Κεφάλαιο 16 : Μαίρυ 17 Τζόν 18 Μαίρυ

16 Μαίρυ

Μονολογούσα πως θα βρω κάποιο τρόπο επικοινωνίας μαζί σου.
Ακόμα και αν ήσουν σε άλλη εποχή, μάλλον πέρναγα τα όρια της τρέλας με αυτή τη σκέψη. Αλλά είχα και πυρετό μαζί. Φαίνεται ότι όλα αυτά μου είχαν πέσει βαριά.

Αυτή τη φορά είχα ξαπλώσει σε καθαρά σεντόνια και μια λάμπα να φωτίζει γλυκά το δωμάτιο. Απέναντί μου καθισμένος σε ένα καρεκλάκι στεκόταν ο Ρομπ ο γερασμένος φίλος μου. Οι ρυτίδες του πρόδιδαν την περασμένη ηλικία του αλλά κρατιόταν αρκετά καλά. Μου χαμογέλασε και του ανταπέδωσα κι εγώ. Μου είπε ότι παραμιλούσα και ότι μου έδωσαν ένα χαπάκι για τον πυρετό και ένα ηρεμιστικό.

Μιλήσαμε για λίγο και συμφωνήσαμε να ξεκουραστώ και την επόμενη μέρα να πάμε μια βόλτα στον έξω κόσμο να πάρω λίγο αέρα. Να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Να καθαρίσει λίγο το μυαλό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έφαγα λίγη ζεστή σούπα που μου είχε φέρει και έκλεισα για μια ακόμη φορά τα μάτια μου. Αυτή τη φορά ονειρεύτηκα όμορφα πράγματα καθώς σκεφτόμουν ότι θα κατάφερνα να σε βρω παρότι μπορεί να ήσουν κάπου κρυμμένος.

Στο ενδιάμεσο σημείο της πραγματικότητας με το όνειρο σε βρήκα. Μα κάπου σε εκείνο το σημείο αποκοιμήθηκα.

 

 

17 Τζόν

Όσο παραμένω εδώ γίνομαι μέρος της ανάμνησης ενός παλιού περασμένου χωροχρόνου.
Όλα να φαίνονται τόσο γνώριμα σαν να τα έχω ξαναζήσει και να είμαι κι εγώ μέρος τους.
Να έχω γεννηθεί, μεγαλώσει, να έχω μόνιμο σπίτι και δουλειά, κάτι που ήταν σε αντίθεση με την εποχή που ζούσα, καθώς δε μου ανήκε τίποτα από αυτά τότε. Μα έπιασα τον εαυτό μου να μιλά για την εποχή μου σε παρελθοντικό χρόνο. Σαν ολοένα και πιο πολύ να αποδέχομαι το 1960 σαν πραγματικό. Σκέτο μπέρδεμα.

Μάλλον το μυαλό μου αδυνατούσε να πιστέψει που βρισκόταν, σε μια μάταιη προσπάθεια να καταλάβει τον λόγο που γινόταν όλο αυτό. Να μην μπορεί να προσδιορίσει τις πραγματικότητες. Όσο προσπαθούσα να καταλάβω, τόσο έφευγε και η θύμηση του πως ήρθα εδώ ενώ το δρομάκι που έστριψα μέσα στα δέντρα άρχιζε να πυκνώνει και να χάνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας εκείνης που πρωτοήρθα.

Οι φάτσες τους είναι γνωστές, αλλά δε θυμάμαι ποιοι είναι.
Ήξερα ότι είχαμε ραντεβού, ότι θα έρθουν να με πάρουν, και μετά τη δουλειά πήγα σπίτι, άλλαξα και ετοιμάστηκα για έξω.

 

«Δε γαμιέται», είπα, «θα θυμηθώ τα ονόματα τους στο δρόμο».

Το ίδιο βράδυ, βγήκαμε με τα «παιδιά» που ακόμα δεν είχα «φορτώσει» τα ονόματά τους στο μυαλό μου από την δουλειά, πήγαμε να παίξουμε μπόουλιγκ και μετά στους κινηματογράφους. Είδαμε μια ταινία του Χίτσκοκ, τo «Ψυχώ», μόλις που είχε βγει και είχε κάνει επιτυχία. Όταν τους μάντεψα το σενάριο (αφού το είχα δει, στην εποχή μου σαν κλασσική ταινία γύρω στις έξι φορές, (ίσως και παραπάνω), όλη η παρέα έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς ήξερα κάθε σημείο και ατάκα της ταινίας.

«Μα πώς είναι δυνατόν να ξέρεις όλα αυτά και ειδικά το τέλος; Τώρα βγήκε η ταινία»

Ο ένας από αυτούς, ο πιο γεροδεμένος και (χαμηλότερης νοημοσύνης), μου έριξε μια μπουνιά στον ώμο, λίγο τρομαγμένος που ήξερα το σενάριο τόσο καλά και κόντεψε να με στραγγαλίσει πιάνοντάς με με κεφαλοκλείδωμα για να μαρτυρήσω την αλήθεια.

Στο τέλος αναγκάστηκα να πάω με τα νερά του, άλλωστε ήταν πιο δυνατός από μένα. Ήταν και ο νταής του σχολείου απ’ ό,τι είχα καταλάβει από αυτά που καυχιόταν. Όλη σχεδόν την ώρα που μιλούσε, δεν είχε αφήσει μαθητή που να μην έχει πειράξει στο σχολείο και μάλλον τώρα αποφοίτησε και έψαχνε για άλλο θύμα. Και την ώρα που με κράταγε μου ξέφυγε μια λέξη.

«Κότα» , είπα. Κάτι που δεν έπρεπε να γίνει, καθώς με αγριοκοίταξε με κόκκινα μάτια.
Γαμώτο, σκέφτηκα, τι κάνω παρέα με ένα νταή τα βράδια, και την παρέα του; Πολύ αργά για αυτή την σκέψη όμως καθώς εκείνος είχε ακούσει τη λέξη που πυροδότησε κάτι βίαιο μέσα του.

«Τι είπες ρε ; είπε με ύφος εκδίκησης – θα πάρω το αίμα μου πίσω».
Αντί να κάνω πίσω να κατευνάσω τα νεύρα του ξαναμίλησα με χειρότερο θράσος.

«Σίγουρα είσαι παιδάκι της μαμάς και για να οδηγήσεις το αμάξι σου θες να είναι και αυτή μέσα».
Ο τύπος τώρα είχε πάθει εγκεφαλικό να του τη λέει κάποιος και να τον ξεμπροστιάζει έτσι δημόσια. Να του αντιμιλάει με τέτοιο τρόπο, ειδικά για τη μαμά του.

«Αν θες, μπορούμε να παραβγούμε μέχρι τη θάλασσα, μέσα από τη διώρυγα με τα αμάξια».

Κάπου μέσα στο μυαλό μου κάτι μου έλεγε να αναμετρηθώ με τα γκάζια. Δεν υπήρχαν καθωσπρεπισμοί για την προκείμενη περίπτωση και αν ήθελα να αποδείξω ότι αξίζω κι εγώ κάτι, τώρα ήταν ή ώρα. Μπορεί να μην είχα γεννηθεί σε μια εποχή που σπάνιζαν οι μάγκες «ροκαμπίλι» ήρωες αλλά είχε έρθει η ώρα μου.

«Θα σου αλλάξω τα φώτα ρε», του φώναξα σε μια δική μου παράσταση-έκρηξη οργής και μπήκα στο αμάξι μου, αυτό που μου είχαν δώσει από τη δουλειά, λίγο «μπαταρισμένο» όχημα, αλλά θα τον έλιωνα. Μπήκα στο αμάξι και γύρισα τη μούρη του αμαξιού προς τα πάνω του, ανάβοντας τα μεγάλα τα φώτα, τυφλώνοντάς τον. Όπως ήταν σαστισμένος από την επίθεση που του είχα κάνει με το φως στο πρόσωπό του, δεν είχε άλλη επιλογή παρά μόνο να μπει στο αυτοκίνητό του και να αναμετρηθούμε. Έτσι και έκανε, μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα και με άκουσε να του μιλώ.

«Πάμε από τη διώρυγα μέχρι τη θάλασσα, γυρνάμε και εδώ πίσω θα είναι το τέρμα».

Νομίζω ότι τον είχα τσαντίσει αρκετά καθώς έβαλε τις ταχύτητες με τόση δύναμη που πίστεψα ότι θα ξήλωνε όλο το λεβιέ από τη βάση του.

Γυρνάγανε οι ρόδες με τρελό ρυθμό και τα τάσια, έφυγαν στις πρώτες ροπές. Κάποιος πρέπει να μου είχε εμφυτεύσει τη διαδρομή αυτή που θα τρέχαμε στο μυαλό μου, γιατί ένιωθα ότι την ήξερα πολύ καλά και δεν σκεφτόμουν το αμάξι που θα στρίψει και το που θα καταλήξει. Άλλωστε ήταν μια μεγάλη διώρυγα που τελείωνε στη θάλασσα και η πόλη έριχνε τα απόβλητα της εκεί. Είχε αρκετό εύρος για δυο αμάξια να αναμετρηθούν το ένα πλάι στο άλλο και εγώ είχα έμφυτη τη διαδρομή σαν να την είχα τρέξει άπειρες φορές.

Με ανοιχτά παράθυρα να φωνάζουμε ο ένας στον άλλο, μαζί και οι μηχανές να ανταγωνίζονται μουγκρίζοντας. Αδημονούσαμε να ξεκινήσουμε με την αδρεναλίνη να ανεβαίνει στο κόκκινο.

«Δείξε μου από τι είσαι φτιαγμένος», μου φώναξε και ούρλιαξε στο τέλος της φράσης του πατώντας κι άλλο το γκάζι του αμαξιού του. Η διαδρομή ήταν κοντινή και είχαμε φτάσει στο τέρμα εκεί που έπρεπε να γυρίσουμε, πίσω στην τελική ευθεία. Δίπλα από τα σκατά των υπονόμων εκεί που αξίζαμε να είμαστε, εμείς τρέχαμε. Σε εκείνο το σημείο όμως το αμάξι μου σταμάτησε, πέθανε. Ο άλλος με προσπέρασε με ταχύτητα και ένα τρελό χαμόγελο καθώς έβλεπε το αμάξι μου να βγάζει άσπρους καπνούς.

Ούρλιαζε σαν τρελός στον αέρα κορνάροντας παρανοϊκά ευτυχισμένος και σίγουρος νικητής. Απερίγραπτη η μούρη μου που άφησα να γίνει αυτό. Πως εμπιστεύθηκα ένα τέτοιο αυτοκίνητο, τόσο παλιό, χωρίς καν να το ελέγξω; Φαίνεται πως δε γίνεται αλλιώς, η εποχή με κάποιον περίεργο τρόπο με παρασέρνει, με βάζει στο μεδούλι της κάνοντάς με να φέρομαι κι εγώ σαν να είμαι μέρος της.

Πάτησα ένα κουμπί στο ράδιο και ο buddy holly άρχισε να τραγουδά το «Πέγκυ Σου». Αμέσως σκέφτηκα τη δική μου κοπέλα, αυτή για την οποία είχα έρθει, μα τώρα, ώ θεέ μου, είχα ξεχάσει πως τη λέγανε.

Κάτι που άρχιζε από το γράμμα Μι, νομίζω ήταν.

Έχοντας μείνει στο σκοτάδι των αναμνήσεων με τη μηχανή να κάπνιζε και το βλέμμα μου να κοιτά στο άπειρο, μια μόνο σκέψη μου ήρθε στο μυαλό. «Τι μαλακία έχω κάνει και τα περνάω όλα αυτά;»

Την απάντηση μου την έδωσε ο κόπανος που τόλμησα να αναμετρηθώ καθώς είχε βγει από το αμάξι χορεύοντας θριαμβευτικά. Με μια επιδεικτική στάση του σώματός του και ένα χαμόγελο κυριαρχίας με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο και έπειτα μίλησε.

-Δε μας θυμάσαι ε;
Εγώ είμαι ο Τζάκ, αυτή είναι η κοπέλα μου η Μάρτζυ και η άλλη κυρία από εκεί είναι η Σάμ.

-Να σου συστηθούμε, είμαστε οι εφιάλτες σου, συμπλήρωσα μέσα από το στόμα μου, τρίζοντας τα δόντια μου καθώς προσπαθούσα να θυμηθώ που τους έχω ξαναδεί. «Οι εφιάλτες σου…»

Ήταν σαν να με είχε καταπιεί μια παλιά ταινία και να μη μπορώ να ξεφύγω από τους διώκτες μου. Κατά βάθος μού άρεσε γιατί μου έδινε στοιχεία τόλμης και δύναμης κάτι που δεν είχα σχεδόν ποτέ. Ίσως να γινόταν μοιραίο αυτό για μένα καθώς με τράβαγε όλο και πιο πολύ στο παρελθόν αλλά για να πω την αλήθεια όταν ένιωθα το μούγκρισμα της μηχανής και τα λάστιχα να βγάζουν καπνό κόντεψα να ουρλιάξω από την ηδονή της ενέργειας που έβγαζε ο κινητήρας κάτι που το ένιωθα σαν κάτι αρχέγονο να υπάρχει μέσα μου. Άλλωστε και σε ποιον δεν αρέσει να ζει στο έπακρο;

Το ίδιο βράδυ με πήγανε τα παιδιά σπίτι ζαλισμένο, με χαιρέτησαν και έφυγαν με γιουχαΐσματα μέσα στη νύχτα καθώς άναβαν μερικά φώτα γειτονικών σπιτιών για να δουν ποιος τους χαλούσε την ησυχία στον κόσμο τους.

Μπήκα μέσα και χτύπησε το τηλέφωνο.
Όταν το σήκωσα πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να καθαρίσει η γραμμή και να το ακούσω. Μια γυναικεία φωνή έλεγε το όνομά μου. Ήταν η Μαίρη.

«Είμαστε οι εφιάλτες σου», κάποιος είπε και ο πονοκέφαλος ξαναήρθε, ρίχνοντας με στο πάτωμα αναίσθητο.

 

18 Μαίρυ

Το επόμενο πρωί, άρχισα να νιώθω καλύτερα. Φάγαμε πρωινό και ντύθηκα με καθαρά καινούργια ρούχα.

«Δεν ξέρω αν σου κάνουν, αλλά φόρεσέ τα και θα πάμε να πάρουμε καινούργια».
«Νομίζω θα είναι καλή ιδέα να βολτάρουμε. Ίσως θυμηθείς και κάτι στη διαδρομή», είπε ο Ρόμπ.
«Ναι και εγώ το θέλω», απάντησα.
Μου άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και σαν ιππότης έκανε μια κίνηση με το χέρι του να περάσω πρώτη. Βγήκα στον καθαρό αέρα και άρχισα σαν μικρό παιδάκι που βλέπει τον νέο κόσμο για πρώτη φορά να παρατηρώ σχεδόν τα πάντα που μπορούσα να βάλω στο μυαλό μου μέσα.

Είχα πάει στη χώρα του αύριο με το μυαλό μου. Σαν να έβλεπα στην τηλεόραση πως μπορεί να ήταν το μέλλον σύμφωνα με την λογική της εποχής που ζούσα, του 1960.

Δε περίμενα όμως ποτέ να είναι έτσι όπως τα αντίκρισα πραγματικά.
Κάπου μπερδευόμουν, γιατί υπήρχαν στοιχεία που τα είχα ξαναδεί και ήταν από την εποχή μου.
Ο ρουχισμός ήταν ένα από αυτά, ενώ μερικά κουρέματα δεν είχαν αλλάξει καθόλου. Ο Ρομπ μου είπε ότι τα έλεγαν βιντάζ η ρετρό, ένα στυλ παλιό και ότι υπήρχε για όλες τις παλιότερες εποχές σαν στιγμιαία μόδα που επανακυκλοφορούσε. Υπήρχαν στυλ του 1970, του 1980 από εποχές που δεν είχα ζήσει καθόλου και είχαν περάσει αστραπιαία για μένα.

Κάθε βόλτα στα μαγαζιά είναι ανανεωτική, σε κάνει να ξεχνάς τα προβλήματά σου. Να βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι. Το βασικότερο είναι ότι η περιοχή που έμενα δεν είχε αλλάξει πολύ, είχε αναβαθμιστεί μόνο με περισσότερα μαγαζιά και πιο πολύ κόσμο. Μερικά από τα μαγαζιά είχαν μείνει ολόιδια από την εποχή μου, κάτι σαν ανάμνηση του παλιού, όπως κουρεία και μερικά κομμωτήρια. Σκέφτηκα αργότερα να επισκεφθώ κάποιο, μήπως μάθω πληροφορίες για το παρελθόν.

Μπήκαμε σε ένα δυο μαγαζιά με ρούχα και μπορώ να πω πως μου άρεσε η μόδα της εποχής που είχα βρεθεί.

Όταν είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη για μια στιγμή αναπόλησα τα χρόνια που πέρασαν καθώς είδα το σώμα μου να έχει υποστεί τις συνέπειες νιώθοντας ενοχή που δεν είχα καταλάβει τι συνέβαινε και πως ήταν δυνατόν να έχω χάσει τόσο χρόνο; Ντύθηκα επιτέλους με καινούργια ρούχα και άρχισα να νιώθω καλύτερα. Κάποια στιγμή ο Ρόμπ με σκούντησε και μου μίλησε.

«Κάτι πρέπει να κάνουμε με τα μαλλιά, δε νομίζεις;»
Με μια κίνηση του χεριού μου άγγιξα τα μαλλιά μου πίσω, χαμογέλασα για μια στιγμή και τον ακολούθησα στο κομμωτήριο. Αυτά και αν θέλανε διόρθωση.

«Λοιπόν κορίτσια», είπε με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, «θα ήθελα να αναλάβετε την κυρία από την κορφή ως τα νύχια». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα γαλήνη, τον κοίταξα και αισθάνθηκα ασφάλεια μέσα από τα μάτια του. Του ανταπέδωσα το χαμόγελο σκεπτόμενη ότι είναι κάποιος άνθρωπος που πραγματικά με βοηθάει και μπορώ να τον εμπιστευθώ όπως παλιότερα. Ίσως αυτή η ανάμνηση αυτό το όνειρο να τελειώσει έτσι παράξενα όπως ήρθε.

«Λοιπόν σας αφήνω, είπε, και θα έρθω όταν τελειώσετε, εντάξει κορίτσια;» είπε ο Ρόμπ κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Για μια στιγμή ένιωσα μόνη στο κέντρο του κόσμου και του κομμωτηρίου, σαν να είμαι σε ξένη χώρα χωρίς να μιλάω τη γλώσσα, συγνώμη κορίτσια αλλά δε καταλαβαίνω τι λέτε, εγώ έχω έρθει σαν ταξιδιώτης του χρόνου και μόλις χθες ήμουν νέα και διακτινίστηκα στη δική σας εποχή, ναι, πραγματικά έχω έρθει από το 1960, μα δε βλέπετε το κούρεμα; Δεν έχει αλλάξει καθόλου από τότε, αλήθεια.

Αλλά ο πάγος έσπασε μόλις μου μίλησε η κοπέλα που θα με έλουζε και θα με κούρευε.
Τότε που μιλήσαμε τα δικά μας τα κοριτσίστικα για τα μαλλιά και τα νύχια και για αποτριχώσεις. Πράγματα που, όπου και να είσαι, σε κάνουν να ξεχνάς τα προβλήματα σου.

Σκέφτηκα να της έλεγα όλη την αλήθεια. Σιγά μη με πίστευε, ούτε κι εγώ θα το έκανα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;