Κεφάλαιο 22: Μαίρυ, Κεφάλαιο 23: Τζον, Κεφάλαιο 24: Μαίρυ

 

 

22 Μαίρυ

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Το τηλέφωνό σου στο σπίτι χτυπάει Μαίρη», είπε ο Τζίμ ο γιός του Ρόμπ, λαχανιασμένος, με ένα βλέμμα σαν να έχει δει κάποιο φάντασμα.

 

«Δεν το πιστεύω πως σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι λειτουργεί ακόμα το τηλέφωνο. Είμαι σίγουρος πως το άκουσα». Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα και ήταν ιδρωμένος καθώς είχε τρέξει για να μας βρει και να μας πει τα παράξενα νέα. Όσο και ήρεμος να φαινόταν ο Ρόμπ μέχρι εκείνη τη στιγμή το κράταγε καλά μα τώρα είχε αρχίσει να το χάνει και άρχιζε  να τον κυριεύει πανικός.

 

Με μια απότομη κίνηση με τράβηξε από το χέρι και με έβαλε στο αμάξι όπου όλοι μαζί κατευθυνθήκαμε στο σπίτι μου, στο μέρος που είχα ξυπνήσει ή ονειρευόμουν ακόμα.

 

Να ήταν αυτός που με πήρε τηλέφωνο; Να βρήκε τον τρόπο; Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Μακάρι να άκουγα τη φωνή του, να ήταν αλήθεια. Αισθανόμουν σαν να είχα κερδίσει το λαχείο. Μα τι ειρωνεία, να κοροϊδεύω τον εαυτό μου με παραμύθια.

Πως είναι δυνατόν να λειτουργεί ακόμα το τηλέφωνο; Και μάλιστα να έχω κλήση από το παρελθόν;

 

Αλλά και πάλι πως βρέθηκα εδώ σε αυτή την εποχή ;

 

Είχαμε μπει μέσα στο αμάξι και τρέχαμε. Για μια στιγμή ζαλίστηκα και έκλεισα τα μάτια μου σε μια απότομη στροφή που είχε πάρει απότομα ο Ρόμπ, δείγμα ότι είχε πιστέψει τον γιό του και η σκέψη του έτρεχε να προλάβει την αλήθεια.

 

Όλοι τον είχαμε πιστέψει.

 

Το αμάξι σταμάτησε ακαριαία αφού πρώτα ανέβηκε το μισό πεζοδρόμιο με τους τρεις μας που επιβαίναμε, να ταρακουνιόμαστε σαν τρενάκι του λούνα πάρκ. Τα φώτα του αμαξιού τρεμόπαιξαν και φώτισαν το ερειπωμένο σπίτι φανερώνοντας τις τάβλες που κάλυπταν εξωτερικά τα παράθυρα. Τα αγριόχορτα είχαν κυριεύσει τον περίγυρο του σπιτιού μετατρέποντάς το σε φρούριο και δίπλα η πόρτα μισάνοιχτη έμοιαζε με ανοιχτή πύλη.

 

Είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό καθώς ακουγόταν ένας ήχος από μακριά.

Απόμακρος, αλλά τον ακούγαμε που χανόταν.

 

Τον ακούτε; Είπε ο Τζιμ αυτό άκουγα πριν …

Σςς, του έκλεισα το στόμα για να ακούσω ξανά αν ήταν αλήθεια. Περίμενα λίγα δευτερόλεπτα που φάνηκαν σαν αιωνιότητα και όταν το μυαλό μου άρχιζε να με πείθει ότι δεν υπήρχε τίποτα, τότε ήταν που το άκουσα ξανά.

 

Ντριιν ένας ήχος τηλεφώνου διαπεραστικός να χάνεται μακριά.

Να μας καλεί μέσα στο σπίτι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

23 Τζόν

 

 

Στις πιο σκοτεινές σου αναμνήσεις.

Μόνο σκοτάδι και τίποτα.

Υγρό να ρέει και εσύ να νιώθεις όμορφα καθώς έχεις ξεχάσει να ζεις.

 

 

 

Σήκωσα το ακουστικό περιμένοντας το σκοτεινό μου μέλλον να μου μιλήσει, να πει: «γεια χαρά φίλε, ένα λεπτό να σε συνδέσω με τη φίλη σου στην άλλη γραμμή, σε περιμένει» αλλά άκουσα την κοπέλα από το κέντρο να μου μιλάει και μετά να μου παρεμβάλλονται οι σκέψεις μου, για ακόμα μια φορά να με αποσυντονίζουν.

 

Πάντα με ωθούσε το ένστικτο. Με μια κίνηση, σηκώθηκα από το κρεβάτι καθώς θυμήθηκα ότι είχα το δικό μου αμάξι στο γκαράζ. Ναι, αυτό αποδείκνυε στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι δεν ήμουν τρελός και ότι δεν ανήκα στην ανυπαρξία του παρελθόντος. Με την καρδιά μου να χτυπά σαν τρελή ώστε να έρθει αντιμέτωπη με την αλήθεια έτρεξα στο γκαράζ και αντίκρισα το αυτοκίνητό μου. Το μελλοντικό μου όχημα, αυτό με το οποίο είχα έρθει.

 

Με περίμενε εκεί, σκονισμένο και παρατημένο στο γκαράζ για καιρό αλλά κρατούσε ακόμα την παλιά του αίγλη. Ήταν δυνατό, μεγάλου κυβισμού με τεράστια λάστιχα που πατάνε καλά στο έδαφος και με τιμόνι που η αίσθησή του σε κάνει να μην το αφήσεις ποτέ από τα χέρια σου.

 

Άνοιξα την πόρτα χωρίς δεύτερη σκέψη και μπήκα μέσα. Το σαλόνι του μύριζε την εποχή μου. Μια εποχή χωρίς φόβους που όλα κυλούσαν όμορφα και φυσιολογικά. Ειδικά όταν εγώ κρατούσα το τιμόνι. Πήγα να ανοίξω το ντουλαπάκι του συνοδηγού και εκείνη τη στιγμή κάποιος μου χτύπησε την πόρτα του γκαράζ.

 

Βγήκα έξω από το αμάξι και άνοιξα την μεταλλική πόρτα. Κάποιες φιγούρες στέκονταν μπροστά μου και μου μιλούσαν. Όμως από τα φώτα των αυτοκινήτων τους δεν μπορούσα να τους δω καθώς τα είχανε στραμμένα πάνω μου.

 

 

 

«Πάτα τους κάνε τους κιμά φίλε».

 

Όταν τους είδα, το μίσος μου μίλαγε από μέσα μου για αυτούς και με κατηύθυνε.

Ήταν σαν το αμάξι μου να μίλαγε μέσα στο μυαλό μου. Βρέθηκα με το πόδι πατημένο στη μηχανή, έβγαλα ένα μουγκρητό ευχαρίστησης γιατί συμφωνούσα και το χαμόγελο έβγαινε δειλά από το πρόσωπό μου. Κάτι μίλαγε μέσα μου δίνοντάς μου νόημα στη ζωή.

 

«Πάτησε τους όλους, μη περιμένεις».

 

Μπροστά μου ήταν κάτι κολεγιόπαιδα παραταγμένα σε μία ευθεία και με χλεύαζαν.

Νόμιζαν πως δεν είχα τα κότσια να τους πατήσω και ότι τους εκφόβιζα με το μούγκρισμα της μηχανής που έκανα. Πίστευαν ότι θα έβγαινα έξω και τότε αυτοί θα ήταν υπεράριθμοι, ότι θα μου έδιναν ένα μάθημα για τα καλά. Ένας από αυτούς σήκωσε το κεφάλι του και μου μίλησε.

 

«Μήπως είσαι λιγάκι αδερφούλα; Γιατί δε βγαίνεις έξω να παλέψεις σαν άντρας;»

 

Η σκέψη μου έλεγε να τους σκοτώσω να τους κάνω κιμά ώστε να πάψουν να με ενοχλούν. Να τους δείξω ποιος είναι ο αρχηγός. Σκέφτηκα να τους βλέπω όλους ξαπλωμένους στο έδαφος με σπασμένα κόκαλα και αίματα να τρέχουν και έπειτα να με κοιτάνε με το βλέμμα της λύπησης με ένα ύφος ότι «μάθαμε το μάθημα μας, ζητάμε συγνώμη»…

 

Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι είχαν έρθει για να με αποσυντονίσουν για ακόμα μια φορά από την πραγματικότητα.

 

Οι προβολείς συνέχιζαν να με τυφλώνουν και η ένταση τους με προκαλούσε. Με έκανε να τους ορμήσω να βάλω μπροστά τη μηχανή και να τους πάρω παραμάζωμα. Να τους κάνω να φοβηθούν.

 

Για λίγο να τα κάνουν πάνω τους…

 

Οι σκέψεις σπινιάριζαν στο μυαλό μου σε ένα κρεσέντο αίματος με τους τροχούς να λυσσάνε καίγοντας τα λάστιχα και τα φώτα να τους καταδιώκουν. Η λογική μου έλεγε ότι όλο αυτό έχει σκοπό να με αποσυντονίσει ξανά για να μη ξέρω που βρίσκομαι. Να χαλάσω το όχημά μου πετώντας το στην ατσάλινη πόρτα και μετά να γελάνε μαζί μου οι αναμνήσεις για μια ακόμα φορά έχοντας πετύχει το σκοπό τους. Πόσο γελοίος θα φαινόμουν τότε.

 

Έκλεισα τη πόρτα του γκαράζ και παρέμεινα στο σκοτάδι. Από έξω να φωνάζουν, να ζητωκραυγάζουν με γέλια πανηγυρικά για το πόσο δειλός ήμουν και κλείστηκα στο καβούκι μου. Να χτυπάνε την γκαραζόπορτα τώρα με μεγαλύτερη λύσσα και να πετάνε μπουκάλια σπάζοντάς τα με περισσότερη λύσσα και βία.

 

Δεν είχαν ακούσει όμως το μουγκρητό που έκανε η μηχανή. Άνοιξα την πόρτα και άναψα τους προβολείς μου τυφλώνοντάς τους. Έπειτα, πάτησα το γκάζι και χύμηξα έξω. Πάτησα κάνα δυο, μετά άλλους τρεις καθώς δε πιστεύανε ότι θα κάνω κίνηση.

 

Ότι θα σκότωνα τις παλιές μου σκέψεις.

Αλλά εγώ το έκανα.

 

Μπήκα στον επαρχιακό δρόμο και κυνήγησα ακόμα κάνα δυο από αυτούς σαν δολοφόνος. Τα φώτα του αμαξιού μέσα στο σκοτάδι άφηναν μια κόκκινη γραμμή από τη δαιμονιώδη ταχύτητα που ανέπτυσσα , το ίδιο έκαναν και τα λάστιχα του αμαξιού στο δρόμο από τα αίματα.

 

Το αμάξι μαύρο σαν την ψυχή μου. Δεν το ένοιαζε που πάει, απλά χανόταν στο σκοτάδι. Το ίδιο και ο οδηγός του.

 

 

 

 

24 Μαίρυ

 

 

Ο ήχος ταξίδευε.

Δηλαδή χανόταν κάπου προς το εσωτερικό του σπιτιού.

 

Αμέσως βγήκαμε όλοι από το αμάξι, αφήσαμε ανοιχτές τις πόρτες και μπουκάραμε σαν ληστές μέσα στο σπίτι. Να ψάχνουμε σε ένα χαμό τον ήχο που μας έπαιζε σαν τηλεπαιχνίδι. «Βρείτε την πηγή και θα κερδίσετε το έπαθλο». Το θέμα είναι ότι ο καθένας  για τους δικούς μας λόγους το είχαμε πιστέψει και παίζαμε το κυνήγι του θησαυρού ψάχνοντας από που ερχόταν εκείνος ο ήχος που σαδιστικά κουδούναγε σε εκείνο το παλιό σπίτι.

 

Κάποια στιγμή ο ήχος χάθηκε και απλά έσβησε.

Σκέφτηκα ότι όλοι μας νομίζαμε ότι το ακούγαμε και ότι τελικά ο ήχος δεν υπήρχε παρά μόνο στο μυαλό μας. Κάποιος πήγε να μιλήσει όταν τον διέκοψε πάλι ο ήχος του τηλεφώνου που τώρα ακουγόταν σαν να προέρχεται από το πάνω μέρος του σπιτιού. Τρέξαμε όλοι πάνω στον όροφο και ο Τζίμ σκόνταψε από τη βιασύνη Αλλά συνέχισε στα τέσσερα σε μια αδέξια κίνηση που έλεγε, συνεχίστε, εγώ θα σας φτάσω.

 

Πράγματι ο ήχος ακουγόταν πιο δυνατά, κάτι που σήμαινε ότι φτάναμε στον προορισμό μας. Μα δεν τον βρίσκαμε. Τώρα ακουγόταν πιο δυνατά Αλλά στο μέρος που έβγαινε δειλά ο ήχος δεν υπήρχε τίποτα. Προς έκπληξη όλων ακουγόταν από μέσα από τον τοίχο, πίσω από την ταπετσαρία.

 

Κοιτούσαμε όλοι αποσβολωμένοι και ψάχναμε με τα χέρια μας μάταια την ταπετσαρία μήπως είχε κάποιο κρυφό ντουλαπάκι. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει καθώς αισθανόμουν ότι θα έχανα το τηλεφώνημα για πάντα και πήγαινα να τρελαθώ όταν εκείνη τη στιγμή ο Τζίμ κλώτσησε τον τοίχο στο σημείο εκείνο ξεσκίζοντας την ταπετσαρία και φανερώνοντας μια μαύρη τρύπα. Κάποια πρόχειρη κατασκευή που κάλυπτε ένα περίεργο μυστικό.

 

Ο ήχος είχε σταματήσει και έβαλα το χέρι μου μέσα ψαχουλεύοντας για την πολυπόθητη συσκευή, το έπαθλο που θα μου έδινε το βραβείο. Έπιασα κάτι βαρύ και το ανέσυρα επάνω στο ημίφως. Ήταν μια παλιά συσκευή τηλεφώνου από μαύρο βινύλιο, ένα υλικό που το έφτιαχναν για να αντέχει στο χρόνο. Στην άκρη του κρεμόταν ένα καλώδιο που όπως το τράβηξα, φανέρωσε το ακουστικό του. Το τοποθέτησα στη βάση του και ακούστηκε το κλίκ της συσκευής.

 

Όλοι κοιτούσαμε απορημένοι το σκονισμένο τηλέφωνο και με αγωνία το περιμέναμε να χτυπήσει. Μα το τηλέφωνο δεν έκανε τίποτα όσο ο χρόνος περνούσε και δεν έδινε κανένα σημείο ζωής.

 

-Δεν μπορεί Ρόμπ, τώρα μόλις χτύπαγε έτσι δεν είναι;

-Δεν ξέρω Μαίρυ, μου είπε ο Ρόμπ απόγοητευμένος, μάλλον ήταν της φαντασίας μας τελικά, μπορεί να το πιστέψαμε, ξέρεις πως είναι αυτά, μερικές φορές σε ξεγελάνε, νομίζεις ότι τα ακούς.

-Μα το άκουσε και ο Τζίμ, έτσι δεν είναι;

 

Ο Τζίμ είχε μείνει ο πιο απόγοητευμένος από την παρέα και κοιτούσε το τηλέφωνο απόλυτα προσηλωμένος. Έδειχνε σίγουρος ότι το είχε ακούσει. Αυτό έδειχνε η έκφραση στο πρόσωπό του.

 

Άφησα κάτω το τηλέφωνο και πήγα να κατέβω τα σκαλιά, να πάρω το δρόμο της επιστροφής στην πραγματικότητα. Ο Ρόμπ και ο Τζίμ με ακολούθησαν με τα ενθουσιώδη συναισθήματα που είχανε την προηγούμενη στιγμή να έχουν σχεδόν πεθάνει και με σκυμμένα τα κεφάλια αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τη σκάλα, όταν ακούστηκε πάλι ο ήχος.

 

Τώρα το τηλέφωνο χτύπαγε δυνατά, σαν καμπάνα που λέει «εδώ είμαι, ελάτε να με βρείτε».

 

Τρέξαμε όλοι να προλάβουμε το τηλεφώνημα πριν σβήσει πάλι, και αυτή τη φορά, κέρδισα το διαγωνισμό. Σήκωσα το ακουστικό πρώτη από όλους. Το έβαλα στο αυτί  μου και επιτέλους τον άκουσα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;