Κεφάλαιο 11: Κωδικός Κούλπεπερ

Ήταν ξημερώματα, όταν ο Φέλιξ Μπόλντγουιν αντίκρισε στον ορίζοντα τις μυτερές κόχες της εκκλησίας και του δημαρχείου της Φιλαδέλφεια. Σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα: θ’ άκουγε άραγε τη μουρμούρα του Μπάνκροφτ ότι τον ξύπνησε νωρίτερα απ’ ό,τι θα έπρεπε, ή θα παραπονιόταν ότι δεν τρέχει αρκετά γρήγορα, ώστε να μην χάσει λεπτό από την ημέρα; Ένα «μικρόβιο» μέσα του αναζητούσε μια κάποια φασαρία, να σπάσει τη μονοτονία, την απόλυτη ησυχία και πλήξη τής πιο μοναχικής νύχτας που είχε περάσει σε ταξίδι με άμαξα.

«Φτάνουμε, κύριε Μπάνκροφτ».

«Νομίζεις δεν βλέπω από το παράθυρο, νεαρέ; Δεν έκλεισα μάτι… Όχι μόνο γιατί δεν εμπιστευόμουν εσένα και τα περάσματα της διαδρομής, αλλά γιατί με κατακλύζουν χιλιάδες σκέψεις των προσωπικών υποθέσεών μου».

«Σημαντικότατοι ακούγονται οι λόγοι της επίσκεψής σας στη Φιλαδέλφεια».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Αν ήξερες τις έγνοιες που κουβαλώ, θα καταλάβαινες. Αλλά δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη ιστορία».

«Έχουμε λίγο χρόνο ακόμα, αν θέλετε να εξομολογηθείτε κάτι».

«Δεν ψάχνω ιερέα, νεαρέ. Γι’ αυτό, το μόνο που θέλω από εσένα όταν φτάσουμε, είναι ν’ ακολουθήσεις κατά γράμμα τις οδηγίες μου. Η θέση μου είναι εξαιρετικά λεπτή και όλα θα πρέπει να γίνουν όπως τα έχω υπολογίσει».

Όταν πλέον ο ήλιος είχε ανατείλει για τα καλά, η άμαξά τους σταμάτησε μπροστά από το μόνο μέρος που θα μπορούσε να βρεθεί κάποιο στοιχείο˙ το δημαρχείο.

«Θα περιμένεις εδώ. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να χρειαστεί να φύγουμε επειγόντως. Δεν θέλω να σε δω να μπεκροπίνεις και να χαζολογάς στην ταβέρνα».

«Δεν το είχα σκοπό, ξέρετε».

Οι πόρτες διάπλατα ανοιχτές, γεγονός που έδειχνε ότι σίγουρα κάποιοι υπάλληλοι θα βρίσκονταν μέσα˙ ίσως ακόμη και υψηλόβαθμα στελέχη λόγω της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στην Πολιτεία.

«Καλημέρα σας, κύριε», τον σταμάτησε στον προθάλαμο ένας νεαρός άντρας. Ήταν ο φύλακας.

«Καλημέρα και σε σας! Ψάχνω κάποιον αρμόδιο θα έλεγα, να με κατατοπίσει σχετικά με την κατάσταση πολέμου και τη στρατιωτική ετοιμότητα της πόλης. Είμαι, ξέρετε, ο Τζορτζ Μπάνκροφτ, πολιτευτής από την Ουάσινγκτον. Ορίστε και η συστατική επιστολή της αποστολής μου», έβγαλε από την τσέπη του ένα γράμμα.

«Μάλιστα, κύριε», ο άλλος όρθωσε περισσότερο το ανάστημά του σαν ανεπίσημη προσοχή.

Έριξε μια γρήγορη ματιά στο γράμμα και του είπε να τον ακολουθήσει. Αφού ανέβηκαν τις σκάλες για τον όροφο, τον παρουσίασε μέσα σ’ ένα γραφείο, όπου συζητούσαν δύο άνδρες.

«Κύριοι, ο κύριος Τζορτζ Μπάνκροφτ. Έρχεται από την Ουάσινγκτον συστημένος για να βοηθήσει την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε και να ενημερωθεί πλήρως για το πώς βαίνουν τα πράγματα».

Παρά τις εγκάρδιες χαιρετούρες και το τυπικό πεντάλεπτο συζήτησης «περί ανέμων και υδάτων», ο Μπάνκροφτ είχε κλειδώσει στο μυαλό του την πορεία της κουβέντας. Έτσι, κατόπιν της ενημέρωσης που είχε από τους δύο κυρίους, Μέγερς και Τσέστερφιλντ (πολιτικά υφιστάμενοι του κυβερνήτη), μπήκε αμέσως στο θέμα για το οποίο είχε πραγματικά επισκεφθεί την πόλη.

«Θα ήθελα να ρωτήσω, εάν συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τους ίδιους κώδικες επικοινωνίας. Και το ρωτάω αυτό, γιατί είναι φυσικό κάποιοι από τους παροντικούς αντιπάλους μας να είχαν κάποια σχέση με τον ηπειρωτικό στρατό των πατριωτών˙ παππούδες, γνωστοί, μακρινοί συγγενείς…»

«Ναι, καταλαβαίνω απόλυτα τον συλλογισμό σας, κύριε Μπάνκροφτ», απάντησε ο Μέγερς. «Απ’ όσο γνωρίζω αυτά πλέον έχουν αλλάξει. Άλλα πρόσωπα, νέες καταστάσεις, άλλη νοοτροπία».

«Είχα στο μυαλό μου πρόσφατα ένα όνομα με το οποίο είχαν έρθει σε επαφή πολλοί πατριώτες, ανάμεσά τους και γνωστοί μου. Κάποιος κύριος Κούλπεπερ…»

Αν και ο Μέγερς με τον οποίο είχε συνομιλήσει αρχικά δεν φάνηκε να γνωρίζει ένα τέτοιο όνομα, ο Τσέστερφιλντ ενδιαφέρθηκε δεόντως.

«Εξαρτάται, κύριε Μπάνκροφτ, σε ποιον Κούλπεπερ αναφέρεστε».

«Γνωρίζετε σχετικά;»

«Το όνομα αυτό, κατασκοπικό για να είμαι ειλικρινής, δεν ονομάτιζε μονάχα έναν άνθρωπο».

«Ξέρετε μήπως ποιος έκλεισε τον κύκλο των Κούλπεπερς στο τέλος της Επανάστασης;» ρώτησε χαριτολογώντας ο Μπάνκροφτ.

«Αυτή τη στιγμή δεν εργάζεται πλέον για την πολιτεία. Έχει αποσυρθεί».

«Όμως, ζει…»

«Μάλιστα. Αλλά, αν σας πω πού βρίσκεται, θα απαντήσετε κι εσείς στο γιατί τον αναζητάτε;»

«Κύριε Τσέστερφιλντ, θεωρώ πως ένα στέλεχος στη θέση σας δεν θα ρωτούσε τέτοιου είδους πληροφορίες. Είμαστε σε πόλεμο. Οι οδηγίες από την Ουάσινγκτον είναι συγκεκριμένες. Δεν θα θέλατε ν’ ανοίξουμε ένα ζήτημα από αυτά που χαρακτηρίζονται “άκρως απόρρητα”».

Έπειτα από μερικά λεπτά ο Μπάνκροφτ έβγαινε με βήμα γοργό από το δημαρχείο. Καθώς επιβιβαζόταν στην άμαξα, είπε στον Φέλιξ να ξεκινήσει.

«Στην πρώτη φάρμα που θα βρούμε μόλις βγούμε από την πόλη», ήταν η διαταγή.

Έτριβε τα χέρια του μ’ εκνευρισμό. Δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στην αγωνία και την αδρεναλίνη που του δημιουργούσε αυτή η μελλοντική συνάντηση. Θα συναντούσε ένα από τα πρόσωπα του ημερολογίου. Επιτέλους, το γραπτό δεν θα ήταν πια μονάχα μια θεωρητική ανακάλυψη. Θα ταίριαζε ένα κομμάτι του με τη ζωντανή ιστορία.

Ο Φέλιξ για ακόμη μια φορά θα περίμενε στον δρόμο, ώσπου να επιστρέψει ο Μπάνκροφτ από το υποστατικό του φερόμενου Κούλπεπερ. Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχε κατέβει από τη σέλα. Είχε καιρό να νιώσει τέτοιο πιάσιμο στη μέση.

Ο Μπάνκροφτ, έχοντας στο χέρι το βαλιτσάκι του με τα απαραίτητα έγγραφα μέσα, είδε καθώς πλησίαζε, ένα γέροντα να ρεμβάζει το χωράφι από τη βεράντα του, καθισμένος σε μια βολική, κινούμενη καρέκλα. Τους είχε δει που έφθασαν από τον δρόμο.

«Αν είσαι της εφορίας ή κλητήρας, σου λέω να πάρεις δρόμο! Έχουμε πόλεμο. Σε καιρό πολέμου τα πάντα συγχωρούνται και τα χρέη διαγράφονται», του φώναξε σε έντονο ύφος.

«Μην ανησυχείτε!» ένευσε το χέρι. «Ταξιδιώτης είμαι, απεσταλμένος της Ουάσινγκτον».

Όταν πλησίασε αρκετά, ο γέροντας τον παρατήρησε λεπτομερώς. «Και τι δουλειά έχει η Ουάσινγκτον με μένα;»

«Μπορώ να καθίσω; Το ταξίδι, ξέρετε, έχει φάει τα πόδια μου. Άλλωστε, κι εγώ πρέπει να κοντεύω την ηλικία σας».

«Πες την ιστορία σου, ταξιδιώτη. Πες την γρήγορα», του έδειξε ένα πιστόλι πάνω στο περβάζι του παραθύρου.

Δίχως να καθυστερεί και με μια κίνηση συγκατάνευσης, έβγαλε προσεκτικά το ημερολόγιο από το βαλιτσάκι του.  «Ήθελα να σας μιλήσω γι’ αυτό».

Ο γέροντας συνοφρυώθηκε κι έστριψε μετωπικά την καρέκλα του προς τον άγνωστο γι’ αυτόν άντρα. «Πού το βρήκες αυτό; Ποιος είσαι;»

«Λέγομαι Τζορτζ Μπάνκροφτ και στην πραγματικότητα βρίσκομαι εδώ με την ιδιότητα του ιστορικού. Το όνομά σας συμπεριλαμβάνεται σε αυτό το ημερολόγιο. Λογικά θα το γνωρίζετε…»

«Ελπίζω να μην θέλεις να μας το πουλήσεις πίσω! Πάει καιρός που το τσιράκι σου το έκλεψε!»

Ο Μπάνκροφτ για μια στιγμή σώπασε, καθώς δεν γνώριζε τελικά εάν έκανε καλά που αποκάλυψε ευθέως τον λόγο της επίσκεψής του.

«Θα σας εξηγήσω, κύριε Κούλπεπερ. Δώστε μου μερικά λεπτά πριν με κατηγορήσετε για οτιδήποτε ξεπερνά τη γνώση μου».

Έτσι, ο Μπάνκροφτ ξεκίνησε τη διήγησή του για το πώς το ημερολόγιο είχε φθάσει στα χέρια του. Ο γέροντας άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται ότι και οι δύο είχαν πέσει θύματα σκευωρίας. Το ημερολόγιο ως κειμήλιο είχε βρεθεί στο δημαρχείο και μάλιστα από τα χέρια του Τζόουνς.

«Ο πρώην συνεργάτης και ανώτερός μου, ο κύριος Κούλπεπερ, το είχε παραλάβει, μιας και ο Τζόουνς τον είχε ως τον μοναδικό σύνδεσμο των πατριωτών που ήταν κοντύτερα στον στρατηγό Ουάσινγκτον και μπορούσε να έρθει άμεσα σε επαφή μαζί του».

«Δηλαδή, δεν είστε εσείς ο Κούλπεπερ του ημερολογίου; Γιατί εγώ άλλες πληροφορίες…»

«Το όνομά μου είναι Σέλερ. “Πωλητής”, καταλαβαίνετε», τον διέκοψε. «Δυστυχώς, όταν ο ανώτερός μου υπό το κωδικό όνομα “Κούλπεπερ” απεβίωσε, πήρα εγώ τη θέση του. Το όνομα ήταν πολύ γνωστό ανάμεσα στους πατριώτες και αρκετά έγκυρο για να το αλλάξουμε. Όπως σας είπαν, φαντάζομαι, εγώ είμαι και ο τελευταίος Κούλπεπερ της Επανάστασης. Ωστόσο, αυτό δεν με κάνει κατ’ ανάγκη τον Κούλπεπερ του ημερολογίου˙ απ’ ό,τι θυμάμαι όμως, έχω κι εγώ μια μικρή αναφορά ‒ τιμή μου ‒ ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα».

«Ας είναι, κύριε Σέλερ. Μπορώ να σας αποκαλώ έτσι, ε; Στη συνέχεια της υπόθεσής μου θα σας ανέφερα το πρόσωπο κλειδί της περιπέτειάς μου, το οποίο δεν είναι άλλο παρά ο διαφαινόμενος γιος του Τζόουνς ‒ έτσι μου αποκαλύφθηκε δηλαδή ‒ ο Μόουζες Τζόουνς».

«Εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί σου, τότε αυτός ο Μόουζες είναι και το άτομο που έκλεψε το ημερολόγιο από το δημαρχείο».

«Απ’ ό,τι φαίνεται, έτσι είναι».

«Και ποιος ο λόγος να το κλέψει για να το παραδώσει σ’ εσένα;»

«Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Μάλλον ήθελε να με χρησιμοποιήσει ως ιστορικό και επιφανές πρόσωπο για ν’ αναδείξω στις επόμενες γενιές τη συμβολή του πατέρα του στην Επανάσταση. Απ’ όσο ξέρετε κι εσείς, δεν είναι λίγοι αυτοί που διαδραμάτισαν τεράστιο ρόλο στη νίκη μας και τώρα βρίσκονται ξεχασμένοι και αποκομμένοι από κάθε διοικητική θέση».

Ο Σέλερ τον κοίταξε, καταλαβαίνοντας ότι αναφερόταν και στον ίδιο.

«Η παροντική μου κατάσταση ήταν δική μου επιλογή», έστρεψε το βλέμμα του προς το χωράφι.

«Για αυτό δεν μπορώ να έχω άποψη… Είναι κάτι όμως ακόμη που έπειτα και από τη δική σας εξήγηση έχει μείνει ανεξακρίβωτο. Υπάρχει πιθανότητα ο Μόουζες να έψαχνε και κάτι άλλο μέσα στο ημερολόγιο; Κάτι το οποίο δεν βρήκε και γι’ αυτό απευθύνθηκε σε μένα;»

«Ό,τι ήταν να βρει εκείνος, το ίδιο θα έβρισκες κι εσύ. Δεν έχει μείνει τίποτα κρυφό σ’ αυτό το ημερολόγιο… Μόνο συναισθηματική αξία μπορεί να είχε για εκείνον˙ για σένα ιστορική˙ για κάποιον άλλο αρχαιοκάπηλο, μόνο οικονομική. Εξομολογήσεις, σκέψεις… Όσα φέρνει ο πόλεμος στον άνθρωπο. Γι’ αυτό κι έμεινε στο δημαρχείο για τόσο καιρό».

«Δεν πέρασε λοιπόν, ποτέ στα χέρια του στρατηγού».

«Ποτέ. Ίσως να μην έχει και σημασία».

«Κι όμως, όσον αφορά τα κρυμμένα μυστικά του, βρήκα κάτι που ‒τώρα μόλις το συμπέρανα‒ ούτε κι εσείς το γνωρίζετε».

Ο Σέλερ περίμενε την αποκάλυψη μάλλον με ειρωνική διάθεση. «Το εσώρουχο του Μπουργκόιν;»

Ο Μπάνκροφτ απλώς ξετύλιξε το μικρό κομμάτι χαρτιού που είχε βρει ανάμεσα στη δερματόδεση. Έτεινε το χέρι του προς τον Σέλερ.

Όποιος γνωρίζει το ρολόι, ξέρει πού να δει την ωραιότερη θέα. Το κλειδί για την καρδιά του ήρωα.

«Τι τρικ είναι αυτό; Ποιος θ’ αναζητούσε την ωραιότερη θέα; Μάρτυς μου ο θεός, ότι εγώ σίγουρα γνωρίζω ποια είναι η καλύτερη θέα στη Φιλαδέλφεια!».

«Εκεί βρίσκεται όμως, κύριε Σέλερ, αυτό που πιθανώς έψαχνε ο Μόουζες».

«Στο ρολόι του δημαρχείου; Στο μπαλκόνι; Εκεί μονάχα κουτσουλιές περιστεριών θα βρεις… Μονάχα αν θες να δεις όλο το λιμάνι και την πόλη από ψηλά, να νιώσεις τον θαλασσινό αέρα και την αίσθηση ότι πετάς σαν γλάρος˙ γι’ αυτό πρέπει ν’ ανέβεις εκεί».

«Η άμαξά μου περιμένει να μας ξεναγήσετε. Θα σας βοηθήσει αν χρειαστεί ο οδηγός μου, Φέλιξ ‒επίθετο δεν θυμάμαι…»

Ο Σέλερ είχε καιρό να αποχωριστεί το αγρόκτημά του. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον δέκα λεπτά αρραγούς πίεσης από τον Μπάνκροφτ, ώστε να καταφέρει να τον πείσει.

Ήξερε πως με ένα τέτοιο πρόσωπο στο πλάι του θα μπορούσε να ξαναμπεί στο δημαρχείο δίχως να κινήσει υποψίες. Οι δύο κύριοι κατά την πρωινή επίσκεψή του δεν φάνηκε να τον συμπάθησαν που ενεπλάκη στα πόδια τους.

«Φέλιξ! Έλα βοήθησε τον κύριο»!

Εκείνος, αφού κούνησε απελπισμένος το κεφάλι του και σήκωσε τα χέρια στον αέρα, προσπάθησε να δείξει ότι έτρεχε.

«Δεν ξέρατε να φωνάξετε κι εμένα στη δροσιά, όσο ξεροστάλιαζα κάτω από τον ήλιο;» του είπε, καθώς βάσταζε τον Σέλερ από το μπράτσο.

«Κύριε Φέλιξ, άρχισα ήδη να σας συμπαθώ. Πολύ επίμονος ο κύριός σας».

«Ένα ταξίδι μέχρι εδώ, το έμαθα καλά».

«Πρόσεξε, νεαρέ. Πλέον δεν το έχω σε τίποτα να σ’ αφήσω πίσω. Άλλωστε, η φάρμα του κύριου Σέλερ θα χρειαζόταν κάποιον να την προσέχει ώσπου να επιστρέψει…»

Η ησυχία στην άμαξα δεν επανήλθε ούτε όταν ξεκίνησαν με προορισμό το δημαρχείο. Τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν, κάτι που ήδη τους είχε κάνει στόχο από την ώρα που μπήκαν ξανά στην πυκνοκατοικημένη πόλη.

«Είναι ανάγκη ν’ ανέβουμε και οι τρεις;» είπε διαμαρτυρόμενος ο Μπάνκροφτ.

Ο Σέλερ έθεσε βέτο λόγω της κατάστασής του, αν και περισσότερο λυπόταν τον Φέλιξ που θα έχανε τη θέα και από την άλλη δεν ήθελε να μείνει μόνος του με αυτόν τον ιδιότροπο ιστορικό.

Όταν άκουσε το όνομα «Κούλπεπερ» και είδε ξανά τον Μπάνκροφτ, ο φύλακας δεν ρώτησε περισσότερα. Το μπαλκόνι που ανέφερε ο Σέλερ ήταν στον πύργο, γι’ αυτό και χρειάστηκε ν’ ανέβουν όχι μόνο τα σκαλιά για τον όροφο αλλά και τη στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στο ρολόι.

Όταν άνοιξαν την πόρτα προς τα πάνω, ένιωσαν τον δροσερό αέρα να γεμίζει τα πνευμόνια τους. Ο Σέλερ κατάφερε να σταθεί όρθιος και να κρατηθεί από τα τραχιά τούβλα μιας γωνίας. Τότε, τους έδειξε με το χέρι.

«Είμαι σίγουρος πως και οι δυο σας δεν έχετε δει κάτι παρόμοιο».

Τα εμπορικά βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι ωσάν σε παρέλαση καραβιών. Πανιά, σημαίες και κάθε λογής ναυτικοί γέμιζαν το σκηνικό ενός από τα πιο πολυσύχναστα λιμάνια της ανατολικής ακτής.

Οι σκεπές των σπιτιών αντανακλούσαν πότε πότε τον άπλετο ήλιο και τα δρομάκια ανάμεσά τους έμοιαζαν με φίδια που τα έζωναν προς διάφορες κατευθύνσεις. Κάρα, άλλα με στάχυα άλλα με λαχανικά και φρούτα, όργωναν την περιφέρεια δίνοντας έναν λόγο σε κάθε αγρότη, μαύρο και λευκό, να συνεχίσουν να παράγουν για την ευτυχία τους αλλά και την τροφοδοσία του εμπορικού δρόμου που είχε την ευλογία η Φιλαδέλφεια να είναι μέρος του.

Αφού πέρασαν μερικά λεπτά απόλυτης σιγής ανάμεσά τους, ο Μπάνκροφτ άρχισε τις ερωτήσεις και παράλληλα την ανίχνευση της απάντησης του αινίγματος.

«Πώς αυτό εδώ το μπαλκόνι μπορεί να ήταν η απάντηση στα ερωτήματα του Μόουζες; Δεν μπορώ να καταλάβω. Η θέα μπορεί να είναι υπέροχη, όμως καμία σχέση δεν πρέπει να έχει με το ημερολόγιο και τον Τζόουνς. Το ρολόι συνεχίζει να κινεί τους δείκτες του, τίποτα δεν έχει να προσφέρει άλλο» ‒εκείνη την ώρα χτύπησε κιόλας αιφνιδίως και τους κούφανε. «Δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να τον αφήσω να φύγει…»

Όσο ο Μπάνκροφτ συνέχιζε να μονολογεί, να σκέφτεται δυνατά, ο Σέλερ πιθανώς από το ύψος και τον αέρα που έπνεε αρκετά δυνατά, πιθανώς από τον δυνατό ήχο της καμπάνας, ένιωσε μια ζάλη. «Δεν αισθάνομαι…»

Ο Φέλιξ, βλέποντάς τον να χάνει τις αισθήσεις του και να ετοιμάζεται να σωριαστεί στο κενό «Σέλερ! Σέλερ!», πρόλαβε να τον κρατήσει στην αγκαλιά του.

«Σου είπα να προσέχεις!» φώναξε ο Μπάνκροφτ. «Είσαι καλά, κύριε Σέλερ;» συνέχισε.

Εκείνος έχοντας τις αισθήσεις του, ένιωθε απλώς αδύναμος. Η επόμενη κίνησή του έδειχνε πως ήταν ώρα να κατέβουν.

«Πρέπει να επιστρέψουμε», είπε ο Φέλιξ. «Δεν πρέπει κι εσείς να μείνετε για πολύ ακόμη. Αν ήταν κάτι που έπρεπε να βρούμε, θα το είχαμε βρει».

Κι όμως, ο Μπάνκροφτ παρατήρησε προσεκτικά πίσω από τους δύο άντρες μια κρύπτη. Κάποια τούβλα είχαν υποχωρήσει, μάλλον από το στήριγμα με δύναμη που έψαξε ο Σέλερ καθώς έπεφτε.

«Δείτε! Δείτε!», έκανε. Ψαχούλεψε μέσα στο σκυρόδεμα και βρήκε ένα αγαλματίδιο. Ήταν σαν μινιατούρα, χάλκινη κατασκευή. Αφού το καθάρισε παρατήρησε πως ήταν η μορφή της Παναγίας, η οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον μικρό Ιησού.

Δεν μπορούσε να καταλάβει τι σήμαινε. Σίγουρα είχε σχέση με κάποια εκκλησία αλλά μονάχα ο σύνδεσμός τους μπορούσε ίσως να λύσει το μυστήριο.

«Από πού μπορεί να είναι αυτό;», τον ρώτησε. «Ποιος λέτε να το έχει κατασκευάσει»;

Ο Σέλερ έχοντας κάπως συνέλθει, το έπιασε στα χέρια του και είπε: «Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι θέλει αυτό εδώ πάνω ή ποιος το έφτιαξε, αλλά ξέρω πού μπορούμε να μάθουμε. Και είμαι σίγουρος πως δεν θα σ’ αρέσει…»

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Δημήτρης Λαδικός

Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ασχολείται ιδιαίτερα με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων και άρθρων. Αγάπη του είναι η μουσική, τα ταξίδια και ο αθλητισμός.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;