Κεφάλαιο 10: Ένας πόλεμος είναι η ζωή

Η Λένα μόλις μπήκε στο σπίτι της, κάθισε στον καναπέ, άναψε το φως και άνοιξε το γράμμα που της είχε δώσει ο Μάκης. Δεν μπορούσε να αντισταθεί αν και του το είχε υποσχεθεί. Της είχε πει πως θα έπρεπε να το ανοίξει το πρωί, αλλά η περιέργειά της δεν την άφηνε. «Έτσι και αλλιώς δεν θα το καταλάβει πως το άνοιξα νωρίτερα», σκέφτηκε καθώς το άνοιγε.

 

Λένα, αγαπημένη μου φίλη

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

     Θέλω να ξέρεις πως είμαι πολύ τυχερός που ήρθες στη ζωή μου από εκεί που δεν το περίμενα. Πάντα μέσα σε αυτήν την βδομάδα μου έλεγες πως εγώ είμαι ο άγγελος σου, αλλά θέλω να ξέρεις και εσύ για εμένα είσαι ο δικός μου άγγελος. Ένας άγγελος που με βοήθησε να δω τη ζωή διαφορετικά, από άλλη οπτική γωνία και, το κυριότερο, να ονειρευτώ και πάλι. Ναι Λένα μου, μετά από εκείνο το βράδυ στην Ακρόπολη που κοιτούσαμε τα άστρα, ένιωσα για την καρδιά μου πως μπορεί και πάλι να ονειρευτεί.

    Ζούμε παράξενες μέρες Λένα. Κοίτα γύρω σου για λίγο. Το χαμόγελο έχει εξαφανιστεί από τα πρόσωπα των ανθρώπων, η ανεργία καλπάζει όλο και πιο γρήγορα, και η ελπίδα μοιάζει να έχει χαθεί για πάντα. Αυτές οι σκέψεις ταλάνιζαν και το δικό μου μυαλό το βράδυ που συναντηθήκαμε εκεί πάνω στη γέφυρα. Είμαστε δυο αντίθετοι κόσμοι Λένα, που το σύμπαν τους έφερε κοντά, γιατί ο ένας είχε να δώσει πολλά στον άλλον.

 Από εσένα σε όλη σου τη ζωή έλειπαν τα χρήματα και από τη δική μου ζωή έλειπαν τα όνειρα. Έψαχνα για όνειρα  ̶ και φοβόμουν να κάνω ̶  και εσύ εκείνο το βράδυ με έκανες να ονειρευτώ ξανά, έδωσες πάλι νόημα στην άδεια μου ζωή. Ένα σωρό ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου καθημερινά. Μπορεί άραγε ένας μόνο άνθρωπος να διώξει το σκοτάδι από μέσα σου; Και αν ναι, τότε πως γίνεται αυτό;

  Τι κάνεις όταν η θλίψη σε συνθλίβει κάθε μέρα και από λίγο; Υπάρχει άραγε η απόλυτη ευτυχία; Χαλάει ποτέ η αληθινή αγάπη;

  Και εσύ κάθε μέρα μου έδινες απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Με έκανες για λίγο να βγω από τα δικά μου προβλήματα και να ασχοληθώ με τα προβλήματα των άλλων. Να γίνω πάλι για λίγο άνθρωπος.

    Αγαπημένη φίλη, σε αποκαλώ έτσι γιατί σε νιώθω φίλη μου και θέλω να σου ζητήσω ένα μεγάλο «συγγνώμη». Ξέρω πως φέρθηκα εγωιστικά, αλλά δεν είχα σκοπό να σε πληγώσω. Θέλω να ξέρεις πως εκείνο το βράδυ στην γέφυρα δε σε σταμάτησα εγώ από το να πέσεις από τη γέφυρα, αλλά εσύ σταμάτησες εμένα. Μόλις σε είδα να θέλεις να αυτοκτονήσεις σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να πέσουμε μαζί και τα προβλήματά μας όλα να τελείωναν͘  μια για πάντα. Ήμουν δειλός, Λένα. Συγγνώμη, αλλά στην αρχή η μια βδομάδα που σου ζήτησα ήταν παράταση για εμένα και όχι για εσένα.

    Το μόνο που ήθελα είναι να είμαι κοντά τους Λένα και να κάνουμε ξανά εκείνο το ταξίδι στο Παρίσι, όπως το είχαμε σχεδιάσει. Όλοι μαζί ευτυχισμένοι σα μια οικογένεια. Όπως παλιά που με κρατούσαν από το χέρι για να μη χαθώ μέσα στο πλήθος και εγώ, με το χαμόγελο στα χείλη, τους τραβούσα σε κάθε γωνιά που ανακάλυπτα και σε κάθε παιχνίδι που έβλεπα γύρω μου.

  Ξέρω πως τώρα θα είναι όλοι τους εκεί και θα με περιμένουν να κάνουμε εκείνο το ταξίδι, δεν μπορώ να τους αφήσω να με περιμένουν Λένα, δεν μπορώ. Δεν πρέπει να αναβάλω αυτό το ταξίδι άλλο. Πρέπει να γίνει τώρα. Δεν χωρούν αναβολές στα όνειρα μας Λένα.

    Λένα, εδώ και λίγους μήνες έμαθα πως είμαι άρρωστος. Έχω όγκο στον εγκέφαλο και οι γιατροί μου δίνουν μόνο 3 μήνες ζωής. Μόλις το έμαθα έπεσε η γη κάτω από τα πόδια μου. Από τη μία ήθελα να ζήσω και από την άλλη ήθελα να τους δω και πάλι, να είμαστε και πάλι μαζί, μια οικογένεια που ποτέ δεν έπρεπε να είχε διαλυθεί. Δεν είχα άλλη δύναμη να το παλέψω, αλλά να σου πω την αλήθεια δεν ήθελα κιόλας. Το να μπω σε χημικοθεραπείες που απλά θα μου έδιναν έναν ή και δύο μήνες ζωής δε θα άλλαζε τα πράγματα.

    Δεν θέλω να λυπάσαι και να κλαις. Έζησα όλα όσα ήθελα να ζήσω, ερωτεύτηκα, αγάπησα και με αγάπησαν, ή έτσι πιστεύω τουλάχιστον. Ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο, μα το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου είσαι εσύ. Η γνωριμία μας, που με έκανε να δω τη ζωή αλλιώς και να συνεχίσω να κάνω όνειρα και να ελπίζω. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ Λένα για όσα μου πρόσφερες απλόχερα. Ήσουν το φως στην σκοτεινιά της ψυχής μου, ο φάρος που φώτιζε την φουρτουνιασμένη μου ζωή.

    Θέλω τόσα πολλά να σου πω, μα δεν ξέρω πώς να τα γράψω, ποτέ δεν ήμουν καλός στα λόγια και πάντα είχα πρόβλημα στο να εκφράσω όλα αυτά που ένιωθα. Λένα, αυτή η βδομάδα που δώσαμε περιθώριο στη ζωή μας, μας άλλαξε. Έμαθα πολλά από εσένα, μα πρέπει και εσύ να ξέρεις πως όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη.

  Να συγχωρείς τους γονείς σου Λένα. Μπορεί να έχουν κάνει πολλά λάθη, όμως δεν υπάρχει βιβλίο οδηγιών για γονείς. Άλλωστε, ό,τι έκαναν το έκαναν για το καλό σου  ̶ή τουλάχιστον αυτό πίστευαν για καλό εκείνη τη στιγμή. Βγάλε από την καρδιά σου το μίσος και από την ψυχή σου τη θλίψη, μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σου στερήσει τα όνειρα και την ελπίδα. Το ξέρω πως είσαι δυνατή κοπέλα, από το λίγο που σε έζησα είδα τη δύναμή σου, απλά κάνεις το λάθος και την κρύβεις. Λένα το ξέρω πως κάποιες μάχες δεν οδηγούν πουθενά, όμως για αυτό οι άνθρωποι επιλέγουν ποιες μάχες αξίζει να δοθούν και ποιες όχι.

  Να θυμάσαι Λένα πως για να φτάσεις στον Παράδεισο θα χρειαστεί να περάσεις πολλές φορές μέσα από την Κόλαση. Τίποτα δεν χαρίζεται σε αυτήν την ζωή, όλα αποκτούνται με μάχη και πίστη. Το ξέρω καλά, γιατί πέρασα πολλές φορές μέσα από την κόλαση Λένα. Ένας πόλεμος είναι η ζωή, μια καθημερινή μάχη με τον εαυτό μας και τους γύρω μας.

     Μερικές φορές Λένα εκείνοι που έχουν τα λιγότερα δίνουν περισσότερα, εσύ δεν είχες τίποτα και όμως μου έδωσες τα πάντα και σε ευχαριστώ για όλα όσα ζήσαμε αυτήν τη βδομάδα. Δε θέλω ούτε να κλάψεις, ούτε και να στεναχωρηθείς για αυτό που θα κάνω, απλά θέλω να με καταλάβεις και να με βοηθήσεις να κάνω έναν άνθρωπο ευτυχισμένο, ένα μικρό παιδί που δεν έχει κανέναν στον κόσμο και είναι στο ίδρυμα.

   Η Δανάη πέρα από εμένα δεν έχει κανέναν άλλον και σε χρειάζεται. Έχω φροντίσει για όλα ώστε να κάνω τη ζωή σου, αλλά και της μικρής μου Δανάης πιο εύκολη και χαρούμενη. Ναι, ξέρω πως τα λεφτά δε φέρνουν την ευτυχία γιατί η ευτυχία βρίσκεται εκεί που οι καρδιές των ανθρώπων είναι αγνές. Εσύ μου το δίδαξες αυτό Λένα.

    Όταν άρχισαν τα προβλήματα με την αρρώστια μου δεν μπορούσα να φροντίσω την Δανάη και την πήγα σε ένα ίδρυμα που φροντίζει παιδιά τα οποία δεν έχουν οικογένεια. Εκεί μέσα πίστεψα πως θα μπορούσε να πάρει όσα εγώ δεν ήμουν ικανός να της προσφέρω, αφού ούτε τον εαυτό μου δεν μπορούσα να αντέξω. Πως θα μπορούσα να δώσω αγάπη στους άλλους, όταν δεν μπορούσα ούτε τον εαυτό μου να αγαπήσω…

   Στο σπίτι μου κάτω από το χαλάκι της πόρτας έχω αφήσει τα κλειδιά του σπιτιού μου και πάνω στο γραφείο μου ένα ακόμα γράμμα που σου ζητώ να κάνεις κάτι τελευταίο για εμένα. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά, αλλά σε παρακαλώ προσπάθησε να κάνεις έναν άνθρωπο ευτυχισμένο. Ένα μικρό παιδί που σε χρειάζεται.

 

Μάκης, για πάντα φίλος σου

 

 

Ένιωσε τα δάκρυα της να στάζουν πάνω στο χαρτί και για μια στιγμή νόμιζε πως ήταν ένα όνειρο, μια πλάκα και πως όλα θα άλλαζαν μόλις σταματούσε την ανάγνωση του γράμματος. Σκούπισε τα μάτια της, πέταξε το χαρτί στο πάτωμα και έτρεξε αμέσως στη γέφυρα. Έπρεπε να τον προλάβει πριν πέσει από τη γέφυρα.

Η ανάσα της κοβόταν κάθε λίγο, αλλά έβαζε όλη τη δύναμή της για να τον προλάβει. Ο ιδρώτας έκανε τα ρούχα της να κολλούν πάνω της, μα δεν την ένοιαζε καθόλου. Συνέχισε να τρέχει με όλες της τις δυνάμεις. Φτάνοντας στην αρχή της γέφυρας τον είδε που κοιτούσε τον δρόμο από κάτω του ενώ στεκόταν στην άκρη της γέφυρας στο σημείο που κάθονταν πάντα. Ένιωθε τα πόδια της βαριά και τα μάτια της θολά από τα δάκρυα που κυλούσαν.

Έβαλε όλη της τη δύναμη για να φωνάξει, μα ο Μάκης δεν την άκουγε. Δε γυρνούσε καν να την κοιτάξει και ένιωθε την απόσταση μεταξύ τους να μεγαλώνει. Φώναζε και τον παρακαλούσε να μην πέσει μα εκείνος δεν την άκουγε. Ήταν όπως και ο Νάρκισσος που δεν άκουγε τις φωνές της Ηχούς που τον φώναζε απελπισμένα.

Το όνειρό της έβγαινε αληθινό, ήταν προφητικό και η ίδια το είχε αγνοήσει. Η καρδιά της πονούσε. Δεν ήθελε να χάσει τον φίλο της, τον φύλακα άγγελό της. Λίγο πριν τον φτάσει είδε την φιγούρα του Μάκη να ανεβαίνει το σιδερένιο κάγκελο, να αφήνει το σώμα του μπροστά να γέρνει προς το κενό και, ανοίγοντας τα χέρια του, να πέφτει κάτω από τη γέφυρα.

Τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν από εκεί και έβλεπαν την σκηνή απλά άλλαζαν λωρίδα και συνέχιζαν το ταξίδι τους σα να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Η Λένα είχε παγώσει, δεν ένιωθε το κορμί της. Νόμιζε πως έβλεπε ένα κακό όνειρο και από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσε στην ασφάλεια του σπιτιού της, αλλά το σώμα του Μάκη βρισκόταν νεκρό από κάτω της μέσα σε μια λίμνη αίματος που σκέπαζε την άσφαλτο.

Με δυσκολία έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και κάλεσε το ασθενοφόρο και την αστυνομία που έφτασαν σχεδόν αμέσως και έκλεισαν την μια λωρίδα της εθνικής με κώνους και κορδέλες. Χωρίς να το σκεφτεί κατέβηκε και η ίδια δίπλα στους νοσηλευτές και τους αστυνόμους. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό πως είναι καλά και δε θα είχε πάθει τίποτα από την πτώση, αλλά καθώς τον πλησίαζε είδε τους ανθρώπους γύρω της να τον σκεπάζουν με ένα σεντόνι. Ένιωσε έναν δυνατό πόνο στην καρδιά και την ανάσα της να κόβεται και πάλι. Ούτε που κατάλαβε το χέρι που την έπιασε για να μη σωριαστεί κάτω.

«Είστε καλά δεσποινίς;» άκουσε τη φωνή του άντρα που την κρατούσε από τη μέση για να μη σωριαστεί. Ήθελε να του πει πως δεν ένιωθε καλά, πως έχασε τα πάντα, πως η ζωή για μια ακόμα φορά της έπαιζε άσχημο παιχνίδι. Ήθελε να του πει για τον Μάκη, για όσα έζησαν και όσα είχαν ακόμα να ζήσουν, αλλά μόνο δάκρυα έβγαιναν από τα μάτια της και φωνή καθόλου.

Φωνές, κορναρίσματα, φώτα, σφυρίχτρες όλα τα παρακολουθούσε σα να μην ήταν εκεί και απλά έβλεπε μια ταινία στο σινεμά ή στον καναπέ του σπιτιού της. Ο άντρας την έβαλε στη θέση του συνοδηγού για να μη βλέπει το φορείο με το σμπαραλιασμένο σώμα του Μάκη. Της πρόσφερε το μπουφάν του και μόλις οι συνάδελφοί του έβαλαν το άψυχο σώμα του Μάκη στο ασθενοφόρο, πάτησε το γκάζι και έφυγαν. Καθώς οδηγούσε είδε την νεαρή κοπέλα δίπλα στη θέση του συνοδηγού να χλομιάζει. Φοβήθηκε μην λιποθυμήσει δίπλα του ενώ εκείνος οδηγούσε.

Άνοιξε το παράθυρό της και της είπε να πάρει βαθιές ανάσες με τα μάτια κλειστά. Εκείνη κοιτούσε από το ανοιχτό παράθυρο, αλλά δεν τον άκουγε. Τα μάτια της είχαν μια απέραντη θλίψη που καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό της. Ο οδηγός, κοιτώντας την, αναρωτήθηκε αν ήταν η κοπέλα του θύματος ή κάποιος συγγενής του. Την έβλεπε τόσο εύθραυστη και αδύναμη που ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του και να την παρηγορήσει, να της πει πως όλα θα πάνε καλά, αλλά η δουλειά του δεν του το επέτρεπε.

 

Ένιωθε τα μάτια της βαριά. Κάθε της προσπάθεια να τα ανοίξει εντελώς, της έφερνε ζαλάδα. Όλα γύρω της λευκά και ήσυχα. Έγειρε με δυσκολία για λίγο το κεφάλι της στα δεξιά και είδε τον ορό να τρέχει στο μπουκάλι και ύστερα πάλι τα μάτια της έκλεισαν. Δεν είχε άλλες δυνάμεις και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Το σώμα της το ένιωθε βαρύ και την ψυχή της άδεια.

Λίγο πριν φτάσουν στο νοσοκομείο η Λένα λιποθύμησε και ο Πέτρος, ο οδηγός του ασθενοφόρου τη μετέφερε αμέσως στα επείγοντα. Οι εξετάσεις δεν έδειξαν τίποτα το ανησυχητικό, αλλά ο γιατρός συνέστησε ξεκούραση και ηρεμία. «Το σοκ που πέρασε δεν ήταν και λίγο για την κοπέλα», είπε ο γιατρός στον Πέτρο που στεκόταν έξω από την πόρτα.

Το πρωί η Λένα, μόλις άνοιξε τα μάτια της, είδε τη μητέρα της να κοιμάται στην καρέκλα δίπλα της κρατώντας μια μικρή, χάρτινη εικόνα της Παναγίας στα χέρια της. Οι καυτές αχτίνες του ήλιου που έμπαιναν από το παράθυρο, της χτυπούσαν το πρόσωπο και τα μάτια. Γύρισε την πλάτη της προς το παράθυρο και κοιτούσε την μητέρα της. Μόλις της άγγιξε τα χέρια, η Μαρία τινάχτηκε λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

«Παιδί μου είσαι καλά;» ρώτησε αμέσως καθώς έτριβε τα μάτια της. Η Λένα με φωνή αδύναμου, πληγωμένου ζώου της απάντησε πως ήταν καλά και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά η Μαρία της είπε να περιμένει και βγήκε έξω να φωνάξει τον γιατρό για να δουν αν μπορεί να φύγει.

Η μητέρα της μπήκε αλαφιασμένη από το τρέξιμο στους διαδρόμους, με έναν γιατρό, που αφού έλεγξε την Λένα υπέγραψε το εξιτήριό της και της συνέστησε ξεκούραση, ηρεμία και κάποια χάπια. Μόλις ο γιατρός έκλεισε την πόρτα η Μαρία βοήθησε την Λένα να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ετοιμαστεί. «Να είναι καλά το παιδί που με κάλεσε, κόντεψα να πεθάνω από την αγωνία μέχρι να έρθω» είπε η Μαρία.

«Ποιο παιδί;» την ρώτησε η Λένα.

«Ο οδηγός του ασθενοφόρου. Αυτός με ειδοποίησε και ήρθα. Πολύ καλό και ευγενικό παιδί. Έμεινε όλο το βράδυ μαζί μου, δίπλα σου. Μου έφερε και καφέ για να ξενυχτίσουμε μαζί μέχρι να ανοίξεις τα μάτια σου. Κάποια στιγμή τα χαράματα μου είπε πως έπρεπε να πάει για δουλειά και έφυγε. Ούτε το όνομά του δεν πρόλαβα να μάθω», είπε στεναχωρημένη η Μαρία καθώς έκλειναν πίσω τους την πόρτα του νοσοκομείου.

Στη ρεσεψιόν τις περίμενε μια ακόμα έκπληξη. Μια καλοντυμένη γυναίκα ήταν εκεί λέγοντάς τους πως θα ήθελε να τις μιλήσει. Ήταν η Αγγελική που, μόλις έμαθε τα νέα για την αυτοκτονία του Μάκη, έτρεξε αμέσως στο νοσοκομείο. Ο Μάκης είχε φροντίσει και για αυτό όμως. «Πάμε απέναντι στην καφετέρια να μιλήσουμε; Έχουμε πολλά να πούμε Λένα», είπε η Αγγελική κάνοντας αέρα με την βεντάλια της.

 

Η καφετέρια ήταν άδεια. Ακόμα οι εκδρομείς του Αυγούστου δεν είχαν επιστρέψει από τις καλοκαιρινές του διακοπές. Λίγες μέρες παράταση σε ένα καλοκαίρι που τελείωνε. Οι τρεις γυναίκες έκατσαν στους άνετους δερμάτινους καναπέδες κοντά στον ανεμιστήρα και παρήγγειλαν τους καφέδες τους. Η Λένα προτίμησε έναν φυσικό χυμό για να πάρει δυνάμεις. «Θα με πειράξει ο καφές τόσο πρωί και ειδικά μετά τα χθεσινά» είπε, και η Αγγελική είπε στην σερβιτόρα να τους φέρει και ένα τοστ. «Πρέπει να προσέχεις τώρα κοπέλα μου. Πρέπει να είσαι δυνατή», είπε η Αγγελική ξεφυσώντας και μόλις ήρθε η παραγγελία η Αγγελική ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της και ξεκίνησε να τους μιλάει.

Η Αγγελική, το πρωί που ετοιμάζονταν να πάει στην δουλειά της είδε ένα γράμμα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Παραλήπτης ήταν η ίδια και το άνοιξε αμέσως γεμάτη περιέργεια, αφού δεν έλεγε από ποιον ήταν. Μόλις διάβασε τις πρώτες γραμμές, κρύος ιδρώτας άρχισε να την λούζει. Τον Μάκη τον ήξερε χρόνια και ήξερε πως όταν κάτι του συνέβαινε εκείνος κλείνονταν στον εαυτό του για μέρες. Το διάστημα αυτό είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δεν της είχε πει τίποτα. Ούτε της πέρασε ποτέ από το μυαλό πως θα αυτοκτονούσε.

Στο γράμμα του της έλεγε πως ήταν βαριά άρρωστος και πως όταν το διάβαζε, εκείνος δεν θα ήταν πια στη ζωή. Η φωνή της Αγγελικής έσπαγε κάθε λίγο, μα παίρνοντας βαθιές ανάσες συνέχιζε την αφήγηση. «Εσένα παιδί μου σου άφησε μεγάλο φορτίο. Το ξέρω πως ο Μάκης μαζί σου ένιωθε καλά. Το έγραφε στο γράμμα του. «Να, πάρε να δεις και μόνη σου» είπε και έδωσε το γράμμα στην Λένα.

Η Λένα δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο άνθρωπος που της άλλαξε την ζωή σώζοντάς την από την αυτοκτονία, θα της άλλαζε τη ζωή και πάλι. Την είχε ορίσει υπεύθυνη στο εργοστάσιο κλωστών με την προϋπόθεση να έχει υπό την προστασία της τη μικρή Δανάη. Της είχε γράψει στο όνομά της το δικό του διαμέρισμα και τα άλλα δύο στην μικρή Δανάη που μέχρι να ενηλικιωθεί θα είχε την επίβλεψή της η Λένα.

 

«Έχεις πολλή δουλειά κόρη μου. Το εργοστάσιο δεν μπορεί να περιμένει και η Δανάη δεν πρέπει να μείνει άλλο μόνη της. Σε λίγες μέρες πρέπει να πάει στο νηπιαγωγείο» είπε η Αγγελική και η Λένα κοιτούσε την μάνα της που είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.

«Μα εγώ δεν ξέρω τίποτα από επιχειρήσεις. Μόνο να ράβω και να πλέκω ξέρω και από παιδιά εγώ δεν…» είπε η Λένα γεμάτη φόβο.

«Η δουλειά μαθαίνεται κόρη μου, θα μας έχεις όλους δίπλα σου. Κάντο για τη μικρή, είναι αμαρτία από το Θεό να μεγαλώσει στα ιδρύματα ενώ μπορεί να ζήσει μια καλή ζωή. Αν δράσουμε σωστά, το εργοστάσιο θα πάει καλά, θα ευημερεί και όλοι θα ζούμε άνετα.

Είναι περίοδος κρίσης κορίτσι μου, δεν πρέπει να αφήσουμε να χαθεί το εργοστάσιο. Τόσα στόματα δουλεύουν εκεί. Είναι κρίμα», είπε η Αγγελική κάνοντας πάλι αέρα με την βεντάλια της.

Η συζήτηση κράτησε για ώρα. Φεύγοντας η Λένα της υποσχέθηκε πως θα το σκεφτόταν και θα της απαντούσε αύριο στην κηδεία του Μάκη. Καμιά τους δεν μπορούσε να πιστέψει πως αύριο θα πήγαιναν στην κηδεία του.

«Θέλω λίγο χρόνο ακόμα Αγγελική μου. Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα σε παρακαλώ» είπε η Λένα καθώς την αγκάλιαζε πριν αποχωριστούν.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Αναστάσιος Μπογιάρης

Γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Τον Δεκέμβριο του 2014 πήρε το Α΄ Βραβείο κοινού, στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος του Diavasame.gr με το διήγημα του «Το ρολόι χτυπάει πάντα στις 8». Τον Νοέμβριο του 2016 κυκλοφόρησε το διήγημα του «Τι εποχή έχουμε;», σε βιβλίο από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες, με τίτλο «Ιστορίες του Φθινοπώρου» μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα που διακρίθηκαν στον διαγωνισμό. Το 2017 κυκλοφόρησε ένα ακόμα διήγημα του από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες στο συλλογικό έργο με τίτλο «Μικρές Επαναστάσεις». Η ανάγνωση βιβλίων είναι καθημερινή συνήθεια όπως και οι βόλτες στην πολύβουη Αθήνα.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;