Κεφάλαιο 3: Σατανοφιλοσοφίες

Αυγερινός

Ησυχία! Τα στοιχεία είναι ελλιπή, θα χρειαστεί να επαγωγεύσω την απάντηση. Θα μου πεις πως πριν την απάντηση χρειαζόμαστε την ερώτηση. Κι εγώ θα σου πω πως αυτό είναι στοιχειώδες αγαπητέ μου Γουότσον!

Έχουμε και λέμε: Τα κλειδιά έχουν γνώριμη μορφή όταν τα πρωτοβλέπεις. Τι είναι γνώριμο για έναν παπά; Κεριά, εξαπτέρυγα, ανήλικα αγοράκια… Η θεία! Θεία Κοινωνία. Κρατούσε το δισκοπότηρο και ξαφνικά είδε μέσα σε αυτό, τον βαθύτερό του φόβο. Τι κάνεις όταν σε τρομάζει κάτι που κρατάς; Το πετάς! Ένιωσα ένα κρύο αεράκι στην αριστερή μεριά του σβέρκου μου όταν μιλούσα με τον παπά. Δεν του έδωσα ιδιαίτερη σημασία, αλλά είναι η απάντηση σε όλα! Οπουδήποτε αλλού, το αεράκι θα σήμαινε ανοιχτό παράθυρο. Τα παράθυρα στις εκκλησίες όμως είναι ότι και το υπόλοιπο κτίριο, διακοσμητικά! Οπότε, κανένα αεράκι δεν θα μπορούσε να περάσει από αυτό εκτός… αν ήταν σπασμένο.

Ο πάτερ τρόμαξε τόσο πολύ που πέταξε το δισκοπότηρο στο παράθυρο, με αποτέλεσμα αυτό να σπάσει. Άρα τα κλειδιά βρίσκονται πεταμένα κάπου στα αριστερά της εκκλησίας!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ξέρεις ποιο είναι το μόνο πρόβλημα με όλα αυτά Γουότσον; Στεκόμαστε στα αριστερά της εκκλησίας και δεν βλέπω κανένα κλειδί…

Εύα

Μην φοβάσαι. Πάτα γκάζι Εύα. Δεν έχει σημασία που δεν έχεις οδηγήσει ξανά μηχανάκι Εύα. Δεν θα σκοτωθείς Εύα!

Και να σκοτωνόσουν δηλαδή, θα ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα; Θέλεις τόσο πολύ να φύγεις από το ορφανοτροφείο. Σύντομα θα γίνει αυτό. Τι θα κάνεις μετά; Πως θα ζήσεις; Θα σπουδάσεις; Τι θα σπουδάσεις; Πώς θα σπουδάσεις; Θα δώσεις εξετάσεις; Ξέρεις ότι δεν θα περάσεις σε καμία καλή σχολή. Δεν διαβάζεις Εύα. Δεν ξέρω αν δεν θέλεις, δεν ξέρω αν δεν μπορείς, αλλά δεν διαβάζεις.

Οκ, οι σπουδές είναι εκτός. Δουλειά! θα χρειαστείς μία δουλεία. Ποιος θα σε πάρει όμως; Σίγουρα όχι κάποιος που να πληρώνει αρκετά. Όχι χωρίς σπουδές. Ίσως και να μη σε πάρει κανείς. Τι ξέρεις να κάνεις; Οκ, μπορείς πάντα να μοιράζεις φυλλάδια ή να πηγαινοέρχεσαι ανάμεσα στα τραπέζια κάποιου μαγαζιού με ένα τεράστιο ψεύτικο χαμόγελο στο πρόσωπό σου. Θέλεις όμως; Είναι αυτή ζωή;

Νιώθεις κουρασμένη, έτσι δεν είναι; Είσαι κουρασμένη χωρίς να έχεις καν ξεκινήσει. Η σκέψη και μόνο του δρόμου σε κουράζει. Σε κουράζει τόσο που θα μπορούσες να αφήσεις τα μάτια σου να κλείσουν και το μηχανάκι να καρφωθεί στην κοντινότερη κολόνα.

Ναι. Θέλω όμως;

Αυγερινός

«AAAAAAAAAAAAAAAAAAΑΑΑΑΑΑAA!»

Το άκουσες αυτό; Γλυκιά μελωδία στα αυτιά μου. Μια κραυγή! Μια κραυγή που θα έβγαζε μόνο κάποιος που είδε τον πραγματικό του φόβο! Τώρα αρκεί μόνο να την ακολουθήσουμε… Για μισό λεπτό. Υπάρχει κάτι ακόμη. Μια προσευχή… προς εμένα!

«Εσύ είσαι η αρχή, εσύ είσαι ο θρόνος

Δαίμων ο κύριος

Δαίμων ο Ισχυρός

Δαίμων ο Αθάνατος

Διαβολικό το όνομά σου

Καταχθόνια η βασίλεια σου

Πραγματοποίησε το θέλημά μου…»

Καμία πρωτοτυπία. Είναι ξεκάθαρα «σκοτεινή» έκδοση του Πάτερ Υμών. Και δεν με τιμά ιδιαίτερα το ότι την λέει ένας τύπος με λιγδωμένο μαλλί και μαύρο αϊλάινερ. Είναι γονατισμένος στη μέση του ετοιμόρροπου σαλονιού του, φορώντας μία κατάμαυρη ρόμπα και κρατώντας μία πεντάλφα. Αν δεν ήμουν αθάνατος θα είχα πεθάνει από τα κλισέ.

Η γυναίκα του παρακολουθεί από τη γωνία του δωματίου. Φαίνεται τρομοκρατημένη, σχεδόν τόσο τρομοκρατημένη όσο αυτός. Η κραυγή ήταν ξεκάθαρα δική του, θα αναγκαστώ λοιπόν να απαντήσω στις προσευχές του.

«Ως εν γης και επί της κόλασης

Χαίρε ω Σατανά

Χαίρε ω Εωσφόρε»

«Γεια και σ’ εσένα.»

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!»

«Μετά είναι το βήτα.»

«Πως μπήκες στο σπίτι μου; Ποιος είσαι;»

«Μερικοί με φωνάζουν… Νος!»

«Για μια στιγμή… Κύριε;»

«Νος είπαμε, βγαίνει από το Αυγερινός. Δεν χρειάζονται επισημότητες. Τώρα, θα σε παρακαλούσα να σηκωθείς από το πάτωμα. Απαρνιέσαι τον παράδεισο για να μην γονατίζουν σε κανέναν και πάνε γονατίζουν σε εσένα… είναι ή δεν είναι να τα παίρνεις μετά; Σήκω!»

«Συγχώρεσέ με, δεν γνώριζα.»

«Δεν είναι δική μου δουλειά να συγχωρώ».

«Ω, μέγα Εωσφόρε!»

«Δεν καταλαβαίνει το παιδί…»

«Το βλέπω τώρα, η πεντάλφα ήταν οιωνός για την έλευσή σου! Έλα μαζί μου στη στοά. Το πιστό σου τάγμα σε περιμένει. Ο θνητός στρατός της κολάσεως υποκλίνεται μπροστά σου!»

«Είσαι χρυσόψαρο ή κάτι τέτοιο, τι είπα πριν λίγο;»

«Οι ακόλουθοί σου προσμένουν τον ερχομό σου!»

«Οι ακόλουθοι μου; Να μου λείπει».

«Επίτρεψέ μου να σου αποδείξω την απέθαντη προσήλωσή μου. Σία, έλα εδώ!»

«Α, ώστε Σία την λένε την κοπέλα. Πάλι καλά που την φώναξες, ήταν λίγο άβολο να στέκεται στη γωνία. Τώρα πες μου, είναι μαχαίρι αυτό στην τσέπη σου ή χαίρεσαι που με βλέπεις;»

«Δέξου αυτή τη θυσία!»

«Α, τελικά μαχαίρι ήταν…»

«Ξέρω ότι με δοκιμάζεις, θα φανώ όμως πιστός ακόλουθός σου!»

«Θυ-Σία. Χά! Καλό, ε;»

«Ω Εωσφόρε, άρχοντα του σκότους!»

«Εωσφόρος, ορισμός: Αυτός που φέρνει την αυγή. Ξεκάθαρα ο άρχοντας του σκότους…»

«Δέξου το αίμα αυτού του ανίερου γύναιου, σαν ένδειξη της αιώνιας υποταγής μου!»

«Οκ, φτάνει. Σναπ!»

Θα αναρωτιέσαι τι έγινε. Είναι απλό, με ένα χτύπημα των δαχτύλων μου ο χρόνος πάγωσε. Και ναι. Μου αρέσει να λέω Σναπ, όταν χτυπάω τα δάχτυλά μου. Μη με κρίνεις, άλλος το κάνει αυτό.

Ξέρω. Πριν λίγο είπα ότι δεν μπλέκομαι στις ζωές των θνητών και μπλα μπλα μπλα… Αλλά, τεχνικά, ο τύπος μου ανήκει ήδη. Είναι σατανιστής, δεν νομίζω να έχει ιδιαίτερο πρόβλημα με τις βουλές του αφέντη του.

«Σία, με ακούς; Πρέπει να με ακούς, είμαι σίγουρος ότι δεν πάγωσα τον δικό σου χρόνο.»

«Είμαι νεκρή;»

«Τέλεια, με ακούς».

«Πέθανα;»

«Όχι. Όχι ακόμα.»

«Θα πεθάνω;»

«Όλα κάποτε πεθαίνουν. Το θέμα είναι τι θα γίνει τώρα. Θέλεις να πεθάνεις;»

«Όχι. Σε παρακαλώ…»

«Μην κλαις. Και μην με παρακαλάς. Είμαι ο Αυγερινός, εσένα πως σε λένε;»

«Σία.»

«Από;»

«Αναστασία.»

«Θα έλεγα μην το κόβεις, αλλά δεν είμαι από αυτούς. Κάνε ό,τι γουστάρεις. Ξέρεις, ο μόνος που έχει κάνει πράξη το όνομά σου είναι ο αδελφός μου. Οκ, και ο φίλος του ο Λάζαρος. Ποτέ δεν τον χώνεψα… Πως θα σου φαινόταν να γίνεις η πρώτη μη-βιβλική μορφή που το καταφέρνει;»

«Συγνώμη, αλλά… δεν καταλαβαίνω».

«Πάρε αυτό».

«Την πεντάλφα; Είναι το σύμβολό σου, γιατί μου τη δίνεις; Σημαίνει, ότι η ψυχή μου σου ανήκει; Με σώζεις τώρα για να καώ στην κόλαση;»

«Μην κάνεις το λάθος να νομίζεις πως σε σώζω. Ο μόνος που μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο είσαι εσύ. Το σύμβολο αυτό δεν είναι δικό μου, είναι φτιαγμένο από ανθρώπους. Δεν χρειάζεται να αντιπροσωπεύει εμένα ή την ιδέα που έχετε για εμένα, μπορεί να αντιπροσωπεύσει το οτιδήποτε. Κράτα το σφιχτά, γιατί είναι η τύχη σου. Φύγε και μην κοιτάξεις ποτέ πίσω σου!»

Τι; Ο Διάβολος είμαι. Δεν είμαι… Οκ. Έχετε λίγο περίεργη οπτική για εμένα, θα πρέπει να το συζητήσουμε κάποια στιγμή. Ή όπως έχουν τα πράγματα, να μονολογήσω γι’ αυτό.

Όπως και να έχει, με τη Σία εκτός εικόνας, μείναμε οι δυο μας. Εγώ, εσύ και αυτό το ανθρώπινο σκουπίδι ανάμεσά μας!

«Σνάπ!»

«Τι… τι έγινε;»

«Ου φονεύσεις. Βασικό στο βιβλίο οδηγιών».

«Που πήγε;»

«Λάθος ερώτηση».

«Πως…»

«Όχι».

«Τι θέλεις από εμένα;»

«Σε αυτή τη ζωή, τα κλειδιά μου. Πρέπει να μοιάζουν με δισκοπότηρο, σαν αυτά που έχουν στις εκκλησίες. Δως τα μου και είσαι ελεύθερος να πας οπουδήποτε εκτός από το Διάολο».

«Με δισκοπότηρο… η πεντάλφα μου ήταν δισκοπότηρο!»

«Τι;»

«Η πεντάλφα! Δισκοπότηρο ήταν η πεντάλφα!»

Όχι, δεν μπορεί…

«Το δισκοπότηρο ήταν η πεντάλφα!»

Μα τι λέω; Μπορεί και παρά-μπορεί. Πεντάλφα, τι ποιο γνώριμο για έναν σατανιστή; Ήταν τα κλειδιά και τα έχασα μέσα από τα χέρια μου!

Ήμουν τόσο κοντά… Γιατί; Τι έχω κάνει για να το αξίζω αυτό; Μην απαντήσεις! Ίσως αν της εξηγήσω… Όχι, δεν λειτουργεί έτσι. Συμβολισμοί. Γαμημένοι συμβολισμοί! Πάντα κάτι τέτοια πάω και κάνω. Ο λόγος του Διαβόλου είναι συμβόλαιο που να πάρει ο Διάολος! Δεν μπορώ να τα πάρω πίσω. Όχι αν δεν τα δώσει σε κάποιον άλλο…

«Εσύ!»

«Εγώ;»

«Ναι, εσύ! Πως κατέληξε η πεντάλφα στα χέρια σου;»

«Ω άρχοντα Εωσφόρε. Αυτό το γύναιο την έφερε σε…»

«Οκ, σκάσε! Απλά σκάσε, δεν μπορώ να σε ακούω».

Πρέπει να δω. Δεν μου αρέσει όταν αναγκάζομαι να το κάνω αυτό, αλλά είναι ο μόνος τρόπος. Πρέπει να του μιλήσω…

«Πατέρα; Με ακούς φαντάζομαι. Πανταχού παρών είσαι στο κάτω-κάτω. Ας μπούμε στο ψητό… Ξέρεις ότι αυτό που μόλις συνέβη είναι άδικο! Όχι ότι αυτό σε σταμάτησε ποτέ. Οπότε, επίτρεψέ μου τουλάχιστον να δω. Άφησέ με να κλείσω τα μάτια και να ανοίξω το μυαλό. Άσε με να δω το πως τα κλειδιά κατέληξαν στα χέρια του».

Ναι… βλέπω. Ώρα για φλας-μπακ!

Βλέπω την εκκλησία που επισκέφτηκα πρωτίστως. Μες στην εκκλησία βλέπω την Αναστασία, γονατισμένη πίσω από την τελευταία σειρά καρέκλες. Προσεύχεται.

«Θεέ μου, εγώ είμαι πάλι. Κάνε όλοι στον κόσμο να είναι καλά και ειδικά… ξέρεις. Πέρα από αυτό, συγχώρεσέ με γιατί αμάρτησα. Αρνήθηκα στον άντρα μου τα συζυγικά μου καθήκοντα. Εκείνος βέβαια μου επέβαλε αυτό που ήθελε, όπως και ήταν πρέπον. Δεν ξέρω τι με πιάνει καμιά φορά, σαν να μην γνωρίζω ποια είναι η θέση μου. Ίσως να φταίει που εκείνος τώρα τελευταία έχει… ας πούμε, απομακρυνθεί από εσένα. Φοβάμαι. Θεέ μου, φοβάμαι. Σε παρακαλώ, στείλε κάποιον. Έναν άγγελο. Τον λαμπρότερό σου άγγελο».

Ο χρόνος περνά, όπως συνηθίζει να κάνει. Η Αναστασία έχει βγει από την εκκλησία, αλλά δεν φεύγει. Μένει στον προαύλιο χώρο, κάτω από ένα πολύ συγκεκριμένο παράθυρο. Τα λεπτά γίνονται ώρες και αυτή κάθεται ακόμη εκεί, σιωπηλή, μέχρι που η φωνή ενός γνωστού μας πάτερ σπάει τη σιωπή και ένα δισκοπότηρο το παράθυρο.

«ΠΙΣΩ ΜΟΥ Σ’ ΕΧΩ ΣΑΤΑΝΑ!»

Άουτ! Κατακέφαλα της ήρθε! Είμαι σίγουρος πως δεν ξέρει τι την χτύπησε. Πιάνει το κεφάλι της και κοιτάζει γύρω της τρομαγμένη. Στιγμές μετά τα βλέπει. Την βλέπουν και αυτά…

Επιστρέφει στο σπίτι και δείχνει στον άντρα της τι βρήκε. Το άγριό του βλέμμα φαίνεται να αλλάζει, σαν να έχει μαγευτεί.

«Είναι πανέμορφη… Που την βρήκες;»

«Στην εκκλησία Λάμπη μου».

«Τι έκανες στην εκκλησία;»

«Τίποτα, απ’έξω πέρναγα. Κάποιος την πέταξε και με χτύπησε. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν δισκοπότηρο, αλλά όταν το κοίταξα καλύτερα…»

«Άστο, μην μιλάς. Μαλακίες θα πεις όπως πάντα. Σημασία έχει ότι έφτασε σε εμένα. Το πεπρωμένο την έφερε στα χέρια μου!  Είναι σημάδι. Η ώρα του άρχοντα μας πλησιάζει. Η ώρα που θα ανέλθει από την κόλαση και θα κηρύξει πόλεμο στους ουρανούς! Η… η αντανάκλασή μου. Δεν έχω αντανάκλαση!»

«Τι;»

Εδώ είμαστε.

«Κοίτα στον καθρέφτη. Δεν έχω είδωλο, δεν έχω αντανάκλαση! Κοίτα μωρή, στραβή είσαι! Δεν είναι δυνατόν, δεν γίνεται να μην έχω αντανάκλαση! Τα πάντα έχουν αντανάκλαση. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει αντανάκλαση. Τίποτα! Τίποτα… Είμαι ένα τίποτα. Έρχομαι απ’ το τίποτα και θα καταλήξω στο τίποτα… Όχι. Όχι! ΌΧΙ! AAAAAAAAAAAAAAAAAAA!»

Εύα

Πεθαίνεις-κοιμάσαι. Κάποιος το είχε πει αυτό. Κάποιος σημαντικός. Μαλακίες έλεγε. Όταν κοιμάσαι, κοιμάσαι. Όταν πεθαίνεις, πεθαίνεις. Όταν πεθαίνεις είσαι νεκρός. Η ανυπαρξία δεν είναι το ίδιο με τον ύπνο!

Σε λίγο θα μας πει και ότι όταν πεθαίνεις ονειρεύεσαι. Όχι ευχαριστώ! Ονειρεύομαι και ζωντανή και λίγο μετά, όταν σκέφτομαι τα όνειρά μου, συνειδητοποιώ πόσο ηλίθια είναι. Τα όνειρα του ξύπνιου είναι ίδια με αυτά του ύπνου. Την ώρα που τα βλέπεις φαίνονται λογικότατα, αλλά όταν ξυπνάς δεν βγάζουν κανένα νόημα.

«Σταμάτα κλέφτρα να ‘ούμε!»

Α ναι, είναι και αυτοί… Κλέφτρα; Έκλεψα το μηχανάκι σας για να μην κλέψετε τα λεφτά μου. Η κλεψιά σας με έκανε κλέφτρα. Άρα, είμαι όντως κλέφτρα;

Όχι Εύα. Με ερωτήσεις σαν αυτή δεν είσαι κλέφτρα, είσαι φιλόσοφος!


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Νίκος Καλαντζής

Για να δούμε, τι γράφουν συνήθως σε αυτά; Γεννημενος στην Πάτρα το 1998. Ζω ακόμα εδώ το 2021, όχι πολύ μακριά από το μαιευτήριο για την περίπτωση που αλλάξω. γνώμη. Έχω τελειώσει υποκριτική...σχεδόν. Δεν συνηθίζω να τελειώνω πράγματα. Πράγμα που κάνει εντυπωσιακότερο το ότι τελειώνω το οτιδήποτε γράφω. Εν κατακλείδι... τίποτα. Απλά μου αρέσει η λέξη κατακλείδι

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;