Κεφάλαιο 15: Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις

Είμαι στη Μεσοποταμία, βαδίζω στον περιφερειακό δρόμο από τη μεριά του γηπέδου. Στην άκρη του χωριού κάποιος ασύνετος έχει ανάψει φωτιά στα θερισμένα σπαρτά και οι φλόγες που μου μαγνητίζουν το βλέμμα, κάνουν πολλούς από τους χωρικούς, φοβούμενοι για τις περιουσίες τους, ανήσυχοι να συγκεντρώνονται στο σημείο. Οι πύρινες γλώσσες δεν απέχουν παρά λίγα μέτρα από τις κατοικίες τους.

Κι εγώ τρομαγμένος είμαι, μα για άλλο λόγο. Βλέπω στις φλόγες που αναδεύονται δίπλα μου, διάφορες οπτασίες, και από τα πλανέματα του νου, μάχη μαίνεται μέσα μου και ηρεμία δεν έχω. Με βασανίζουν οι θολές οι σκέψεις και τα είδωλα που δημιουργούν της ψυχής τα ανάμματα. Πότε βλέπω την Ελπίδα ντυμένη στα κόκκινα να καταβροχθίζεται μέσα στη λαίλαπα(αθώο μου κορίτσι) και πότε τη Φανή, όμοια με στοιχειό που αντιπαλεύει τις φωτιές, με το γαλακτερό της δέρμα και τα κεχριμπαρένια μαλλιά να απλώνει σκοινί και να το ρίχνει στο μέρος μου, και εγώ ο άδολος το κρατάω, τάχα μου για να τη βγάλω από το κακό, ενώ διελκυστίνδα γίνεται και με τραβάει μέσα στην κόλαση και μου κατακαίει όχι το σώμα, μα την ψυχή.

Αποτραβάω τα μάτια μου τα φοβισμένα και προχωρώ βιαστικά μακριά από την εστία της πυρκαγιάς. Έχω τη δική μου φωτιά να με καίει, δεν αντέχω και δεύτερο μέτωπο να υπομένω. Βρίσκομαι στο σημείο μηδέν. Στην κόψη του ξυραφιού. Αμφίστομος ο δρόμος που παίρνω, από τη μία η Ελπίδα και από την άλλη η λεπίδα. Όπως παλιά, όπως πάντα. Στο δίπορτο της ζωής μου, δυσκολεύομαι και πάλι να διαλέξω.

Η Φανή έχει χαθεί από προσώπου γης, είναι σαν εκείνη τη νύχτα να άνοιξε μια οπή και να χύθηκε από μέσα της κάθε ενδιαφέρον για μένα. Με ξέχασε. Περίμενα δυο μέρες να μου μιλήσει, να επικοινωνήσει μαζί μου, να μου πει κάτι, οτιδήποτε. Η αγωνία έμεινε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου. Παντοτινός σύντροφος που ξεθάρρεψε και αποτόλμησε να μου δείξει τα άσχημα δόντια του. Στον καθρέφτη αντικρύζω έναν άλλο άνθρωπο. Μεγαλύτερο στα χρόνια, θλιβερό στην όψη, κάποιον που τον βασανίζει ανείπωτος πόνος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Την τρίτη δεν άντεξα, Θύμωσα πολύ μαζί της, αποφάσισα να περάσω από τη δουλειά της, στην εφορία, να της ζητήσω το λόγο, κάτι να μου πει. Να καθησυχάσει τις αμφιβολίες μου, το αίσθημα απόρριψης, έστω να μου ξεκαθαρίσει πως δεν ενδιαφέρεται. Άδικος κόπος. Έμαθα πως πήρε δυο βδομάδες άδεια. Γύρισα απελπισμένος στο σπίτι και χάθηκα στην οδύνη που επιχείρησα να ξεγελάσω με άφθονο αλκοόλ. Στο τηλέφωνο δεν τολμούσα να την ενοχλήσω. Φοβόμουν, ήξερα πως θα είναι με τον ακατανόμαστο. Ανάθεμά σε, καταραμένε!

Στις συγκεχυμένες σκέψεις μου, αρχίζει και πάλι να περιστρέφεται ανεξέλεγκτο το συναίσθημα που καιρό τώρα είχα χαλιναγωγήσει. Είναι πολύ ισχυρό, όσες φορές με κατέκλυσε κατάφερε να με καταστρέψει. Μίσος το λένε και έχει σημαδέψει σε μεγάλο βαθμό τον βίο μου.

Θα τον σκοτώσω τον πούστη! Μου έφαγε τη ζωή. Βρίζω. Πάντα βρίζω όταν είμαι πιωμένος. Και τον τελευταίο καιρό είμαι πάντα πιωμένος. Αλίμονο ο δρόμος που πήρα είναι γεμάτος αγκάθια και επιστροφή δεν έχει.

Δεν ξέρω πώς(ή και γιατί;) αλλά σαν όραμα βλέπω, εκτός από τον Αναξαγόρα που συχνά με θωρεί περιφρονητικά και λυπημένα, και ένα χωράφι με πικραλίδες. Με πικραλίδες που μέσα στην αδυναμία μου θαρρώ πως είμαι η προσωποποίησή τους. Δειλός, είμαι δειλός! Και τόσο στεναχωρημένος. Τα μάτια μου είναι διαρκώς κόκκινα, και δε φταίνε οι εποχικές αλλεργίες, ούτε το πιοτό. Φταίει μονάχα ο πόνος.

Κι όμως, υπάρχει κάποιος που άπλετα μου χαρίζει αγάπη και παρηγοριά.

Η Ελπίδα κάνει ξανά αισθητή την παρουσία της. Αρχίζουμε και πάλι να ερχόμαστε κοντά. Υπάρχει χημεία μεταξύ μας. Οι συζητήσεις μας χάνονται σε χρονοδίνες, αναπληρώνουμε τα κενά από το παρελθόν μας. Μιλάμε για το διάστημα που οι δρόμοι μας χώρισαν και ακολουθήσαμε διαφορετικά μονοπάτια.

Εγώ αποφεύγω συνειδητά να της πω πόσο πολύ μου στοίχισε ο τρόπος που διακόπηκε η σχέση μας. Περισσότερο, ακόμα κι από τον ίδιο τον χωρισμό, με βασανίζει η αποκοτιά μου  ̶ η ανέντιμή μου στάση απέναντί της.

Δείχνει με τη συμπεριφορά της πως τα έχει αφήσει όλα πίσω, πως συγχώρησε την προδοσία μου. Καταφέρνει μάλιστα κάτι που πριν λίγο καιρό φάνταζε απίθανο να συμβεί. Συνενώνει την παρέα.

Με προσωπικές επαφές αλλά και τηλεφωνήματα ανάβει τη χαμένη σπίθα της φιλίας. Σιγά σιγά ξεκινάμε και πάλι να βγαίνουμε έξω, να διασκεδάζουμε όπως παλιά, να γλεντάμε, άντε και σαν μοναδική παραφωνία να μεθοκοπάμε όπως ποτέ άλλοτε.

Η Φανή μου ρίχνει κλεφτές ματιές που εγώ τις ανταποδίδω, δίχως ίχνος φόβου ή ενοχής τώρα πια. Νομίζω πως αυτή βρίσκεται σε δυσχερή θέση, όχι εγώ. Αυτό το αφήγημα έχω επινοήσει στη νοσηρή μου φαντασία για να μπορώ να την αντιμετωπίζω κατάματα.

Θυμώνει όταν εγώ γίνομαι λίγο πιο διαχυτικός με την Ελπίδα. Νομίζω πως θα βγάλει νύχια και θα πέσει πάνω μου ή μάλλον πάνω της να την κατασπαράξει. Είναι η μόνη που δεν ενθουσιάζεται με την επανένωση της παρέας.

Ο Χρόνης έχει καινούργια σχέση, μια γλυκανάλατη ψηλή καστανομάλλα, τη Μαρία. Το μόνο μου βρίσκω ενδιαφέρον πάνω της είναι οι πλούσιες καμπύλες της, που προκλητικά επιδεικνύει. Η Λενιώ πάλι έχει από χρόνια παντρευτεί και ξεκόψει, αλλά τώρα, περιέργως, μπήκε και αυτή, με τον σύζυγό της, στην παρέα. Εμφανισιακά δε λέει κάτι ιδιαίτερο, ο Κώστας, σίγουρα δεν ήταν αυτό το χαρτί που έπαιξε για να την κατακτήσει.

Έχει όμως άλλες χάρες. Είναι γαλαντόμος, ξέρει να συμπεριφέρεται στις γυναίκες και με το αστείρευτο χιούμορ του να τις κάνει να χαμογελούν. Και εγώ γνωρίζω καλά, από πείρας μου, πως μια γυναίκα που σου χαμογελάει, είναι μια γυναίκα που την έχεις κατακτήσει. Του το αναγνωρίζω!

Μα και πάλι, πόσο βλάκας είμαι; Πάντα εστιάζω στα εξωτερικά γνωρίσματα των ανθρώπων παραλείποντας το πιο σημαντικό: Την ψυχή τους.

Μια συννεφιασμένη Παρασκευή, ώρα απογευματινή, μας βρίσκει μαζεμένους στη νότια παραλία, είμαστε για καφέ και, όπως τον παλιό καλό καιρό, στο πλάι μου στέκει η Ελπίδα. Πιο χαμηλόφωνα από τους άλλους ανταλλάσσουμε απόψεις.

Δείχνω πραγματικό ενδιαφέρον να μάθω πως ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα στην πόλη μας. Μου λέει ψιθυριστά πως είναι αισιόδοξη αλλά ακόμα δε μπορεί να βγάλει οριστικά συμπεράσματα.

«Θα δείξει!» φωνάζει λίγο πιο δυνατά. Τόσο όσο χρειάζεται η φωνή της να φτάσει απέναντι, μέχρι τη Φανή.

Η χρυσομαλλούσα που πολλές φορές τυράννησε την ψυχή μου, σφίγγει τα χείλη. Μου φαίνεται πως εμφορείται από ακατανόητη υπερένταση. Συχνά τη συλλαμβάνω να με κοιτάζει με μισό μάτι. Πράγμα που με εκνευρίζει αφάνταστα.

Βλεφαρίζω και εγώ αγριεμένα προς το μέρος της γιατί δε λησμονώ τι είχε συμβεί την τελευταία φορά που βρεθήκαμε μαζί. Κατάφερε να μετατρέψει το όνειρό μου σε εφιάλτη.

Για να ηρεμήσω λιγάκι, κοιτώ μια ομάδα σκυλιών, μια μικρή αγέλη τεσσάρων μεγαλόσωμων τετράποδων που περνούν δίπλα μας και κοντοστέκονται από τραπέζι σε τραπέζι, μήπως και φιλοτιμηθεί κάποιος και τους δώσει ένα ξεροκόμματο να ξεγελάσουν την πείνα τους.

Τί ωραία που θα ήταν να είχα και εγώ αντίστοιχα προβλήματα… πεταρίζω τα μάτια και, σαν αποφασίζω να την ξαναδώ, παρατηρώ στην έκφρασή της αλόγιστο θυμό. Ανταποδίδω τη ματιά της με την ίδια φλόγα οργής να με περιζώνει.

Αυτό ήταν… έχω την αίσθηση πως της έδωσα το έναυσμα να με εκδικηθεί. Την ακούω να ζητάει την προσοχή μας και αμέσως μετά να λέει: «Παιδιά, τελειώνει σε λίγο και ο Σεπτέμβρης, θα χαλάσει ο καιρός και θα κλειστούμε μέσα. Τί λέτε να πάμε μια βόλτα στην εξοχή; Να περάσουμε λίγες ώρες ξεγνοιασιάς μακριά από το κλινών άστυ, ρε αδερφέ».

Μας κοιτάει με μάτια ορθάνοιχτα. Θεέ μου πόσο όμορφη είναι.

«Έξοχη ιδέα!» αναφωνώ, σιγοντάροντάς την. Μου φαίνεται παράξενο αλλά και πολύ ενδιαφέρον που παίρνει τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Σκέφτομαι μάλιστα να την πικάρω. Ευκαιρία είναι! Κάτι έχω κατά νου.

«Τί θα λέγατε να πάμε στον Γράμμο, στη δρακολίμνη την Γκιστόβα; Να αγοράσουμε τρόφιμα και να κάνουμε εκεί πικνίκ. Θα είναι μια υπέροχη μέρα». Είναι η σειρά μου να προτείνω κάτι. Τον προορισμό! Το ανεκπλήρωτο απωθημένο του Αναξαγόρα, μα και δικό μου.

«Εγώ είμαι μέσα», συναινεί ο Χρόνης και σχεδόν αμέσως και η Φανή.

«Γιατί όχι;» αφήνει να εννοηθεί με ένα νεύμα όλο νόημα η Ελπίδα.

«Εγώ πάλι, λέω όχι! Όχι στη Γκιστόβα! Όχι τώρα τουλάχιστον». Η άρνηση έρχεται από εκεί που δεν το περίμενα. Από τον Δημητρό. Μετά και από αυτό η αγανάκτησή μου διογκώνεται και φτάνει στα ύψη.

«Γιατί όχι, φίλε;» Τα χείλη μου κολλάνε στη λέξη «φίλε». Δυσκολεύομαι να αρθρώσω. Ντρέπομαι που τον αποκαλώ έτσι μετά από όσα προηγήθηκαν το αμαρτωλό εκείνο βράδυ που έλειπε στη Θεσσαλονίκη και η Φανή ξενύχτησε σπίτι μου.

Στην πραγματικότητα η ένσταση για τη λέξη έχει να κάνει με τη δική του προδοσία και όχι με τη δική μου. Αυτός ήταν που μου έκλεψε την αγάπη. Εγώ απλά εκπλήρωσα το όνειρο της ζωής μου. Μέχρι ένα σημείο βέβαια.

«Για ποιο λόγο διαφωνείς;» τον ρωτάω σουφρώνοντας τα μάγουλα.

«Έχει πάει κανείς σας εκεί πάνω; Είμαι σίγουρος πως όχι. Λοιπόν για να σας κατατοπίσω λίγο: Τις προηγούμενες μέρες έβρεχε καταρρακτωδώς στην περιοχή μας, γεγονός που δυσχεραίνει την πρόσβαση προς τη λίμνη. Κατά τη γνώμη μου είναι λάθος να κινηθούμε σε αυτήν την εποχή προς τα εκεί. Δύο και βάλε ώρες ποδαρόδρομο, κάτω από αντίξοες συνθήκες…δεν το συνιστώ. Μην έχουμε κανένα απρόοπτο και μετά τρέχουμε».

Στραβώνω τη μύτη. Το επιχείρημά του είναι αφοπλιστικό, βλέπω πως όλοι οι υπόλοιποι έχουν πεισθεί. Και εγώ, υπό προϋποθέσεις. Δεν έχω άλλη επιλογή, είμαι υποχρεωμένος να συναινέσω. «Έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο;» τον ρωτάω.

«Ναι, έχω κάτι που θα σε αφήσει ικανοποιημένο. Θα πάμε στον Γράμμο, σε λίμνη, αλλά όχι στη Γκιστόβα. Προτείνω να πάμε στην άλλη αλπική λίμνη της οροσειράς, στη Μουτσάλια. Εκεί η πρόσβαση είναι πολύ ευκολότερη αφού μπορείς να κινηθείς με αυτοκίνητο μέχρι το τέλος της διαδρομής. Λοιπόν, τί λέτε; Είναι καλή η ιδέα μου;»

«Ναι!» φωνάζουν όλοι, και μαζί τους κι εγώ.

«Πότε λέτε να ανέβουμε παιδιά;» ρωτάει η Ελπίδα.

«Το γοργόν και χάριν έχει!» λέει ενθουσιασμένος ο Χρόνης. «Την Κυριακή να πάμε! Αργία, ελεύθερος χρόνος, οι καιρικές συνθήκες τώρα που βλέπω στο google τον καιρό θα είναι καλές, όλα ευνοούν τα σχέδιά μας. Συμφωνείτε;»

Συμφωνήσαμε. Εγώ για να τη σπάσω λιγάκι στη Φανή, λίγο πριν κλείσει η συζήτηση κάνω την πρόταση:

«Επειδή είναι σχετικά μακρινή η απόσταση, συμβουλεύω να μετακινηθούμε με λίγα αυτοκίνητα. Εσείς οι τέσσερις με ένα όχημα, κάνω νεύμα στον Χρόνη και τη Λενιώ για να τους μπω και σ’ αυτούς λίγο στη μύτη(δε γνωρίζω αν έχουν κάνει γνωστό, έκαστος στο ταίρι του, για το παλιό τους ειδύλλιο), εσύ Φανή με τον Δημητρό  θα έρθετε, όπως είναι φυσικό, με ένα αμάξι, και εγώ με την Ελπίδα με το δικό μου, τί λέτε; Νιώθω μέσα μου τρελή ευχαρίστηση. Τους έχω φέρει όλους σε δύσκολη θέση. Γίνομαι πολύ κακός όταν θέλω. Και τώρα το θέλω πιο πολύ από κάθε άλλη φορά.

Η Φανή έτοιμη είναι να εκραγεί. Αν την πιάσεις από τη μύτη θα σκάσει. Έχει γίνει κατακόκκινη. Νομίζω πως είναι για δέσιμο. Με ζηλεύει, παράφορα κατά πως φαίνεται, κι όμως, ο εγωισμός της δεν της επιτρέπει να μου δείξει τον πόθο της. Μήπως εγώ πάω πίσω;

Τα ίδια και χειρότερα. Κάνω σπάσιμο, παίζω για μια ακόμα φορά το χαρτί της Ελπίδας, αγνοώντας τα αισθήματα που ολοφάνερα τρέφει για μένα. Θεέ μου, πόσο αισχρός είμαι;

Κανόνας: Γελάει καλύτερα, όμως, όποιος γελάει τελευταίος. Η Φανή αναλαμβάνει και πάλι να μιλήσει. Και τι λέει; Κάθε της λέξη και μια σουβλιά στο στήθος μου.

«Έτσι όπως είπε ο Σώτος θα μετακινηθούμε, είναι οικονομικά δόκιμο. Σας έχουμε και μία έκπληξη. Θα σας την ανακοινώσω εγώ όταν θα βρεθούμε στο βουνό. Στον καθαρό αέρα θα σας πω κάτι ευχάριστο».

Στις ερωτήσεις τους(τις οποίες έκαναν επειδή πεθαίνουν από περιέργεια) αρκέστηκε μονάχα να πει: «Μη βιάζεστε παιδιά, θα τα μάθετε όλα όταν έρθει η ώρα. Κυριακή κοντή γιορτή».

Άνοιξε η γη και με κατάπιε. Σβήνει ο κόσμος και εγώ χάνομαι… ξέρω τι θα τους πει. Με εκδικείται με τον χειρότερο τρόπο. Μα πώς μπορεί;

Με στέλνει στο σπίτι για μια ακόμα φορά, ερείπιο. Για να αναστυλωθώ, ο μόνος τρόπος είναι να το ρίξω στο πιοτό. Να ξεχάσω, να χαθώ πάλι στον κόσμο μου. Τί να σου κάνει ένα μισοάδειο μπουκάλι Jonny Walker; Πώς να απαλύνει τέτοιο πόνο;

Κλείνω τα μάτια και το κεφάλι μου βουίζει, τα ανοίγω και έντρομος βλέπω στις φωτοσκιάσεις των παραθύρων, τη φιγούρα του Αναξαγόρα να με κοιτάει με στραβό το κεφάλι, εμφανώς απογοητευμένος. Δε μου μιλάει, αλίμονο ακόμα αυτό, αλλά στην έκφρασή του διαβάζω τη σκέψη του. Είναι σαν να μου λέει: Καλά πως τα κατάφερες έτσι; Χειρότερα από μένα τα έκανες.

Το άσχημο είναι πως το σώμα μου δεν ανταποκρίνεται καλά στο πιοτό. Έχω διαπιστώσει τον τελευταίο καιρό πως ο καρπός του δεξιού μου χεριού, κάθε που πίνω, παρουσιάζει ένα αδικαιολόγητο τρέμουλο. Αν δεν φοβόμουν τους γιατρούς, ήδη θα είχα επισκεφτεί κάποιον να μου εξηγήσει και να μου αποδώσει το λόγο που μου συμβαίνει αυτό.

Σκέφτομαι τα χείλη του στα δικά της και μετά τα σώματά τους ενωμένα… ασυναίσθητα τρίζουν τα δόντια μου και τα νύχια μπήγονται μέσα στη σάρκα μου, στέγνωσε ο λαιμός μου και αποζητά και άλλο από το ελιξίριο της λήθης. Μόνο που τελείωσε το ουίσκι και αδειανό απέμεινε το μπουκάλι, με εκείνον τον μυστήριο τύπο από έξω να με κοιτάει περιφρονητικά και βιαστικά να θέλει να απομακρυνθεί από κοντά μου.

Στου ποτηριού τον πυθμένα εγκλωβίζεται το βλέμμα, γυρνοβολάει γύρω από τις μικρές ευδιάκριτες πτυχώσεις του. Αρχίζει να γυρίζει και το κεφάλι μου. Σε μια στιγμή άλογη, παράκρουση του νου, πετάω με δύναμη το γυάλινο δοχείο στον απέναντι τοίχο.

Θρύψαλα να γενεί και αυτό όπως και εγώ. Το ίδιο σκέφτομαι να κάνω και με το μπουκάλι, απλώνω το χέρι να το πιάσω και την ώρα που το φτάνω, νιώθω τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Είναι το τελευταίο που θυμάμαι…

Η Ελπίδα είναι πολύ χαρούμενη που θα συνταξιδέψουμε για τον Γράμμο. Δυο φορές μιλήσαμε τηλεφωνικά, και μια το Σάββατο το πρωί, που βρεθήκαμε για να κάνουμε τα αναγκαία για την εκδρομή μας ψώνια. Ένα παράξενο πράγμα, κοντά της είμαι ξέγνοιαστος, είναι σαν να βρίσκω τον χαμένο μου εαυτό.

Με καθοδηγεί, αγοράζουμε κρέας για να ψήσουμε, ιδέα του Χρόνη. Ψωμιά, αναψυκτικά και αλκοολούχα ποτά. Σ’ αυτά η αλήθεια είναι πως έβαλα και εγώ το χεράκι μου. Πακετάρισα τρία μπουκάλια τσίπουρο, λες και θα έπινε ένας λόχος… είμαι εξοπλισμένος άριστα.

Κινούμαστε για τη λίμνη και θαυμάζω το γραφικό Νεστόριο που πάντα εξέγειρε τη φαντασία μου. Η διαδρομή είναι υπέροχη. Κατάφυτη η γη, ένα απέραντο δάσος. Στα χαμηλότερα υψόμετρα κυριαρχούν οι βελανιδιές και άλλα φυλλοβόλα δέντρα, στον καμβά του φθινοπώρου εγώ μένω εντυπωσιασμένος.

Δίπλα μου η Ελπίδα βγάζει φωτογραφίες, μάλιστα κάναμε και μια στάση σε ένα σημείο που συναντήσαμε παραπλεύρως, το ποτάμι. Η φίλη μου ενθουσιάστηκε έτσι που το περιβάλλανε οι ιτιές, μερικές φτελιές και διάφορα άλλα είδη δέντρων που άγνωστα είναι σε μένα. Υποψιάζομαι σφεντάμια αλλά αποφεύγω να της το πω όταν με ρωτάει.

Χαμογελώ αμήχανα, προφανώς φταίει η άγνοιά μου, όταν επιμένει πως υπάρχουν ολόγυρα αρκετές φιλύρες. Καθώς βγαίνουμε από τον ασφαλτοστρωμένο κεντρικό δρόμο και παίρνουμε τον χωματόδρομο που με ανησυχούσε αν θα είναι ομαλός, ευτυχώς είναι καλά πατημένος και ακόμα οι βροχές δε δυσκολεύουν την προσπέλασή του.

Αναρωτιέμαι από τί συστατικό παρασκευάστηκε αυτό το μαύρου χρώματος χαλίκι που είναι τόσο τέλεια η συναρμογή του στο φαρδύ δρομάκι ώστε να μου εμπνέει σιγουριά στην οδήγηση;

Πολλά από τα φύλλα των δέντρων έχουν αρχίσει να πέφτουν, απογυμνώνουν τα κλωνάρια που σε συμπλέγματα μεγάλα, δένονται μεταξύ τους και δημιουργούν ένα μοναδικό θέαμα που μου τραβά διαρκώς την προσοχή.

Μαγεύουν τα μάτια μου ασημένιοι χρωματισμοί της φύσης, πολλές φυλλωσιές έχουν αλλάξει το στόλισμά τους, οι οξιές έχουν πάρει χάλκινη απόχρωση, είμαστε στο μεταίχμιο, κίτρινα και καφετιά φύλλα από διάφορα είδη δέντρων αλλά και πράσινα ακόμα πεύκα προκαλούν πανδαισία που όμοιά τους δύσκολα μπορώ να θυμηθώ στο παρελθόν.

Είμαστε χαμένοι στη μέση του πουθενά. Εγώ επειδή είμαι συνηθισμένος, προσαρμόζομαι εύκολα. Δεξιά και αριστερά μας συχνά βρίσκουμε μικρές εστίες με νερό στάσιμο ή και τρεχούμενο, φαντάζομαι πως κάποιες πηγές αναβλύζουν εκεί γύρω.

Παρατηρώ πλαγιές γυμνές από βλάστηση, γεμάτες από βότσαλα που σε κάποια σημεία από μικρές κατολισθήσεις είναι συγκεντρωμένα σε σωρούς, ενώ στην κατωφέρεια μιας πλαγιάς, εστιάζω στην αποσάθρωση ενός δέντρου που κείτεται στην άκρη ενός μονοπατιού.

Κάποτε φτάνουμε σε ένα δάσος από οξιές, εκεί συναντάμε, στα δεξιά μας, το υγρό στοιχείο, είμαστε στον προορισμό μας. Θαυμάζω κινούμενος με το όχημά μου αργά, την υδρόβια βλάστηση. Ναι, ακόμα και στον πυθμένα του νερού βλέπω να φυτρώνουν φυτά. Καγχάζω προσέχοντας να μην παρατηρήσει την έκφραση του προσώπου μου η συνοδηγός μου.

Όλα εδώ θα κριθούν, σιγομουρμουρίζω κι όταν με κοιτάει περίεργα η Ελπίδα, χαμογελώ σιβυλλικά. Γρήγορα μας θέλγουν τα κάλλη της τοποθεσίας. Παρκάρω κάπως αδέξια στο ξέφωτο αριστερά μας και κατεβαίνουμε.

Ενωνόμαστε αμέσως με τα υπόλοιπα παιδιά. Στην πέτρινη κρήνη με το νερό που ρέει γάργαρο, ξεδιψάω και στα μάτια την κοιτάζω που στέκει δίπλα μου και με παρατηρεί με ύφος αλαζονικό. Πόσο σίγουρη είναι πως με έχει αλώσει, πως εκπόρθησε το ίδιο το μυαλό μου. Πιόνι στα χέρια της Φανής έχω καταντήσει ο δύσμοιρος.

«Πάμε μια βόλτα; Να περιηγηθούμε λιγάκι στην περιοχή και να απολαύσουμε τις αρετές της;» προτείνει κοιτώντας προς το μέρος μου.

«Και δεν πάμε;» λέω δήθεν αδιάφορα ενώ την ίδια ώρα καίγομαι μέσα μου. Για έναν απροσδιόριστο λόγο η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Δεν ξέρω που να το αποδώσω. Μάλλον, ξέρω, αλλά αποφεύγω να το αποδεχτώ.

«Έρχομαι και εγώ!» φωνάζει η Ελπίδα που το ηχόχρωμα της φωνής της προδίδει ταραχή. Ίσως να βρίσκεται και αυτή σε υπερένταση, άγνωστο γιατί.

Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τη Φανή να κάνει έναν μορφασμό αποδοκιμασίας, ακούγοντας την Ελπίδα. Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Αφήνομαι αστόχαστα στις ταλαντεύσεις του αέρινου σώματός της και σαν πειθήνιο όργανο ακολουθώ ξοπίσω της.

Περπατάμε στο χωμάτινο μονοπάτι, στην ακρολιμνιά, διανύουμε μικρή απόσταση και μετά, ακολουθώντας εγώ κατά πόδας τη Φανή, ξεκόβουμε από τη διαδρομή μας και παραμερίζοντας τα κλωνάρια με τα χάλκινα φύλλα, παίρνουμε μια στενωπό που μας φέρνει από την πάνω μεριά της λίμνης.

Το έδαφος είναι ρευστό, τα πόδια μας κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να βυθιστούν στη λάσπη. Πατάμε πάνω σε βραχάκια που κατάστικτα απλώνονται τριγύρω μας και κινούμαστε ολοένα και πιο βαθιά στην αλέα που κυκλώνει τη λίμνη. Εγώ, ιππότης πραγματικός, συχνά προσφέρω το χέρι μου να βοηθήσω τα δυο κορίτσια, για να μη χάσουν την ισορροπία τους και πέσουν. Κάτι είναι και αυτό, συλλογίζομαι ο αφελής.

Οι δυο κοπέλες περιφέρονται ανέμελα, έτσι υποθέτω τουλάχιστον, την ώρα που εγώ τις παρακολουθώ συνοφρυωμένος.

«Θέλεις να βγούμε μια φωτογραφία; Δεν είναι πολύ όμορφη η θέα από εδώ;» Με ρωτάει κάποια στιγμή η Ελπίδα.

«Πολύ ευχαρίστως!» της απαντώ και πλησιάζω προσεχτικά προς το μέρος της. Είναι ανεβασμένη πάνω σε έναν μεγάλο βράχο που βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στο νερό. Εμένα στο μυαλό μου έχει εντυπωθεί η στιγμή που λίγο νωρίτερα, καθώς ψηλαφίζαμε με τα χέρια τα κλαδιά που πέφτανε χαμηλά και σκύβαμε για να μην πληγωθούμε από αυτά, το χέρι μου είχε περάσει γύρω από τη μέση της.

Αισθάνθηκα έναν κόμπο στον λαιμό. Πόσο καιρό είχα να νιώσω τη σωματική αυτή επαφή… μου γεννά όμορφες αναθυμήσεις από το παρελθόν.

Η Ελπίδα βγάζει από το μικρό τσαντάκι που κρατάει στο δεξί της χέρι, το κινητό της. Ετοιμάζεται να μας βγάλει selfie όταν ακούμε τη Φανή που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο μακριά από το σημείο όπου έχουμε στηθεί, να προθυμοποιείται: «Να σας βγάλω εγώ φωτογραφία, αν δεν έχετε αντίρρηση. Από εδώ έχω καλύτερη οπτική γωνία. Νομίζω πως το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικό».

Δεν έχουμε λόγο να αρνηθούμε, συγκατανεύουμε. Φοράει ένα γκρι τζιν παντελόνι και ένα μπορντό μπουφάν, όχι πολύ χοντρό. Ιδανικό για την εποχή και για το καλλίγραμμο σώμα της.

Τρεις φορές ακούγεται ο χαρακτηριστικός εκείνος ήχος που κάνει το κινητό σαν βγάζει φωτογραφίες. Χαμογελαστή, όταν τελειώνει, κοιτώντας μας, καυχιέται: «Νομίζω πως έκανα το καλύτερο δυνατό. Βέβαια δεν είμαι και θαυματοποιός». Η μπηχτή ήταν για την Ελπίδα. «Ελάτε να δείτε».

Υποκύπτουμε στην παρότρυνσή της και πρώτη η Ελπίδα, που προφανώς το ενδιαφέρον της είναι ζωηρό, κάνει ένα μεγάλο σάλτο για να καταλήξει απευθείας μέσα στην ιλύ!

«Αααχ, χάλια έγινα!» Φωνάζει σαν βλέπει το μαύρο μποτάκι της, στο δεξί της πόδι, μαζί με το μαύρο τζιν παντελόνι της, να βυθίζονται στο παχύρευστο έδαφος μέχρι λίγο κάτω από το γόνατο. Μοιραία την ίδια τύχη είχε και το αριστερό της πόδι σαν προσγειώθηκε στην κολλώδη γη.

Μόλις την τελευταία στιγμή εγώ προλαβαίνω και συγκρατιέμαι. Λίγο ακόμα και θα είχα και εγώ τη μοίρα της φίλης μου.

«Ουπς, ξέχασα να σας προειδοποιήσω πως το μέρος αυτό είναι λασπώδες και μπορεί να λερωθείτε. Συγνώμη, παράλειψή μου». Έχει πάρει το πιο αθώο ύφος του κόσμου. Αυτό το γνωστό σαν έχει σχεδιάσει κάτι κακό και θέλει να δώσει άλλοθι στον εαυτό της. Εγώ την ξέρω, όμως, τόσο καλά…

Κατεβαίνω προσεχτικά από το βράχο, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή που με οδήγησε πάνω του και καταφτάνω κοντά τους.

«Χτύπησες;» ρωτάω την Ελπίδα.

«Όχι, όχι. Μόνο που λερώθηκα. Θα πεταχτώ μέχρι τη βρύση να ξεπλύνω λίγο τις λάσπες. Θα είμαι καλά πιστεύω. Έχω μαντηλάκια στην τσάντα μου. Μην ανησυχείς. Αν θέλεις μονάχα έλα μαζί μου να μου ανοίξεις το πορτμπαγκάζ. Κάτι θέλω να πάρω». Η έκφρασή της είναι χαρακτηριστική. Με τίποτα δε θέλει να με αφήσει μόνο μου με τη Φανή.

«Και βέβαια θα ʹρθω!» Απαντώ αυθόρμητα. Η γλώσσα μου χαϊδολογιέται με τα εξωτερικά τοιχώματα των χειλιών μου. Δεν την δάγκωνα καλύτερα; Το μόνο που πραγματικά επιθυμώ είναι να μείνω μονάχος μου με την Φανή. Έχω τόσα να της πω…

«Πάμε!» λέω κοφτά. Προσπαθώ να κρύψω την απογοήτευσή μου.

«Μια στιγμή! Περίμενε λίγο, Σώτο, θέλω κάτι να σου δείξω. Δώσε τα κλειδιά από το αμάξι σου στην κοπέλα», εύκολα διακρίνεται η ειρωνεία στον τόνο της φωνής της, άκου κοπέλα… «πηγαίνεις κοντά της μόλις τελειώσουμε. Δε θα χαθεί και ο κόσμος αν καθυστερήσεις λίγα λεπτά». Επιτακτικά μου ζητά να μείνω μαζί της. Άλλο που δε θέλω.

«Εντάξει, λοιπόν, θα μείνω». Προσποιούμαι τον έκπληκτο και πως της κάνω τη χάρη. Στην πραγματικότητα το θέλω περισσότερο από αυτήν. Βγάζω τα κλειδιά μου από την τσέπη του σκούρου μπλε τζιν μου και στρέφομαι προς την Ελπίδα.

«Κράτησέ τα σε παρακαλώ και πάρε ό,τι χρειάζεσαι από το αυτοκίνητο. Έρχομαι και εγώ σε λίγο». Χαμογελάω αμήχανα. Κοίτα να δεις που έμπλεξα…να μου στέκεται η Ελπίδα εμπόδιο στα σχέδιά μου.

Κατηφής απομακρύνεται, τη στιγμή που εγώ μένω μόνος μου με τη Φανή.

«Αλήθεια, θα τους πεις πως θα παντρευτείς τον Δημητρό;» Τα μάτια μου ανοιγοκλείνουν ασταμάτητα καθώς ρωτάω πνιγμένος στην αγωνία.

Τα δικά της πάλι βγάζουν σπίθες. Σημασία δε δίνει στα λόγια μου. «Ξέρεις γιατί με έχασες; Γιατί ποτέ σου δεν ήσουν αποφασιστικός. Σου άρεσε βλέπεις να παριστάνεις το θύμα, τον αδικημένο. Αντί να δείξεις πυγμή, να με διεκδικήσεις και να με πείσεις πως με ποθείς πιο πολύ από οποιονδήποτε άλλο, εσύ πάντα αργούσες. Το σκεφτόσουν, προβληματιζόσουν, δεν ξέρω τι άλλο…και αργούσες! Αργούσες χαρακτηριστικά! Λούσου τώρα την αποτυχία και κατηγόρησε την κοινωνία, εμένα, την ατυχία σου».

Σφίγγει τα χείλη. Τόση ώρα μιλάει με στόμφο, με περιφρόνηση.

«Ούτε μια φορά δε με ενθάρρυνες, ούτε μία! Πάντα έβαζες άλλους ανάμεσά μας, πάντα έβρισκες έναν τρόπο να με κάνεις να ζηλεύω, να χάνομαι… γιατί; Γιατί, Φανή;» Ξεφυσάω. Νιώθω μέσα μου να φουντώνω. Έτοιμος είμαι να εκραγώ.

Κοιτάω ολόγυρα, δεν μας βλέπει κανείς, είμαστε καλά χωμένοι μέσα στη φυλλωσιά των δέντρων, εκεί όπου με οδήγησε χωρίς να το αντιληφθώ, σαγηνευμένος από την παρουσία της κοντά μου. Την πιάνω από τους ώμους, παραλίγο να την τραντάξω από την υπερένταση που με καταβάλλει.

«Ούτε και τώρα, την ύστατη στιγμή με καταλαβαίνεις. Δεν μπορείς να διαισθανθείς πως νιώθω; Μα πώς είναι δυνατόν;» Οι ώμοι της κρεμάνε. Αναστενάζει. «Ποτέ δε θα μπεις στη θέση μου. Τι κρίμα… Να σου δώσω ένα παράδειγμα μήπως και πάρεις χαμπάρι. Μόλις τώρα ήσουν έτοιμος να φύγεις με την άλλη…»

Ούτε το όνομα της Ελπίδας δεν αναφέρει, τόσο πολύ την ενοχλεί η παρουσία της δίπλα μου, «…ενώ ήθελες όσο τίποτα στον κόσμο να βρεθούμε μόνοι και να μου ζητήσεις να μην παντρευτώ τον Δημητρό. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι είσαι αναποφάσιστος. Ή, καλύτερα, φυγόμαχος. Ακόμα και τώρα που μιλάμε, δεν έχεις ξεκαθαρίσει μέσα σου τί θέλεις. Δε μπορώ να σε περιμένω, Σώτο! Όχι άλλο. Είσαι άτολμος!»

Μένω άγαλμα. Έχει δίκιο, γαμώτο. Έχει δίκιο! Παραλίγο να φύγω με την Ελπίδα για να της κάνω το χατίρι. Παρόλα αυτά, τώρα είμαι πανέτοιμος να τη κερδίσω με κάθε τρόπο. Αν και φοβάμαι πως είναι πια αργά. Την πιάνω από τα χέρια και φέρνω τα δάχτυλά μου στα δικά της. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό. Μην τον παντρευτείς. Παράτησε τα όλα και έλα μαζί μου. Ποτέ κανείς δε θα σε αγαπήσει περισσότερο. Πίστεψε με, κανείς!» την εκλιπαρώ.

Από την έξαψή μου, νιώθω εκείνο το τρέμουλο να κάνει το χέρι μου να πάλλεται σαν τρελό. Σημάδι που μου χάρισε το αλκοόλ είναι και ήρθε να με προδώσει κι αυτό. Είμαι καταραμένος από τα γεννοφάσκια μου.

Φαίνεται πως το τρέμουλο αυτό έγινε ευδιάκριτο και από τη Φανή αφού το εκμεταλλεύεται στο έπακρο. «Μην είσαι ανόητος! Δε βλέπεις πως έχεις καταντήσει; Είσαι στα πρόθυρα του αλκοολισμού. Τί μπορείς να μου δώσεις, ε, τί; Πες μου!»

Σφίγγει με μεγαλύτερη μανία τα χείλη της και φέρνει το πρόσωπό της κοντά στο δικό μου.

Τρέμω σύγκορμος τώρα. «Αγάπη, Φανή! Αγάπη! Το σπουδαιότερο από όλα! Αγάπη! Αυτό θα σου δώσω. Με όλη μου την ψυχή!» Την ξαναπιάνω από τους ώμους και την κουνάω ελαφρά. Έχω φτάσει στα όριά μου. Πρέπει να έχω γίνει κατακόκκινος.

«Χαχαχα», σαρκάζει! «Λοιπόν εσύ τα έχεις χάσει τελείως. Όχι δεν είναι η αγάπη αυτό που θέλει μια γυναίκα περισσότερο, Σώτο, δεν είναι!» Τα μάτια της έχουν ανοίξει διάπλατα. Κοντεύουν να πεταχτούν έξω από τις κόγχες.

Την κοιτάω απορημένος.

«Ξέρεις τι είναι πιο σημαντικό κι από την αγάπη ακόμη; Η ασφάλεια, αγοράκι μου, η ασφάλεια! Και εσύ δεν είσαι ικανός να μου την προσφέρεις. Εδώ ούτε στον εαυτό σου δεν την παρέχεις, θα τη δώσεις σε μένα;» Σταυρώνει τα χέρια στους ώμους και με κοιτάει με ύφος που εκδηλώνει τον αποτροπιασμό της για το κατάντημά μου.

Δεν ξέρω με τι να θυμώσω περισσότερο. Που με αποκάλεσε «αγοράκι», περιφρονητικά; Σαν να είμαι ένα σκουπίδι; Που οι προτεραιότητές της μου φαίνονται εξωφρενικές; Αλήθεια, δεν είναι η αγάπη ό,τι σπουδαιότερο και ομορφότερο σε αυτή τη ζωή; Το υπέρτατο αγαθό που προσφέρεται στον άνθρωπο σαν χάρισμα; Δεν την καταλαβαίνω. Για μια ακόμα φορά.

Ετοιμάζομαι να της απαντήσω αλλά ακούω φωνές μακρινές, που όμως πλησιάζουν σταδιακά, να μας καλούν. «Φανήηη! εεε Φανήηη!» Είναι η χροιά της… που ξεχωρίζει.

«Βρήκε ώρα και αυτή!» λέω, φανερώνοντας τον εκνευρισμό μου. «Σε παρακαλώ, Φανή, σκέψου το. Μην το κάνεις. Άσε με να σου δείξω πόσο σε θέλω».

Γελάει ειρωνικά. «Εμείς οι δυο τελειώσαμε, Σώτο. Παρ’ το απόφαση επιτέλους! Εδώ είμαστε, έρχομαι, παιδιά». Φωνάζει, αδιαφορώντας για μένα και δίχως να μου δίνει καμία σημασία, κάνει να κινηθεί προς τους ανεπιθύμητους επισκέπτες που διέκοψαν τη συζήτησή μας.

Είμαι εξοργισμένος. «Ποτέ! Ποτέ δε θα το αποδεχτώ, είσαι δική μου! Ακούς; Δική μου!» Σφίγγω τις γροθιές μου και τις υψώνω ψηλά.

«Μόνο στα όνειρά σου, Σώτο, μόνο στα όνειρά σου! Όπως πάντα άλλωστε». Βλέπω τη σιλουέτα της να απομακρύνεται από κοντά μου. Χάνεται η οπτασία που ζωντανή μου παρουσιαζόταν όλα αυτά τα χρόνια και έδινε όραμα στη μίζερη ζωή μου.

Είμαι συντετριμμένος. Σπίθες μίσους πετιούνται από τα μάτια μου. Κατεβάζω το κεφάλι και αργά αργά πηγαίνω και εγώ να συναντήσω τους άλλους. Περνάω δίπλα από το νερό. Σκύβω και βλέπω τους τρίτωνες ανέμελα να περιφέρονται μέσα στη λίμνη. Σκύβω ακόμα περισσότερο και βλέπω και τον Αναξαγόρα να με κοιτάει πολύ στεναχωρημένος. Μα τί διάολο, τρελάθηκα εντελώς; Αναρωτιέμαι, σιγομουρμουρίζοντας.

Μου αρέσει που έλεγες πως εδώ στον Γράμμο θα βρω τις απαντήσεις που με βασανίζουν… πως ο ορίζοντας είναι πιο μεγάλος και θα απαλύνει τον πόνο μου, τρομάρα μου. Στην πραγματικότητα εδώ θα μπει η ταφόπλακα κάθε ονείρου μου για ένα καλύτερο αύριο.

Κοιτώντας στα στραφταλίσματα του υγρού στοιχείου, εκεί όπου πριν λίγο έβλεπα τον σεβάσμιο σοφό του χωριού μου, μου μπαίνει μια τρελή ιδέα στο μυαλό. Ώστε άτολμος ε; αναφωνώ και βαδίζω τώρα πια με σίγουρα μεγάλα βήματα.

«Να ψήσουμε». προτείνει ο Χρόνης.

«Άστο πάνω μου». Λέει σχεδόν αμέσως ο Κώστας. Η πρωτοβουλία που παίρνει, αλλά και ο τόνος της φωνής του, δείχνουν μια σιγουριά που με εντυπωσιάζει.

«Πάω να φέρω τα κρέατα», λέω και εγώ ο ταλαίπωρος για να φανώ κάπου χρήσιμος. Τους αφήνω πίσω μου να ετοιμάζουν την ψησταριά που έβγαλε ο Δημητρός από το μεγάλο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του και να καίνε τα κάρβουνα. Είμαι μπροστά από το αμάξι μου. Η Ελπίδα που βρίσκεται δίπλα στη βρύση, με βλέπει και πλησιάζει προς το μέρος μου. Τα χείλη της έχουν πάρει το σχήμα του μισοφέγγαρου. Κατεβάζω το βλέμμα και εστιάζω χαμηλά στο παντελόνι και τα μποτάκια της.

Αυτή η κοπέλα είναι πραγματικά απίστευτη. Έχει ξεπλύνει με τόση σχολαστικότητα τη λάσπη που, εκτός από τη λίγο πιο σκούρα απόχρωση που αφήνει στο παντελόνι της το νερό που χρησιμοποίησε για τον καθαρισμό, δε φαίνεται τίποτα. Έχει φτάσει δίπλα μου, κρατάει στα χέρια της τα κλειδιά μου. «Ξέχασες που μου έδωσες τα κλειδιά, ε Σώτο; Είναι κλειδωμένα, ορίστε, παρ’ τα πίσω».

Μου τα δίνει και το χέρι της αγγίζει το δικό μου. Ομοιοπαθής! αποφαίνομαι καθώς αισθάνομαι και στο δικό της άκρο ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο.

«Σ΄ ευχαριστώ. Θα με βοηθήσεις να κουβαλήσουμε τα κρέατα;» ρωτάω για να βρω διαφυγή από τη σύγχυση που με καταβάλλει.

«Με μεγάλη μου χαρά», απαντάει και με επιτηδευμένο τρόπο, κουνώντας προκλητικά το σώμα της, περνάει από μπροστά μου. Με έχει αφήσει άναυδο. Και από θαυμασμό και από έκπληξη. Δεν το περίμενα.

Κάθε τόσο, από τη στιγμή που επέστρεψε στην πόλη μας, με εκπλήσσει ολοένα και περισσότερο. Είναι προφανές, έχει αλλάξει. Δεν είναι το κοριτσάκι που θυμόμουν.

Σηκώνω τους ώμους δίχως να με δει και με έναν μορφασμό κατάπληξης ακολουθώ.

Ο Χρόνης με τη φίλη του τη Μαρία, εδέησαν και φέρανε δυο πτυσσόμενα καρεκλάκια. Γρήγορα πήραν θέση δίπλα στην ψησταριά. Ο Δημητρός βρήκε ένα κούτσουρο που από κάπου το ξετρύπωσε και πήρε στα γόνατά του τη Φανή, έτσι που την έχει στην αγκαλιά του με κάνει να βράζω μέσα μου, η Λενιώ πάλι με τον άντρα της, έστρωσαν ένα κιλίμι σε ένα σχετικά στεγνό έδαφος, δίπλα στους άλλους, και προσκάλεσαν και την Ελπίδα που δέχτηκε να καθίσει πλάι τους.

Απέμεινα μονάχος μου να τους κοιτώ περίεργα, λίγο παραπέρα, πολύ παράταιρα. Δεν αποθαρρύνομαι, βάζω μπρος το αμάξι μου και το φέρνω παράλληλα με τη φωτιά που αργοσβήνει στην ψησταριά. Τελικά μόνο ο καημός που έχω μέσα μου δε σβήνει. Ανοίγω την πόρτα του οδηγού, είμαι τώρα αρκετά κοντά τους. Επιλογή μου είναι να τους κρατάω σε μια σχετική απόσταση. Μπορώ έτσι να εξετάζω τις εκφράσεις και τις κινήσεις τους.

Και το γλέντι αρχίζει! Μου ζητάνε να βάλω μουσική, κάτι από τα παλιά, λέει ο Δημητρός. Εννοεί 80ς που μας αρέσουν σε όλους.

«Έγινε!» του απαντώ και βάζω τραγούδια από την εποχή που ζήτησε. Παραδοσιακά τραγούδια από τον τόπο μας. Σιγά να μην του έκανα τη χάρη. Στο λαιμό μου κάθεται.

Αν και ο σκοπός μου ήταν να μπω στη μύτη του ανταγωνιστή μου, διαπιστώνω με έκπληξη πως οι επιλογές μου άρεσαν στο σύνολο της παρέας. Ο Χρόνης μάλιστα σηκώθηκε πρώτος να σύρει το χορό. Ανάθεμα, πάλι μπούμερανγκ μου γύρισε.

Η χαρά τους εντείνει την οργή μου. Την πνίγω στο ποτό. Πίνω ένα ποτηράκι τσίπουρο και μετά ένα ακόμα. Η Ελπίδα πρέπει να θορυβήθηκε, μου φέρνει ένα λουκάνικο καλά ψημένο και λίγο ψωμάκι.

«Μην το πίνεις χωρίς να το συνοδεύεις με κάτι φαγώσιμο, θα σε πειράξει», με συμβουλεύει, την ώρα που εγώ ανόρεχτα δαγκώνω λίγο από το κρέας που μου προσέφερε. Μένω σιωπηλός, άκαρπες αποβαίνουν οι προσπάθειες της να συζητήσουμε.

Τα μάτια μου είναι καρφωμένα πάνω στη Φανή. Επαίσχυντα χαριεντίζεται με τον Δημητρό. Δικαίωμά τους βέβαια, συλλογίζομαι σε μια στιγμιαία παραδοχή της ήττας μου. Δικαίωμά τους; Όχι βέβαια! μουρμουρίζω μέσα από τα δόντια μου, ξαναβρίσκοντας τον εαυτό μου.

Γίνομαι έξω φρενών. Επιζητώ τη φωτιά που θα ανάψει το φιτίλι. Συνεχίζω να πίνω τσίπουρο. Το πλαστικό μου ποτήρι γεμίζει και αδειάζει συνεχώς.

«Με μέτρο το ποτό φίλε…έχουμε και επιστροφή», με επιπλήττει ο Χρόνης.

«Μην ανησυχείς, φίλε, είμαι καλά. Έννοια σου και θα προσέξω». Τα λόγια του πάνε στον βρόντο. Σύντομα όλα παίρνουν να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι μου, στους οπτικούς μου φακούς, παντού! Μόνο μια σταθερά με κρατάει και δεν χάνω τις αισθήσεις μου. Το μίσος!

Άξαφνα, σηκώνομαι και δίχως κανένα λόγο πηγαίνω να ανακατέψω, με τη μεταλλική λαβίδα που έφερε από το σπίτι του ο Χρόνης, τη στάχτη. Δεν ξέρω γιατί, ίσως ενδόμυχα να ψάχνω μια σπίθα ελπίδας.

Πάει τόση ώρα που προσπαθώ κάτι να σκεφτώ για να αποτρέψω τη Φανή από την πρόθεσή της να προβεί στην εξαγγελία του γάμου της με τον Δημητρό και δεν βρίσκω τίποτα.

Το ένα μου χέρι σείεται ανεξέλεγκτα, αλίμονο, έχω χάσει τον έλεγχο των ίδιων των κινήσεών μου, με το άλλο σφίγγω μανιασμένα το σίδερο. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά στον ουρανό. Μαύρα σύννεφα σκεπάζουν το στερέωμα. Έχει σκοτεινιάσει ο τόπος. Τα δέντρα απεκδύονται από το φύλλωμά τους και εγώ από ηθικούς φραγμούς. Μόνο που εκείνα έχουν το ένα το άλλο, ενώ εγώ κανέναν, είμαι μόνος μου.

Όχι και μόνος μου, είναι κοντά μου η Ελπίδα. Πάντα η Ελπίδα! Η κοπέλα που… θεέ μου, είμαι άθλιος. Ακόμα και αυτή την πρόδωσα! Για ποια; Για μια γυναίκα χωρίς αισθήματα, για μια γυναίκα που με περιγελά και με κοροϊδεύει μπρος στα μούτρα μου.

Τα μάτια μου από την κάπνα παίρνουν να δακρύζουν. Στρουθοκαμηλίζω, άλλος είναι ο λόγος που βούρκωσα. Είναι τα λόγια της που με ταράζουν.

«Παιδιά, πλησιάστε, ήρθε η ώρα να σας πω κάτι σημαντικό». Λέει η Φανή ομφαλοσκοπώντας, ήρθε η ώρα να με τελειώσεις, σκέφτομαι εγώ. Συγκεντρώνω το μυαλό μου, όσο απέμεινε τουλάχιστον, και απεργάζομαι διάφορα. Τίποτα… δε μπορώ να αποτρέψω το μοιραίο. Έχασα το παιχνίδι, οριστικά. Ξεφυσάω απελπισμένος.

«Τί στέκεις εκεί σαν αγγούρι, αδερφέ, έλα κοντά μας…»

Τι είπε τώρα; Εμένα αποκάλεσε αγγούρι, ο μαλάκας; Αναστατώνομαι! Κοχλάζω από οργή και τρελαίνομαι. Κοίτα θράσος… Πώς τόλμησε να με αποκαλέσει έτσι, ε; πώς; Ξαφνικά ξεπετάγεται μια ιδέα, έκλαμψη σωτήρια, από τον σαλεμένο μου νου. Τώρα ή ποτέ! αποφαίνομαι νοερά.

«Έτσι είμαι εγώ αγοράκι μου», θυμάμαι πως αυτή τη λέξη είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα η Φανή και με εξόργισε, ελπίζω το ίδιο αντίκτυπο να έχει και πάνω του, «αγγούρι! Και μάλιστα πολύ ελκυστικό! Αν θέλεις ρώτησε τη Φανή να σου το επιβεβαιώσει! Αυτή ξέρει!»

Έχει πέσει βαριά σιωπή. Τα λόγια μου τους έχουν σοκάρει όλους. Ένα βοριαδάκι που μόλις ήρθε απροειδοποίητα, επιψαύει θαρρείς την πλάτη μου. Ανασκιρτώ.

Η Φανή με κοιτά εμβρόντητη. Το ίδιο και η Ελπίδα δίπλα της. Και οι δύο φαίνεται πως δεν πιστεύουν στα αυτιά τους.

Πρώτος συνέρχεται ο Δημητρός. Δείχνει αφιονισμένος. «Τη γυναίκα μου ρε αλήτη, τη γυναίκα μου;» Έχει γίνει κατακόκκινος. Σφίγγει τις γροθιές του και κινείται απειλητικά προς το μέρος μου.

Τη γυναίκα του; Τη Φανή μου είπε γυναίκα του; Θα το σκοτώσω το κάθαρμα! Το αλκοόλ στις φλέβες μου έχει μετατραπεί σε πλημμυρίδα μήνης, οι δύσμοιρες έχουν πρηστεί από την οργή μου. Μέχρι να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει, νιώθω τη γροθιά του στο μάγουλό μου. Ταρακουνιέμαι.

Τι παράξενο… δεν πονάω καθόλου. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω τη Φανή έντρομη να παρατηρεί. Τη Φανή που με έχει κυριεύσει μέχρι το μεδούλι μου. Αναποφάσιστος ε; Τώρα θα γνωρίσεις έναν άλλο Σώτο.

Την ώρα που επιχειρεί ο Δημητρός να με ξαναχτυπήσει, στρίβω το σώμα μου δεξιά και αποφεύγω την επίθεσή του. Τον αιφνιδιάζω. Πίστευε πως από το ποτό ήμουν ανίκανος να αντιδράσω. Πού να ήξερε πως συνήρθα από το μεθύσι όταν τον άκουσα να με ειρωνεύεται;

Αυτό ήταν, έχω τώρα το πλεονέκτημα. Το χέρι μου το τρεμάμενο υψώνεται και με όση δύναμη διαθέτω του καταφέρνω ένα ισχυρό λάκτισμα πάνω ακριβώς από το μάτι. Στο φρύδι. «Ααααχ», τον ακούω να βογκάει.

Στο μέρος που τον βρήκε η γροθιά μου, έχει σκιστεί το δέρμα και τρέχει αίμα. Αίμα που του περιορίζει την όραση. Μοιάζει να είναι ζαλισμένος, δεν κάνει καμία απολύτως κίνηση. Είναι τώρα πια στο έλεός μου.

Αντί ο πόνος του να με κάνει να συγκρατηθώ, έχει ακριβώς την αντίθετη επίδραση πάνω μου. Θέλω να τον αποτελειώσω. Δεν το σκέφτομαι πολύ. Σηκώνω τη λαβίδα ψηλά, θα του την φέρω στο κεφάλι και θα τον σκοτώσω. Αφού δεν είσαι δική μου Φανή δε θα γίνεις ούτε και δική του! σκέφτομαι. Την κοιτώ και χαμογελώ σαρκαστικά.

«Αναποφάσιστος ε;» φωνάζω προς το μέρος της. Το βλέμμα της ζωγραφίζει ο τρόμος.

«Μηηη, Σώτο τί πας να κάνεις; Μηηη!» ακούω την Ελπίδα να φωνάζει, Η φωνή της μου αποσπά τη συγκέντρωση. Στρέφομαι προς το μέρος της. Αμφιταλαντεύομαι, δεν είμαι τόσο σίγουρος τώρα πια. Γαμώτο, δεν έχω αφήσει φίλο μου που να μην τον πλήγωσα εξαιτίας της Φανής. Ο ένας έχασε τη ζωή του, τον άλλο τον γρονθοκόπησα άσχημα και αν δεν με αποτρέπανε οι φίλοι μας, τότε στην ταβέρνα, ίσως και να τον εκτελούσα επιτόπου, κι όμως, ακόμα δεν έχει ξεθυμάνει μέσα μου η αρρωστημένη μου εμμονή μαζί της.

Θυμάμαι και το απόφθεγμα που διάβασα στην πεσμένη κόλλα Α4 της Ελπίδας, τότε που συγκρουστήκαμε κατά λάθος και της έπεσε από τα χέρια. Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις, τότε έχεις λίγη ψυχή ακόμα για να χάσεις.

Γουρλώνω τα μάτια, είμαι σίγουρος πως θα γυαλίζουν και έτσι όπως τα βλέπουν οι φίλοι μου θα με θεωρούν τρελό. Οι συνειρμοί που κάνω ερεθίζουν περισσότερο τα ήδη τεταμένα νεύρα μου. Γρήγορα η φλόγα του μίσους επανέρχεται δριμύτερη.

Όχι, δε θα τη χαρίσω σε κανέναν! Είσαι δική μου Φανή και αυτός εδώ μπαίνει εμπόδιο στα σχέδια μου. Δε θα σου γίνει η χάρη, δε θα με ξαναπείς ποτέ αναποφάσιστο. Η λαβίδα μου καίει την παλάμη, βλέπω με μισόκλειστα μάτια τον Δημητρό που τρίβει με το μανίκι της μπλούζας του το πληγωμένο του φρύδι και ξανανάβω. Θα τον ξεκάνω τον άτιμο. Αυτός θα πεθάνει σήμερα, εδώ, μπροστά της!

Δίχως πια να επαμφοτερίζω, ετοιμάζομαι για το τελειωτικό χτύπημα. Το χέρι μου έχει πάρει φορά προς τα κάτω. Κρατώ την αναπνοή μου για να του επιφέρω το πιο δυνατό μου χτύπημα.

«Μηηηη!» Ακούω μια σπαρακτική φωνή μέσα στο δεξί μου αυτί. Πίσω από το βουητό ξεχωρίζω τη χροιά, είναι της Φανής. Μόλις την τελευταία στιγμή κοντρολάρω τη δύναμή μου. «Τον αγαπώ, Σώτο! Τον αγαπώ! Μη τον αγγίξεις… σε παρακαλώ, μήηη! Θα πεθάνωωω».

Ταράζομαι έτσι όπως ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Θα πεθάνει γι’ αυτόν; Κι εγώ; Τί είμαι εγώ για κείνην; Είναι σαν να ξυπνάω από λήθαργο. Η στιγμή που κατανοώ πως όλα είναι μάταια. Ξεφυσάω αποκαμωμένος. Έχω χάσει τη μάχη.

Μου κόβεται η ανάσα. Αισθάνομαι έντονη δυσφορία. Το μέταλλο μου φαίνεται ασήκωτο. Το χέρι μου το υψωμένο χαμηλώνει σιγά σιγά, η λαβίδα πέφτει από το χέρι μου. Είμαι ένα ψυχικό ράκος.

Γυρίζω το βλέμμα μου προς το μέρος της. Βλέπω τα μάτια της δακρυσμένα. Τί κρίμα που κι αυτή δε μπορεί να δει την ψυχή μου. Να μετρήσει τον πόνο μου. Νιώθω ένα τρομερό βάρος στο στήθος, ένας νυγμός έρχεται ξαφνικά να διαπεράσει τη ραχοκοκαλιά μου, είναι ανυπόφορος. Εστιάζει αριστερά πίσω στην πλάτη μου. Προσπαθώ να αγγίξω το πονεμένο μου σημείο, μάταια, τα χέρια μου δεν είναι τόσο μακριά για να φτάσω.

«Φφφφανή εεεεγώ θθθ». Δε μου βγαίνει φωνή, ξέμεινα από ψυχή. Την ώρα που πάω να της εξηγηθώ, βλέπω τον Δημητρό να ουρλιάζει: «Θα σε φάω καθίκι!» ορμητικά κινείται προς τα πάνω μου. Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. Με απωθεί με όλο του το βάρος, εκείνο που δεν έκανα εγώ το κάνει αυτός. Με το σπρώξιμό του χάνω την ισορροπία μου και πέφτω προς τα πίσω.

Ακούω τον γδούπο που κάνει το κρανίο μου βρίσκοντας σε κάτι αιχμηρό. Δεν έχει σημασία, δεν πονάω στο κεφάλι, από το στήθος μου όμως έρχεται ένας ασίγαστος πόνος, ένας πόνος που… ζαλίζομαι δεν είμαι καθόλου καλά.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;