Κεφάλαιο 10: Οι αινιγματικές, κενές σελίδες

Ο Μπάνκροφτ έφτανε στην Ουάσινγκτον. Είχε περάσει σχεδόν όλη την ημέρα ξύπνιος, διαβάζοντας το ημερολόγιο αλλά και προσευχόμενος μην τύχαινε σε κάποια ενέδρα ληστών. Ήταν συχνές, καθώς μοναχικές άμαξες τραβούσαν αμέσως την προσοχή.

Παρ’ όλα αυτά, το μυαλό του διέκοψε τις ιστορικές ακροβασίες, όταν μπήκε στην πόλη. Η ατμόσφαιρα πολέμου ήταν έντονη. Τάγματα τακτικού στρατού είδε να συγκεντρώνονται σε πρόχειρα στρατόπεδα, ώστε να κατευθυνθούν το συντομότερο προς τον Νότο. Η επιστράτευση πολιτοφυλακής είχε κάνει πάλι την εμφάνισή της.

Έξω από το Κογκρέσο που σταμάτησε με την άμαξά του, οι εφημεριδοπώλες φώναζαν, ώστε να μάθουν όλοι τα νέα. Πληροφορίες από τον Νότο μιλούσαν για σύνταξη εχθρικής πολιτοφυλακής και ενέργειες των Κυβερνητών των Νοτίων για δημιουργία ενός συνασπισμού πολιτειών.

Το αμερικανικό έθνος ‒ δίχως να το γνωρίζει ακόμη ο φημισμένος ιστορικός ‒ θα έμπαινε σε έναν άλλο, πιο αιματηρό, πιο μισητό πόλεμο, τον εμφύλιο. Άλλωστε, δεν ήταν η πρώτη φορά που αυτού του είδους ο πόλεμος θα αποδεικνυόταν ως η χειρότερη μορφή του. Ο πρώτος μεγάλος ιστορικός, ο Θουκυδίδης, τα είχε όλα καταγράψει: για την ανάδειξη κανενός νικητή, για τη διχόνοια ανάμεσα σε συμπατριώτες, για τον φανατισμό και τα εγκλήματα πολέμου, για τις δολοπλοκίες και την καχυποψία. Όλα αυτά θα συνυφαίνονταν με την άνοδο της τεχνολογίας, την εφεύρεση των πιο γρήγορων και ακριβέστερων όπλων και των πρώτων πυροβόλων, με αποτέλεσμα να φαίνονται τα θύματα της Επανάστασης ένας ελάχιστος αριθμός μπροστά σε αυτόν που θα καταμετρούσε ο πενταετής εμφύλιος πόλεμος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έτσι, η πολεμική προετοιμασία και οι διπλωματικές μανούβρες δεν άφησαν περιθώρια στον Μπάνκροφτ να ολοκληρώσει την έρευνά του εκείνη την εποχή. Έπρεπε να ’ρθει ο πρώτος χειμώνας μετά την έναρξη του πολέμου τον Απρίλη του 1861, ώστε να βρεθεί για μερικές μέρες αποκλεισμένος στο σπίτι του από τον βαρύ χιονιά εκείνου του χρόνου.

Κουλουριασμένος με μια κουβέρτα, το τζάκι να καίει τα ξύλα ασταμάτητα, και η τσαγιέρα να είναι διαρκώς γεμάτη, το μικρόβιο της περιέργειας τον είχε κάνει να ανατρέξει πίσω στις σημειώσεις του και στο ντουλάπι που είχε καταχωνιάσει τις σελίδες του ημερολογίου.

Βγάζοντας για λίγο από το μυαλό του τις αιματηρές συγκρούσεις του στρατού των Βορείων κοντά στην Πενσυλβάνια, προσπάθησε να καταλάβει μέσα από τα λόγια του ίδιου του Τζόουνς, πώς το ημερολόγιο είχε μεταφερθεί πλέον στα χέρια του.

Σεπτέμβριος, 1779

Το Σέραπις έπεσε στα χέρια μας. Όσο κι αν ήθελαν οι Άγγλοι δεν μπορούσαν πλέον να μιλούν για απόλυτη κυριαρχία στη θάλασσα. Αυτή η μάχη θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου˙ ως μια απόδειξη πως η αποφασιστικότητα δικαιώνεται…

Τρεισήμισι ώρες μάχης… Πλευρό με πλευρό με τον καλύτερο υποπλοίαρχο που γνώρισα ποτέ. Τον Φρανκ Τάλμποτ. Του άρεσε το «Σκορπιός». Μα, εγώ δεν θα τον κατέτασσα ποτέ ανάμεσα στους κουρσάρους.

Πραγματικός πατριώτης, πίστευε στα ιδανικά μας, ακόμη κι αν δεν είχε γεννηθεί στον Νέο Κόσμο, ακόμη κι αν δεν είχε ανδρωθεί ανάμεσά μας. Σ’ αυτόν θα αφιέρωνα τη νίκη στ’ ανοιχτά της Αγγλίας.

Θα είναι μάλιστα το πρώτο πράγμα που θα κάνω μόλις πατήσω στεριά στον Νέο Κόσμο. Ένα μετάλλιο τιμής και ανδρείας κρεμασμένο στο τέμπλο όλων των πατριωτών που χάθηκαν στα βάθη της θάλασσας εκείνη τη μέρα. 150 άνδρες… Αυτός ο πιο τρανός.

*Για την ιστορία… Το ημερολόγιο θα παραμείνει θύμηση των πατριωτών για τις περιπέτειές τους. Θα παραδοθεί στον ίδιο τον Ουάσινγκτον με την πρώτη ευκαιρία. Από τα χέρια και την εξομολόγηση του Φρανκ Τάλμποτ λίγο πριν ξεψυχήσει, αλλά και από εμένα, τον τελευταίο γράφοντα σε αυτό, είθε να κερδίσουμε τον πόλεμο.

Ζήτω η Επανάσταση!

Υπολοχαγός ναυτικού

Τζον Πολ Τζόουνς

 

 

Και όντως… Ο Μπάνκροφτ είδε έκπληκτος πως οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου ήταν κενές. Το ημερολόγιο έκλεινε με την εξομολόγηση του Τζόουνς πως το αρχείο θα παραδοθεί στον Ουάσινγκτον ‒ πράγμα το οποίο φυσικά και δεν συνέβη, αφού πριν από τον ίδιο, ήταν στην κατοχή του Μόουζες. Το μυαλό του έκανε στροφές, δίχως να καταλήγει σ’ ένα συμπέρασμα. Εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν ακόμη και το πόσο εύκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για απόκρυψη ιστορικών πληροφοριών και κειμηλίων, αν μάθαινε κάποιος στο παρόν του για την ύπαρξη αυτού του ημερολογίου.

Ο μόνος μάρτυρας αθώωσής του θα μπορούσε να είναι μονάχα ο ίδιος ο μυστηριώδης Μόουζες, ο διαφαινόμενος γιος του Τζόουνς. Δίχως καμία όμως πληροφορία για εκείνον θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να τον εντοπίσει. Ήταν μια λεπτομέρεια την οποία όσο τον είχε μπροστά του, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα του φαινόταν χρήσιμη.

Ο πόλεμος που είχε ξεσπάσει δεν θα τον άφηνε εύκολα να κινηθεί για να διερευνήσει την κατάσταση. Σκεφτόταν πως, ίσως, κάποια αρχή μπορούσε να κάνει μονάχα με μερικές άκρες, που του έδινε τη δυνατότητα το ημερολόγιο. Όσο έψαχνε, έψαχνε, και έβλεπε ξανά τις σελίδες με τους διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες, άρχισε να βάζει την ιστορία στη σειρά. Δίχως κανέναν Μόουζες να τον συνεπαίρνει με τα τερτίπια του και την αινιγματική διήγησή του, με τη συντροφιά μερικών κάστανων και κρασιού για γεύμα, άρχισε να κρατάει σημειώσεις σε δικά του κενά φύλλα.

Το σίγουρο ήταν πως μέχρι να ξεδιαλύνει την κατάσταση για το πώς έφτασε αυτό το ημερολόγιο στον Μόουζες και κατ’ επέκταση στον ίδιο, κανείς άλλος δεν θα έπρεπε να γνωρίζει την ύπαρξή του. Όσο το σκεφτόταν αυτό ως φόβος που απειλούσε την καριέρα του, τόσο ζωντάνευε η ιδέα πως ίσως κάποιο από αυτά τα πρόσωπα, που συμμετείχαν στην ιστορία, να ζούσε ακόμα. Αυτός, όποιος κι αν ήταν, θα μπορούσε να είναι εν δυνάμει δεύτερος μάρτυρας των στοιχείων του.

Έτσι, άρχισε ν’ απαριθμεί έναν έναν τους πρωταγωνιστές… Μπουργκόιν, Μόργκαν, Τάλμποτ, Τζόουνς… Προσπαθούσε ν’ ανατρέξει είτε σε κάποιο από τα αρχεία του είτε στη μακρόχρονη μνήμη του για τα ληξιαρχικά στοιχεία των ηρώων. Τα «μητρώα» όλων έλεγαν πως κανείς τους δεν ζούσε ακόμα…

Παρατημένα τα χαρτιά πάνω στο γραφείο, εκείνος με το ματογυάλι να κρέμεται στο στήθος του, αποκοιμήθηκε μέσα στις σκέψεις του, μέσα στη ζεστασιά που του πρόσφερε το τζάκι και η κουβέρτα.

Όταν ξημέρωνε πια, το τζάκι είχε σβήσει, το φως της λάμπας είχε σωθεί και μία ακόμη παγωμένη ημέρα έκανε δειλά την εμφάνισή της. Στο μισοσκόταδο της αυγής, στη θολούρα των ονείρων του, ο Μπάνκροφτ μισάνοιξε τα μάτια. Τα στήλωσε σ’ ένα σημείο δίχως να φαίνεται πως είχε επαφή ακόμη με την πραγματικότητα. Το μυαλό του, ακόμα κι αν κοιμόταν, γυρόφερνε όλες αυτές τις πληροφορίες που είχε ακούσει από τον Μόουζες τις τελευταίες ημέρες. Ένα όνομα είχε καρφωθεί στη σκέψη του. Ένα δευτερεύον, σχεδόν ανεπαίσθητο στην ιστορία όνομα, που είχε αστράψει σαν αναλαμπή μέσα στον νου. Τίναξε την κουβέρτα από πάνω του. Ξεφύλλισε τα χαρτιά του ημερολογίου, κι όταν βρήκε αυτό που ζητούσε, ψιθύρισε: «Κούλπεπερ»…

Ήταν όντως εκείνος ο μυστηριώδης νέος, ο σύνδεσμος των πατριωτών στη Φιλαδέλφεια, τον οποίο είχε συναντήσει ο Τζόουνς στα πρώτα του βήματα. Υπήρχε πιθανότητα εκείνος ο άνθρωπος να ζούσε ακόμα; Κι αν όχι; Πάντως μία πιθανή άκρη στο πρόβλημά του, πρέπει να βρισκόταν στη Φιλαδέλφεια.

«Θεέ μου», ψιθύρισε δίχως να θέλει να το πιστέψει. «Τι κι αν προσπάθησα τόσο καιρό ν’ αποφύγω το ταξίδι προς τον Νότο, φαίνεται πως είμαι αναγκασμένος μόλις βρω ένα παράθυρο διαφυγής, να κατευθυνθώ στο στόμα του λύκου… Στην πολύπαθη Πενσυλβάνια.

Από την πλευρά του αρχηγείου και της διοίκησης δεν υπήρχε ζήτημα κωλύματος, καθώς ο Μπάνκροφτ με αυτό το ταξίδι θα ήταν πιο κοντά στα πεδία των μαχών, ένας ακόμη σύνδεσμός τους ‒ πολιτικός και ηθικός ‒ στην ιστορική πόλη (σύμβολο των Βορείων αλλά και της ανεξαρτησίας). Οι μέρες απάλυναν τον χιονιά, όπως ο χρόνος απαλύνει κάθε κακό, κι έτσι με γραπτή πλέον διαταγή, ο Μπάνκροφτ έχοντας για οδηγό του τον κύριο Μπόλντγουιν (Βοστωνέζος στην καταγωγή, θα λειτουργούσε ως προσωπική φρουρά του πολιτικού πια Μπάνκροφτ) κατηφόρισαν για το φημισμένο δημαρχείο της πόλης.

«Οικογένεια έχετε, κύριε Μπάνκροφτ;»

«Μάλιστα, κύριε Μπόλντγουιν˙ την οποία λόγω των υποχρεώσεων και της θέσης μου δεν προλαβαίνω να δω».

«Φέλιξ, κύριε».

«Φέλιξ, γιε μου, μπορείς να με ενημερώσεις μόλις φανεί από μακριά η Φιλαδέλφεια; Θα σου συνιστούσα ν’ αφήσεις τις κουβεντούλες και να προσέχεις στον δρόμο… Οι ληστεία είναι κακιά συνήθεια πολλών εδώ κάτω»…

«Όπως θέλετε, κύριε. Μια άμαξα χωρίς οδηγό. Αυτοί είμαστε».

Ο Μπάνκροφτ κατσούφιασε από το πνεύμα του νεαρού, την ώρα που εκείνος χαμογελούσε ειρωνικά, καταλαβαίνοντας πως από εδώ και πέρα θα ήταν σαν να κάλπαζε μόνος προς το άγνωστο.

Το ημερολόγιο βρισκόταν στην βαλίτσα του ιστορικού, την οποία και κρατούσε μέσα στην καμπίνα της άμαξας, ενώ όλες οι άλλες αποσκευές βρίσκονταν είτε πίσω είτε πάνω από αυτήν. Ανεκτίμητης αξίας κειμήλιο… Δεν θα το άφηνε από τα μάτια του με τίποτα ο νευρικός ιστοριοδίφης. Αυτό και έκανε σχεδόν σε όλο τους το ταξίδι. Ξεφύλλιζε, διάβαζε μερικές από τις μαρτυρίες, ιδιαίτερα εκείνες που είχαν σχέση με το ταξίδι τους. Για μια στιγμή πλήξης έβαλε σκοπό να μετρήσει τις κενές σελίδες που είχαν απομείνει στο τέλος.

Δεν ήταν μια-δυο… Ήταν δεκαέξι διπλές σελίδες. Του φάνηκε περίεργο που υπήρχαν δεμένες έτσι κι αλλιώς στο υπόλοιπο σώμα του ημερολογίου. Πιο πιθανός δράστης αυτής της ανωμαλίας ήταν ο τελευταίος συγγράφων, δηλαδή ο ίδιος ο Τζόουνς. Φαινόταν πως δεν είχε βλέψεις να γεμίσει καμιά από τις σελίδες. Όλες κι όλες οι μαρτυρίες του για τα συμβάντα ήταν περιληπτικές και αποσπασματικές. Το είχε δει πιθανώς αυτό το ημερολόγιο, όπως και ο ίδιος ο Μπάνκροφτ˙ ένα εξαιρετικό κειμήλιο, το οποίο δεν έπρεπε επ’ ουδενί λόγω να χαλάσει˙ ακόμη και με τις φλυαρίες ενός αδέξιου και άτεχνου συγγραφέα.

Το δέρμα με το οποίο ήταν δεμένες όλες αυτές οι σελίδες ήταν φθαρμένο στις γωνιές και πιο σκούρο σε άλλα σημεία του, πιθανώς ενδείξεις φωτιάς. Ωστόσο, είχε κρατήσει σχεδόν άθικτο τόσο καιρό, γιατί αποτελούνταν από διπλή στρώση. Το παρατήρησε, όταν έλεγξε τη φθορά στις άκρες.

Τότε, παρατήρησε και κάτι άλλο… Στην πάνω εσωτερική γωνία, σχηματιζόταν ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, σαν ετικέτα, το οποίο όμως δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης σ’ εκείνο το σημείο. Ούτε στην εσωτερική αλλά ούτε και στην εξωτερική πλευρά δεν είχε συσσωματωθεί κάποια τέτοια ετικέτα.

«Φέλιξ;»…

Καμία απάντηση από τον οδηγό.

«Φέλιξ, γιε μου» άνοιξε την μπροστινή κουρτίνα.

«Είπαμε, κύριε. Είμαι ένας μοναχικός καβαλάρης».

«Άσε τ’ αστεία… Μου δίνεις το μαχαίρι σου;» ο Μπάνκροφτ προσηλωμένος στον σκοπό του.

Εκείνος δίχως να στρέψει το πρόσωπό του σε αυτόν, έβγαλε επιδέξια το μαχαίρι από τη θήκη του παντελονιού του και άπλωσε το χέρι του προς τα πίσω.

«Ευχαριστώ».

Ο άλλος έβρισε σχεδόν από μέσα του στην ιρλανδική διάλεκτό του.

Ο Μπάνκροφτ κρατώντας από τη μία το μαχαίρι και από την άλλη το δέρμα, έκανε μια προσευχή σαν να αμάρτανε κι έσκισε την άκρη του δέρματος με το μαχαίρι. Με μάτια γεμάτα έκπληξη και περιέργεια έβγαλε μεταξύ των δύο στρώσεων δέρματος ένα μικρό χαρτί.

Σίγουρα είχε μπει για κάποιον λόγο εκεί πέρα. Από τον Μόουζες; Από κάποιον παλαιότερα; Γνώριζε ο Μόουζες; Αστραπές οι ερωτήσεις στο μυαλό του μέχρι να το ξεδιπλώσει.

Όποιος γνωρίζει το ρολόι, ξέρει πού να δει την ωραιότερη θέα. Το κλειδί για την καρδιά του ήρωα.

 

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Δημήτρης Λαδικός

Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Ασχολείται ιδιαίτερα με τη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων και άρθρων. Αγάπη του είναι η μουσική, τα ταξίδια και ο αθλητισμός.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;