Κεφάλαιο 4: Θέλει τύχη το μαζί

 

«Ήταν μήνας Έρωτας και μέρα Αγάπη, από αυτές που συμβαίνουν όχι μόνο μια στο τόσο, αλλά από τις άλλες, που λαβώνουν μια φορά στα χίλια χρόνια. Μόλις είχαν τελειώσει τη βόλτα τους με το αμαξίδιο στον κήπο του οίκου ευγηρίας, έσκυψε και έκοψε μια αγκαλιά μαργαρίτες, από εκείνες… τις αγαπημένες της.

Αφού τις έδεσε σφιχτά με ένα πρόχειρο σχοινί, τις σουλούπωσε προσεκτικά σε μια πλούσια ανθοδέσμη και τις πρόσφερε γεμάτος ταπεινότητα και απλότητα, όπως πρώτα, μην τυχόν και δεν της αρέσουν… λες και είναι ποτέ δυνατόν να μην εκτιμήσει κανείς αυτούς τους θησαυρούς. Κι έτσι, με όλο το μεγαλείο και την αυθεντικότητα που έπρεπε στην γερασμένη πλέον Αφροδίτη, ο Αλέξανδρος χαμήλωσε τα ταλαιπωρημένα από τα χρόνια γόνατά του και της πρόσφερε τα λουλούδια.

«Για σένα» της ψιθύρισε χαμηλόφωνα. Πρώτα άκουσε την(πάντα γοητευτική) φωνή του. «Γοητευτική ακόμη και στα 80 του..», σκέφτηκε. Κι ύστερα οδήγησε το βλέμμα της ευθεία στα μεγάλα μαύρα μάτια του, που τώρα την κάρφωναν με προσμονή. «Τί έκανα για να σε αξίζω, σπάνιε άνθρωπέ μου;» είπε και πάλι από μέσα της σε σιωπηλές, ήσυχες σκέψεις. Με ένα μειδίαμα έδωσε επιτέλους ανταπόκριση στην κίνησή του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ήθελε να γελάσει πλατιά, όπως πρώτα, αλλά οι πόνοι στο σώμα της και τα χρόνια στην πλάτη της την διατήρησαν εγκρατή. Επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις της, άπλωσε  το χέρι της και κράτησε τις φρεσκοκομμένες μαργαρίτες. Σε λίγο τις πλησίασε στο πρόσωπό της και τις μύρισε. Και μαζί μύρισε όλα τα λουλούδια που της είχε προσφέρει ο Αλέξανδρος εκείνο το καλοκαίρι, στο καθημερινό τους ραντεβού. Μαργαρίτες, τριαντάφυλλα, γιασεμιά και ανεμώνες. Και μαζί με τα λουλούδια πέρασαν από μπροστά της όλες οι αναμνήσεις που τα συνόδευαν… τα γέλια, οι αγκαλιές, τα χάδια και η ελπίδα πως υπάρχει ήλιος ακόμη και για εκείνους που μεγάλωσαν στα σκοτάδια…»

Έτσι πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος…με τα καθημερινά ραντεβού να τους συντροφεύουν και να τους δίνουν λόγο για να προσπαθούν. Κάθε μέρα, στις έξι, κάτω από τον Λευκό Πύργο, κοντά σε κήπο πανέμορφο και παραδεισένιο, ο Αλέξανδρος και η Αφροδίτη συναντιόταν για να ανταλλάξουν τα νέα τους, να πουν ιστορίες ιδιαίτερες και γεγονότα που με κόπο αντέχει ο άνθρωπος..πώς δυσκολευόταν τον πρώτο καιρό η Αφροδίτη να σηκώσει και να μετακινήσει τον Νικόλα της και με πόση ευκολία το κάνει πια τώρα, πόσο στενάχωρα ένιωθε κάθε φορά που στη βόλτα τους ο Νικόλας έβλεπε τα παιδιά της ηλικίας του να τρέχουν και να παίζουν μήλα και ποδόσφαιρο και κρυφτό και…και…και… Εκείνη ένιωθε άβολα και αμήχανα και αμέσως έστριβε το καρότσι να απομακρυνθούν από το άπιαστο θέαμα και να μην προκαλέσει άλλο πόνο στον αδερφό της, γιατί ήταν ξεκάθαρο πως εκείνη έφταιγε…

Αν δεν του είχε προτείνει να πάνε στο πάρκο, αν τον πήγαινε στην παραλία…ναι, στην παραλία θα ήταν καλύτερα. Εκεί ίσως να μην έτρεχαν σαν ανόητα τα αγόρια ή ακόμη και να μην έπαιζαν αυτά τα χαζά παιχνίδια που έθλιβαν τόσο τον αδερφό της. Άσε που κι αυτά τα παιδιά διαρκώς τρέχουν και παίζουν και έτοιμη ήταν τώρα να τους σταματήσει, να τους επιπλήξει που έπαιζαν ανέμελα μπροστά στον αδερφό της, με όλο τον αυθορμητισμό της ηλικίας τους. Αλλά ο Νικόλας της, ο πάντα ώριμος Νικόλας της, τη σταμάτησε πιάνοντας το χέρι της απαλά και γεμάτος ενθουσιασμό: «Ας μην φύγουμε Αφροδιτούλα μου…θέλω να μείνουμε εδώ, με τα παιδιά. Ας μην φύγουμε!»

Μα πόσο αφελής στάθηκε να κάνει τέτοιες σκέψεις και να πιστέψει ότι με αυτόν τον τρόπο ίσως πλήγωνε τον αδερφό της; Ο αδελφός της ήταν ένα παιδί με αυτογνωσία και ωριμότητα, αρετές που πολλές φορές θαύμαζε στον ίδιο και ποτέ δεν ζήλεψε τα άλλα παιδιά που περπατούσαν… που έτρεχαν και έπαιζαν. Ίσως ο θησαυρός που της χάρισε η ζωή να ήταν ακόμη μεγαλύτερης αξίας από όση εκείνη πίστευε.

Ίσως το μέγεθος και το μεγαλείο της ψυχής του να μην χωρούσε στα ανθρώπινα καλούπια και η Αφροδίτη τώρα το αντιλαμβανόταν. Τώρα αντιλήφθηκε πως ο τόσο μικρός, για τα δικά της μάτια, αδερφός της δεν θα μπορούσε ποτέ να νιώσει ζήλια για τα άλλα παιδιά, αφού εκείνου η ψυχή είχε μόνο τρυφερότητα, καλοσύνη και άπλετο χώρο για όποιον ζητούσε έστω και μια στάλα αγάπη.

Και μέσα στις συζητήσεις του, ήταν και οι αναμνήσεις του Αλέξανδρου, για τα παιδικά του βιώματα. Τον πόνο, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση και την μοναξιά που επωμιζόταν εξαιτίας των γονιών του. Της εξιστορούσε όλες τις στιγμές που παρακολουθούσε κρυφά πίσω από μια κλειστή πόρτα αλλά και αρκετά συχνά όντας παρών στις καυγάδες των γονιών του, τις φωνές, τις προσβολές, τις χειρονομίες, τα ονόματα διαφόρων γυναικών που συχνά πυκνά εκσφενδόνιζε η Μαρία για να προσβάλλει ή να απειλήσει τον Πέτρο αλλά και τα ονόματα διάφορων ναρκωτικών ουσιών, με τα οποία ο Πέτρος επεδίωκε να κατηγορήσει την Μαρία για την παραίτησή της από την ζωή, τον έγγαμο και μητρικό της βίο.

Και ο Αλέξανδρος στεκόταν στήλη άλατος στο άκουσμα όλων αυτών. Κάποιες φορές κρυβόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες του μεγάλου και πολυτελές σπιτιού, άλλες μπροστά στη θέα των ωρυόμενων γονιών του, αλλά τις περισσότερες ξάπλωνε στο μεγάλο παιδικό του κρεβάτι, να κοιτάζει με βλέμμα καθηλωμένο και παγωμένο το άδειο ταβάνι. Όλες αυτές τις στιγμές, όλες αυτές τις δύσκολες στιγμές που για τον Αλέξανδρο είχαν γίνει πια καθημερινότητα, ο νεαρός χάρασσε στο μυαλό του κάθε λέξη που χωρίς δισταγμό ελευθέρωναν ο Πέτρος και η Μαρία. Τις αποτύπωνε για να θυμηθεί να μην τις πει ποτέ. Να τις διαγράψει από το λεξιλόγιο του, για να μην κάνει ποτέ κανέναν να αισθανθεί άσχημα με αυτές.

Οι καυγάδες των γονιών του έγιναν τα μεγαλύτερα μαθήματα για τον Αλέξανδρο. Με τον πιο λάθος τρόπο και τις πιο  σκληρές εικόνες, ο Πέτρος και η Μαρία δίδαξαν στο παιδί τους να σέβεται, να εκτιμά και να δίνει. Αρετές του εαυτού του, που θα έρθουν στην επιφάνεια όταν θα συναντήσουν τον κατάλληλο άνθρωπο και τις σωστές συνθήκες. Μέχρι τότε, δυστυχώς, όλα αυτά τα επεισόδια διαμορφώνουν ένα παιδί κακομαθημένο, χωρίς συναισθήματα και οικογενειακή θαλπωρή, που το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η ικανοποίηση των επιθυμιών του, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και τα χρήματα τα οποία απαιτούν.

Αλλά μέσα στις αναμνήσεις του Αλέξανδρου, ήταν και κάποιες λίγες, ελάχιστες γλυκιές, τις οποίες και όφειλε στην αγαπημένη του Ευτυχία, την γυναίκα που πάμπολλες φορές γινόταν λιμάνι για τα ξεκουραστεί. Στην Ευτυχία του, ποτέ δεν αντιμιλούσε, ούτε και συμπεριφερόταν άσχημα. Τον λάτρευε και ήταν ολοφάνερο. Είχε αφιερώσει την ζωή της στην ανατροφή του και δεν μπορούσε να το αγνοήσει.

Μπορεί στους γονείς και τον κύκλο του να επιδείκνυε συμπεριφορά κακομαθημένου και ανάγωγου παιδιού, μπροστά στα μάτια της Ευτυχίας όμως, μεταλλασσόταν. Χανόταν στην αγκαλιά και τα τρυφερά της λόγια, τα οποία επέτρεπε να δεχτεί μόνο από εκείνη. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι γονείς του, τού τα πρόσφεραν απλόχερα. Μιλούσε ευγενικά, για χάρη της έτρωγε όσπρια και κοιμόταν μεσημέρι. Είχε πλέον πεισθεί, πως για κάθε λασπωμένο υπάρχει κάποιος που η δύναμή του αρκεί για να τον βγάλει από τον βούρκο.

Αυτά και άλλα τόσα εξιστορούσαν οι δύο νέοι στο καθημερινό τους ραντεβού. Τόσο ο Αλέξανδρος, όσο και η Αφροδίτη, δεν άνοιγαν την καρδιά και τις σκέψεις τους σε κανέναν άλλο. Ξέρετε, απαιτεί δύναμη για να μιλήσεις για ό,τι σε βαραίνει… γιατί μπορεί την στιγμή της εξομολόγησης να λυγίσεις, να κλάψεις και φανείς αδύναμος. Συμπεριφορές δηλαδή ανθρώπινες, που ο καθένας από εμάς χρειάζεται για να πάρει κουράγιο, να λυγίσει για λίγο, για να σταθεί και πάλι πιο γερά στα πόδια του.

Τα δυο αυτά παιδιά όμως, δεν στέκονταν απλοί άνθρωποι, αλλά βράχοι που πάνω τους ξεσπούσαν σαν αγρίμια τα κύματα της θάλασσας. Τους ορμούσαν και τους ξέσκιζαν τη σάρκα, τους χάρασσαν το είναι και τους αγρίευαν την παιδική ψυχή. Αλλά εκείνοι όφειλαν να μην μετακινηθούν, να στυλωθούν και με πείσμα και υπομονή να δεχτούν τον πόλεμο που είχε ξεκινήσει μαζί τους η ζωή.

Και όπως με όλα τα όμορφα, έτσι τελείωσε και εκείνο το καλοκαίρι, για να φέρει στην κορύφωσή του την επιτυχία των δύο ηρώων μας. Μια επιτυχία, την οποία επρόκειτο να πληρώσουν πολύ ακριβά.

Κάπου στο τέλος του Αυγούστου του 2004, ο Αλέξανδρος και η Αφροδίτη απολαμβάνουν τους καρπούς των κόπων όλης της χρονιάς. Τα ατελείωτα ξενύχτια, οι ώρες μελέτης και η ασταμάτητη κούραση, γέννησαν τελικά μία εκκολαπτόμενη ζωγράφο στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έναν ανερχόμενο δικηγόρο, της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ. Τα όνειρα και των δύο παιδιών, άρχισαν τώρα να παίρνουν σάρκα και οστά.

Έτσι, θα άρχιζαν να στήνουν την δική τους ζωή, μακριά από την άθλια καθημερινότητα του Αλέξανδρου και τις δύσκολα παιδικά χρόνια της Αφροδίτης. Εκείνη πραγματοποιούσε επιτέλους το όνειρό της να γίνει μια ταλαντούχα ζωγράφος. Μια ζωγράφος που χτίζει άλλες ζωές, ουτοπικές και ιδανικές και θα ζει μέσα τους για λίγο για να ευτυχίσει. Θα αποσύρεται όταν το νιώσει και θα επιστρέφει μόλις αδειάσει από ευτυχία. Θα γκρεμίζει τους κόσμους της και θα φτιάχνει άλλους όποτε το θελήσει, χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν.

Και εκείνος… έβαλε μπρος το σχέδιό του για έναν κόσμο ειρηνικό, πιο δίκαιο, περισσότερο γαλήνιο και χωρίς άλλα δυστυχισμένα παιδιά. Η Αφροδίτη βρέθηκε στον δρόμο του για να τον αλλάξει και ήταν πλέον σίγουρος γι΄ αυτό. Το μόνο που του απέμενε επομένως, ήταν να σταθεί αντάξιος της σπάνιας καρδιάς της και της προσωπικότητάς που με τόση ιδιαιτερότητα και μεγαλοπρέπεια είχε καλλιεργηθεί. Κι αυτό θα έκανε. Κι αυτό θα κάνει. Όσο εκείνη βέβαια του το επιτρέψει…

Δύο μήνες αργότερα η Αφροδίτη και ο Αλέξανδρος απολάμβαναν την φοιτητική τους ζωή, με όση ανεμελιά άρμοζε στους ίδιους. Οι επαφές τους σταθερές και με συνέπεια και από τις δύο πλευρές. Λες και ήταν εξαρτημένοι από την σχέση τους. Μια σχέση που ούτε και οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να χαρακτηρίσουν.

Ήταν φιλική; Και οι δύο ήταν σίγουροι πως ήταν κάτι παραπάνω από φίλοι. Κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν ερωτική; Πλατωνική; Ποιος ξέρει; Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουροι, είναι πως δύο άγνωστοι είχαν χτίσει μια σχέση που και οι δυο τους είχαν ανάγκη. Για να τολμούν να ονειρεύονται, να μοιράζονται τον πόνο, να αλληλοστηρίζονται. Είχαν ανάγκη να ΄ναι κάποιος δίπλα τους,. Κάποιον που να είναι λίγο παραπάνω από άνθρωπος. Και τον βρήκαν.

Και επειδή η ζωή ήταν λίγο παραπάνω καλή μαζί τους, από αυτό που τους είχε συνηθίσει, ένα πρωινό στο τέλος του Οκτώβρη ήταν αρκετό για να τους υπενθυμίσει πως ποτέ δεν θα πάψουν να φέρουν τον δικό τους σταυρό.

Η Νεφέλη, όπως κάθε πρωί, είχε ξυπνήσει αχάραγα για να ετοιμαστεί και να αποχωρήσει για το σπίτι, του οποίου την καθαριότητα είχε αναλάβει εδώ και τρία χρόνια. Θα επέστρεφε αργά το απόγευμα, ίσα ίσα για να προλάβει να τακτοποιήσει και το δικό της νοικοκυριό και να πέσει στο κρεβάτι, μη ορίζοντας το κορμί της. Ευτυχώς τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν χρειάζονται πια την προσοχή της. Δεν είναι άλλωστε καιρός για φροντίδα και παιχνίδια με τα εκείνα, όταν η δουλειά δεν σου αφήνει χρόνο ούτε τον εαυτό σου να προσέξεις.

Φαινόταν άλλωστε και από την εμφάνισή της. Είχε στεγνώσει το κορμί πάνω στα κόκαλά της και με το ζόρι διέκρινε κανείς γυναικεία φιγούρα. Μαλλιά μακριά, από καιρό άκοπα, πιασμένα σε μακριά πλεξούδα ριγμένη στην καχεκτική της  πλάτη, με τις αρχικές γκρίζες ανταύγειες να έχουν από καιρό κάνει την εμφάνισή τους ανάμεσα στα κατάμαυρα πυκνά της μαλλιά. Πρόσωπο σπασμένο, γεμάτο ρυτίδες, παρά τα μόλις τεσσαρακοστά της έτη. Ό,τι είχε απομείνει από άνθρωπο ήταν επομένως η  Νεφέλη. Παραιτημένη από την ζωή, τα παιδιά και τον ίδιο της τον εαυτό.

Ευτυχώς το πρώτο της παιδί είναι τόσο χαρισματικό, που δεν χρειάστηκε να κουραστεί η ίδια ιδιαίτερα με την αναπηρία του Νικόλα. Στιγμή δεν το άφηνε μόνο του, λες και ήθελε να ξεκουράσει την μητέρα της. Εφόσον αυτό ήταν λοιπόν το θέλημα της, η Νεφέλη δεν της το χαλούσε ακόμη και σε στιγμές που όφειλε να επέμβει και να στηρίξει το παιδί της, με την ιδιότητά της ως μητέρα. Κι έτσι η Αφροδίτη έγινε για τον Νικόλα κάτι παραπάνω από μάνα.

Ο Νικόλας από την πρώτη κιόλας μέρα του σχολείου εξοικειώθηκε με το περιβάλλον και περίμενε πώς και πώς το επόμενο πρωινό για να ξαναβρεθεί στον αγαπημένο του χώρο. Ποτέ δεν ένιωσε άβολα ή μειονεκτικά. Κι ποτέ κανείς τον ρώταγε γιατί δεν περπατάει, εκείνος με όλη την απλότητα και την ειλικρίνεια ενός παιδιού του απαντούσε: «Δεν ξέρω γιατί δεν περπατάω με δύο πόδια. Δεν μου έχει απαντήσει κανείς ακριβώς. Αλλά και τί πειράζει; Μπορώ και πάλι να παίξω!»

Οκτώ ολόκληρα χρόνια είχε εξοικειωθεί αρκετά με το σώμα του και σε συνδυασμό με το ώριμο της σκέψης του, ίσως να ήταν για εκείνον λίγο πιο εύκολο, απ΄ ότι σε κάποιον άλλο.

Εκείνο το πρωί λοιπόν, ο Νικόλας βρισκόταν στην ώρα του στο σχολείο και στο σπίτι της οικογένειας Λύτρα, βρίσκονταν μόνοι πατέρας και κόρη.  Πάει καιρός τώρα που ο Οδυσσέας είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται περίεργα στην οικογένειά του. Η απόλυση του από την δουλειά σίγουρα του είχε στοιχίσει και όλοι στην οικογένεια ήταν λίγο πιο επιεικής μαζί του.

Ακόμη και η Αφροδίτη, που οι γονείς της τής είχαν ρίξει την τεράστια ευθύνη της ανατροφής του Νικόλα και ποτέ δεν τους συγχώρεσε που της στέρησαν τα πιο όμορφά της χρόνια, έδειχνε μεγάλη κατανόηση αφού ήξερε πως η υγεία του Νικόλα εξαρτιόταν και από την ηρεμία στο σπίτι. Βοηθούσε επομένως την Νεφέλη σε ό,τι μπορούσε στο σπίτι, ώστε να υπάρχει η μέγιστη τάξη, άρα και ηρεμία. Από μαγείρεμα μέχρι λόγια συμπαράστασης, στους γονείς που ποτέ δεν της συμπαραστάθηκαν.

Εκείνη, όρθια πάνω από την κατσαρόλα, μη τυχόν κάψει το φαγητό και εκνευρίσει τον πατέρα που θα μείνει νηστικός. Εκείνος, καθήμενος στο τραπέζι της κουζίνας, αγουροξυπνημένος, με το τσιγάρο στο δεξί του χέρι και το φλιτζάνι του καφέ στο αριστερό.

«ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ, ΑΠΟΤΥΧΙΑ, ΜΟΝΑΞΙΑ. Άνεργος, με μια γυναίκα φάντασμα και έναν γιο ανάπηρο. Αυτά τα όνειρα είχες κάνει λοιπόν μεγάλε Οδυσσέα για την ζωή σου;! ΑΠΕΤΥΧΕΣ! Που είναι η αγάπη, που είναι ο έρωτας που έλεγες πως μ΄ αυτά θα χτίσεις την ζωή σου; Που είναι η γυναίκα που σου έπαιρνε τα μυαλά και χωρίς εκείνη τρελαινόσουν; Τί απέγινε ο δυναμικός και γοητευτικός Οδυσσέας; Που ξέχασες όλα τα όνειρα που κουβαλούσες; Έναν γιο κατάφερες να κάνεις μόνο κι αυτόν ανάπηρο!»

»ΨΕΜΑΤΑ! Ψέματα όλα και δικαιολογίες! Δεν σου φταίει ούτε η γυναίκα ούτε το παιδί σου που κατάντησες έτσι. Έλα, παραδέξου το! Ο μόνος υπεύθυνος είσαι εσύ! Εσύ που δεν πρόσεξες την γυναίκα σου όσο της έπρεπε. Εσύ που από δειλία και φόβο παράτησες το ίδιο σου το παιδί στο άλλο σου παιδί, λες και εκείνο ήξερε πώς να τον φροντίσει, να τον προστατέψει και τι λόγια να του πει για να το ιδιαίτερο σώμα του. Άχρηστος και ανίκανος είναι τα μόνο επίθετα που σου ταιριάζουν!»

Έβαλε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του και έσκυψε το κεφάλι, για να απαλλαγεί για λίγο από τις κατηγορίες που μόλις είχε αποδώσει στον εαυτό του. Οι αγκώνες στα γόνατά του και τα μάτια μέσα από τα δάχτυλα, κλειστά. Μια βαθιά ανάσα και σηκώνει το κεφάλι. Το βλέμμα του πέφτει πάνω στην λεπτή της μέση.

«Κι αυτή; Η Αφροδίτη ίσως τελικά να είναι το μόνο καλό που έχεις κάνει στην ζωή σου. Μεγάλωσε τον γιο σου καλύτερα από μάνα και ποτέ δεν δημιούργησε πρόβλημα. Σήμερα έχει γίνει μια χαρισματική ζωγράφος. Πέτυχε στη ζωή της. Και τί πήρε από εσένα; Μόνο πόνο. Πέτυχε όμως. Κι εσύ όχι.».

Τώρα τα μάτια του ταξίδευαν σε όλο της το κορμί. «Κι αυτό το σώμα.. κι αυτό υπέροχο πάνω της. Μέχρι κι αυτό της έδωσε ο Θεός. Οι γάμπες, οι μηροί, η μέση, τα λεπτά της άκρα. Ποια αντρική ύπαρξη θα μπορούσε  να αντισταθεί σε αυτό το κορμί;»

Σηκώθηκε αργά και με βήματα σταθερά στάθηκε πίσω της. Δεν έχει αντιληφθεί ακόμη την παρουσία του. Το άρωμά της τον τρελαίνει. Κλείνει τα μάτια και το απολαμβάνει. Ένα βήμα πιο μπροστά και το σώμα του στριμώχνει το κορμί της.

«Πατέρα;», φώναξε με τρόμο η Αφροδίτη. «Με τρόμαξες…» και έκανε να ξεφύγει από την ασφυκτική θέση στην οποία την είχε φέρει.

Αλλά εκείνος και πάλι με επιμονή συνέχισε να κολλά το μεσήλικο σώμα του πίσω από το δικό της. Της κόπηκε η ανάσα. Ανατριχίλα και ντροπή. Τι στο καλό συνέβαινε; Τί έπαθε ο πατέρας της; Άλλο ένα βήμα αριστερά να ξεφύγει, να επαναφέρει την κανονικότητα, να τον φέρει στα καλά του, να το ξυπνήσει, να τον τραντάξει, να τον σώσει από την αμήχανη θέση που είχε φέρει και τους δύο.

Ένα βήμα η Αφροδίτη αριστερά, δύο εκείνος για να την προλάβει. Τώρα το πρόσωπό του έχει μπλεχτεί στις πυκνές τις μπούκλες. Τα χέρια του χαϊδεύουν το κορμί της κόρης του.

«Πατέρα!», ούρλιαξε τώρα εκείνη.

«Έχεις ομορφύνει πολύ κοριτσάκι μου. Έχεις γίνει γυναίκα.».

«Σε παρακαλώ πατέρα..άφησέ με», ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή η Αφροδίτη.

«Σσσςς» άκουσε την αντρική φωνή που από τότε και στο εξής μίσησε.

Τώρα την είχε καταβάλει ο πανικός.

«Βοήθεια!! Βοήθεια!» άρχισε να τσιρίζει, να ουρλιάζει, να ωρύεται ώσπου με δύναμη το αντρικό χέρι της σφράγισε το στόμα.

Τρέμουλο, αηδία, πάγωμα και τρόμο.

Εκείνο το κρύο φθινοπωρινό πρωί του Οκτώβρη του 2004, η Αφροδίτη έγινε γυναίκα από τον ίδιο της τον πατέρα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Λαμπρινή Παπαδόντα

Γεννημένη στην Καλλιπεύκη του Ολύμπου, αισθάνομαι τυχερή που μπορώ να παρατηρώ τον κόσμο παρέα με τους Θεούς. Σπουδάζω Παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ευελπιστώντας μια μέρα να γίνω μια σπουδαία δασκάλα. Μεγάλωσα ισορροπώντας ανάμεσα στην ονειροπόληση και την πραγματικότητα. Εκνευριστικά ξεροκέφαλη, κυκλοθυμική, ταγμένη πεισματάρα και προσποιούμενη την δυνατή από κούνια. Χόμπι μου από παιδί ο χορός και η αναζήτηση των αιτιών των ανθρώπινων συμπεριφορών. Θαυμάζω τους ανθρώπους με αξίες και εκείνους που έχουν περάσει δύσκολα, με έλκουν όσοι δείχνουν συναισθηματικά συνεσταλμένοι και τρελαίνομαι για τα άτομα με χιούμορ. Εθισμένη στις βόλτες με θέα τον ήλιο, λατρεύω να ακούω τις ιστορίες των μεγαλύτερων και απολαμβάνω τις ωραίες συζητήσεις συνοδευμένες με ένα φλιτζάνι καφέ.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;