Κεφάλαιο 19: Τζον. Κεφάλαιο 20: Μαίρυ, Κεφάλαιο 21: Τζον

19 Τζόν

 

Σηκώθηκα, με το χαλί να έχει απότυπωθεί στο πρόσωπό μου και το βουητό από το τηλέφωνο να ηχεί σαν βασανιστικό ξυπνητήρι στο κεφάλι μου. Μα πώς γίνεται να με πήρε τηλέφωνο; πώς ήξερε που να πάρει; Γαμώτο πως έχασα αυτή τη στιγμή μαζί της;

Έκλεισα το ακουστικό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Άκουσα στην αρχή μια αντρική φωνή και έπειτα τη δική της. Να προσπαθούν να μου μιλήσουν, να φωνάζουν το όνομά μου και μετά να χάνονται στο σκοτάδι.

 

Η φωνή είναι κάτι που πραγματικά ταξιδεύει στο χρόνο, σαν ανάμνηση.

 

Κάθισα στη κουζίνα και σκέφτηκα λίγο. Αν ήθελα να την πάρω τηλέφωνο που θα την έπαιρνα; Άλλος τόπος, άλλος χρόνος, πραγματική τρέλα. Μπορώ να πάρω τηλέφωνο σπίτι μου. Δε θυμάμαι άλλο αριθμό. Θα χτυπήσει όμως; Ο πληθυσμός άλλαξε στο μέλλον, μεγάλωσε και τα τηλέφωνα επίσης, απέκτησαν πιο μεγάλα νούμερα. Μα αν είναι έτσι, αυτή πως έπιασε γραμμή;

 

Άρχισε να με πιάνει πανικός και σκέφτηκα να ψάξω το σπίτι μήπως βρω κάποιο στοιχείο.

Άνοιξα τα συρτάρια της κουζίνας μα τίποτα, μετά πήγα στην κρεβατοκάμαρα και έψαξα τα κομοδίνα. Εκεί, βρήκα ένα ημερολόγιο και το άνοιξα. Μέσα περιείχε ημερομηνίες παλιές από τη δεκαετία του εξήντα, και καθώς ανέτρεξα προς το τέλος, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Η ημερομηνία που είχε γραφτεί, η τελευταία προσθήκη, ήταν η 15η Φεβρουαρίου του 1996.

 

 

Γραμμένο στη σελίδα ήταν ένα τηλέφωνο, φαινόταν από την εποχή μου, με αρκετά ψηφία, σημείο του πληθυσμού που μεγάλωνε με τα χρόνια. Το είδα σαν θαύμα από τον ουρανό. Επιτέλους κάποια λογική απάντηση. Αρκεί να λειτουργούσε.

 

Χωρίς δεύτερη σκέψη σήκωσα το ακουστικό και πήρα τον αριθμό. Δε μπορούσα να ακούσω το βούισμα της γραμμής καθώς ο χτύπος της καρδιάς μου υπερκάλυπτε τα πάντα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με αιωνιότητα, αφού ηρέμησα, το άκουσα.

Χτύπαγε σε κάποια άλλη γραμμή, σε μια άλλη διάσταση. Το μυαλό μου έτρεχε με τη φαντασία του και ήθελε να είναι όλα σωστά, να υπάρχει η ελπίδα ότι εκείνη θα το σηκώσει.

 

Κενό, σκοτάδι στο διάστημα μεταξύ των τόνων.

Καμία ανταπόκριση. Μέσα στο μυαλό μου όλα να περνάνε γρήγορα, οι μέρες να γίνονται μήνες, τα χρόνια να φεύγουν, να εναλλάσσονται στο ταξίδι της μοναχικότητας. Ο χτύπος της καρδιάς να έχει κολλήσει στη στιγμή που σε είδε, να αρνείται να σε αφήσει να φύγεις. Να τη διαπερνάνε τα κύματα της καταστροφής σου. Καμένη να σε κοιτά στα μάτια, να σου πει ότι σε θέλει. Και το βουητό να παραμένει σαν κολλημένη κόρνα, να χάνεται στον χρόνο.

 

Τώρα κενό στο σκοτάδι, τίποτα να μη χτυπά πια. Η σκέψη μου πράγματι ήταν παράξενη, πώς άλλωστε μπορούσα να τηλεφωνήσω στο μέλλον; Έκλεισα το ακουστικό και με κυρίευσε η απογοήτευση. Νόμιζα πως θα άκουγα τη φωνή της.

 

Ήλπιζα…

 

Η τελευταία σκέψη μου για αυτή χάθηκε στο κενό και ήμουν ξαπλωμένος στην κρεβατοκάμαρα, κοιτώντας το ταβάνι. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο και με τρόμαξε. Σήκωσα το ακουστικό  προσπαθώντας να ηρεμήσω την καρδιά μου.

 

 

«Τζον» ακούστηκε μια φωνή.

Ήταν αυτή.

 

 

 

20 Μαίρυ

 

Τα αυτιά μου έκαναν εκείνο το βουητό όπως όταν σου ανεβαίνει η πίεση.

Μια σκέψη που ανέβηκε στον αέρα σαν πίδακας νερού αψηφώντας τη βαρύτητα αλλά και τη λογική.

 

Αν τον έπαιρνα τηλέφωνο;

 

Η φαντασία μου κάλπαζε προς το παραμύθι ότι θα έπαιρνα απλά τηλέφωνο στο παρελθόν και αυτός μάλιστα θα ήταν εκεί και θα το σήκωνε. Κάποιος μου ψιθύρισε στο αυτί ότι τρελαίνομαι και ότι έχω αρχίσει να περνάω τα όρια της λογικής με τεράστια βήματα.

 

Γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα το τηλέφωνο με νοσταλγία και υπερβολική πίστη και αυτοπεποίθηση. Σαν να ήμουν εγώ ο δημιουργός των ευχών και των πραγματοποιήσιμων ονείρων.

 

Πόσο μου έλειπε η εποχή μου και η ζωή που αισθανόμουν ζωντανή. Οι φίλοι και οι βόλτες που κάναμε μαζί. Μα ακόμα και εκείνη η καταραμένη στιγμή που τον είδα και με κάποιο τρόπο συνδέθηκα μαζί του αλλά ταυτόχρονα τον έχασα. Καταραμένη στιγμή. Να βρίσκεις αυτό που αναζητούσες και την επόμενη να το χάνεις.

 

Η καρδιά μου πήγαινε ενάντια στη λογική και ανέβαζε ρυθμό όσο πέρναγε η ώρα. Σήκωσα το ακουστικό από ένα τηλέφωνο που είχε το κομμωτήριο και δεν άκουσα χτύπο από τη γραμμή. Τότε η συνείδησή μου γελούσε χαιρέκακα λέγοντάς μου «στο έλεγα», μα όταν γύρισα πίσω είδα τα κορίτσια από το κομμωτήριο να γελάνε.

 

Με πλησίασε η ιδιοκτήτρια και μου είπε με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού, ότι η συσκευή αυτή που κρατούσα ήταν για ομορφιά και δε λειτουργούσε, ήταν ένα αντικείμενο, μέρος του σκηνικού σε παλιό στυλ.

 

«Αν θες να τηλεφωνήσεις δοκίμασε αυτό».

 

Μου έδειξε ένα μικρό τηλέφωνο που ανοιγόκλεινε σαν αχιβάδα και είχε μια μικρή οθόνη.

«Δεν έχει καλώδιο», είπα, και αφού ξαναγέλασε μου είπε ότι δε χρειάζεται, ότι είναι… ασύρματο. Αφού είχα μείνει να το κοιτώ περίεργα για μερικά δευτερόλεπτα με ρώτησε αν ξέρω τον αριθμό που θέλω να πάρω. Διαφορετικά, μου είπε να πληκτρολογήσω τον αριθμό του κέντρου το 188 και να ζητήσω το όνομα αυτού που θέλω να μιλήσω.

 

Μου άφησε το κινητό στο χέρι και είχα μείνει να σκέφτομαι.

Ποιόν αριθμό;

 

Μα εκείνη τη στιγμή μου ήρθε η ιδέα να πάρω τον αριθμό του σπιτιού μου, αυτόν τουλάχιστον τον θυμόμουν. Τον πληκτρολόγησα μα μάταια, μια ηχογραφημένη φωνή μου έλεγε πως δεν υπάρχει αυτός ο αριθμός. Απογοητεύτηκα που δεν έβρισκα εκείνη τη στιγμή λύση.

 

Έφταιγε η μνήμη μου και όλα όσα είχα περάσει. Πάλι με έπιανε ζαλάδα προσπαθώντας να βάλω το κουρασμένο μυαλό μου να δουλέψει αλλά εκείνη την ώρα μπήκε μέσα στο μαγαζί ο Ρόμπ.

 

«Ακόμα να τελειώσετε;» είπε κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Για εκείνον που βρισκόταν στην εποχή του, μπορεί να ήταν.

 

«Σε δέκα λεπτά θα το έχουμε κάνει», φώναξε η κομμώτρια, «μόλις βγάλουμε τα τσιμπιδάκια και τα μπικουτί από τα μαλλιά».

 

Κοίταξα για μια στιγμή στον καθρέφτη και χασκογέλασα καθώς είχα συνειδητοποιήσει ότι στεκόμουν πολλή ώρα στον άλλο κόσμο, με τα τσιμπιδάκια. Μου έκανε η κομμώτρια ένα νεύμα να προχωρήσω στην καρέκλα και εγώ δεν έφερα αντίρρηση.

 

Ο Ρόμπ στεκόταν περιμένοντάς με να τελειώσω και νομίζω, διέκρινα ένα περίεργο βλέμμα στην έκφρασή του. Σίγουρα κάτι κρυβόταν.

 

Όταν πήγα κοντά του του άρεσε το αποτέλεσμα και να πω την αλήθεια και εμένα. Το φρεσκάρισμα ήταν απίθανο μετά από τόσο καιρό. Μα μία ένοχη σκέψη έβγαινε ξανά στην επιφάνεια της λογικής μου. Πώς γίνεται να κλείνω τα μάτια σου και να περνάνε έτσι τα χρόνια;

 

Κάποιο μέρος μέσα μου ακόμα πίστευε ότι όλα είναι ένα παραμύθι, ότι ακόμα κοιμάμαι, αλλά με το που μύρισα όμορφα το σαμπουάν και τη λακ τα ξέχασα σχεδόν όλα. Ευχαρίστησα τις κοπέλες που με περιποιήθηκαν και ακολούθησα το Ρόμπ τον παλιόφιλό μου που πάντα βρισκόταν δίπλα μου στα δύσκολα και ακόμα και εκείνη τη στιγμή ένιωθα λίγο όπως παλιά.

 

 

Όταν βγήκαμε από το κομμωτήριο μου μίλησε με ελαφρώς βραχνή φωνή.

«Δε θα πιστέψεις ποιανού το τηλέφωνο χτύπησε Μαίρυ».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

21 Τζόν

 

Τζόν;

Είσαι εδω; Με ακούς;

Αν με ακούς έλα να με βρεις.

Βρίσκομαι στο σημείο που γνωριστήκαμε.

Εκεί που θυμάσαι.

Έχουν αλλάξει τα πράγματα.

Είμαι εδώ.

Ακόμα.

 

Τα λόγια της ηχούσαν στο μυαλό μου αμέτρητες φορές καθώς δεν ήθελα να τα ξεχάσω.

Ήθελα να έχω σαν αρχείο τις λέξεις αυτές να μου θυμίζουν ότι κάτι υπάρχει και είναι αληθινό. Δυστυχώς για μένα, το μυαλό μου καταχώρησε όλα αυτά και πέρασε στη λήθη. Έτσι αργά και σταθερά ένιωθα ότι πλήρωνα κάποιο τίμημα και η μνήμη μου χανόταν καθώς δε μπορούσα να ξεχωρίσω την πραγματικότητα πια. Η μόνη διασύνδεση με το πραγματικό ήταν η σκέψη μου για αυτήν και συνάμα η αίσθηση ότι είχε το κλειδί της δικής μου εποχής, του 1996, που είχα αφήσει πίσω με κάποιον περίεργο και ανεξήγητο τρόπο.

 

Προσπάθησα να σκεφτώ τη ζωή που είχα πριν γίνουν όλα αυτά και με δυσκολία ανέσυρα τις αναμνήσεις. Το μυαλό αρνιόταν να ανασύρει την πραγματικότητα που είχε προέλθει και μου παρέβαλλε, σαν σφήνες στη λογική, αρνητικές σκέψεις. Σαν να μου έλεγε έμμεσα κάποιος υπάλληλος της γραφειοκρατίας της σκέψης, ότι ήταν απίθανο να γίνουν αυτά τα πράγματα.

 

Συμφώνησα απόλυτα με τη λογική αυτή και άφησα την εποχή να με κατασπαράξει.

 

Ξαπλωμένος πίσω στο κρεβάτι ένιωσα γαλήνη, καθώς άκουγα το ράδιο να παίζει, η σκέψη μου ανέσυρε ότι το κομμάτι που άκουγα, ήταν αυτό που έπαιζε τότε που έστριψα στο δρομάκι, ενώ το παρελθόν με παρέσυρε σε μια θύελλα αναμνήσεων. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη ζωή μου που πράγματι υπήρχε στο μέλλον και άνοιξα τα μάτια ουρλιάζοντας καθώς θυμήθηκα όλες τις λεπτομέρειες.

 

Τα χρόνια υπήρχαν. Τα είχα ζήσει.

 

Η στροφή που πήρα και τώρα ζω σε ένα φαντασιακό παρελθόν, αφημένος στον χρόνο.

Μη παίρνοντας ουσιαστικές αποφάσεις μένω στις ίδιες και χειρότερες καταστάσεις, μη ορίζοντας την κυριαρχία του εαυτού μου. Αφήνω πίσω μου όλα τα υλικά αγαθά και τρέχω με το αμάξι μου στα σκοτεινά επαρχιακά δρομάκια με τον αέρα να με φυσά.

Εκεί νιώθω υπέροχα, εκεί μπορώ να με ορίζω.

 

 

 

 

 

 

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;