Κεφάλαιο 3: Τζον και Κεφάλαιο 4: Μαίρυ

3 Τζόν

Τα δέντρα σαν πύλη άνοιξαν και φανερώνοντας ένα σπίτι στο τέλος του δρόμου.

«‘Oταν δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου δεν αναγνωρίζεις και το σπίτι σου».

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αυτό μου ήρθε στο μυαλό, όταν αντίκρισα εκείνο το σπίτι. Κάτι μου έλεγε ότι ήταν μέρος από τη ζωή μου αλλά και πάλι δε θυμόμουν καθώς ένιωθα ότι υπήρχε μια θολούρα στο μυαλό μου. Σαν να ανήκα εκεί αλλά και πάλι όχι. Η κούραση με είχε καταβάλει και κάτι με ωθούσε να συνεχίσω, έστω να βρω ένα κρεβάτι να κοιμηθώ, το είχα πολλή ανάγκη. Να πέσω να ξεραθώ.

Παρκάρισα το αμάξι, ή μάλλον το παράτησα στο πεζοδρόμιο, και βγήκα έξω. Κοίταξα το σπίτι από μακριά και, ενώ δε το αναγνώρισα από την αρχή κάτι μου έλεγε ότι ήταν το δικό μου. Σαν μεθυσμένος μέσα στη θολούρα βρήκα τα κλειδιά στην τσέπη του σακακιού μου. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα σχεδόν με φούρια.

Ο θόρυβος που έκανε στο σκοτάδι η πόρτα κλείνοντας ταίριαξε με το άνοιγμα των φώτων καθώς είχα γυρίσει τον διακόπτη. Μια ακούσια κίνηση που υπαγόρευε το μυαλό στην κίνηση του χεριού βρίσκοντας το διακόπτη με την πρώτη προσπάθεια.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ένα μούδιασμα στο κεφάλι καθώς οι  αναμνήσεις κατέκλυζαν το μυαλό μου. Είδα σαν παιδί να μεγαλώνω, να παίζω, να σπουδάζω, να βρίσκω δουλειά, να αποκτώ το πρώτο μου αυτοκίνητο, να βγαίνω ραντεβού με την πρώτη μου κοπέλα και να είμαι παρέα με τους φίλους μου.

Σε εκείνη τη ζωή που έμπαινε στη μνήμη μου σαν νέα προσθήκη το σπίτι υπήρχε παντού στο φόντο μιας ανάμνησης σαν αναπόσπαστο κομμάτι μιας ανάμνησης που για την ώρα φάνταζε νέα. Μαζί με όλα αυτά ήρθε και ο ισχυρός πονοκέφαλος που με έριξε κάτω σαν μια γροθιά. Να χτυπά σαν μια αίσθηση χωρίς τελειωμό.

 

Βρήκα το κουράγιο και προχώρησα στο σαλόνι, ξάπλωσα στον καναπέ και παρακάλεσα τον εαυτό μου να κοιμηθώ ώστε τα χτυπήματα από τον πονοκέφαλο να φύγουν. Έκλεισα τα μάτια καθώς το σφυροκόπημα ακολουθούσε την καρδιά μου σαν σίδερο πάνω σε αμόνι, στην αρχή γρήγορα και μετά αργά, μέχρι που κάποια στιγμή, χάθηκε για πάντα.

Το πρωί ήρθε ξαφνικά η συνειδητοποίηση. «Που βρισκόμουν;» μα και το κυριότερο «ποιος ήμουν; Μήπως τρελαίνομαι;»

Όταν τον είδα στη πόρτα, μου φάνηκε γνωστή φυσιογνωμία από αυτές που δεν ξεχνάς μια ζωή, αλλά και πάλι είχα τις αμφιβολίες μου, σαν να είχα κάποιο είδος άνοιας.

Την απάντηση μου την έδωσε ο Τζέιμς Άντερσον, ο καλύτερός μου φίλος (όπως μου είπε εκείνος, καθώς δεν τον θυμόμουν), που είχε έρθει να με δει και ήταν κολλητός μου, από μικρά παιδιά. Είχε ανησυχήσει για μένα καθώς έμαθε τι έγινε το προηγούμενο βράδυ που είχε έρθει να με δει.

Σαν καλός Σαμαρείτης μου είπε ότι η χρονιά ήταν1960, είχα σπίτι και ότι είχαμε ζήσει μαζί από μικρά μαζί με τις οικογένειές μας το σχολείο μαζί με κάτι άλλες πληροφορίες που εκείνη τη στιγμή δεν αφομοίωνα, καθώς ο όγκος δεδομένων ήταν για μένα πάρα πολύ μεγάλος και δεν θυμόμουν τίποτα από όλα αυτά.

Ένα μέρος του εαυτού μου αισθανόταν ήρεμο που κάποια πράγματα είχαν αρχίσει να ξεδιαλύνουν καθώς μιλούσαμε, ενώ κάποιο άλλο μου φώναζε στο πίσω μέρος του μυαλού μου:

«Τι γίνεται εδώ;  Ποιος είναι αυτός; Τι χρονιά είναι;»

 

Η λογική της στιγμής υπερνικά όλα τα συναισθήματα. Προκειμένου να μη δεχτεί και φερθεί παράλογα το μυαλό δέχεται και μερικές φορές κάνει ό,τι του πούνε άμεσα. Ίσως να ήταν άμυνα, να δέχτηκα την όλη «νέα» κατάσταση σαν φοβισμένος να μη μπορώ να αναγνωρίσω τι είναι πραγματικό και τι όχι.

Μα να μου διαφεύγει η εποχή μου, η χρονιά που ζούσα;

«Θα σε αφήσω να ηρεμήσεις καθώς από ό,τι βλέπω πέρασες πολλά. Τα λέμε φίλε, θα περάσω αύριο να δω τι κάνεις», είπε και έφυγε, αφού σιγουρεύτηκε πως ήμουν καλύτερα.

 

Ο πονοκέφαλος είχε κάπως φύγει όταν έκλεισε η πόρτα και ο Τζέιμς εξαφανίστηκε σε έναν άλλο κόσμο που το μυαλό μου δεν ήθελε ακόμα να εξερευνήσει ή να κατανοήσει καθώς ένιωθε ένα μεγάλο κενό. Ένιωσα την ανάγκη να αρχίζω να ψάχνω το σπίτι για πληροφορίες. Έπρεπε να μάθω ποιος ήμουν, μέχρι που άκουσα τον θόρυβο.

Σαν κάποιος να με φώναζε από το σαλόνι μέσα από την τηλεόραση, μα καθώς γύρισα να δω ποιος ήταν, το σήμα χάθηκε και χιόνια έπαιζαν. Γύρισα το διακόπτη και την έκλεισα. Ένιωσα καλύτερα.

Σαν ταξιδιώτης σε ένα όνειρο αισθάνθηκα ότι πέρναγα στην άλλη μεριά. Πως δεν ανήκα σε εκείνη την εποχή και τριγυρνούσα άσκοπα στο χωροχρόνο. Άνοιξα μια πόρτα μα αντίκρισα μια φιγούρα που έμοιαζε στον εαυτό μου. Με κοίταξε, χαμογέλασε και έκλεισε την πόρτα μεμιάς στα μούτρα μου.

Ο πονοκέφαλος χτύπησε πιο δυνατά αυτή τη φορά καθώς αντιλήφθηκα τις φιγούρες από το πρόγραμμα της τηλεόρασης να με κοιτάνε ανάμεσα από τα χιόνια.

Έκλεισα τα μάτια μου και σκέφτηκα να αφεθώ στο μαύρο σκοτάδι της κούρασής μου. Το απόγευμα θα έψαχνα για τον εαυτό μου που είχα χάσει. Θα έψαχνα για αυτόν που ήταν αληθινός. Μα τώρα ήθελα απλά να κλείσω τα μάτια μου.

 

 

4  Μαίρυ

 

Το ταξίδι στο χρόνο μπορώ να πω ότι ξέρω πως είναι τώρα.

Δεν έχει τίποτα φανταχτερό σαν φώτα να αναβοσβήνουν, σκαλιά που να σε πηγαίνουν σε μια άλλη διάσταση ή εκείνη τη σπείρα που σε υπνωτίζει και ξαφνικά βρίσκεσαι αλλού. Είναι πιο απλό, γιατί το έζησα και είμαι σίγουρη για αυτό.

Είναι μια φωτογραφία που στην αρχή είναι ασπρόμαυρη και όσο την κοιτάς αρχίζει να χρωματίζεται, το πλαίσιό της εξαφανίζεται, καίγεται προς το εσωτερικό μέχρι που γίνεται μέρος του μυαλού σου και υιοθετεί πράγματα που μοιάζει να τα έχεις ξαναζήσει. Είναι μια ανάκληση της σκοτεινής μεριάς του εγκεφάλου που ξαφνικά δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς είναι.

Ξέρω ότι σας φαίνονται όλα αυτά εκτός πραγματικότητας, αλλά έτσι έλεγα και εγώ στον εαυτό μου, μέχρι που όλα τα πράγματα παρουσιάστηκαν μπροστά μου και δικαιολόγησαν ότι ξύπνησα σε μια άλλη εποχή.

Το μυαλό μου προσπαθούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που ξαφνικά κατέκλυσαν τον κόσμο μου και τότε ένιωσα σαν οι παλιές αναμνήσεις να άλλαζαν με άλλες πιο «νέες».

 

Σαν φωτογραφία θυμάμαι τι έγινε μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα. Να δείχνει τρία άτομα να με κρατάνε και εγώ να έχω πάθει κρίση. Με σουρεαλιστικό πίνακα έμοιαζε η σκηνή που με κρατούσαν προσπαθώντας να με ηρεμήσουν καθώς ξύπνησα άβολα σε μια άλλη πραγματικότητα.

Ο ένας να τραβάει από το χέρι και ο άλλος να μου λέει να ηρεμήσω, εγώ να απαντάω με κλοτσιές, να χάνω την ισορροπία μου και να χάνω το φως από τα μάτια μου.

Μα στο πίσω μέρος του μυαλού μου αναγνώρισα κάτι τρομερό. Ότι είχαν περάσει τα χρόνια. Ήμουν απόλυτα σίγουρη ότι μπήκα σε μια χρονομηχανή, σκεφτόμουν πολύ σοβαρά ότι μάλλον θα τρελάθηκα.

 

Δε μπορεί να μη θυμάμαι τι έγινε, αφού κοιμήθηκα μόνο μια νύχτα, πως γίνεται αυτό, να βρίσκομαι στο μέλλον;  Παρακαλούσα να βρισκόταν εκεί κάποιος να μου εξηγήσει τι έγινε καθώς η διαίσθησή μου δεν έκανε σχεδόν ποτέ λάθος. Κάποια στιγμή ηρέμησα.

Δεν βρισκόμουν σε κάποιο ίδρυμα ή νοσοκομείο αλλά στο σπίτι των ανθρώπων που με μαζέψανε. Όταν άνοιξα τα βλέφαρά μου άκουγα κάποιες φωνές να έρχονται από το εσωτερικό του σπιτιού και άνοιξα την πόρτα του δωματίου που βρισκόμουν ξαπλωμένη βγαίνοντας στο διάδρομο.

 

«Έλα να μιλήσουμε», ακούστηκε κάποιος να λέει, προσκαλώντας με στο μέρος που βρισκόταν. Διένυσα το διάδρομο του σπιτιού και κατέληξα σε μια σκάλα. Κοιτώντας προς τα κάτω με έπιασε ναυτία αλλά σχεδόν μηχανικά την κατέβηκα νιώθοντας την υφή του χαλιού στα γυμνά μου πέλματα.

Στο κάτω μέρος του σπιτιού απέναντι από τη σκάλα υπήρχε μια εξώπορτα με ένα ημιδιαφανές τζάμι που το διαπερνούσε ο ήλιος που έδυε. Το φως που διαπερνούσε το γυαλί άλλαζε και από άσπρο γινόταν βαθύ μωβ. Σχεδόν ονειρικό. Σαν να δήλωνε ότι ένα περίεργο παραμύθι είχε αρχίσει και εγώ είχα ξυπνήσει μέσα του.

«Εκείνοι» που με είχαν μαζέψει πριν στην κατάσταση που βρισκόμουν μου μίλησαν με ήρεμο τρόπο και με προσκάλεσαν να κάτσω μαζί τους. «Έχουμε ζεστό καφέ ετοιμάσει, έλα, σε περιμένουμε να τα πούμε», ακούστηκε μια αντρική φωνή που έμοιαζε οικεία και καλοσυνάτη.

 

Γύρισα προς την πόρτα γιατί αισθάνθηκα μια τάση φυγής και φόβο να με κυριεύει. Ένιωθα ανυπεράσπιστη. Έπιασα το χερούλι και το αισθάνθηκα κρύο, μα στο πίσω μέρος του μυαλού μου οι σκέψεις κατρακύλαγαν σαν τρελές, να βρω τι συμβαίνει, που βρίσκομαι, μήπως μου παίζουν κάποιο παιχνίδι; Ποιοί είναι αυτοί; Μα, το κυριότερο αυτή η φωνή που με προσκαλεί γιατί μου είναι τόσο γνώριμη;

Άφησα το χερούλι της πόρτας και γύρισα πίσω, εκεί από όπου είχα ακούσει τις φωνές. Βρήκα γρήγορα το μέρος καθώς είδα δυο φιγούρες να κάθονται και να σιγοψιθυρίζουν στην κουζίνα του σπιτιού. Μόλις με είδαν, σταμάτησαν να μιλάνε.

Σαν δυο σταγόνες νερού θα έλεγες ότι έμοιαζαν αν δεν υπήρχε ηλικιακή διαφορά μεταξύ τους. Ο μεγαλύτερος μου φαινόταν πολύ οικείος. Όσο τον κοίταγα περισσότερο το μυαλό μου άρχισε να βράζει καθώς οι αμφιβολίες αναδύονταν και δημιουργούσαν ένα κύμα άγχους ξανά εφόσον δεν μπορούσα να κατανοήσω την πραγματικότητα της παράξενης κατάστασης στην οποία είχα βρεθεί.

 

Πανικός άρχιζε πάλι να με κυριεύει. Εκείνη τη στιγμή που πήγε να γίνει αυτό, σαν να καταλάβαινε την κατάστασή μου ο μεγαλύτερος, μου έπιασε το χέρι και με καθησύχασε.

«Κάθησε σε παρακαλώ», είπε με μια ήρεμη φωνή να βγαίνει στην ομιλία του και μου κράτησε το χέρι προσκαλώντας με να καθίσω σε μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας μαζί τους.

Κάθισα στο τραπέζι μαζί τους και αποτράβηξα το χέρι μου καθώς το βλέμμα μου περιεργάστηκε την άλλη φιγούρα που για την ώρα θα ονομάσω «αντίγραφο του μεγαλύτερου» που ήταν πιθανότατα ο γιός του. Καθώς τον κοίταζα, μια λάμψη μου ήρθε σαν αστραπή, κάτι σαν ένστικτο. Θυμήθηκα ότι αυτοί οι δυο, ήταν πολύ γνωστοί, ήμουν σχεδόν σίγουρη για αυτό. Μόνο που δε θυμόμουν εκείνη τη στιγμή που τους είχα δει.

Τουλάχιστον τον έναν από αυτούς. Η σκέψη ότι αυτός που έβλεπα μπροστά μου ήταν ο φίλος μου και ότι μέσα σε ένα βράδυ είχε μεγαλώσει τόσο που έβγαλε άσπρα μαλλιά και ρυτίδες δε χώραγε στο νου μου.

 

«Μα πως γέρασες έτσι σε ένα βράδυ Ρομπ;» άφησα να μου ξεφύγει. «Ο Ρομπ δεν είσαι;» Το μυαλό μου άρχιζε να παίρνει στροφές, για να συγκεντρώσει άμεσα πληροφορίες. Το όνομά του ξεχείλισε από το στόμα μου μαζί με σκόρπιες μνήμες καθώς αδυνατούσα να θυμηθώ και να τις βάλω σε μια λογική σειρά.

Φαίνεται ότι ο εγκέφαλός μου έθεσε ξαφνικά σε λειτουργία τα βασικά ένστικτά του και όλο το σώμα ηλεκτρίστηκε τινάζοντάς με όρθια σαν στήλη, δίνοντάς μου την εντολή να τρέξω προς την εξώπορτα.

Κάτι όμως με κράτησε πίσω. Καθώς άρχισα να τρέχω προς την πόρτα και λίγο πριν πιάσω το πόμολο και βγω έξω σταμάτησα. Στον τοίχο δίπλα από τη σκάλα είδα μια φωτογραφία παλιά και φθαρμένη. Στη φωτογραφία μία κοπέλα έβαζε βενζίνη σε παλιά αμάξια με τριγωνικά φτερά και δύο τύποι παραδίπλα φαινόταν να χαμογελούν.

 

Τον ένα δεν τον θυμόμουν αλλά τον δεύτερο τον ήξερα. Ήταν ο μεγαλύτερος που μου μίλησε πρώτος, ο άνθρωπος που αναγνώρισα όταν είχα πάθει την χθεσινή κρίση, ο Ρομπ. Μα αυτό που με τρέλανε πιο πολύ ήταν η κοπέλα εκείνη που έβαζε βενζίνη, ήταν ολόιδια με μένα, μα πιο νέα. Σαν να ήμουν εγώ.

 


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;