έχει καταληκτική ημερομηνία.

Δύστηνες σκέψεις με περιζώνουν καθώς αναλογίζομαι πόσο εύκολα περνάει ο χρόνος. Χρόνος; Αλήθεια πως αξιολογείται ο βίος του ανθρώπου;

Αφήνω με έναν ενδόμυχο φόβο, σε μια άκρη του πίνακα, εκεί στο τέλος της ηλικιακής διαβάθμισης, τον γεράκο με το μπαστούνι και πετάγομαι από τη θέση μου βιαστικά. Ο Καζαντζίδης, ο μαυρόασπρος γάτος μας, από την βιάση μου τινάζεται τρομαγμένος και σαν βέλος απομακρύνεται από κοντά μου. Δίπλα του η πανέμορφη γκριζόασπρη Μαρινέλα, αγαπημένη του από χρόνια, τον ακολουθεί ενστικτωδώς.

Εγώ, αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις των γατιών, πηγαίνω στον αχερώνα, το πλίνθινο, παμπάλαιο κατασκεύασμα, και σηκώνοντας την αμπάρα της πόρτας που φτιαγμένη είναι από σανίδες ενωμένες και τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, ανοίγω και μπαίνω μέσα.

Πίσω από τις σωρούς των άχυρων, παρατηρώ από χαραμάδες τούβλων που δεν εφάπτονται καλά να περνάνε ρανίδες φωτός. Μπορώ να δω μικρά, σχεδόν άυλα σωματίδια να αιωρούνται στην πνιγερή ατμόσφαιρα. Πάντα με εξίταρε η εικόνα των κόκκων σκόνης που διαχέονται από δέσμες φωτός. Θλίβομαι γιατί ξέρω πως της ψυχής μου το τρεμοφέγγισμα κανείς και κυρίως καμιά δεν μπορεί να δει. Παραμένω σιωπηλός για λίγο να τα παρατηρώ.

Η προσοχή μου σύντομα στρέφεται στη μεσοτοιχία που χωρίζει τον αχερώνα στα δύο. Ξέρω πως εκεί, από την άλλη μεριά, αυτή που δεν είναι για την ώρα ορατή σε μένα, υπάρχουν λογιών- λογιών εργαλεία κρεμασμένα σε ξύλινο ταμπλό. Κάποια από αυτά είναι τόσο απαρχαιωμένα που από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν. Δεν λησμονώ, όμως, πως συχνά το μάτι μου έπεφτε σε ένα μεγάλο δρεπάνι με ξύλινη χειρολαβή και κοφτερή σιδερένια λάμα.

Αλλάζω μεριά και τώρα μπορώ να το δω, ακόμα κρεμασμένο, στον παμπάλαιο τοίχο. Δίχως να χρονοτριβώ κατευθύνομαι προς τα εκεί. Αν και είναι σχετικά ψηλά δε δυσκολεύομαι να το ξεκρεμάσω. Άλλο ένα σημάδι πως πήρα μπόι από πέρσι μέχρι φέτος. Πριν ένα χρόνο σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών μου για να φτάσω. Χαρούμενος το βαστώ στα δυο μου χέρια και, σφυρίζοντας έναν σκοπό δικής μου επινόησης, κινούμαι προς τη μπάρα.

Βρίσκομαι έξω από το σπίτι της Ελπίδας. Ρίχνω μια διερευνητική ματιά προς την αυλή και χωρίς δισταγμό ανασηκώνω την πόρτα και την ανοίγω. Ακούω το τρίξιμο που κάνουν οι κλειδώσεις των μεντεσέδων καθώς μπαίνω μέσα. Κουνάω το κεφάλι μου δεξιά αριστερά ενώ τεντώνω και τα άκρα μου να ξεπιαστούν. Να πάρουν μπρος και οι δικές μου κλειδώσεις. Τώρα τη μέρα η κατάσταση του αυλόγυρου μοιάζει χειρότερη από ότι στη σκοτεινιά.

Δεν πτοούμαι. Αρχίζω, εγώ ο άλκιμος, να κοσίζω με πάθος τα χόρτα, που μπρος στη δύναμη και την αποφασιστικότητά μου θερίζονται με καταπληκτική ευκολία. Έχει περάσει κοντά μισή ώρα όταν νιώθω το αίμα μου να βράζει. Βγάζω τη μπλούζα μου και μένω γυμνός από τη μέση και πάνω. Εκείνη τη στιγμή, καθώς ακουμπάω το ένδυμά μου πάνω στα κλαδιά της καρυδιάς, δειλά ξεμυτίζει από τη σιωπηλή, ακατοίκητη θα έλεγες αν δεν γνώριζες πως διαμένουν άνθρωποι, οικεία της, η Ελπίδα.

Φοράει μια μαύρη μίνι φούστα και ένα κοντό λευκό μπλουζάκι με τιράντες. Εξεζητημένο ντύσιμο αν σκεφτείς την ώρα και τη στιγμή, συλλογίζομαι και αυτάρεσκα χαμογελώ. Όλη αυτή η ετοιμασία για την αφεντιά μου. Αν και δεν το θέλω, το βλέμμα μου επικεντρώνεται πάνω της. Κοίτα να δεις που η μικρή μπορεί καμιά φορά να μου αποσπά την προσοχή. «Το καλοκαίρι της ανθοφορίας»  σκέφτομαι πονηρά σαν την κοιτώ ξανά.

«Θέλεις να σε κεράσω ένα γλυκό κεράσι;» προσφέρεται.

«Γιατί όχι; Αν γίνεται, θα ήθελα και λίγο κρύο νερό». Χτυπώ με δύναμη τις παλάμες μου τη μία στην άλλη για να αποτινάξω το ίδρος και τη σκόνη και μετά δένω τα χέρια στο ύψος του στήθους.

«Πες πως έγινε!» απαντάει η μικρή και φεύγει με φόρα προς το εσωτερικό του σπιτιού της. Δεν αργεί να επιστρέψει. Μου φέρνει μαζί με μια κανάτα νερό και ένα ποτήρι χυμό ροδάκινο. Ξεδιψάω και καταπιάνομαι και πάλι με το κόψιμο των χόρτων. Η Ελπίδα με το ύφος της δείχνει ευγνωμοσύνη, δε χρειάζεται να με ευχαριστήσει, το βλέπω στα μάτια της. Κάποτε, κατάκοπος, πέφτω κάτω από τη σκιά του δέντρου και αδιαφορώντας για τη γύμνια μου, ένα γίνομαι με τη γη.

Ζωύφια περπατάνε στο σώμα μου αλλά δε με νοιάζει. Βαριανασαίνω ακόμα όταν έρχεται και κάθεται δίπλα μου η μικρή. Το χέρι της αγγίζει τον ώμο μου και μου λέει δηκτικά:

«Μούσκεμα έγινες! Γιατί δεν ξαπόστασες λιγάκι; Σερί το πήρες!»

Με έναν μαγικό τρόπο εμφανίζει στα χέρια της μια καφέ πετσέτα, με προτρέπει να σηκωθώ και καθώς υπακούω τη ρίχνει στην πλάτη μου.

Πριν συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει παίρνει να με σκουπίζει με αργές σίγουρες κινήσεις. Υποψιάζομαι πως οι γνώσεις της απορρέουν από το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η μητέρα της. Αποφεύγω να πω το παραμικρό, απλώς στέκομαι και απολαμβάνω τις περιποιήσεις της.

Όταν απομακρύνεται συνεχίζω ακάθεκτος τη δουλειά μου. Ο ήλιος βρίσκεται στο απόγειο της λάμψης του σαν τελειώνω. Κάθιδρος αλλά απολύτως ικανοποιημένος, φέρνω τα χέρια στη μέση και κοιτώ φανερά χαρούμενος το αποτέλεσμα του μόχθου μου. Πραγματικά η αυλή δείχνει εντελώς διαφορετική τώρα.

«Ελπίδααα! Έ, Ελπίδααα!» φωνάζω για να ακουστώ στο εσωτερικό της φτωχικής κατοικίας.

Η μικρή ανταποκρίνεται στο κάλεσμά μου και με πλησιάζει με γοργό βήμα. «Τελείωσες, ε; Δεν ξέρω πως να σ΄ευχαριστήσω, Σώτο!»

«Πφ, δεν κάνει τίποτα, χαρά μου ήταν» καυχιέμαι, γεμάτος από την σπορά της αλαζονείας. Φαίνεται πως ρίζωσε μέσα μου στη διάρκεια του θερισμού.

«Εξάλλου την αμοιβή μου την πήρα προκαταβολικά από σένα, χθες το βράδυ, Ελπίδα». Δαγκώνομαι. Αυτό το τελευταίο δεν έπρεπε να το ξεστομίσω. Χειρότερο και από ύβρη είναι. Μα τι ανόητος που είμαι; Γιατί να της δώσω φρούδες ελπίδες; Μετανιώνω στη στιγμή αλλά τώρα πια είναι αργά. «Συγνώμη, πρέπει να φύγω. Θα με περιμένουν στο σπίτι. Άργησα για το φαγητό». Είναι η πρώτη δικαιολογία που μου έρχεται. Τόσο τετριμμένη…

«Αν θέλεις κάθισε να φας μαζί μου. Έφτιαξα ομελέτα με ντομάτα. Είναι πολύ νόστιμη, πίστεψέ με».

Με χτυπάει σε χορδές ευαίσθητες, η αλήθεια είναι. Η ομελέτα είναι από τα αγαπημένα μου εδέσματα. Έτσι, όμως που τα έκανα, πως να μείνω;

«Όχι, όχι, πρέπει να φύγω», ξαναλέω με φωνή που τρέμει από ενοχές αλλά και από τερψιλαρύγγιες αποθυμήσεις. Αποχωρώ με την ουρά στα σκέλια.

Στον χωματόδρομο έξω από το σπίτι μου, απορροφημένος στις σκέψεις μου, στις φωτιές που μόνος μου άναψα, αλλά και προβληματισμένος που οι σόλες από τα αθλητικά μου παπούτσια, μου κατακαίνε τα πέλματα, δεν προσέχω τον κύριο Αναξαγόρα, που εμφανίζεται μπροστά μου άξαφνα και με το μπαστούνι του μου κόβει τον δρόμο και την ανάσα.

«Γεια σας!» τον καλησπερίζω αφού ανακτώ πολύ γρήγορα την ψυχραιμία μου. Συνήθως το αντάμωμα μαζί του μου φτιάχνει τη διάθεση αλλά αυτή τη φορά, αποκαμωμένος καθώς είμαι, δεν έχω όρεξη για κουβεντολόι.

Εξεταστικά με κοιτάζει(φαίνεται προβληματισμένος) και αμέσως μπαίνει στην ουσία.

«Τέκνο μου, ταξιδευτής σαν ήμουνα σε μέρη πλανερά, εκεί ποθούσα κι έπαιρνα της γνώσης μυστικά, μα άμα θες να ξέρεις, τον ποταμό Ρουβικώνα σαν πέρασα μία και μόνη φορά, μια σπρωξιά έδωσα και γκρέμισα δροσοσταλίδες της ζωής και της ψυχής το χάρμα. Και, κατά πως βλέπω, και εσύ τον ίδιο δρόμο πας να πάρεις». Ακολουθεί σύντομη σιωπή. Ξεφυσάει και συνεχίζει.

«Πρόσεξε λοιπόν παιδί μου. Άφησε το μπουμπούκι να ανθίσει. Μην του κόψεις τον ζωμό που χάρη σ΄ αυτόν αναδύεται γλυκιά η ευωδιά των νιάτων. Δρεπανηφόρος μην γενείς, με άγριες διαθέσεις, και μην επιθυμείς σε αγρούς ακαλλιέργητους μα τόσο ποθητούς να παρέμβεις».

Μένω αποσβολωμένος. Ετοιμάζομαι κάτι να πω, να ρωτήσω τι εννοεί, μα δεν μου επιτρέπει. Το μαύρο του μπαστούνι υψώνεται ξανά και με βλοσυρό ύφος μου λέει: «Τον Ρουβικώνα, νεαρέ, μην τον διαβείς, γιατί σαν τον περάσεις δεν έχει γυρισμό».

Απομακρύνεται αργά αργά. Στα αυτιά μου ακούγεται το ραβδί του, χτυπάει περιοδικά στο χωματόδρομο, χτυπάει και η δική μου καρδιά δυνατά, γρήγορα και ακανόνιστα. Δε μπορώ να αποδώσω κάπου τον λόγο για τις τυμπανοκρουσίες μέσα στον στήθος μου, υποψιάζομαι μα δεν τολμώ ούτε να το σκεφτώ.

Τις επόμενες δύο μέρες ρωτώ στο χωριό πολλούς από τους συγχωριανούς μου, εστιάζω σε αυτούς που θεωρώ πιθανότερο να απαντήσουν στα ερωτήματά μου, που όλα τους σχετίζονται με τον ποταμό Ρουβικώνα. Κανείς τους δεν ξέρει να μου απαντήσει. Το γεγονός αυτό αυξάνει τον θαυμασμό μου για τον Αναξαγόρα.

Έχει τις περισσότερες γνώσεις από όλους τους κατοίκους του χωριού, αποφαίνομαι και τον τοποθετώ ψηλότερα από οποιονδήποτε άλλο στη λίστα με τα σεβάσμια πρόσωπα.

Στο μεταξύ έχω ανοίξει μέτωπο με τον Άρη. Στον λαιμό μου κάθεται η σχέση του με τη Φανή, που εσχάτως τη λέει και Φανούλα για να δοκιμάζει τη φουκαριάρα και πολύπαθη καρδιά μου. Προσέχω για λόγους στρατηγικής να μην εξωτερικεύω τα συναισθήματά μου. Θα τον πλήξω με τρόπο που θα τον αιφνιδιάσει, όταν έρθει η στιγμή.

Το χωριό μου εκτείνεται μακρόστενα, τρεις δρόμοι χωρίζουν τις κατοικίες και δρομολογούν τις διόδους από και προς αυτό. Στο μέσο περίπου της Μεσοποταμίας, ένα βράδυ, στο πνευματικό κέντρο του χωριού που τον τελευταίο καιρό λειτουργεί σαν καφετέρια αλλά και ζαχαροπλαστείο, καθόμαστε σε μακρύ τραπέζι και καρέκλες άβολες, κατά τεκμήριο στενές. Οι αναπαυτικοί καναπέδες καταλήφθηκαν από άλλους, δυστυχώς. Μας ανταμείβει, όμως, η θέα στο περιποιημένο γρασίδι της αυλής.

Το ζεύγος των φίλων μου, αυτό που γεννά μέσα μου οργή και μου προκαλεί αναγούλα, κάθεται απέναντί μου. Η ευτυχία περισσεύει στα πρόσωπά τους. Πλάι μου βρίσκεται ο Δημητρός, όπως πάντα φίλος παντοτινός, και δίπλα μου η Ελπίδα. Η μικρή, μου έχει γίνει στενός κορσές, γυροφέρνοντάς με συνεχώς, ενώ όποτε βρει ευκαιρία μου χαϊδεύει τα μαλλιά ή με χτυπάει με τη λεπτή της γροθιά στο μπράτσο. Δεν είναι πως έχει αποθρασυνθεί, ο ενθουσιασμός της φταίει για την οικειότητα. Εντάξει, ίσως να οφείλεται και σε μένα, εμμέσως την παροτρύνω με τα χαμόγελα μου να με «πασπατεύει» για να μπω στο μάτι της Φανής.

Τα παιδιά που υπεύθυνα είναι για τη λειτουργία του πνευματικού κέντρου, φροντίζουν ο φωτισμός στη βεράντα να είναι απαλός, προσδοκούν βλέπεις να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα. Γνωρίζουν πως εκτός από τα πεταρίσματα μικρών εντόμων, που ψυχορραγούν συχνά στις λάμπες, υπάρχουν και οι καρδιές που φτερουγίζουν από ερωτικά σκιρτήματα.

Τα αστέρια ψηλά στον ουρανό αυγατίζουν, έτσι όπως πολλαπλασιάζονται ενδυναμώνουν τη φωτοχυσία ολόγυρα. Στον αυλόγυρο τέσσερα δέντρα θαυμάζουν τα νιάτα και κάθε τόσο σαλεύουν τα φυλλώματά τους, με οδηγητή το ελαφρύ αεράκι που χαϊδεύει και τα δικά μου μαλλιά. Τι κρίμα που ένα πέμπτο δεν άντεξε στις κακουχίες του χρόνου και έσπασε στα δύο; Ένας ξυλοκόπος το έκοψε χαμηλά και άφησε γυμνό τον κορμό του να χάσκει σαν πυορροούσα  πληγή σε ένα υγιές, κατά τα άλλα, περιβάλλον.

«Φαλακρό έμεινε το δέντρο», είπα κάποτε στον Αναξαγόρα που, κοιτώντας με απαξιωτικά, με επέπληξε με μια παρατήρηση όλο νόημα.

«Άχαρη λέξη το φαλακρός, παιδί μου, άχαρη». Την ώρα που με νουθετούσε, έτριβε το λειψό από τρίχες κούτελό του και εγώ αντιλαμβανόμουν γιατί μιλούσε έτσι επιτιμητικά για τη συγκεκριμένη λέξη. «Πρέμνο είναι το φουκαριάρικο, πρέμνο!» με διόρθωνε, θλιμμένα.

Ε, να λοιπόν που τώρα, μέσα στη νυχτιά, σε πρέμνο δέντρο κάθεται ένας νεαρός διαβάτης που μόλις κατέφτασε. Κουτσουρεμένα όνειρα μοναχικής ψυχής, αναλογίζομαι για τον εαυτό μου, καθώς βλέπω τον Άρη να φιλά με πάθος τη Φανή. Η σοκολατίνα που παρήγγειλα δεν αποβάλλει το δηλητήριο που με κατατρώει. Τους ρίχνω βιτριολικά βλέμματα και χίλιες κατάρες δίνω, νοερά, στον παλιό μου φίλο.

Ένα καινούργιο συναίσθημα, μέρες τώρα, με κατακλύζει. Θαρρώ πως είναι το πιο δυνατό. Είμαι οργισμένος. Τα λιγωμένα από λαγνεία μάτια τους προκαλούν τον αποτροπιασμό μου. Μίσος άσβεστο γεννιέται μέσα μου για τον Άρη. Πρέπει όμως να υποκρίνομαι τον φίλο. Ως πότε άραγε;

Μέσα, στο κέντρο νεότητας, με ανοιχτά όλα τα παράθυρα βλέπουν μια βιντεοκασέτα, ένα θρίλερ που το έχω δει περισσότερες από τρεις φορές. «Στη φωλιά των βρικολάκων» ο τίτλος του και εγώ εγκλωβισμένος στη σφηκοφωλιά των ερωτευμένων. Τι κρίμα που δεν έχω τους κατάλληλους κυνόδοντες, να βγάλω από τη μέση τον Άρη και να πάρω το κορίτσι.

Από τις κραυγές των παιδιών, συνάγεται το συμπέρασμα πως βρισκόμαστε στην κορύφωση της ταινίας. Η βραδιά κύλισε έτσι νωχελικά, δύστηνα και πονεμένα. Επιστρέφω στο σπίτι με το ηθικό καταρρακωμένο, και με το τζιν παντελόνι μου λερωμένο από του γλυκού το αποτύπωμα που έκανα τη βλακεία να προσπαθήσω να καθαρίσω με το σάλιο και τα ακροδάχτυλα μου.

Έχω μια αναλαμπή, να αυτές οι εκλάμψεις είναι που καμιά φορά κάνουν τη διαφορά. Αλήθεια, πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα;  Τα βήματά μου με φέρνουν αργά το βράδυ, στο λυκόφως που χαρίζει το κόκκινο λαμπάκι νυκτός, μπροστά στη βιβλιοθήκη. Ακόμα και έτσι δεν έχω πρόβλημα να συμβουλευτώ την εγκυκλοπαίδεια, κάνοντας αναζήτηση στο γράμμα Ρ. Δε δυσκολεύομαι να βρω τον ποταμό Ρουβικώνα. Διαβάζω στο μισοσκόταδο με μεγάλη προσοχή.

Απαγορευόταν στους υπάτους να τον περάσουν για να μην προκληθεί εμφύλιος. Ουσιαστικά ήταν το σύνορο που τους ψαλίδιζε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Το τηρούσαν πιστά μέχρι που ήρθε ο Ιούλιος Καίσαρας να καταστρατηγήσει την οδηγία. Πέρασε τον ποταμό, συγκρούστηκε με τον Πομπήιο, τον νίκησε και έγινε αυτοκράτορας. Η ιδέα αυτή με κάνει να στοχάζομαι διάφορα. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι: Δεν είναι κακό καμιά φορά να παραβαίνεις τους κανόνες.

Με την ιστορική του φράση «ο κύβος ερρίφθη» πέρασε τον ποταμό και κατέκτησε τον τότε υπαρκτό κόσμο. Χμ, αφήνομαι σε ταξιδιάρικες σκέψεις και ακολουθώ τον μεγάλο ηγέτη-στρατηλάτη στις επεκτατικές περιοδείες του. Κάποτε ξυπνώ από το ονειροπόλημα, περιέργως ευδιάθετος. Ήρθε η ώρα να κατακτήσω τη Φανή. Για να το πετύχω αυτό πρέπει να συνθλίψω τον αντίπαλο μου. Φυλάξου Άρη!

Βραδιάζει νωρίτερα τώρα πια. Το Καλοκαίρι οδεύει στο τέλος του. Η παρέα μας είναι συγκεντρωμένη κάτω από τις λεύκες, στο δρόμο πίσω από το γυμνάσιο. Απέναντί μας βρίσκεται το περιφραγμένο με τσιμεντόλιθους γήπεδο. Τα μάτια μου εστιάζουν ψηλά, εκεί όπου έχει στηθεί παραπέτασμα από τις αρμάδες των σύννεφων και η σελήνη πασχίζει πολύ να το διαπεράσει.

Ένα μπουκάλι κρασί περνάει από χέρι σε χέρι, τα χείλη μας διαδοχικά ακουμπούν το στόμιο του και στραγγίζουν με μεγάλες ρουφηξιές το περιεχόμενό του. Εσχάτως ανακαλύψαμε αυτόν τον τρόπο διασκέδασης, και καθώς η παραζάλη του αλκοόλ μας φτιάχνει τη διάθεση, αδημονούμε να πέσει η νύχτα για να το απολαύσουμε.

Αριστερά μου στέκει καθισμένη στους γλουτούς της, η Φανή. Έχει τα πόδια ανοιχτά και όλο κάτι χαρακώνει με ένα ξύλο ανάμεσά τους. Η γεύση του κρασιού γίνεται καλύτερη στη σκέψη πως από το στόμα της πίνω και εγώ με τη σειρά μου. Αμέσως μετά ακολουθεί η Ελπίδα. Συνεσταλμένη καθώς είναι, ακουμπάει στα γόνατα και έχει την προσοχή της στραμμένη συνεχώς σε μένα. Έχω την έγνοια της, δεν ξέρω γιατί αλλά τον τελευταίο καιρό έχω αυτοανακηρυχθεί, κατά κάποιο τρόπο, προστάτης της.

Το ξέρω, δύο χρόνια διαφορά δεν είναι πολλά, μα στις ηλικίες μας η χρονική απόσταση, όπως και να το κάνουμε, θεωρείται μεγάλη. Άλλωστε δεν είναι παρά ένα γυμνασιόπαιδο που κακώς συναναστρέφεται παιδιά του λυκείου. Κάθε που έρχεται η σειρά της να πιει, με τρόπο, για να μη με ανακαλύψουν, φροντίζω να περάσει το μπουκάλι στο επόμενο μέλος της ολιγομελούς μας ομάδας, χωρίς η μικρή να το αγγίξει.

Κι ενώ η ώρα περνάει και η μέθη γλυκά νανουρίζει τις ανησυχίες μας, όπως συμβαίνει τακτικά στην παρέα μας, το ρίχνουμε στο τραγούδι. Ξεκινάει ο Χρόνης που, πράγμα σπάνιο, είναι ιδιαίτερα ευδιάθετος.

Το Καλοκαιράκι, στην ακρογιαλιά. Εγώ και σύ, εσύ και γω…

Στο λεπτό, τον συνοδεύει και κάνει τη δεύτερη φωνή η Λενιώ. Βλέπω το πάθος τους να ξεχειλίζει. Δε μου προξενεί καμία έκπληξη το γεγονός αυτό. Έχω παρατηρήσει το παιχνίδι που παίζουν οι δυο τους, ενώ με την φωτογραφική μου μνήμη έχω αποθανατίσει τα τρυφερά τους ενσταντανέ.

Όταν ακούω τη Φανή, με την κελαρυστή της λαλιά να μου ραγίζει τα σωθικά, ανήμπορος είμαι να αντισταθώ. Τι να κάνω κι εγώ; Τραγουδάω χωρίς πολύ ενθουσιασμό, μόνο και μόνο για να μπω στο μάτι του Άρη. Τα χέρια όλων μας ακουμπάνε στους ώμους και πηγαίνουμε, σαν κύμα, πότε δεξιά και πότε αριστερά. Δεν παίρνει πολλή ώρα να πέσουμε ζαλισμένοι στο έδαφος. Το πρόσωπό μου σχεδόν ακουμπάει σ’ αυτό της Φανής.

Τα μάτια μας, μέσα στη σκοτεινιά, ανταμώνουν. Ένα θρόισμα από αέρα δροσερό, μου προκαλεί ρίγος στη ράχη, ίσως γιατί μαζί μ’ αυτό, την ακούω να μου λέει ψιθυριστά στο αυτί: «Σ΄ αγαπώ! Σ΄ αγαπώ πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο. Αλλά ποτέ δε θα γίνω δική σου. Να το ξέρεις! Είμαι αυτό που πέρα από οτιδήποτε άλλο θα ποθήσεις και που ποτέ σου δεν θα αποκτήσεις».

Παραλογισμός. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Τα λόγια αυτά ειπώθηκαν ή είναι αποκύημα της φαντασίας μου; Κι αν βγήκαν από το στόμα της, τότε γιατί τα χείλη της επιζητούν με τόσο πόθο τα δικά μου. Θεέ μου, παράξενα όντα που είναι τα κορίτσια… Ποτέ δε θα τα καταλάβω. Έχω μεθύσει για τα καλά, πρώτη φορά ακούω τόσο έντονη την εμβοή μέσα στα αυτιά μου. Τα μάτια μου από ώρα τα κρατάω κλειστά. Φοβάμαι την επίσκεψη των φωταψιών, τους προπομπούς της ημικρανίας.

Τί σημασία έχει ο πόνος, μπρος σε τόσο πάθος; Τα χείλη της εξακολουθούν να βυζαίνουν τα δικά μου, η γλώσσα μου δε λέει να αφήσει σε ησυχία τη δική της. Μετά από ώρα πολλή, δυστυχώς, σκέφτομαι πως πρέπει να πάψει αυτό το λάγνο παιχνίδι. Ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Θέλω να κρατήσω την εικόνα της, έτσι που είναι κολλημένη πάνω μου. Ανοίγω τα μάτια και…σοκάρομαι!

Αυτή που φιλάω δεν είναι η Φανή αλλά η Ελπίδα. Ανάθεμα με! Δεν ξέρω πως έγινε αυτό. Νιώθω να με κατακλύζει κρύος ιδρώτας. Πως το επέτρεψα; Ένα τρεμούλιασμα στα χείλη και κατόπιν μια ξεψυχισμένη φωνή, είναι οι μόνες μου αντιδράσεις.

«Συγνώμη, πρέπει να φύγω». Μονομιάς έχασε την ισχυρή του επίδραση το πιοτό. Στο μυαλό μου περιστρέφεται μονάχα μια ρήση.

Μην περάσεις τον ποταμό Ρουβικώνα!

Θεέ μου, μόλις τον πέρασα…

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;