Κεφάλαιο 10: Της μοίρας το παιχνίδι

 

Λένε, ότι καμιά φορά τίποτα δεν περνάει από το χέρι μας. Ότι η μοίρα, η ζωή, ο Θεός, η κινητήριος δύναμη στην οποία πιστεύει ο καθένας, ορίζει την πορεία μας ανεξαρτήτως των ενεργειών μας. Λένε, ότι καμιά φορά το γραφτό, είναι πολύ πιο πάνω από εμάς και τις πράξεις μας. Λένε, πως ό,τι και να κάνεις, δεν μπορείς να ξεφύγεις ποτέ από πρόσωπα και καταστάσεις, που στην γέννησή σου, σου τάχτηκαν να τα κουβαλάς. Επιδιώκω με μόχθο να μην το ενστερνιστώ, μα κυρίως να μην υφίσταται. Σ΄ ένα πράγμα καταλήγω. Ό,τι και να κάνεις, κάνε το με την καρδιά σου.

 

Όπου σ΄ αγαπάνε, μείνε και δώσε κι εκείνα που δεν έχεις. Όπου σε μειώνουν, πάρε αγκαλιά την αξιοπρέπειά σου και φύγε. Πήγαινε εκεί που νιώθεις ήρεμος και στο τέλος  της ημέρας ευτυχισμένος. Όμως προσπάθησε. Πάντα να προσπαθείς. Κι αν δεις ότι πάλι φτάνεις εκεί όπου κάποτε πονούσες, δες αυτό το κάτι από την αρχή. Δες το από άλλη οπτική. Από εκείνη που ποτέ πριν δεν το παρατήρησες. Επεξεργάσου το. Κάνε το δικό σου, άνοιξέ του την καρδιά σου. Νιώσε τους φόβους του και προσπάθησε να το καταλάβεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Ο πόνος, πηγάζει από εκεί που του επιτρέπουμε να μας πλησιάσει. Αν βάλεις τα όριά σου, αν κλείσεις τις πόρτες σου και θωρακίσεις τον εαυτό σου, δεν θα μοιάζει πια πόνος. Εμπειρία θα είναι, που θα σε κοιτά άπραγη και περήφανη που πήγες παρακάτω.

 

Το ίδιο ακριβώς πίστευε και η Αφροδίτη και προσπαθούσε μανιωδώς να μην το βγάλει λεπτό από το μυαλό της. Να προχωράς. Να μάχεσαι. Να μην τα παρατάς, ό,τι και να συναντάς. Το ίδιο σκέφτηκε και όταν άκουσε για πρώτη φορά, πως ο μικρός της αδερφός δεν πρόκειται να περπατήσει ποτέ.

 

 

Το ίδιο και όταν την βίασε, γεμάτος έπαρση ο πατέρας της. Το ίδιο ακόμη, όταν πέρασε με επιτυχία στην σχολή που ονειρευόταν. Αλλά και όταν κατέληξε πόρνη στα κρεβάτια απείρων αγνώστων, για να επιβιώσει. Αυτή μονάχα την σκέψη είχε και όταν γεμάτη από ντροπή, επέστρεψε στην αγκαλιά του αγαπημένου της τέσσερα χρόνια μετά.

 

Κι όταν κάποιος άγνωστος, την χώρισε από εκείνον αλλά και όταν ο πατέρας της επέστρεψε για να την σκοτώσει δεύτερη φορά. Ίσως όχι κυριολεκτικά, αλλά έφτασε πολύ, πολύ κοντά.

 

Όλα είχαν μπει πια σε μια αρμονική σειρά. Τέσσερα χρόνια μετά τον γάμο του Νικόλα, η Νεφέλη ζούσε στο σπίτι του, μαζί με την οικογένειά του. Μεγάλωνε με όση αγάπη είχε στερήσει στα παιδιά της, τα πέντε της εγγόνια. Τα δύο παιδιά του Νικόλα και τα τρία πλέον της Αφροδίτης.

 

Η Μαρία είχε από καιρό βγει από το κέντρο απεξάρτησης και διαζευγμένη πλέον από τον Πέτρο, προσπαθούσε να κάνει μια καινούρια αρχή, στηριγμένη στα δικά της πόδια. Και τα κατάφερε. Ανέλαβε την αποκλειστική διεύθυνση της γκαλερί της Αφροδίτης και ήταν η κύρια υπεύθυνος για τις αγοραπωλησίες και τις δημόσιες σχέσεις.

 

Από πολύ παλιότερα είχε αναγνωρίσει στον εαυτό της μία κλίση προς τις τέχνες και ακόμη καλύτερα, εξαιρετικές ικανότητες οργάνωσης και διαχείρισης. Αλλά για κακή της τύχη, οι καταχρήσεις και η υπερβολική τους χρήση, την κατέβαλαν τόσο, που το τελευταίο που σκεφτόταν τότε ήταν να ασχοληθεί με τα θέλω της. Είχε να βάλει μπροστά την επιβίωσή της και της ήταν ολοφάνερο.

 

Με την Νεφέλη είχαν γίνει εξαιρετικές φίλες. Η Μαρία, βρήκε σε εκείνη την απλότητα και την ειλικρίνεια που είχε τόσο στερηθεί αυτά χρόνια. Μοιράστηκε με εκείνη όλους τους φόβους και τις σκοτεινές της σκέψεις. Μόνο μία γυναίκα σαν την Νεφέλη θα μπορούσε να την καταλάβει. Της ανοίχτηκε για την επιλόχειο, για τις προδοσίες του Πέτρου, την βιτρίνα της ευτυχισμένης οικογένειας που όφειλε να διατηρεί αμερολήπτως και τέλος και κυριότερο, τις καταχρήσεις που την απομάκρυναν τόσο από τον εαυτό της, όσο και από το ίδιο της το παιδί.

 

Η Νεφέλη, γνώρισε μια άλλη ζωή, αρκετά διαφορετική από αυτή που είχε έως τώρα βιώσει. Η Μαρία, επανέφερε την θηλυκή της πλευρά. Πήρε μερικά κιλά, ανέστησε το κορμί της και θύμιζε και πάλι γυναίκα. Έκοψε στις ώμους τα μακριά γκρίζα μαλλιά της και τα έβαψε για πρώτη φορά στην  ζωή της. Έκανε φωτεινές ανταύγειες, που έδωσαν ζωή στο ακόμη πανέμορφο πρόσωπό της. Φάνηκαν τα σαρκώδη χείλη και τα μελί, μυστηριώδη μάτια. Πλάσμα σπάνιο υπήρξε η Νεφέλη στα νιάτα της.

 

Γι΄ αυτό και την διάλεξε ο Οδυσσέας και δεν την άφηνε με καμία δύναμη από τα μάτια του. Μέχρι που την κατέστρεψε και τα μάτια του όχι μόνο δεν την άφηναν, αλλά ούτε από τύχη δεν έπεφταν πάνω της. Ήταν μία μεσήλικας πλέον, αλλά καθόλου δεν την πείραζε. Γνώριζε καλά πως όσο ήταν νέα και όμορφη, σκότωνε τον εαυτό της.

 

Αλλά γνώριζε επίσης, πως τώρα, ακόμη πιο όμορφη, ανέστηνε τον εαυτό της κάθε μέρα, έχοντας δίπλα της τα παιδιά της, που είχε χρόνια απομακρύνει. Έπειτα από όλες τις περιπέτειες που είχε ζήσει με τον Οδυσσέα, το τελευταίο που μπορούσε να την απασχολεί, ήταν ότι χαράμισε την νεότητά της. Η ζωή της, της επιστράφηκε και την είχε ολόκληρη μπροστά της.

 

Την ημέρα εκείνη, είχε ξυπνήσει πριν ακόμη βγει ο ήλιος. Της συνέβαινε αρκετά συχνά. Άλλες από ένστικτο για τα μελλούμενα της ημέρας που ξημέρωνε και άλλες επειδή της άρεσε να απολαμβάνει την ηρεμία και την αγριότητα του ξημερώματος. Κάποιες μέρες καθόταν στο μπαλκόνι χωρίς πανωφόρι. Ήθελε να νιώθει τον κρύο αέρα να της χαράσσει το δέρμα και να διεισδύει στα κόκκαλά της. Το βίωνε σαν μία είδους λύτρωση. Κάθαρση. Και λευτέρωση. Από όσα είχε πράξει. Από όσα κουβαλούσε. Από όσα ήθελε να ξεφορτωθεί.

 

Άλλες πάλι μέρες έκλαιγε μονάχη. Εκεί στο μπαλκόνι της. Όχι πάντα από στενοχώρια. Ήταν ο τρόπος της να ευχαριστεί τον Θεό που δεν την άφησε σε κανένα κατώγι, παρέα με εκατοντάδες, ξένα, αντρικά κορμιά να την περιβάλλουν. Να βιαιοπραγούν στην σάρκα της. Να βιάζουν την ψυχή της. Τον ευχαριστούσε, που στο τέλος ποτέ δεν την εγκατέλειψε. Που πάντα την δοκίμαζε και πάντα την βοηθούσε.

 

Υπήρχαν όμως και πρωινά που παρέμενε σιωπηλή. Βουβή σαν πένθιμη θάλασσα. Ήσυχη σαν μωρό που κοιμάται. Ήθελε να γνωρίσει κάθε ξημέρωμα της μέρας. Να το εισπνεύσει, να το αδράξει. Να μην αφήσει άλλη μέρα να μαυρίσει κι εκείνη απλά να παρακολουθεί. Απολάμβανε να στέκεται και να κοιτάζει τον Αλέξανδρο να κοιμάται. « Τί πλάσμα μπορεί να είναι πια ο άνθρωπος; Στην την μία του πλευρά, αιμορραγεί από τις πληγές του και από την άλλη, επουλώνει τις πληγές άλλων.» Είχε μπροστά της τον Θεό της.

 

Την λάτρεψε, την γιάτρεψε, την ανέστησε. Ένιωθε τόσο μικρή μπροστά στην δύναμη της ψυχής του. Ύστερα περνούσε από το παιδικό δωμάτιο. Πρώτα φιλούσε τα παιδικά κεφάλια ήσυχα και απαλά, μετά διόρθωνε τα σκεπάσματα και τέλος τα μύριζε ευλαβικά, μέχρι να σωθεί η ανάσα της. Λες και ήταν το ναρκωτικό της. Θαρρείς και χωρίς την μυρωδιά τους θα πέθαινε. Σε λίγο υποχωρούσε κάτω από την πόρτα, όπου και παρέμενε μερικά λεπτά. Τα φανταζόταν να μεγαλώνουν και να ομορφαίνουν κι άλλο τον κόσμο της. Και κάτι ακόμη… το σημαντικότερο για εκείνη. Εκλιπαρούσε την Παναγιά της, να μην τα βγάλει από την αγκαλιά της. Ό,τι και να γίνει. Ό, τι και να συμβεί στην ίδια, να μην τα βγάλει λεπτό από την σκέπη της. Γιατί το ήξερε ότι κάτι θα της συνέβαινε.

 

Την μέρα εκείνη όμως, αναζήτησε διακαώς τον τόπο του εξιλασμού της. Έτσι και βγήκε από νωρίς στο μπαλκόνι της. Κάθισε στη σιδερένια καρέκλα και έσφιξε πάνω της την σατέν ρόμπα. Πρώτα κοίταξε την θάλασσα. Έπειτα χαμήλωσε το βλέμμα στα πόδια της. Είχαν γίνει διπλά από το οίδημα και πήγαινε καιρός τώρα που συνέβαινε αυτό. «Από την κούραση είναι. Ας μην μεγαλοποιούμε κάθε μικρό πόνο. Ξεκούραση χρειάζεται και θα περάσει».

 

Κι όπως… Σε μερικές ώρες το οίδημα στα κάτω άκρα της, είχε εν μέρει υποχωρήσει. Οι συνεχόμενες ναυτίες και εμετοί όμως, η καταβολή και η αδιάκοπη ανορεξία, την κράτησαν όλη την μέρα στο κρεβάτι. Ο Αλέξανδρος της επιβεβαίωσε ακόμη μία φορά, ότι είναι το στήριγμά της. Όχι μόνο την φρόντισε, όπως και τις υπόλοιπες βέβαια μέρες που η Αφροδίτη αντιμετώπισε τέτοια επεισόδια, αλλά ανέλαβε και την πλήρη φροντίδα των παιδιών.

 

«Κούραση είναι απλά αγάπη μου. Κουράζομαι πολύ στην δουλειά και έτσι ξεσπά ο οργανισμός μου. Θα πάρω μερικές μέρες άδεια και θα συνέλθω. Εξάλλου αισθάνομαι ήδη πολύ καλύτερα».

 

Αυτά ήταν τα λόγια της, για να αποφύγει τα τρεχάματα στους γιατρούς, ενώ βρισκόταν ήδη τρεις μέρες στο κρεβάτι. Σε μία εβδομάδα, ήταν όντως καλύτερα και η Αφροδίτη απέδωσε την αδιαθεσία της στην υπερβολική κούραση, γεγονός για το οποίο έπεισε και τον Αλέξανδρο. Αδιαθεσία, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλους.

 

Αδιαθεσία, παρά την έντονη απώλεια βάρους της τον τελευταίο μήνα. Αδιαθεσία και κούραση, παρά την έντονη σύγχυση με τις παραγγελίες της γκαλερί, τα μπερδεμένα ραντεβού και το μόνιμα αλμυρό φαγητό. Παρά την μόνιμη κεφαλαλγία και τα αμέτρητα παυσίπονα, ήταν απλά μία μικρή αδιαθεσία.

 

Τρεις εβδομάδες αργότερα, η υγεία της είχε αν όχι βελτιωθεί, σίγουρα σταθεροποιηθεί. Έτσι και αποφάσισε να επιστρέψει στην γκαλερί, να εργασθεί ξανά, να κάνει αυτό που αγαπάει, να αναζωογονηθεί, να γεμίσει τις μπαταρίες της. Κι έτσι αισθάνθηκε ήδη από το πρώτο λεπτό που μπήκε στο κτίριο. Πλήρης, ζωντανή, γεμάτη.

 

Ξεκίνησε λοιπόν την εβδομάδα της με πολλή όρεξη, για να επανέλθει στους ρυθμούς της. Εκείνη την Δευτέρα, ο Αλέξανδρος της είχε πει ότι θα αργούσε να επιστρέψει το βράδυ. Οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις είχαν αυξηθεί έντονα το τελευταίο διάστημα. Αναλάμβανε την μία υπόθεση πίσω από την άλλη και όπως ήταν φυσικό, απουσίαζε αρκετές ώρες από το σπίτι και κυρίως τα βράδια, γεγονός για το οποίο η Αφροδίτη έδειχνε κατανόηση.

 

Γνώριζε καλά ότι ο Αλέξανδρος ήταν ένας επιτυχημένος δικηγόρος, με πολύ καλό όνομα στον χώρο και το κυριότερο, επαγγελματίας και σωστός άνθρωπος ακόμη και στην δουλειά του. Είχε αποδεχθεί το δύσκολο ωράριο του τελευταίου διαστήματος και γνώριζε πως ήταν πάντα για το καλό της οικογενείας.

 

Ποτέ της επομένως δεν του γκρίνιαξε, καθώς και ο ίδιος δεν της έδειχνε δείγματα αμέλειας προς τα παιδιά και την ίδια. Θα επέστρεφε επομένως το μεσημέρι στο σπίτι, θα περνούσε χρόνο με τα παιδιά της και αργά το βράδυ θα τα έλεγαν οι δυο τους, απολαμβάνοντας, ως συνήθως, ένα ποτήρι λευκό κρασί.

 

Και η μέρα πέρασε, με τους δύο νέους να παράγουν δημιουργικά εκείνο που τους ευχαριστούσε. Μέχρι που γύρω στις 8 το απόγευμα, το κινητό του Αλέξανδρου άρχισε να χτυπά αδιάκοπα. Και εκείνος, μετά από πολλή σκέψη και τελικά με μεγάλη ευκολία, το έβαλε στο αθόρυβο και το απομάκρυνε από το οπτικό του πεδίο.

 

Αυτό που έκανε εκείνη την στιγμή, αφορούσε για πρώτη φορά τον ίδιο, χωρίς να σκέφτεται κάποιον άλλο. Για πρώτη (και μοναδική άλλωστε φορά θα ήταν) θα αφιέρωνε χρόνο στον εαυτό του. Χωρίς προβλήματα και σκοτούρες. Χωρίς την έγνοια κάποιου άλλου. Για μια φορά να βγει από τον «σωστό και τυπικό» του δρόμο. Για μια φορά, να μην κάνει ό,τι περιμένουν οι άλλοι από εκείνον.

 

Βγήκε βιαστικά από το αυτοκίνητο και άρχισε να κατευθύνεται προς την είσοδο του νοσοκομείου. Τα επείγοντα περιστατικά ήταν στο ισόγειο. Πρώτος, δεύτερος διάδρομος δεξιά. Με μεγάλη ταχύτητα, πέφτει πάνω στην μητέρα του.

 

«Είναι καλά; Πού την έχουν;»

 

«Στον πρώτο όροφο. Την πήγαν σε δωμάτιο. Πήγαινε γρήγορα κοντά της. Δωμάτιο 32. Σε ζητάει εδώ και ώρες…»

 

«Εδώ και ώρες… Εδώ και ώρες». Τις ώρες που εκείνος χαμήλωσε το κινητό του. Τις ώρες εκείνες, η Αφροδίτη του πάλευε για την ζωή της.

 

Ανέβηκε σαν σίφουνας την σκάλα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε σκαλοπάτια…Ατελείωτα, αμέτρητα. Πρώτη φορά στην ζωή του ανέβηκε τόσα σκαλοπάτια. Δεκαεννιά, είκοσι, δεν ξέρει πόσα ανέβηκε. Του φάνηκαν δεκάδες. Μέχρι που έφτασε στον πρώτο όροφο. Και ευθύς μπροστά του, δωμάτιο 32. Να ανοίξει την πόρτα. Να χυθεί πάνω της. Να της ζητήσει συγγνώμη. Συγγνώμη….Συγγνώμη! Δεν ήμουν εγώ. Δεν έφταιγες εσύ. Εγώ! Εγώ μονάχα!»

 

Κι άπλωσε το δεξί του χέρι και τύλιξε με την παλάμη του την χειρολαβή. Και η καρδιά του έπαθε κρίση πανικού και άρχισε να ωρύεται. Και να τρέμει. Και να θέλει να βγει από το κορμί του. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, βρέθηκε να την κοιτάζει παγωμένος. Να την βλέπει να κοιμάται σαν νεράιδα πάνω στα λευκά σεντόνια. Στο χέρι που τόσο εκείνος έχει λατρέψει, χιλιοφιλήσει και αναζητήσει τα χάδια του, τώρα είχαν επέμβει με την βελόνα του ορού.

 

Τον έπιασε απροετοίμαστο να την κοιτάζει σαν εικόνισμα. Να διστάζει να την πλησιάσει, να την αγγίξει, να την φιλήσει.

 

«Αλέξανδρε…»

 

Άκουσε την αδύναμη και τρεμάμενη φωνή, που μαρτυρούσε ταλαιπωρία. Σήκωσε το βλέμμα στο πανέμορφο πρόσωπό της. Αυτά τα μπλε μάτια. Τώρα είδε το χέρι της να σηκώνεται, να αναζητά το δικό του. Σε λίγο έπεσε, ανήμπορο να σταθεί όρθιο.

 

«Είσαι καλά;» συνέχισε πάλι εκείνη, επιστρατεύοντας όση δύναμη είχε απομείνει στο ταλαιπωρημένο της κορμί.

 

Μια βαθιά ανάσα και έπεσε πάνω της κλαίγοντας σαν μωρό παιδί. Λυγμοί και αναφιλητά για μερικά λεπτά. Και μετά δεκάδες συγγνώμες και ερωτήσεις για το αν είναι καλά και αν πονάει. Με όσο κουράγιο μπορούσε να βρει, η Αφροδίτη προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να τον καθησυχάσει πως είναι ήδη πολύ καλύτερα.

 

Σε λίγο συνήλθε και κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να την κουράζει κι άλλο βάζοντάς την να μιλήσει. Σκούπισε τα μουσκεμένα μάγουλά του, ανακάθισε, της κράτησε σφιχτά το χέρι και το φίλησε διπλά.

 

«Συγγνώμη κορίτσι μου που σε ταλαιπώρησα. Μείνε σιωπηλή και μίλα μου μόνο όταν κάτι χρειαστείς. Ξεκουράσου. Κοιμήσου και θα γίνεις καλύτερα. Στο υπόσχομαι. Θα γίνεις καλύτερα. Σ΄ αγαπώ. Να το θυμάσαι. Πάντα. Ακόμη και όταν πια δεν ζω».

 

Την άφησε γεμάτη απορίες. Γιατί έμεινε να την κοιτάζει, χωρίς να την πλησιάσει; Γιατί είχε τέτοιο ξέσπασμα; Γιατί της ζητούσε συγγνώμη; Ήθελε τόσα να τον ρωτήσει και το τελευταίο που μπορούσε ήταν να το κάνει. Έκλεισε τα μάτια της και χάθηκε σε λήθαργο. Ύπνο βαθύ, γεμάτο λουλούδια και αρώματα, γεμάτο από χρώμα, μελωδικές φωνές, ανθρώπους πανέμορφους, ψυχές ανάλαφρες. Μέχρι να έρθει ο Αλέξανδρος, κοιμόταν και υπέφερε. Τώρα το χέρι του, η ανάσα του, η μυρωδιά του, την πήγαν στον Παράδεισο.

 

Εκείνος έμεινε σιωπηλός και σκληρά μετανιωμένος. Ένα χάδι στο απαλό της πρόσωπο, ένα στα πλούσια μαλλιά της κι ένα στο αδύνατο μπράτσο της. Κι ύστερα ένα φιλί γλυκό στο μικροσκοπικό της χέρι. Χωρίς να την ξυπνήσει. Ίσα να της δώσει δύναμη. Μα αλήθεια, μάλλον εκείνος έπαιρνε κουράγιο από το φιλί αυτό. Έπαιρνε κουράγιο για να δεχτεί το λάθος του. Να το αντέξει. Και να συγχωρέσει τον εαυτό του που έφτασε ένα βήμα πριν απατήσει την γυναίκα της ζωής του.

 

Να συγχωρέσει τον εαυτό του που της είπε ψέματα, που την κορόιδευε τόσο καιρό τώρα, που τόσα βράδια την άφηνε μόνη και επέλεγε την συντροφιά της νεαρής και όμορφης ασκούμενής του. Φιλούσε το χέρι της Αφροδίτης και παρακαλούσε με όλη του την δύναμη να τον συγχωρέσει που σκέφτηκε έστω και για λίγο να την προδώσει. Που τόλμησε να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Που μπόρεσε να την ξεχάσει ακόμη και για κάποιες στιγμές. Εκείνη. Που κάποτε τον κράτησε ζωντανό. Εκείνη, που κάποτε του έδωσε ζωή.

 

Κάθε φιλί και παράκληση για συγχώρεση. Κάθε φιλί και ευχαριστία στον Θεό που τον σταμάτησε την ύστατη στιγμή. Που λίγο πριν μπει στο σπίτι της όμορφης, ασκούμενης Νατάσας, ένιωσε έντονο πόνο στο κεφάλι. Μονάχα σκοτάδι έβλεπε γύρω του. Σκοτάδι και έντονοι πόνοι να του χτυπούν με μανία το κεφάλι. Ακούμπησε ανήμπορος στον τοίχο του διαδρόμου, έξω από την είσοδο του σπιτιού.

 

«Είσαι καλά;», τον ρώτησε η γοητευτική συνοδός του, πιάνοντας ελαφρά το μπράτσο του.

 

Εκείνος έπιανε και έσφιγγε με τα χέρια το κεφάλι του, λες και του το ξερίζωναν και έπρεπε να το κρατήσει στη θέση του. Παντού πίσσα και λευκές φλόγες. Μα τί έπαθε τώρα…Τίποτα δεν θα του χαλούσε την βραδιά. Ήταν αποφασισμένος γι΄ αυτό. Έπρεπε να συνέλθει και θα το έκανε.

 

«Πες μου Αλέξανδρε. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω; Να σου φέρω ένα παυσίπονο;»

Κοντοστάθηκε κοιτώντας τον γεμάτη αγωνία μερικά δεύτερα χωρίς να λαμβάνει απάντηση. Σε λίγο είδε το φως από το κινητό στην τσέπη του.

 

«Σε καλούνε» είπε δειλά.

 

Το τελευταίο που του έλειπε τώρα, ήταν κάποιος από το γραφείο ή ακόμη χειρότερα η Αφροδίτη. Χωρίς να κοιτάξει το όνομα στην οθόνη του κινητού, απάντησε στην εισερχόμενη κλήση. Ασυνείδητα. Ήθελε να σταματήσει να χτυπά το κινητό του. Να σταματήσει ο πόνος στο κρανίο του. Να δει και πάλι καθαρά.

 

«Παρακαλώ…» ακούστηκε η βαριά αντρική φωνή.

 

«Αλέξανδρε! Επιτέλους το σήκωσες! Σε καλώ από το απόγευμα αγόρι μου. Η Αφροδίτη είχε πάλι αδιαθεσία με ναυτίες και έντονο πόνο στην πλάτη. Την μεταφέραμε στο νοσοκομείο. Έλα γρήγορα αγόρι μου».

 

Αυτά ήταν τα λόγια της μητέρας του, που τον επανέφεραν όχι μόνο από τον πόνο αλλά και από τον παράδρομο στον οποίο βημάτιζε το τελευταίο διάστημα. Τα λόγια της μητέρας του, τον συνέφεραν, τον έκαναν να θυμηθεί ποιος είναι, ποιος αξίζει να είναι και τί του πρέπει να πράττει. Ο Αλέξανδρος έχασε το φως του την στιγμή που η γυναίκα του κειτόταν στο νοσοκομειακό κρεβάτι.

 

Όταν εκείνη υπέφερε, υπέφερε και ο ίδιος. Λες και αυτοί οι δύο είναι υποσυνείδητα αλληλένδετοι. Πώς θα του επέτρεπε η μοίρα του να προδώσει την γυναίκα του; Την γυναίκα αυτή που η σπουδαιότητά της ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια; Πώς θα μπορούσε να προδώσει την γυναίκα που νόσησε εφ’ όρου ζωής από νεφρική ανεπάρκεια, επειδή δώρισε το ένα της νεφρό στον ίδιο της τον βιαστή;

 

Αφού πέρασε αρκετή ώρα και χόρτασε από την μυρωδιά και την όψη της, την άφησε να κοιμάται και βγήκε από το δωμάτιο. Σε λίγο βρέθηκε να μιλά με τον γιατρό που εξέτασε την γυναίκα του.

 

«Λυπάμαι πολύ για αυτά που πρόκειται να ακούσετε. Όπως ήδη γνωρίζετε, η γυναίκα σας ζει εδώ και χρόνια με ένα νεφρό, λόγω της δωρεάς του άλλου της νεφρού στον πατέρα της. Δυστυχώς το νεφρό που της άφησαν είχε ήδη ελαττωματική νεφρική λειτουργία, η οποία από ότι φαίνεται δεν είχε διαγνωσθεί. Δυστυχώς η Αφροδίτη νοσεί από νεφρική ανεπάρκεια στο ένα και μοναδικό της πλέον νεφρό. Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Περαστικά σας και καλή δύναμη».

 

Με ένα σφίξιμο συμπαράστασης στον ώμο του Αλέξανδρου, αποχώρησε και τον άφησε να ολομόναχο να διαχειριστεί όσα άκουσε. Η ζωή τα είχε βάλει μαζί του και ήταν πλέον βέβαιος γι΄ αυτό.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Λαμπρινή Παπαδόντα

Γεννημένη στην Καλλιπεύκη του Ολύμπου, αισθάνομαι τυχερή που μπορώ να παρατηρώ τον κόσμο παρέα με τους Θεούς. Σπουδάζω Παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ευελπιστώντας μια μέρα να γίνω μια σπουδαία δασκάλα. Μεγάλωσα ισορροπώντας ανάμεσα στην ονειροπόληση και την πραγματικότητα. Εκνευριστικά ξεροκέφαλη, κυκλοθυμική, ταγμένη πεισματάρα και προσποιούμενη την δυνατή από κούνια. Χόμπι μου από παιδί ο χορός και η αναζήτηση των αιτιών των ανθρώπινων συμπεριφορών. Θαυμάζω τους ανθρώπους με αξίες και εκείνους που έχουν περάσει δύσκολα, με έλκουν όσοι δείχνουν συναισθηματικά συνεσταλμένοι και τρελαίνομαι για τα άτομα με χιούμορ. Εθισμένη στις βόλτες με θέα τον ήλιο, λατρεύω να ακούω τις ιστορίες των μεγαλύτερων και απολαμβάνω τις ωραίες συζητήσεις συνοδευμένες με ένα φλιτζάνι καφέ.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;