Κεφάλαιο 13: Προδοσία

Σύννεφα βαριά αποτινάζουν το περιττό τους βάρος και το διασπείρουν στης Καστοριάς τα όμορφα χωριά, που σαν λευκοντυμένες κόρες απλώνονται γύρω από ψηλά βουνά και πεδινές περιοχές, ολόγυρα της λίμνης Ορεστιάδας.

Βαρυχειμωνιά! λένε οι συγχωριανοί μου καθώς περπατούν στους δρόμους τουρτουρίζοντας. Εγώ τους βλέπω και δεν αντιλαμβάνομαι την αντίδραση τους τη φοβική στα καιρικά φαινόμενα. Είμαι αλλού! Φοράνε χοντρά ρούχα, παλτά ασήκωτα θαρρείς, φτιαγμένα για να απομακρύνουν του καιρού τις αλόγιστες βουλές αλλά και τους συνανθρώπους τους που χάνονται όλοι τους πίσω από ενδύματα απροσπέλαστα και αυτιά που δεν ακούνε, που τα εγκιβωτίζουν μέσα σε σκούφους και μεγάλες κουκούλες. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τρίβουν τα χέρια τους για να τα θερμάνουν, η θερμοκρασία βλέπεις έχει πέσει κάτω από το μηδέν.

Στο χιονισμένο τοπίο της Μεσοποταμίας, καθώς μοναδικά έχει νυφοστολιστεί το όμορφο χωριό μας, εγώ περπατώ έχοντας στην αγκαλιά μου την Ελπίδα. Η παρέα της θερμοφόρα είναι στην καρδιά μου, κυριολεκτικά.

Φοράει ένα υπέροχο παλτό, άλικο στο χρώμα, το αγαπημένο της, που τονίζει έντονα τα μαύρα της μαλλιά, προσδίδοντας τους μοναδική χάρη. Τα καστανά της μάτια πεταρίζουν κάθε τόσο και εγώ απομένω με θαυμασμό να την τηρώ και να χαίρομαι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Είμαι χαμένος και πάλι στον κόσμο μου, μόνο που αυτή τη φορά βαδίζω έχοντας την καλύτερη συντροφιά. Ίσως γι’ αυτό, εγώ ο ονειροπαρμένος, θαρρώ πως πορεύομαι σε μονοπάτια εύφορα, διανθισμένα με της αφοσίωσης τα γλυκόλογα που με πάθος προφέρονται από την κοπέλα που στέκει στο πλάι μου, και όχι σε αδιέξοδους ατραπούς.

Τέτοια σκέφτομαι και με ζέση φέρνω το αριστερό μου χέρι πάνω από τον αριστερό ώμο της, ποθώντας να ανταμώσει με τη δική της παλάμη. Χαμογελώ σαν αντιλαμβάνομαι πως τα δάχτυλά μας πλέκονται στο ύψος της καρδιάς. Πού αλλού θα ενώνονταν τα δόλια αν όχι εκεί; Είμαστε μαζί λίγο παραπάνω από έναν μήνα.

Έχει καταφέρει με την αγάπη της αλλά και τον αυθορμητισμό της, να αποδιώξει τις ερινύες που με κατατρέχανε και να διαπνέομαι πλέον από ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ευφροσύνης. Ο νεφοσκεπής ουρανός που πλάκωνε την ψυχή μου έχει καθαρίσει από στίγματα, λαγαρά κίνητρα και συναισθήματα με κατακλύζουν, τα φέρνει κατά κύματα της στοργής ο θαλλός.

Στο ολόλευκο υφαντό της αγαλλίασης, αυτό που με συνεπαίρνει σαν μακάρια το βλεφαρίζω τριγύρω μου αλλά κυρίως το βιώνω μέσα μου, υπάρχει μονάχα ένα στίγμα που χαλάει όλο το σκηνικό. Σαν χνούδι λερωμένο έρχεται συχνά στο νου μου και μου λεκιάζει τις ανεπανάληπτες αυτές στιγμές. Τότε είναι που ανατρέχω στα λόγια του αείμνηστου Αναξαγόρα που με σιγουριά περίσσια αναφωνούσε κοιτώντας με:

Σαν το πέλος αρχίσει να απλώνεται πάνω στο ύφασμα, τότε να ξέρεις παιδί μου πως είναι η αρχή του τέλους. Ξεφτίζει η ποιότητα και χάνεται το χρώμα. 

Διακατέχομαι από πρωτοφανή ευεξία, ακόμα και τα φαντάσματα της ενοχής, αυτά που κατά πόδας με έχουν πάρει εδώ και καιρό, τείνουν να απομακρυνθούν και να χάσουν τα χνάρια μου. Όλα φαίνονται να πηγαίνουν τόσο καλά… κι όμως, αυτή η σκιά που βαραίνει την ευφορία μου, δίχως να το επιθυμώ, κάπου κάπου περνά από το νου μου σαν μύχια σκέψη. Κάνω τα πάντα για να τη αποδιώξω. Αμ δε!

Άραγε η Φανή γνωρίζει για τη σχέση μου με την Ελπίδα;

Πολύ θα ήθελα να δω την έκφρασή της σαν με δει να χαϊδολογιέμαι με τη μικρή. Πιστεύω πως θα της έρθει κόλπος.

Ναι, με την Ελπίδα περνάω τόσο καλά που σιγά σιγά αρχίζω να κάνω όνειρα, ναι, όνειρα από εκείνα που δε θέλεις να σβήσουν σαν τα βλέφαρα ανοίξουν, και σε όλα, μα σε όλα, συνταξιδιώτης είναι η ξεχωριστή αυτή κοπέλα, που τούτη την ώρα αγκαλιάζω γεμάτος περηφάνεια.

Έχω την έγνοια της. Έτσι που βαδίζουμε δίπλα δίπλα χαμογελώ ευτυχισμένος, σκέφτομαι πως καθημερινά σχεδόν, αργά τα απογεύματα, τότε που το χωριό μου ξαποσταίνει από των ανθρώπων τα πατήματα, την ώρα που τα τετράποδα αλυχτούν στα σοκάκια στην πέρα γειτονιά, οι δυο μας καταφύγιο βρίσκουμε στη μικρή την καμαρούλα. Την ερωτική μας φωλίτσα. Το πιο όμορφο μέρος απάνω στον κόσμο. Ανυπομονώ για κείνες τις στιγμές που ομολογώ πως δεν τις χορταίνω.

Μύστες της σαρκικής μαγείας γινόμαστε και ορκιζόμαστε σε μια τελετουργία συναρπαστική αιώνια αγάπη, και καθώς τα σώματά μας ανταμώνουν φιλήδονα και αδηφάγα, οι υποσχέσεις που ανταλλάσσουμε είναι της ψυχής και όχι λόγια του έρωτα ή και του αέρα, σαν εκείνα που λένε οι ερωτευμένοι όταν παρασύρονται από τα ανεμοσκορπίσματα της ηδονής.

«Μ’ αγαπάς Σώτο;» Με ρωτάει με μια φωνή τόσο γλυκιά που αρμονικά δένει με το ονειροπόλημά μου και με κάνει να μη θέλω ποτέ να χαθεί από τα αισθητήρια όργανα της ακοής μου, μια φωνούλα γεμάτη ανασφάλεια.

«Σ΄ αγαπώ έτσι όπως δεν αγάπησα ποτέ και τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο». Το πιστεύω. Όταν τη βλέπω να σφίγγει τα χείλη και μετά να χαμογελά πλημμυρισμένη από ευτυχία, λιώνω σαν κερί που φλέγεται από πυρακτωμένη λάβα.

«Είσαι ότι πιο υπέροχο μου έχει συμβεί. Το ολόλαμπρό μου αστέρι που πολύ πολύ το αγαπώ». Σκαρφαλώνει πάνω μου και με γεμίζει φιλιά. Λάμψεις ανάβουν στα μάτια της.

Καταιγιστική η αγάπη της, με κάνει πραγματικά να ανατριχιάζω. Φέγγω και ακτινοβολώ, χάνω την αίσθηση του χρόνου, ούτε που κατάλαβα πως φτάσαμε στον προορισμό μας.

Κάπως έτσι περνάνε οι μέρες μας. Ονειρικά!

Έχουν περάσει σαράντα πέντε λεπτά και εγώ τυλίγομαι μέσα στο δερμάτινο μπουφάν μου. Είναι απόγευμα, βρίσκομαι κοντά στη διακλάδωση, στην άκρη του χωριού, μόνο τυχαία δεν είναι η παρουσία μου εδώ.

Στο κατάλευκο ακόμα τοπίο, εγώ συλλογίζομαι πως ο Χειμώνας, που δε λέει να ησυχάσει και συνεχώς αλλάζει το προσωπείο του, πρώτη φορά είναι τόσο ταραχώδης. Πότε υετός, συχνά χιονοπτώσεις, καμιά φορά ηλιοφάνεια, που και που βροχόπτωση, οι διαρκείς εναλλαγές μπερδεύουν τους ανθρώπους και δεν ξέρουν πως να χειριστούν την κακοκαιρία. Εγώ πάλι έχω γαληνέψει, με ηρεμία αποδέχομαι τα τερτίπια του καιρού και αδιαφορώ για τις ασύνετες βουλές του.

Είμαι έξω από το φροντιστήριο, έχω αμελήσει είναι η αλήθεια λίγο τα μαθήματά μου, πού καιρός για δαύτα όταν εγώ ο άγουρος εραστής, με συντροφιά ένα μαθητούδι, γίνομαι μαθητής και δάσκαλος συνάμα του έρωτα; Περιμένω να τελειώσει το μάθημα των αρχαίων η Ελπίδα και να φύγουμε μαζί, έτσι ακριβώς όπως ήρθαμε, για τα σπίτια μας. Για το σπίτι της στην πραγματικότητα.

Πρέπει να τελείωσαν κάποια παιδιά το μάθημα γιατί βλέπω πολλά από αυτά να περνούν δίπλα μου, συνομιλώντας μεταξύ τους δυνατά. Κι ενώ τους παρακολουθώ αδιάφορα να απομακρύνονται, ακούω πίσω μου μια φωνή, μια φωνή τόσο γνώριμη…τόσο ποθητή.

«Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από σένα, Σώτο. Νόμιζα πως ήσουν διαφορετικός. Πως είχες αισθήματα για μένα, πως με νοιάζεσαι όπως κι εγώ εσένα». Υποδέχομαι τον ψίθυρο πίσω από την πλάτη μου με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου έλειψε πολύ η χροιά της φωνής της, η ίδια η παρουσία της -έχω πολλές μέρες να τη δω- είναι όμως και μια μαχαιριά στην καρδιά.

Νιώθω ανασφάλεια γιατί ξέρω πως είναι εκείνη, εκείνη που προσπαθώ να λησμονήσω, το κορίτσι που ακόμα στοιχειώνει τα όνειρά μου και που σαν επελαύνει μπροστά από τους οφθαλμούς μου, απειλεί την ευτυχία μου χειρότερα και από την πιο ακραία καταιγίδα. Ταράζομαι από τα λόγια της. Στρέφομαι αργά αργά προς το μέρος της. Ετοιμάζομαι ψυχολογικά για να την αντικρίσω και να αντικρούσω, αν χρειαστεί, κάθε επιχείρημά της, κάθε τέχνασμα που θα επικαλεστεί με τέχνη για να με πλανέψει.

Δεν έκρυψα ποτέ την αγάπη μου για τα παραμύθια, οι φίλοι μου με κορόιδευαν γι’ αυτή μου την αδυναμία. Υπήρχαν κάποια από τα συγκεκριμένα αναγνώσματα που σημάδεψαν βαθιά την ψυχή μου και διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου. Ένα από αυτά, ίσως το πιο χαρακτηριστικό, που το είχα διαβάσει παλιότερα, ήταν το παραμύθι της βασίλισσας του χιονιού.

Ήμουν παιδάκι ακόμα και θυμάμαι πως φοβήθηκα πολύ, με τρόμαξε η πλοκή του. Μου είχε εντυπωθεί από τότε στο μυαλό η εκτυφλωτική ομορφιά της βασίλισσας του παραμυθιού και πάντα παραλλήλιζα τον εαυτό μου με τον Κέυ, το αγόρι που παρασύρθηκε από τα πλανέματά της και από δυο φιλιά που τον έκαναν να πέσει στη λήθη.

Δεν ξέρω γιατί αλλά σαν τη θωρώ έτσι ντυμένη με ένα μπουφάν λευκό, απίστευτα ταιριαστό πάνω της, και με μια κουκούλα που καλύπτει με τη γούνινη επένδυσή της, μέχρι ένα σημείο, τα χρυσαφένιά της μαλλιά που ξεπηδούν από τα πλάγια, μαγεύομαι. Βλέπω μπροστά μου την δική μου βασίλισσα των χιονιών.

«Εεε πφφ» Προσπαθώ να αρθρώσω λίγες λέξεις, να της απαντήσω πως δεν είναι έτσι όπως τα λέει. Πως η καρδιά της είναι σαν πέτρα, πως πολλές φορές προσπάθησα να την πλησιάσω και επιδεικτικά μου γύριζε την πλάτη… δυστυχώς φωνή δε μου βγαίνει. Έχω παραλύσει!

Τα βλέφαρα της πεταρίζουν και κάτω από τη αλαμπή της ατμόσφαιρας και την αχνάδα του κιτρινωπού φωτός ενός σκουριασμένου φανοστάτη, εγώ θαμπώνομαι από την ομορφιά της.

Δεν παίρνω τα μάτια μου από πάνω της. Το βλέμμα μου σαρώνει την κορμοστασιά της και αδύνατο είναι να απεγκλωβιστώ από την έλξη της. Ξεφυσάω χωρίς να το θέλω.

«Αλήθεια; Ένας αναστεναγμός είναι η απάντησή σου. Εγώ σου αποκαλύπτω τα αισθήματά μου και εσύ…εσύ ούτε μια λέξη δεν έχεις να πεις;»

Τί να πω ο καημένος που έχω μείνει άναυδος με τα κάλλη και με την αυταρχικότητά της;

Γυρίζω το κεφάλι μου στραβά, εξακολουθώ να την κοιτώ αποσβολωμένος. Με πλησιάζει, η ανάσα της είναι καυτή, τη νιώθω έντονα στο ύψος του μάγουλού μου, η πνοή της που βλέπω να περιδιαβαίνει την ψυχρή ατμόσφαιρα, σαν φασματικός αγγελιοφόρος της λαγνείας με βάζει σε πειρασμό και με κάνει να παραλύω. Τα χείλη της έρχονται και κολλάνε στα δικά μου, απολαμβάνω την αίσθηση, όχι για πολύ όμως.

Μόλις συνειδητοποιώ τι πήγα και έκανα. Προσπαθώ να αποτραβηχτώ, σε λίγο έρχεται το κορίτσι μου και αλίμονο, μπορεί να με συλλάβει σε μια στάση… θεέ μου! μα είμαι τόσο ανόητος; Μόνος μου πάω να βγάλω τα μάτια μου;

Κι ενώ εγώ τραβιέμαι, η Φανή κάνει τα πάντα να μη διακοπεί αυτό το φιλί. Ακόμα και αυτή τη μοναδική στιγμή παραξενεύομαι από την επιμονή της. Δεν ξέρω τι να υποθέσω.

«Σώτοoo!» Η φωνή της Ελπίδας, πίσω από την πλάτη μου, είναι η απάντηση στο ερώτημά μου.

Να που για μια ακόμα φορά με περιγελάει η μοίρα και το φιλί της Φανής είναι η πισώπλατη μαχαιριά που μου επιφυλάσσει.

Έχει μείνει εμβρόντητη, το πρόσωπό της μονομιάς γίνεται ωχρό, με μια απόχρωση κέρινη, όμοια με εκείνη που εμφανίζεται στην όψη των νεκρών. Κάνω να κινηθώ προς το μέρος της, να απολογηθώ. Δεν προλαβαίνω, τη βλέπω να φεύγει τρέχοντας.

Ξοπίσω της τρέχω και εγώ. «Ελπίδα, περίμενε να σου εξηγήσω. Δεν είναι αυτό που νομίζεις…» Μα πόσο βλάκας είμαι; Λόγια τετριμμένα, χιλιοειπωμένα, φτηνές δικαιολογίες που μόνο και που τα επικαλείσαι επιβαρύνεις τη θέση σου.

«Φύγεεε! Φύγεεε Σώτο, δε θέλω να σε ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου…» Έχει ξεσπάσει σε αναφιλητά, ουρλιάζει, άναρθρες κραυγές βγαίνουν διαρκώς από τα χείλη της που τόσο όμορφα με γλυκοφιλούσαν, μου κόβεται η ανάσα και τα πόδια, δε μπορώ να αναπνεύσω, δάκρια κυλούν και από τα δικά μου μάτια. Δεν το πιστεύω αυτό που συμβαίνει. Δεν τα παρατάω, την προλαβαίνω γραπώνοντας την από τον δεξιό ώμο. Τινάζεται πέρα δώθε για να ξεγλιστρήσει, μου παίρνει χρόνο αλλά στο τέλος καταφέρνω να συγκρατήσω την ορμή της.

«Ελπίδα, άσε με να σου εξηγήσω…» η φωνή μου είναι παρακλητική, ζητώ το έλεος της.

Θέλοντας και μη στρέφεται προς εμένα. Τα μάτια της, οι καστανές αναλαμπές ελπίδας, αυτές που φωτίζανε τον δρόμο μου, έχουν πλέον χαθεί! Σκοτείνιασαν και δεν τα αναγνωρίζω. Μα πού χάθηκε η λάμψη τους; Παρόλα αυτά επιχειρώ να δικαιολογηθώ.

«Μη με καταδικάζεις, Ελπίδα, δεν φταίω εγώ, η Φανή με…» σπαστά λόγια, άκαρπη απόπειρα, δεν προλαβαίνω ούτε να απολογηθώ, με διακόπτει απότομα.

«Μηη! Μη το κάνεις αυτό! Δε θέλω να ακούσω κουβέντα. Εμείς οι δυο τελειώσαμε! Μη μου μιλήσεις ποτέ ξανά, ποτέ! Με πρόδωσες, Σώτο, με πρόδωσες…»

Τη βλέπω να απομακρύνεται, τα μάτια μου, καταβεβλημένα, επιθυμούν να σφαλίσουν, πλημμυρισμένα από πόνο είναι και δε βαστούν να πυορροούν αγάπη προδομένη. Δεν τα κλείνω, θέλω να εντυπώσω για πάντα την εικόνα της, πολύ φοβάμαι πως μόλις μπήκε η αυλαία στο πιο όμορφο κεφάλαιο της ζωής μου. Στο δικό μου παραμύθι. Και καθώς η δική μου Γκέρντα φεύγει καταστεναχωρημένη, εγώ κάνω δυσοίωνες σκέψεις για το μέλλον. Είμαι βέβαιος πως το βιβλίο που χαράχτηκε από την ειμαρμένη για μένα, είναι δράμα και το τέλος του μόνο καλό δε θα είναι.

Στο σύθαμπο έχασα το φως μαζί με το μυαλό μου, φέρθηκα ανόητα και τιμωρός για μένα εμφανίστηκε πάλι η μοίρα. Αυτή που από την πρώτη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου σε τούτο τον κόσμο, κόντρα θαρρώ με πάει. Κι απομένω εδώ στον δρόμο τον ολισθηρό, στις βαθύσκιωτες ερημιές της ψυχής μου, ιλύ να γίνομαι στο διάβα των άλλων, λάσπη στο πέρασμά τους. Είμαι ένας άθλιος άνθρωπος που προδίδει τους ανθρώπους που τον αγαπάνε. Ένα ανθρωπόμορφο σκουπίδι δίχως μυαλό και αισθήματα…αισθήματα;

Είναι τρομαχτικό πόσο εύκολα ξεφτίζουν τα αστέρια σαν χαθεί η ζωογόνα πηγή τους. Εγώ που ενέπνευσα τον έρωτα στην Ελπίδα, εμένα που με θεωρούσε φωτεινό της άστρο, μόνο τέτοιο δεν ήμουνα. Έπεσα σαν μετεωρίτης πάνω της και την κατέστρεψα. Σοκαρίστηκα όταν έμαθα πως έφυγε μαζί με τη μητέρα της από τη Μεσοποταμία για να πάνε να μείνουν στη Θεσσαλονίκη, στη θεία της που με ανοιχτές αγκάλες τους περίμενε. Δεχόταν από καιρό πιέσεις η μικρή αλλά κάτι την κρατούσε στο χωριό, είπε η κοινή μας γειτόνισσα, η Ευταλία.

Εγώ ήξερα τί ήταν αυτό που την κρατούσε και δεν βάσταξα άλλο να αποκρύβω τα συναισθήματά μου. Σαν με είδε η μάνα μου να βουρκώνω, με ρώτησε τι έπαθα; Απέφυγα να της απαντήσω, τί να έλεγα άλλωστε; Πώς να με καταλάβει;

Δικαιολογήθηκα λέγοντας της πως μπήκε στο μάτι μου ένα σκουπιδάκι. Κι έτσι ήταν. Μόνο που το σκουπιδάκι είχε μπει στην καρδιά μου και νόσησε βαριά. Άδειασε το μέσα μου από αισθήματα, και από όμορφα των ματιών λαμπυρίσματα. Πήγα στο υπνοδωμάτιό μου και έκλαψα με τις ώρες, εγώ ο άντρας που δε λυγάει, που δεν φανερώνει τις αδυναμίες του στους άλλους, αδυνατούσα να συγκρατήσω τους χειμάρρους απελπισίας μου.

Είμαι τελειωμένος!

Έπεσα σε μελαγχολία. Η Φανή για μια ακόμα φορά μου γύρισε την πλάτη, είναι χαμένη πίσω από παραπετάσματα έπαρσης, η αλαζονεία της απροσπέλαστη είναι και εγώ είμαι τόσο ευάλωτος που ακατόρθωτο φαντάζει να εισχωρήσω στον εσωτερικό της κόσμο. Μοναδική παρηγοριά μου ο Δημητρός. Ερχόμαστε πιο κοντά από ποτέ. Συζητάμε τα πάντα, του αποκαλύπτω τον πόνο μου, μου δίνει κουράγιο και με εκλιπαρεί να μην με πάρει από κάτω.

Θα ’ρθούνε καλύτερες μέρες, αδερφέ, πίστεψέ με…όλα να δεις πως θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Και άλλαξαν…

Και ο καιρός περνούσε και ήρθε η Άνοιξη, και μαζί με τα λουλούδια άνθισε μέσα μου και πάλι ο έρωτας για την όμορφη την κόρη. Δεν ξέρω τι άλλαξε, αλλά γεμάτος ενθουσιασμό διαπίστωσα πως άρχισε να ανταποκρίνεται στα κελεύσματά μου. Ίσως καταλάγιασε η υπεροψία από μέρους της και τη θέση της πήρε η ανάγκη να αγαπηθεί.

Ξεκινήσαμε και πάλι να κάνουμε παρέα με τη Φανή και πολλές φορές μείναμε μόνοι μας, ξαπλωμένοι σε κάποια αλάνα να κοιτάμε τα αστέρια και να μετράμε τα όνειρά μας. Μόνο που αυτά δεν φάνταζαν κοινά, όπως άλλοτε, όπως τότε με την Ελπίδα. Πίστευα, όμως, πως θα έρθει ο καιρός που θα βρω σημείο σύγκλισης με τη μούσα της καρδιάς μου.

Οι μέρες τρέχανε σαν ξελογιασμένες κόρες και ξεμυαλισμένοι νιοι που αποζητούν το άγουρο ξύπνημα της φύσης τους, το κάλεσμα του γενετήσιου ενστίκτου τους… σιγά σιγά απάλυνε και ο δικός μου κρυφός πόνος και ένιωσα απελευθερωμένος και έτοιμος να βηματίσω μπροστά.  Συχνά, σαν κοιτούσα του Γράμμου την οροσειρά, σκεφτόμουν πως κάποτε θα έπρεπε να ανέβω στο βουνό, και εκεί, στον καθάριο αέρα της αγνής, αμόλυντης φύσης, να αποζητήσω και να βρω ξανά τον εαυτό μου.

Θυμόμουν και τα λόγια του Αναξαγόρα που συχνά μου έλεγε με στόμφο: Μη πνίγεσαι στα χαμηλώματα και στην τύρφη της γης, σκαρφάλωσε ψηλά και αγνάντεψε τον κόσμο έτσι όπως θα έπρεπε να είναι. Γιατί εκεί πάνω, ακόμα και η τραγωδία που βίωσες, μοιάζει πιο μικρή, γιατί ο ορίζοντας είναι τόσο μακρύς που εύκολα αντιλαμβάνεσαι πως ότι και αν σε βασανίζει ελάχιστο είναι μπρος στο μεγαλείο της πλάσης.

Κι όμως, ο Αναξαγόρας ποτέ του δεν αποτόλμησε να πετάξει ψηλά, ίσως γι’ αυτό χάθηκε στον βούρκο της θλίψης. Μόνο με τη σκέψη αυτή νιώθω ένα σκίρτημα να διαπερνάει τη ράχη μου και υπόσχομαι πως εγώ θα το κάνω αυτό το βήμα. Κάποτε…

Για έναν περίεργο λόγο, παρόλο που ήρθαμε πιο κοντά, με απέτρεπε με λόγια και με πράξεις να της ανοιχτώ τόσο όσο θα επιθυμούσα. Την ποθούσα ερωτικά, το ίδιο νομίζω και αυτή, κι όμως ούτε να τη φιλήσω με άφηνε. Έχω την αίσθηση, την υποψία καλύτερα, πως ήθελε να με κατακτήσει ολοκληρωτικά. Να δεσμεύσει την ψυχή μου και να μην αποσπάσει μονάχα του σώματός μου τις όψιμες τις χάρες. Μάταια επιχειρούσα να πάρω το μερτικό μου από την καρδιά της.

Συχνά τα κεχριμπαρένια της μαλλιά ακουμπούσαν στον ώμο μου και του μπράτσου μου τη γυμνή σάρκα. Ήταν μαγικές οι στιγμές γιατί άκουγα την καρδιά μου ηχηρά να μου τονίζει πόσο πολύ την ήθελα κοντά μου, δίπλα μου.

Κάποτε, μια νυχτιά κατάφωτη από των αστεριών τα ερωτικά ανασκιρτήματα, στη στίλβη των άστρων που τρεμοφέγγουν από επιθυμία ή που αργοσβήνουν από κόπωση, ποιος ξέρει άραγε; ένιωσα στο στήθος τη μαρμαρυγή, την άστατη, γεμάτη αρρυθμίες, τυμπανοκρουσία του έρωτα, είχα επιτέλους αποσπάσει το πολυπόθητο φιλί της.

Ξανά και ξανά!

Κυλιστήκαμε στη φρυγμένη γη σαν έφτασε το Καλοκαίρι και εγώ ξεδιψούσα του πόθου μου την αχόρταστη λαχτάρα να γευτώ το κορμί της με θωπεύματα και αγγίγματα σε σημεία που φάνταζαν απόρθητα, μα και πάλι δε μου έδινε το δικαίωμα να προχωρήσω τη σχέση μας ένα βήμα παραπέρα.

Δυσανασχετούσα και της το έλεγα με τρόπο, παραπονιάρικα καμιά φορά, αλλά και πάλι έπεφτα σε τοίχο.

«Δεν είναι ώρα ακόμα…δεν είμαι έτοιμη».

Μα γιατί με απαρνιέται; Αναρωτιόμουν έντονα προβληματισμένος, ξέροντας πως στο παρελθόν είχε ολοκληρωμένες σχέσεις με άλλον ή καλύτερα με άλλους άντρες. Ποιος ξέρει, ίσως να μη μπορεί να συνέλθει ακόμα από τον θάνατο του Άρη και δεν είναι έτοιμη να ενδώσει στο ερωτικό μου κάλεσμα.

Και έφτασε το Φθινόπωρο και εγώ επέλεξα την τέταρτη δέσμη γιατί ήθελα να γίνω λογιστής, μήπως και καταφέρω να λογαριάσω καλύτερα την αξία της ζωής και βάλω επιτέλους μια σειρά στην καθημερινότητά μου.

Και καθώς η φύση γύρω μου αποσυντίθενται εγώ κατασκευασμένα όνειρα πλάθω, επίπλαστα και με χρυσαφένια επικάλυψη, μόνο που μοιάζουν τόσο παράταιρα… είναι η εποχή που το σάπιο ανακατεύεται στης γης τα υδροχαρή περάσματα και σκορπά τη σαθρότητα σε εκτάσεις μεγάλες, παχύρευστες με φύλλα από δέντρα ξεγυμνωμένα, ευάλωτα και ξεπαγιασμένα, όμοια θαρρείς με τον ψυχισμό μου που άγεται και φέρεται ανάλογα με τα τερτίπια της Φανής.

Πάλλομαι από θυμό σαν αρχίζει να με παραγκωνίζει με τον Χρόνη, τους παρακολουθώ που συχνά πυκνά μιλάνε μεταξύ τους, που σιγομουρμουρίζουν διάφορα και καμιά φορά χαζογελάνε. Δόλιο παιχνίδι διαισθάνομαι πως στήνει. Και όταν μονάχοι τους σιγανά μιλούν, εγώ ταράζομαι και έχω όλες τις αισθήσεις μου τεταμένες. Αρχίζει πάλι μέσα μου να με σκαλίζει το σκουλήκι της ζήλιας.

Γίνομαι επιθετικός μαζί της, συχνά αθυρόστομος, δε με αναγνωρίζω. Έχω κυριευτεί από μανία και πολύ φοβάμαι πως ικανός είμαι να κάνω κακό.

Είναι Σάββατο, ένα από εκείνα τα απογεύματα που σε πιάνει κατάθλιψη από του καιρού την κακοκεφιά και από το μαράζωμα της φύσης που ψυχορραγεί στις νεροσυρμές και στα κροταλίσματα της βροχής που από ώρα πέφτει στο χωριό μου. Είμαστε αγκαλιασμένοι κάτω από την ομπρέλα μου και φιλιόμαστε πίσω από ένα παλιό κτήριο, ακατοίκητο, στην αρχή του στενοσόκακου της γειτονιάς της.

«Φτάνει, Σώτο…πρέπει να φύγω. Θέλω να κάνω μπάνιο και να δω τηλεόραση. Νιώθω πολύ κουρασμένη σήμερα. Τι λες να τα πούμε αύριο;»

Δε μου δίνει περιθώρια να προβάλω αντιρρήσεις, το φιλί της βάλσαμο είναι για τη δυσαρέσκειά μου.

Κάνει κρύο, έχει βγάλει και έναν αέρα δυνατό, η ομπρέλα μου περνάει τα πάνδεινα από το ανεμοβρόχι. Σκέφτομαι να πάω και εγώ στο σπίτι μου. Να διαβάσω τους αδερφούς Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι που τους έχω αφήσει στη μέση, για να περάσω τη βραδιά μου ευχάριστα. Κοιτάζω το ρολόι μου, εφτά η ώρα. Είναι νωρίς ακόμα για να κλειστώ μέσα.

Το σκέφτομαι λιγάκι και αποφασίζω να πάω στο σπίτι του Μάρκου, που με έχει καλέσει στο πάρτι γενεθλίων του. Δεν είναι ο καλύτερος φίλος μου αλλά είναι ωραίος τύπος. Γιατί όχι; Πριν κινήσω για εκεί περνάω από το σπίτι μου. Ντύνομαι με καλύτερα ρούχα και αφού περιμένω να περάσει ένα μισάωρο, να βραδιάσει περισσότερο, κινώ για τον προορισμό μου. Η βροχή έχει εδώ και ένα δεκάλεπτο σταματήσει. Ο άνεμος την έσυρε μακριά.

Διάολε, άργησα. Πως τα κατάφερα πάλι; Είναι όλοι συγκεντρωμένοι στην αυλή, κάτω από το υπόστεγο του περίβολου. Τρυπώνω και εγώ ανάμεσά τους, περνάω απαρατήρητος, οι νεαροί της ηλικίας μου είναι απασχολημένοι στις ατέρμονες ποδοσφαιρικές συζητήσεις τους, -τι πρωτότυπο!- ενώ και οι κοπέλες σχολιάζουν, έτσι όπως κρυφακούω, τις εξελίξεις στην ΄΄Τόλμη και γοητεία΄΄, την τηλεοπτική σειρά που κάνει πάταγο αυτό τον καιρό και που εγώ δεν αξιώθηκα να παρακολουθήσω ούτε ένα της επεισόδιο.

Στο σούσουρο και στις οχλοβοές εγώ ψάχνω για τον Μάρκο, να του ευχηθώ θέλω. Δεν τον βρίσκω πουθενά. Θυμάμαι πως στη γωνιά της αυλής, σε έναν στενό διάδρομο, υπάρχει μια αποθηκούλα, εκεί η οικογένεια έχει μια μικρή κάβα ποτών.

Την έχω τιμήσει και εγώ αυτή κατά το παρελθόν. Σκέφτομαι πως είναι πιθανό να τον βρω εκεί, να ετοιμάζει ποτά για τους καλεσμένους του, άλλωστε το γλέντι που έχει στηθεί προμηνύει άγριο μεθύσι. Οι γονείς του ξέρω, μου έχει πει, πως θα λείπουν από το σπίτι του. Οι συγκυρίες ευνοούν. Ο χαμηλός φωτισμός από μια απλίκα πάνω από την πόρτα, μου δίνει να καταλάβω πως υπάρχει ζωή στο χώρο. Πλησιάζω και ακούω χαχανητά.

Δυο σώματα αγκαλιασμένα αντικρίζω, ερωτόλογα ακούω από το αγόρι προς το κορίτσι, ψιθυρίσματα ικανοποίησης βαθιάς από μέρους της. Οι φωνές που έρχονται μου φαίνονται γνωστές.

Πλησιάζω αθόρυβα, αθέατος έτσι όπως κινούμαι κολλημένος σχεδόν στον τοίχο. Ψύλλοι στα αυτιά μου μπαίνουνε σαν βλέπω τον Χρόνη εκστασιασμένο να κολλάει το πρόσωπό του σε εκείνο της νεαρής με τα ξανθά μαλλιά. Όταν με βλέπει ταράζεται, αποτραβιέται από την κοπέλα που τάχιστα αντιλαμβάνεται την αλλαγή της στάσης του και στρέφει το σώμα της αντίθετα από τη μεριά του και προς το μέρος που ο Χρόνης έχει εστιάσει την προσοχή του. Οι ματιές μας διασταυρώνονται. Μένω με το στόμα ανοιχτό, η Φανή το ίδιο.

«Εσύ; Εδώ; Μα καλά πως;» Έχει γίνει κατακόκκινη.

Νιώθω το αίμα μου να μετατρέπεται σε διάπυρη λάβα που με κατακαίει. Κάνω ένα βήμα προς το μέρος της, υψώνω το χέρι μου στον αέρα. Είμαι σε απόσταση μιας ανάσας. Μου έρχεται να της σπάσω το κεφάλι. Και το κάνω!

Μόνο που το κρανίο που δέχεται το χτύπημα δεν είναι το δικό της αλλά το δικό μου. Ναι, αυτό το αδειανό από μυαλό! Στο τριχωτό της κεφαλής μου ξεσπάω την οργή μου. Μια δυο φορές… να ηρεμήσω δε μπορώ, την κοιτώ με μάτια που φλόγες βγάζουν, τα δικά της ακόμα χειρότερα, με κοιτούν με αθωότητα, τον μανδύα που χρησιμοποιεί συχνά για να επιβουλεύεται την κρίση και τη νόησή μου.

«Μη θυμώνεις Σώτο, άσε με να σου εξηγήσω!»

«Ρε δεν πάτε και οι δύο στο διάολο!» Τα λόγια μου τα λέω κινούμενος προς την αντίθετη από αυτούς κατεύθυνση. Είμαι σίγουρος όμως πως τα άκουσαν και τα εμπέδωσαν, γιατί ούρλιαζα ξεστομίζοντάς τα.

Γιατί δεν ανοίγει η γη να με καταπιεί;

Τρέχει ξοπίσω μου, με προλαβαίνει μερικές δεκάδες μέτρα μακρύτερα από το σημείο του ΄΄εγκλήματος΄΄. Επίτηδες την άφησα να με φτάσει. Έχω να τις καταλογίσω τόσο πολλά. Θέλω να ξεσπάσω. Θα πέσω πάνω της και θα την κατασπαράξω.

Πάντα το μαύρο ήμουνα, στο χρώμα του δέρματος, στην ψυχή, στο πνεύμα…

«Στάσου λίγο, μου κόπηκαν τα πόδια για να σε προφτάσω. Δε με λυπάσαι;»

Σφίγγω τα χείλη. «Πας καλά; Εσύ με λυπήθηκες όταν φιλιόσουν μ’ αυτόν τον μαλάκα; Τα δικά μου τα γόνατα να δεις πως κόπηκαν όταν σας έπιασα στα πράσα».

Το πρόσωπό της, αυτό που με μαγνητίζει, παίρνει να γλυκαίνει. Σημαίνει συναγερμός μέσα μου.

«Άκουσε με πρώτα και μετά με καταδικάζεις. Όταν χωρίσαμε και εγώ πήγα στο σπίτι μου, διαπίστωσα πως είχε ξεσπάσει μεγάλος καυγάς ανάμεσα στον πατέρα και τη μάνα μου. Κοντέψανε να σκοτωθούνε. Έσπαζε πιάτα και ποτήρια η μάνα μου, έβριζε άσχημα ο πατέρας μου, από την ένταση ούτε που με κατάλαβαν… δεν άντεξα, βγήκα ξανά από το σπίτι και έφυγα τρέχοντας. Ήρθα λοιπόν εδώ καταστεναχωρημένη και έπνιξα τον καημό μου στο πιοτό. Ε, ήρθε και ο Χρόνης και όπως φαίνεται εκμεταλλεύτηκε την περίσταση». Τα βλέφαρά της πεταρίζουν, σαλαγάνε θαρρείς τη συνοχή μου. «Θα με συγχωρήσεις αγόρι μου; Θα πιστέψεις πως ο Χρόνης δεν σημαίνει τίποτα για μένα; Η μόνη μου έγνοια είσαι εσύ, δεν το ξέρεις;»

Κολλάει πάνω μου, τα χείλη της τα προδοτικά, τα διαποτισμένα  με ηδύποτο μεθυστικό και ψέματα, πάνε πάλι να με παραπλανήσουν».

Ρουφάω μέχρι το μεδούλι τη γλυκόπικρη σάρκα της για να επιβεβαιώσω την κυριαρχία μου πάνω της και αφού ξεδιψάω από πόθο, τραβιέμαι απότομα και φωνάζω. «Θα τον σπάσω στο ξύλο τον μαλάκα που τόλμησε να σε αγγίξει». Πρόθεση μου είναι να επιστρέψω στο πάρτι. Θα πάρω εκδίκηση τώρα! Προλαβαίνω να σηκώσω τα μανίκια από το μπουφάν και τη μπλούζα μαζί και έτοιμος είμαι για φασαρία. Στραβώνω τη μύτη και ρουθουνίζω σαν άλογο θυμωμένο.

Η θερμή αγκαλιά της με συγκρατεί.

«Μην είσαι ανόητος…τα είπαμε αυτά. Μη δίνεις συνέχεια. Το θέμα έχει λήξει για μένα. Και για σένα πρέπει. Αν του επιτεθείς είναι σαν να του δίνεις αξία».

Με πείθει! Πάλι…

Αφήνω πίσω μου το ατυχές αυτό περιστατικό αλλά έχω πλέον βάλει στο στόχαστρό μου τον Χρόνη. Τον έχω σημαδεμένο και με την πρώτη ευκαιρία θα εξαπολύσω την οργή μου πάνω του.

«Υποσχέσου μου πως δε θα ξαναβρεθείτε μόνοι σας και εγώ τα αφήνω όλα πίσω μου». Την κοιτάω βλοσυρά. Θέλω να δείξω ποιος έχει το πάνω χέρι.

«Στο υπόσχομαι, αγάπη μου, στο υπόσχομαι!»

Έχω την αίσθηση πως ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μπα, ιδέα μου θα ήταν.

Είμαι στο σπίτι μου, μπερδεμένος, κατακλυσμένος από αναπάντητα ερωτήματα, στοχάζομαι ξανά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν νωρίτερα και αντί να αποσαφηνίζονται κάποιες ενέργειες από μέρους της περισσότερους προβληματισμούς γεννούν. Δεν το σκέφτομαι πολύ, πρέπει να χαθώ… να φύγω από τη καταθλιπτική αυτή πραγματικότητα. Κατευθύνομαι στο δωμάτιο μου και μετακινώντας ελαφρά το γραφείο μου, πίσω του, βγάζω ένα μπουκάλι κρασί που έχω καλά καταχωνιασμένο. Επικαλούμαι συχνά τις ευεργετικές του ιδιότητες, κάθε που δεν είμαι καλά δηλαδή. Και τον τελευταίο καιρό δεν είμαι καλά πολύ συχνά. Ξεβουλώνω το πώμα και αρχίζω να πίνω από το στόμιο του μεγάλες γουλιές.

Στον μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου, μισοζαλισμένος,  προσπαθώ να σκουπίσω το κραγιόν της από το λαιμό, τα μάγουλα και τα χείλη μου. Το πιοτό δυστυχώς δε βοήθησε καθόλου, εξακολουθώ να αισθάνομαι χάλια. Όταν πλησιάζω πιο κοντά στο κάτοπτρο στην αρχή παραξενεύομαι γιατί βλέπω μια άλλη φυσιογνωμία και όχι τη δική μου. Μόλις το συνειδητοποιώ, αποτραβιέμαι έντρομος, γιατί εκεί, στο γυαλί της αποκάλυψης, θρυμματίζεται η αυτοσυγκράτηση και η συνοχή μου μαζί…γιατί εκεί όπου κοίταξα, καθρεφτίζονταν το πρόσωπο του μακαρίτη του Αναξαγόρα και όχι το δικό μου.

Κατατρομαγμένος φεύγω καρφί για το δωμάτιό μου. Χώνομαι κάτω από το πάπλωμα και δεν ξεμυτίζω μέχρι την επόμενη μέρα. Ζήτημα είναι αν κοιμήθηκα δύο ώρες όλο το βράδυ. Στο εξής ανησυχώ πως μαζί με όλες τις άλλες φαντασιοπληξίες μου θα με κατατρέχει και ο φόβος.

Περνάνε οι μέρες, ο καιρός μου φαίνεται πως έχει αποτρελαθεί, είναι πιο άστατος και από τον ευεπίφορο χαρακτήρα μου. Έχω αυτογνωσία, γνωρίζω για τις ψυχολογικές μου μεταπτώσεις, όσο κι αν προσπαθώ να το αποκρύβω από τους άλλους ανθρώπους δε μπορώ να το κρύψω από τον εαυτό μου. Βρέχει και μέσα σε δέκα λεπτά, εκεί που λες πως ο νεφοσκεπής ουρανός δύσκολα θα γαληνέψει, ικανός είναι ο αθεόφοβος να παρουσιάσει άλλο πρόσωπο, αυτό ενός ολόλαμπρου ήλιου που καταφωτίζει το στερέωμα.

Σκέφτομαι και εγώ καθώς κοιτώ ψηλά, πως μόνο μια κοπέλα κατάφερε να διαβάσει την ψυχή μου και να διεισδύσει στα κατάβαθα της, αλλά εγώ ο ανόητος έπαθα αλλεργικό σοκ σαν το βάλσαμο της δικής της ψυχής ήρθε να ανταμώσει με τη βαριά άρρωστη δική μου.

Καλοκαίριασε σχεδόν, η Άνοιξη που ανθίζει τη φύση, μαραζώνει την ψυχοσύνθεση και διαβρώνει τον εσωτερικό μου κόσμο, είμαι συνεχώς κάτωχρος, έτσι τουλάχιστον μου λέει η γιαγιά μου, και έγνοιες πολλές με απασχολούν. Στη Φανή μοιάζει να ταιριάζει η εποχή αυτή. Σαν πεταλουδίτσα πεταρίζει από λουλούδι σε λουλούδι και απομυζάει το νέκταρ τους. Πιότερο από όλα τα άνθη σε μένα καρτεράει και στραγγίζει τη νιότης μου τη δίψα. Τί μου βρίσκει αλήθεια; Ούτε στον εαυτό μου δεν αρέσω έτσι μελαγχολικός που είμαι. Δεν είναι λίγες οι φορές που μου μιλάει και εγώ δεν την ακούω, είμαι χαμένος στις σκέψεις μου, σε στοχασμούς νοσηρούς, γεμάτους παθογένεια. Είχαμε συμφωνήσει να μην βρισκόμαστε συχνά, προέχει μου είπε ο επαγγελματικός μας προσανατολισμός, το μέλλον που είναι δικό μας. Συμφώνησα θέλοντας και μη. Το έριξα στο διάβασμα, το ίδιο και αυτή… αφιέρωσα όλη μου την ενέργεια στην προσπάθειά μου να περάσω στις πανελλήνιες εξετάσεις.

Έγραψα καλά, είμαι χαρούμενος, ευελπιστώ να περάσω στο ΤΕΙ λογιστικής, στην Κρήτη. Πάντα μου άρεσε το νησί αυτό. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα πέταξα από χαρά. Ο στόχος είχε επιτευχθεί. Βοήθησε και η αποστασιοποίηση που επεδίωξε η Φανή. Δε θα την ευχαριστήσω, όμως, γι’ αυτό. Τώρα που ολοκλήρωσα την προσπάθεια μου, άλλες έγνοιες με καίνε.

Σιγοβράζει μέσα μου φωτιά ασίγαστη, έχει φυτευτεί βαθιά στο ριζικό μου σύστημα το μικρόβιο της εκδίκησης και δε λέει να εκριζωθεί. Τα φιλιά, τα γλυκόλογα, ο αντιπερισπασμός που επιχειρεί για να με αποπροσανατολίσει μόνο να απαλύνουν μπορούν και όχι να εξαλείψουν την ζήλεια που αποζητά αντίποινα. Ο Χρόνης, ναι ο Χρόνης, έχει διαβλέψει τις προθέσεις μου, ξέρει πως τον βλέπω με μισό μάτι και είναι ιδιαίτερα προσεχτικός απέναντί μου και απόμακρος με τη Φανή που ξεδιάντροπα καμιά φορά, ακόμα και μπροστά μου, τον φουντώνει με χαριεντίσματα απροκάλυπτα.

Έφτασε Σεπτέμβρης δόλιος και φθονερός, φτιασιδώνεται η φύση με πέπλο σαθρό, σπαραχτικό σκέπασμα των δέντρων που με συρίγματα άγρια, απογυμνώνονται. Είναι καθιερωμένο οι απόφοιτοι της τρίτης λυκείου να κάνουν τρικούβερτο πάρτι στην ταβέρνα του Ζορμπά. Γιορτάζουμε τη νέα μας ζωή αλλά περισσότερο αποχαιρετούμε την εφηβεία για να ενταχθούμε, αργά ή γρήγορα οι περισσότεροι, στον ελληνικό στρατό. Είναι μια παράδοση που κρατάει χρόνια και εμείς δε θα είμαστε ασφαλώς αυτοί που θα καταλύσουν τους κανόνες.

Σε τραπέζια μακρόστενα πίνουμε ρετσίνες και τρώμε κεμπάπ, αφθονούν τα πειράγματα και τα όνειρα που διασπείρονται αναιμικά από μένα και εκδηλωτικά από κάποιους άλλους. Η Φανή κάθεται δίπλα μου, είπαμε να τηρούμε τα έθιμα αλλά να βάζουμε και το δικό μας λιθαράκι. Αποφασίσαμε εμείς να είμαστε αυτοί που θα προχωρήσουμε στην καινοτομία, από φέτος, στο γλέντι καλεσμένες να είναι και οι συνομήλικες μας κοπέλες. Έτσι κι αλλιώς μαζί πορευτήκαμε όλα αυτά τα χρόνια. Μοιραστήκαμε άσχημες, χαρούμενες η και τρυφερές στιγμές, τον έρωτα…τόσο πολλά!

Η παρουσία της στο πλάι μου πραγματικά ομορφαίνει τη βραδιά. Δεν κρύβω τα συναισθήματά μου, την αγγίζω, μιλάω όλη την ώρα μαζί της και καμιά φορά τη φιλάω χωρίς να λογαριάζω κανέναν. Ανταποκρίνεται κι εκείνη και οι στιγμές μοιάζουν ονειρεμένες. Όχι για πολύ. Σε λίγο έρχεται και κάθεται δίπλα της, από το άλλο της πλευρό, ο Χρόνης. Εξαναγκάζεται ή μήπως όχι; να μιλάει και με κείνον. Με διαχυτικότητα πρωτόγνωρη κατά την άποψη μου. Περνάει το χέρι του πάνω από τους ώμους της και συχνά την τραβά προς το μέρος του. Αναστατώνομαι.

Οι ρετσίνες διαδέχονται η μια την άλλη και εγώ αρχίζω να χάνω μαζί με την άρθρωση και τα λογικά μου. Σε μια γωνιά, δίπλα από τα μεγάλα βαρέλια με τις κάνουλες, υπάρχει ένα τζουκ μποξ. Τρεκλίζοντας σχεδόν πηγαίνω προς τα εκεί. Γνωρίζω πως δουλεύει. Βάζω στον κερματοδέκτη ένα νόμισμα και προσπαθώ να επιλέξω ένα τραγούδι. Ρίχνω κλεφτές ματιές προς τη Φανή, η θέρμη που δείχνει καθώς κάτι ψιθυρίζει στο αυτί του Χρόνη, με βοηθάει να καταλήξω στο τραγούδι που θέλω να ακούσω. Φτάνει να καταφέρω να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Μπερδεύονται οι αριθμοί με τα γράμματα, όλα μοιάζουν να ανακατεύονται, ένας κυκλώνας που απορρέει από μέσα μου θαρρείς πως τα παρασέρνει και στριφογυρίζουν τρελά. Με χίλια δυο ζόρια καταφέρνω να συγκεντρωθώ και να διαλέξω το κομμάτι που θέλω. Θολωμένος αφήνω τη μουσική να με συνεπάρει.

Τη μάσκα πέτα με το ψεύτικο το δάκρυ και η αλήθεια βγήκε όλη μες στο φως…

Τους βλέπω να μιλάνε, τρυφερό το ενσταντανέ τους, φλογερό το μίσος το δικό μου.

 Εσύ την έχεις κάνει την καρδιά στην άκρη, και στην αγάπη είσαι μια ηθοποιός.

Γυρίζω το κεφάλι πάνω κάτω, νιώθω τα δόντια μου να τρίζουν. Θα τα σπάσω φοβάμαι τα δύσμοιρα. Ξανακοιτώ προς το μέρος τους. Τα πρόσωπά τους έχουν έρθει τόσο κοντά που σχεδόν έχουν ενωθεί.

Από τα μάτια μου αναβλύζουν δάκρυα οργής και οδύνης, τη στιγμή που τον βλέπω να την αγκαλιάζει. Ακόμα και από εδώ όπου βρίσκομαι, φαίνεται πως και εκείνη το απολαμβάνει. Γελάει με την καρδιά της την ώρα που η δικιά μου σφίγγεται από πόνο, είμαι αποφασισμένος να δώσω ένα τέλος. Θυμάμαι τα λόγια του Μυτιληναίου καθώς βαδίζω προς το μέρος τους. Κομπάρσος της καρδιάς σου δε θα γίνω να παίζω κάθε ρόλο τελευταίο…δε γίνεται αγάπη μου να μείνω, συγχώρα με που φεύγω μα δε φταίω.

Κοντοστέκομαι από πάνω τους. Έχω σφιγμένες τις γροθιές, τα μάτια μου είναι βουρκωμένα, τους βλέπω διπλούς. Μισοκλείνω τα βλέφαρα για να εστιάσω σωστά. Βλέπω τις χρυσαφένιες ανταύγειες των μαλλιών της, αυτές που μεθυστικά με αποπλανούσαν κάθε που τις άγγιζα  και νιώθω έναν κόμπο στο στήθος. Θέλω να την αρπάξω από τον λαιμό και να την πνίξω. Να την πνίξω στα φιλιά. Δε μπορώ να της κάνω κακό. Ποτέ δε θα μπορούσα.

Το μίσος μου ζητάει να ξεσπάσει, δε μ΄ αφήνει να ησυχάσω. Κοιτάζω δίπλα της τον Χρόνη, αυτός θα γίνει ο αποδέκτης της οργής μου. Τεντώνω το χέρι μου προς τα πίσω, η γροθιά μου είναι πιο σφιχτή από ποτέ. Με όλη μου τη δύναμη εξαπολύω την επίθεσή μου, τον πετυχαίνω κάπου στο σαγόνι, το δεύτερό μου χτύπημα τον βρίσκει πίσω από το αυτί, δεν προλαβαίνει ούτε κιχ να βγάλει. Έχει βρεθεί στο δάπεδο, στο πράσινης απόχρωσης μωσαϊκό κείτεται λιπόθυμος. Σηκώνω το πόδι μου ψηλά, έτοιμος είμαι να τον πατήσω στο κεφάλι, να τον αποτελειώσω!

Ο Δημητρός με προλαβαίνει, πέφτει πάνω μου με δύναμη και με αποτρέπει. Ακόμα δεν έχω συνέλθει. Ακούω κοριτσίστικες σπαρακτικές κραυγές, βλέμματα γεμάτα τρόμο και έκπληξη να με θωρούν σαν έναν άνθρωπο που αποτρελάθηκε. Τους έχω αναστατώσει όλους, με κοιτάζουνε περίεργα, έντονα θορυβημένοι. Τους κοιτάζω και εγώ. Αμίλητος παραμένω σαν με ρωτάνε κάποιοι γιατί; Γιατί;

Που να τους εξηγώ και πως να με καταλάβουν; Φεύγω βιαστικά από τον χώρο αφήνοντας τους όλους σύξυλους, κάποιοι προλαβαίνω να δω με την άκρη του ματιού μου, καθώς αποχωρώ, γονατίζουν και προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες στον Χρόνη. Είναι ακόμα λιπόθυμος.

Ο Δημητρός σφιχταγκαλιάζει τη Φανή για να την ηρεμήσει. Σφιχταγκαλιάζει; Χμ…

Παίρνω να τρέχω μέσα στα σκοτάδια και στις ερημιές, έχω απομακρυνθεί πολύ. Κοντεύω στο διπλανό χωριό, το Καλοχώρι. Κάποτε σταματώ.

Ααααααχ, κραυγάζω. Φανηηηηή! Φανηηηηή! Με πρόδωσες! Πώς μπόρεσες;

Πέφτω στα γόνατα και κλαίω σαν μικρό παιδί.

Είμαι πάλι μόνος μου, όπως πάντα. Μια σκιά σε έναν κόσμο γεμάτο από λάμψεις.

 

Περνάει ο καιρός, δε με χωράει ο τόπος, θέλω να φύγω μόνο για έναν λόγο. Αν μείνω κι άλλο στο χωριό θα της κάνω κακό.

 

 

 

Μένω με το παράπονο πως ποτέ δε μπόρεσα να της εκμυστηρευτώ τον έρωτά μου, ποτέ έτσι όπως θα ήθελα εγώ. Ίσως να είναι και καλύτερα… πως να αντέξει τόση αγάπη ένας άκαρδος άνθρωπος;

Φεύγω για σπουδές, φεύγω για να ξεχάσω…

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Στάθης Μάσκας

Ονομάζομαι Μασκαλίδης Ευστάθιος, γεννήθηκα στην Μεσοποταμία Καστοριάς, τον Ιούνιο του 71, και εργάζομαι στον Δήμο Καστοριάς. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο παιδιά. Έχω απασχοληθεί επαγγελματικά, ως δημοσιογράφος, σε περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό της Δυτικής Μακεδονίας (FLASH), διέκοψα την εργασία μου γιατί διορίστηκα στο δημόσιο. Είχα εγγραφεί στην σχολή ιατρικής, στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, αλλά εγκατέλειψα σχεδόν αμέσως τις σπουδές μου γιατί έκρινα πως ο συγκεκριμένος επαγγελματικός προσανατολισμός δεν μου ταίριαζε. Έχω αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση, ήμουν επί σειρά ετών πρόεδρος των εργαζομένων των τριών δήμων της περιφερειακής ενότητας Καστοριάς (αντιπρόεδρος σήμερα) και τους εκπροσωπώ στην ΠΟΕ ΟΤΑ. Αρθρογραφώ σε τοπικές εφημερίδες, τοπικά και πανελλαδικής εμβέλειας blogs. Διήγημα μου ‘’Και ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του’’ έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Άγρια Δύση.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;