Οι Αrcade Fire από το χθες μέχρι σήμερα (Μέρος Α’)

 

Η μουσική είναι ένα περίεργο πράγμα από πολλές απόψεις. Έχεις από τη μία τον άνθρωπο που την δημιουργεί, που την παράγει. Από την άλλη, είναι ο ακροατής που δέχεται όσα του προσφέρει ο μουσικός. Από ένα ακατέργαστο προϊόν, συνθέτει  τραγούδια μέσα από ορισμένες εμπειρίες ή αναμνήσεις. Κι έτσι, το προϊόν αυτό γίνεται κάτι εντελώς προσωπικό για τον καθένα.

Είναι σίγουρα μια αλλόκοτη διαδικασία αν το κοιτάξει κανείς από μακριά και από αυτές που λατρεύει να επαναλαμβάνει συνεχώς το κάθε άτομο. Ξέρουμε λοιπόν γιατί ακούμε μουσική ή τουλάχιστον, ο καθένας έχει την δικιά του εξήγηση. Αν γυρίσουμε όμως λίγο από την άλλη την κατάσταση και ερωτηθούμε, γιατί κανείς δημιουργεί μουσική; Η ερώτηση φυσικά είναι ανόητη και δίχως σίγουρη απάντηση.

Δημιουργείται όμως μια απορία υποθέτω, τουλάχιστον σε μένα, για τον σκοπό που έχει κανείς όταν κυκλοφορεί ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που φυσικά δεν είναι προορισμένο να φτάσει νούμερο 1 σε οποιοδήποτε chart, αλλά περισσότερο να βρει κάποιον και να τον αγγίξει σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Αυτά είναι και τα πράγματα που σου μένουν στο τέλος. Ένα προϊόν τέχνης λοιπόν, ενδεχομένως να ξυπνήσει και κάτι ανεπιθύμητο μέσα σου, φυσικά όχι για κακό σκοπό αλλά επειδή έτσι πρέπει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένα από αυτά τα συγκροτήματα που απαιτούν από τον ακροατή να νιώσει πράγματα με την μουσική τους είναι οι Arcade Fire. Μία πολυμελής μπάντα από το Μοντρεάλ του Καναδά, έκανε δυναμική είσοδο με ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα του 21ου αιώνα και από τότε κάθε κυκλοφορία αποτελεί ξεχωριστό event για την βιομηχανία, για τους θαυμαστές, ακόμα και για τους haters.

Οι προσδοκίες ήταν αδιανόητα υψηλές από την πρώτη κιόλας μέρα και θα έλεγε κανείς πως δεν σταμάτησαν ποτέ να ανεβαίνουν, δίχως όμως αυτό να πτοεί τους ίδιους τους μουσικούς. Οι Arcade Fire δημιουργήθηκαν το 2001 και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, Funeral, τρία χρόνια αργότερα. Από τότε έχουν να επιδείξουν μόνο επιτυχίες και τολμηρές κινήσεις. Καλές, κακές, αυτό είναι στην κρίση του καθενός.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή…

Το Funeral βγήκε στην επιφάνεια τον Σεπτέμβριο του 2004 στην Αμερική (λίγους μήνες αργότερα στην Ευρώπη) προκαλώντας άμεσο αντίκτυπο, αντίκτυπο που μετουσιώθηκε σε δεκάδες διακρίσεις, από βραβεία, σε πρωτιές top-10 λιστών του έτους, της δεκαετίας, του πάντα από δω και στο εξής. Φυσικά και όλα αυτά είναι δικαιολογημένα. Φυσικά και το άλμπουμ είναι υπέροχο, μία σπάνια συλλογή τραγουδιών γεμάτα θλίψη, απώλεια, λαχτάρας για λύτρωση και αγάπη.

Δεν είναι “ένα ακόμη άλμπουμ”. Μπαίνει σε αυτήν την όχι και τόσο μεγάλη λίστα με μουσικά δημιουργήματα που πρέπει να ακουστούν, τουλάχιστον την πρώτη φορά, με ηρεμία και ένα καλό ζευγάρι ακουστικά γύρω από το κεφάλι. Με τα περισσότερα μέλη της μπάντας να περνούν περίοδο θλίψης και απώλειας συγγενικών προσώπων, ήταν μάλλον αναμενόμενο να περάσουν ένα παρόμοιο αίσθημα στα τραγούδια τους.

Ίσως μια προσπάθεια επούλωσης πληγών; Δεν μπορώ να φανταστώ πώς είναι να εκθέτεις προσωπικές σκέψεις τέτοιου μεγέθους στον κόσμο, σε έναν κόσμο που μπορεί πολύ εύκολα να μην καταλάβει, να παρερμηνεύσει πράγματα που δύσκολα μεταφράζονται με λόγια αλλά άμα το αποτέλεσμα είναι τόσο αποθεωτικό, μάλλον αξίζει το ρίσκο.

Για πρώτο άλμπουμ υπάρχει μία ασυνήθιστη σιγουριά στον ήχο, αν εξαιρέσει κανείς την συχνά τρεμάμμενη φωνή του Win Butler. Ένα από αυτά τα πανέμορφα δημιουργήματα της indie rock σκηνής, το Funeral ξεκινάει με μια ηρεμία, για να συνεχίσει με καταιγίδα, με κιθάρες που προκαλούν επιληψία, κραυγές απελευθέρωσης, ρυθμούς χορευτικούς που τους φαντάζεσαι περιτριγυρισμένους από ανθρώπους με όμορφα ρούχα και μακριά μαλλιά και φυσικά σπαρακτικούς στίχους για τα χρόνια που έφυγαν, για αυτά που ίσως έρθουν για όλα εκείνα τα πράγματα που χάνουμε καθώς μεγαλώνουμε.

Αυτά είναι όμως τα τυπικά που θα ακούσει κανείς από οπουδήποτε…

Όλα τα άλλα, είναι λίγο πιο περίπλοκα. Ίσως λοιπόν το σημαντικότερα πράγμα που χρειάζεται να πει κανείς για το Funeral είναι πως αξίζει τον χρόνο. Τόσο απλά. 10 τραγούδια, συνολικά 48 λεπτά ακρόασης για να οδηγήσουν σε μία ιστορία όπως αυτές που έχουμε όλοι να πούμε, ανθρώπινη και δυνατή στην ικανότητά της να προκαλέσει αναμνήσεις. Υπάρχουν και χειρότεροι τρόποι να περάσει κανείς περίπου 1 ώρα από τις 24 που διαθέτει η μέρα.

Τρία χρόνια μετά, η μπάντα από τον Καναδά ολοκληρώνει την συνέχεια του Funeral με το Neon Bible να ανεβαίνει στα ράφια τον Μάρτιο του 2007. Εδώ φυσικά έρχεται μία ψυχοφθόρα κατάσταση. Το προηγούμενό σου άλμπουμ αγαπήθηκε όσο λίγα, θεωρείται από τα καλύτερα όλων των εποχών και κάπως, με κάποιον τρόπο πρέπει να βγάλεις ένα sequel που, αν δεν θα είναι ισάξιο, θα πρέπει τουλάχιστον να στέκεται με αξιοπρέπεια δίπλα στον προκάτοχό του.

Οι περισσότεροι θα κατέρρεαν και μόνο στους φόβους που προκαλεί το σενάριο αυτό. Η κριτική και κοινωνική αποδοχή που δέχθηκε το άλμπουμ αποτελούν αποδείξεις πως το αποτέλεσμα δικαίωσε τους μουσικούς. Διατηρώντας την ταυτότητα του Funeral, οι Arcade Fire αλλάζουν τον ήχο τους και τους στόχους τους σε κάτι μεγαλειώδες και έντονο με σχεδόν κάθε τραγούδι να καταλήγει σε έναν δυναμικό και εκρηκτικό επίλογο.

Όποτε ακούω ένα άλμπουμ τείνω να φαντάζομαι απροσδιόριστες εικόνες οι οποίες δεν είναι ακριβώς στέρεες, δεν είναι εντελώς αόριστες, αλλά είναι κάτι. Ένα προσωπικό βίντεο κλιπ για το κάθε τραγούδι. Το εξώφυλλο του άλμπουμ προσφέρει και την κύρια χρωματική παλέτα που συνοδεύει αυτά τα νοητά κλιπάκια.

Αν, λοιπόν, το Funeral είχε το χρώμα μίας ανεξάρτητης, σχετικά φθηνής ταινίας που διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο τις πρωινές, ψυχρές ώρες, τότε το Neon Bible είναι ένα εξ ολοκλήρου βραδινό άκουσμα.

Οι ήρωες θέλουν ακόμα να ξεφύγουν από όσα τους κρατάνε πίσω αλλά δεν υπάρχει φως να τους υποδείξει τον δρόμο. Η ψυχρή, σκοτεινή θάλασσα πρωταγωνιστεί σε αρκετά τραγούδια, αφαιρώντας από τους χαρακτήρες την ικανότητα επιλογής και ελέγχου. Ο Butler ακούγεται λίγο πιο σίγουρος εδώ πέρα, πεπεισμένος πως αυτά που έχει να πει είναι πράγματα που ο κόσμος θέλει να ακούσει. Αλήθειες γενικές και όχι τόσο προσωπικές.

Σε μία Σπρινγκστινική στροφή, ένα κεντρικό θέμα του άλμπουμ είναι η χρήση των αμαξιών ως σύμβολα διαφυγής από τα πάντα. Το Keep the Car Running βρίσκεται ένα σόλο σαξοφώνου μακριά από τον Bruce και το No Cars Go θέλει τόσο πολύ να γίνει το Born to Run του 21ου αιώνα που σχεδόν τα καταφέρνει. Η φιλοδοξία ξεχείλιζε σε αυτό το πρότζεκτ, το στοίχημα σχεδόν κερδήθηκε και το μέλλον επιφύλασσε μόνο καλά πράγματα.


Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Κωνσταντίνος Γκουντρουμπής

Φοιητής. Πρώην Μαθητής. Η πρώτη φορά που άνοιξα το στόμα μου από εντυπωσιασμό στο σινεμά ήταν στο Transformers του 2007. Θερμός υποστηρικτής του φινάλε του Lost. Μου αρέσει η μουσική.

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;