Όχθη Ψυχών ( μέρος 3ο)- Ο Αγγελιοφόρος Ψυχών

SHARE

Ο Αγγελιοφόρος Ψυχών

(Όχθη Ψυχών ( μέρος 3ο)- Ο Αγγελιοφόρος Ψυχών)

Ο Αγγελιοφόρος Ψυχών είναι το δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος “Όχθη Ψυχών”, ένα μυθιστόρημα φαντασίας χτισμένο στην πραγματικότητα μας. Επιτρέψτε μας να μην αποκαλύψουμε πολλά για την ιστορία αλλά να αφήσουμε εσάς, όλους τους αναγνώστες, να την ξετυλίξετε κάθε εβδομάδα, όπου και θα βγαίνει και το επόμενο μέρος της. Οπότε κάθε εβδομάδα, συγκεκριμένα κάθε Σάββατο ( αλλαγή ημέρα από Πέμπτη), θα σας περιμένουμε στην συγκεκριμένη στήλη να χανόμαστε για λίγο σε έναν κόσμο τόσο παρόμοιο με τον δικό μας, αλλά τόσο διαφορετικό από τα μάτια των πρωταγωνιστών. Σε περίπτωση που δεν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα μέρη μπορείτε να ανατρέξετε στην Κατηγορία Βιβλίο στην ιστοσελίδα όπου και εκεί θα τα βρείτε ανεβασμένα. Καλή ανάγνωση!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ο Αγγελιοφόρος Ψυχών

Είχε βρεθεί στους δρόμους της Αθήνας. Τους γνώριζε απ’ έξω μιας και την είχε επισκεφτεί αρκετές φορές στους αιώνες ύπαρξής του. Πρώτη φορά έπιανε όμως τον εαυτό του να βαδίζει με την ανθρώπινη μορφή του σε εκείνα τα πολυπληθή πεζοδρόμια της πρωτεύουσας. Από την στιγμή που είχε διασχίσει την ψηλή καγκελόπορτα του νοσοκομείου μέχρι και τότε δεν είχε σκεφτεί στιγμή να γυρίσει στην άυλη μορφή του. Μονάχα περπατούσε με τις ψηλές πολυκατοικίες να κρύβουν τον ήλιο από τα μάτια του. Διέσχιζε δρόμους και στενά χωρίς να κοιτάζει αριστερά και δεξιά του. Παντού ακούγονταν ήχοι από μουγκρίσματα αυτοκινήτων, κόρνες, φωνές ανθρώπων να μιλάνε μεταξύ τους ή στα κινητά τους τηλέφωνα. Κανένας ήχος όμως δεν άγγιζε τα αφτιά του. Ακόμα βούιζαν οι τελευταίες λέξεις της Χρυσάνθης σαν έπαιζε με την πεταλούδα στα χέρια της. «Πως μπορεί κάτι τόσο όμορφο να συμβολίζει τον Θάνατο;».

Οι άνθρωποι δεν γνώριζαν πως διαχωρίζονταν οι οντότητες μεταξύ τους. Πολύ συχνά μπέρδευαν τον Θάνατο με την έννοια του χάρου όπως έλεγαν κατά τους αιώνες, αλλά η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Κάθε μία από τις οντότητες είχε μια συγκεκριμένη ενέργεια που εκτελούσε στον κόσμο των ανθρώπων. Η δικιά του ήταν κάθε φορά που κάποιος έφτανε στο τέλος της ζωής του να βρίσκεται εκεί πέρα για να διαχωρίσει την ψυχή από το σώμα. Το τι γινόταν στην ψυχή ήταν δουλειά των Αγγελιοφόρων. Η πεταλούδα δεν συμβόλιζε τον θάνατο, αλλά ήταν ουσιαστικά ο οδηγός της ψυχής στην άλλη ζωή. Ήταν εκείνα τα πλάσματα που είχαν διαλέξει οι Αγγελιοφόροι για να εντοπίζουν τα άτομα που τα Ρολόγια της Ζωής τους έφταναν στο τέλος τους.

Advertisement

Είχε συναντήσει πολλές φορές έναν Αγγελιοφόρο. Ήταν τέτοια η φύση και ο ρόλος του στον κόσμο των ανθρώπων που συχνά αναγκαζόταν να συνεργαστεί με έναν από αυτούς ανά περιοχή. Δεν του άρεσε το πως έβλεπαν εκείνες οι οντότητες τους ανθρώπους. Για τον ίδιο θεωρούσε την ανθρώπινη ύπαρξη κάτι αξιοθαύμαστο, ενώ εκείνοι τους έβλεπαν ως κάτι το αναλώσιμο. Άνθρωπος φεύγει, άνθρωπος έρχεται. Δεν τους νοιάζει για την ιστορία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα που φέρει η κάθε ψυχή ξεχωριστά. Αυτοί θέλουν μονάχα να στέλνουν τις ψυχές στην άλλη ζωή και να φεύγουν από τον κόσμο των ανθρώπων που τόσο απεχθάνονται, σε αντίθεση με τον ίδιο που είχε καταλήξει μόνιμος κάτοικος εκεί πέρα.

Βυθισμένος στις σκέψεις του βρήκε τον εαυτό του να βαδίζει σε μια από τις πολυάριθμες πλατείες της πρωτεύουσας, λίγα τετράγωνα πιο μακριά από το νοσοκομείο. Δεν ήταν αρκετά μεγάλη, αλλά λόγω της ώρας είχε πολύ κόσμο να πηγαινοέρχεται στις γειτονικές στάσεις. Ένα ρολόι, στεριωμένο σε έναν σκελετωμένο στύλο, βρισκόταν στο κέντρο της. Οι χρυσοί δείκτες του ρολογιού σήμαιναν έξι και τέταρτο και ο ήλιος στο βάθος των ψηλών πολυκατοικιών βύθιζε τον ουρανό μέσα σε έντονο πορτοκαλί χρώμα. Είχε δει πολλές δύσεις στους αιώνες που υπήρχε, αλλά έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει ιδιαίτερα τη συγκεκριμένη.

Ο ήλιος έδυε και οι θερμές του ηλιαχτίδες έπεφταν στο πρόσωπό του για τελευταία φορά. Για μια στιγμή ένιωσε εκείνη τη ζέστη να αγγίζει τα χείλη του και εκείνος ήταν ο λόγος που κοιτούσε τόσο επίμονα τη δύση. Δεν τον συγκινούσε τίποτα στον ανθρώπινο κόσμο, καθώς ήξερε πως ότι είχε αρχή εκεί πέρα είχε και τέλος. Κάτι το φτιαχτό που υπήρχε να εξυπηρετεί κατά κάποιο τρόπο τους ανθρώπους. Αλλά δεν μπορούσε να βγάλει από το νου του την πρώτη του επαφή με έναν άνθρωπο. Είχε νιώσει για μια στιγμή το άδειο σώμα, που χρησιμοποιούσε, πραγματικά να γεμίζει από ζωή και αυτό το ένιωθε εκείνη τη στιγμή σαν οι ηλιαχτίδες χάνονταν στο δέρμα του.

Advertisement

Είχε περπατήσει σε μέρη που άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βαδίσει. Είχε περάσει σε κρύα μέρη, δίχως να νιώσει τον παγετό να τρυπάει το δέρμα του. Η ζέστη του καλοκαιριού δεν ήταν κάτι που θα τον έκανε να ιδρώνει. Η γεύση ενός φαγητού δεν έφτανε στα χείλη του ποτέ. Οτιδήποτε υπήρχε στον κόσμο των ανθρώπων ήταν κάτι που δεν μπορούσε να επηρεάσει μια οντότητα. Μόνο το ανθρώπινο άγγιγμα μπορούσε να νιώσει και αυτός ήταν ο λόγος που κάποιες φορές υπερέβαινε τους κανονισμούς των οντοτήτων. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά είχε ακόμα στα χείλη του την γεύση ενός κερασιού και τη ζέστη του ήλιου. Ίσως είχε κρατήσει την ανθρώπινή του μορφή πολύ περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε.

«Έχω δει και καλύτερες δύσεις του ηλίου», ακούστηκε μια γνώριμη γυναικεία φωνή από πίσω. « Πάει καιρός που είχαμε να βρεθούμε στο ίδιο μέρος Θάνατε».

Δεν απάντησε αμέσως. Έχοντας ακόμα την ανθρώπινη μορφή του γύρισε προς την μεριά της γυναίκας προσπαθώντας να κρύψει από τα μάτια του τις δύο αισθήσεις που είχε αποκτήσει, την αφή και τη γεύση.

Μια γυναίκα, ένα κεφάλι πιο κοντή από τον ίδιο, στεκόταν εκεί πέρα. Είχε ίσια λευκά μακριά μαλλιά μέχρι την μέση. Το πρόσωπό της φωτεινό γεμάτο ζωντάνια. Τα χείλη της κόκκινα σαν ρόδο και τα μάτια της καταγάλανα σαν τον ανοιξιάτικο ουρανό μια ηλιόλουστη μέρα. Ήταν καλλίγραμμη, ντυμένη μέσα σε ένα ασημένιο φόρεμα ως τα γόνατα, με τους γυμνούς της ώμους να έχουν ακόμα πάνω τους το φως των τελευταίων ηλιαχτίδων.

«Δεν βρίσκεις λίγο αποκαλυπτικό το ντύσιμό σου για χειμώνα;», την ρώτησε ο Θάνατος και αυτή χαμογέλασε πλατιά με το πρόσωπό της να φωτίζεται έντονα. «Πως και από αυτά τα μέρη Ζωή;»

«Ήρθα να δω τα αξιοθέατα», απάντησε δίχως να χάσει το χαμόγελό της η οντότητα της ζωής. Πλησίασε ένα παγκάκι απέναντι από το ρολόι της πλατείας και χτυπώντας το ξύλο με την παλάμη της παρακίνησε τον Θάνατο να κάτσει δίπλα της. «Δεν κάθεσαι να τα πούμε! Καιρό έχω να δω έναν παλιόφιλο».

Advertisement

«Όπως πάντα αντί να δουλεύεις κάθεσαι και χαζεύεις στον κόσμο των ανθρώπων», μουρμούρισε ο Θάνατος και την πλησίασε κάθοντας δίπλα, ενώ κοιτούσε το τελευταίο μέρος του ηλιοστέφανου να εξαφανίζεται από τα μάτια του.

«Για φρόνιμα! Σε έπιασα και εσένα να χαζεύεις τη δύση του ηλίου χωρίς να δουλεύεις!»

«Το ρολόι κοιτούσα. Όπου να ναι θα πρέπει να κάνω μια επίσκεψη».

«Ω! Δεν σταματάς να δουλεύεις ποτέ!», αναφώνησε γεμάτη νάζι η Ζωή και τον σκούντηξε ελαφρά. «Δεν είναι ωραία αυτά τα σώματα; Μπορώ να σε σκουντάω όσο θέλω μέσα σε αυτά!»

Δεν ήξερε αν όντως ήθελε να απαντήσει. Σε αντίθεση με τον ίδιο η Ζωή συμπεριφέρονταν σαν ένα μικρό κορίτσι. Οποιαδήποτε στιγμή βρισκόντουσαν της άρεσε να τον πειράζει. Ήταν τα δύο άκρα από οντότητες σε εκείνο τον κόσμο αλλά του άρεσε τόσο πολύ η συμπεριφορά της. Θύμιζε κάτι ανθρώπινο σε σχέση με τις υπόλοιπες. Είχαν πολλά κοινά. Παγιδευμένοι και οι δύο σε εκείνο τον κόσμο. Και οι δύο αγαπούσαν εξίσου τους ανθρώπους και τους θαύμαζαν. Ήταν ίσως η μόνη οντότητα σε εκείνο το μέρος που μπορούσε να τον καταλάβει αλλά και ήθελε να της μιλάει, άσχετα αν μερικές φορές δεν έβγαζε νόημα μαζί της.

«Γιατί έχεις αυτή τη μορφή;», απόρησε η Ζωή, ενώ τον έπιανε από το μπράτσο χτυπώντας ρυθμικά τα πόδια της στο κενό μπροστά από το παγκάκι.

«Τι εννοείς;»

«Σε έχω δει πολύ πιο όμορφο απ’ ότι είσαι τώρα!»

«Έχεις κάτι με τα μούτρα μου; Άμα πάρω την δικιά σου μορφή θα τραβήξουμε ακόμα περισσότερο τα βλέμματα», είπε και έδειξε τον κόσμο που περνούσε να ρίχνει κλεφτές ματιές προς την όμορφη Ζωή. « Για πες γρήγορα τα νέα σου. Έχω να επιστρέψω σε ένα νοσοκομείο εδώ γύρω».

«Τίποτα το ιδιαίτερο. Έμαθα από έναν Αγγελιοφόρο ότι θα ήσουν εδώ στην Ελλάδα και είπα να περάσω να δω τι κάνει ο δεύτερος ναυαγός αυτού του κόσμου».

«Δεν έχεις να βασανίσεις κάποιον άλλον;»

«Ω! Έλα τώρα!», αναφώνησε ενοχλημένη η Ζωή δίχως να χάσει το χαμόγελό της. «Μόνο εσύ σε αυτόν τον κόσμο κρατάει την ανθρώπινη μορφή του από οντότητες. Οι άλλοι δεν έχουν πλάκα!»

Κοντοστάθηκε. Πόσο εύκολα χαμογελούσε η Ζωή δίπλα του, αλλά ήξερε πως εκείνο το χαμόγελο ήταν μια σκληρή προσπάθειά της να μιμηθεί την ανθρώπινη φύση σαν χρησιμοποιούσε εκείνο το σώμα. Θα μπορούσε και αυτός να της χαμογελάσει, αλλά δεν ήθελε να κάνει κάτι που θα ήταν εντελώς ψεύτικο απέναντί της. Οι οντότητες δεν χαμογελάνε γιατί δεν μπορούν να κατανοήσουν το αίσθημα της χαράς ή της απόλαυσης. Η Ζωή ήταν το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Χαμογελούσε ακόμα και αν η περίσταση ήταν το άκρως αντίθετο. Μια αποτυχημένη προσπάθεια να μιμηθεί τους ανθρώπους από μέρος της.

«Τώρα που είπες Αγγελιοφόρος, υπάρχει εδώ γύρω και κάπου ένας. Τον συνάντησες;»

«Ξέρεις με τους συγκεκριμένους δεν έχω πάρε δώσε», του είπε και τον σκούντησε ξανά στα πλευρά. « Δεν μιλάνε αυτοί. Μόνο παράπονα για αυτόν τον κόσμο!»

«Σε καταλαβαίνω».

«Κάτι σε προβληματίζει;», τον ρώτησε και σηκώθηκε όρθια μπροστά του και έσκυψε το πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό του.

Τα γαλάζια μάτια της κοίταξαν μέσα στο δικά του σε μια προσπάθειά της να διαβάσει το νου του. Ένα μεθυστικό άρωμα από το ύψος του λαιμού της ξεχύθηκε στο πρόσωπό του φέρνοντας μέθη για δευτερόλεπτα στο μυαλό του. Τρίτη αίσθηση για εκείνη τη μέρα. Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί πέρα. Απέφυγε για λίγο τα μάτια της και τότε ήταν που ένιωσε τα χέρια της να πιάνουν το πρόσωπό του.

«Κάτι κρύβεις», του είπε και χαμογέλασε λίγο πιο διαφορετικά από πριν παίρνοντας πονηρό ύφος στην φωνή της.

«Τίποτα παραπάνω από τα συνηθισμένα», είπε και σηκώθηκε και αυτός διπλά της. « Το άτομο που θα συναντήσω απόψε είναι μια κοπέλα, ζήτημα να έχει τελειώσει το σχολείο. Ξέρεις τι μου είπε; Πως γίνεται οι πεταλούδες των Αγγελιοφόρων αν και είναι τόσο όμορφες να συμβολίζουν τον Θάνατο;»

Ήταν η σειρά της Ζωής να κάτσει στο παγκάκι μόνη της. Άφησε το χαμόγελό της να σβήσει στο πρόσωπό της αλλά τα πανέμορφα χαρακτηριστικά της ήταν αρκετά για να διατηρήσουν την λάμψη της. Έκατσε σταυροπόδι και ακουμπώντας τον αγκώνα στο γόνατό της, έφερε το αριστερό της χέρι μπροστά από το στόμα σκεπτόμενη.

«Αυτό είναι που σε προβληματίζει;», ρώτησε σοβαρή έχοντας καρφωμένα τα γαλάζια μάτια της στο πρόσωπό του. « Είναι στην κρίση του ανθρώπου να πιστεύει τι είναι άσχημο και τι όμορφο. Κάποτε είχα επισκεφτεί μια έκθεση ζωγραφικής που είχε θέμα: “η ομορφιά του κόσμου”. Υπήρχε αυτός ο πανέμορφος πίνακας εκεί πέρα!», είπε και ο Θάνατος ξεχώρισε μια μικρή λάμψη στα μάτια της και έναν θαυμασμό στη φωνή της. « Ήταν ένα παρθένο δάσος με καταρράκτες και πολύ πλούσια βλάστηση κάπου στη Βραζιλία. Ο κόσμος στην έκθεση τον θαύμαζε. Άκουγα τους ανθρώπους να λένε πόσο όμορφο μέρος ήταν και πόσο θα ήθελαν να το επισκεφτούν. Θέλησα αφού το είχα δει και εγώ να το επισκεφτώ. Αν και μου πήρε λίγο καιρό κατάφερα να το βρω. Τα δέντρα είχαν κοπεί, η βλάστηση καμένη και το νερό μια ρέουσα λάσπη με κατακάθια. Αυτό που οι άνθρωποι έλεγαν όμορφο και το θαύμαζαν εν τέλει το είχαν οι ίδιοι σαπίσει και το είχαν κάνει άσχημο. Οι άνθρωποι μιλάνε για ομορφιές και ασχήμιες χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν τις έννοιες. Μπερδεύουν το όμορφο στα μάτια με τον ενθουσιασμό στο μυαλό τους. Έτσι είμαστε και εμείς οι δύο», είπε και σηκώθηκε όρθια απλώνοντας το χέρι της στο πρόσωπο του Θανάτου φέρνοντας το πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό του, έτσι ώστε τα μάτια τους να μην μπορούν να κοιτάξουν κάπου αλλού. « Ο κόσμος θεωρεί πως η ζωή είναι ωραία και ο θάνατος άσχημος αλλά δεν ξέρουν πως αυτό που νιώθουν είναι μια ψευδαίσθηση των αισθήσεών τους. Είμαι το πιο γλυκό ψέμα, ενώ εσύ η σκληρή πραγματικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό ο κόσμος με ζωγραφίζει σαν ένα μικρό κοριτσάκι με χαμόγελα και αγκαλιές, ενώ εσένα έναν κουκουλοφόρο με δρεπάνι».

«Και οι δύο μας ξέρουμε πως πίσω από αυτό το όμορφο πρόσωπό και τα διαπεραστικά σου μάτια κρύβεται μια έντονη σκληράδα», της είπε ο Θάνατος και τράβηξε το πρόσωπό του μακριά από το δικό της. Κοίταξε πάλι το ρολόι στο κέντρο της πλατείας. «Πόσο γρήγορα περνάει η ώρα με καλή παρέα ε;», της είπε και η Ζωή ακόμα όρθια στη θέση της χαμογέλασε πιο πλατιά. « Επιστροφή στην δικιά μας πραγματικότητα», πρόφερε και της γύρισε την πλάτη.

Κάτι όμως τον σταμάτησε. Ένα χάδι στο χέρι του. Η Ζωή είχε απλώσει το χέρι της και κρατούσε το δικό του. Δεν ήταν σίγουρος τι ήθελε να κάνει με κάτι τέτοιο η όμορφη κοπέλα πίσω του. Γύρισε και την κοίταξε. Στο άλλο της χέρι κρατούσε ένα γαλάζιο λουλούδι, στα χρώματα της πεταλούδας που είχε δει εκείνη τη μέρα στο νοσοκομείο. Για μια στιγμή πάγωσε στη θέση του κοιτάζοντας τα πλατιά πέταλα και τον λεπτό μίσχο του.

«Ξέρεις πως υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο πολύ περισσότερο από σένα έτσι;», του είπε με τη γλυκιά φωνή της και ο ίδιος ακόμα σαστισμένος από το λουλούδι στα χέρια της δεν ήξερε τι να απαντήσει. « Δεν είσαι η πρώτη οντότητα που φέρει τον τίτλο του Θανάτου ανάμεσα στις υπόλοιπες».

Το γνώριζε καλά. Ήταν ο τρίτος που είχε αναλάβει την συγκεκριμένη δουλειά στον ανθρώπινο κόσμο. Βέβαια είχαν περάσει αιώνες από τότε που διορίστηκε από τις υπόλοιπες οντότητες να κάνει κάτι τέτοιο. Του είχαν πει πως οι δύο προηγούμενοι Θάνατοι είχαν παραβιάσει τα όρια μεταξύ ανθρώπου και οντότητας και είχαν οδηγηθεί στο Κενό, ένα μέρος που καταδίκαζαν τις οντότητες που δεν σέβονταν τους κανονισμούς που υπήρχαν. Μπορεί εκείνο το λουλούδι να σήμαινε πως η Ζωή γνώριζε για τη συμπεριφορά του;

Εδώ η συνέχεια

SHARE:

Εβδομαδιαία ενημέρωση απο το maxmag στο email σου

Η ενημέρωση σου, για όλα τα θέματα, επί παντός επιστητού, είναι προτεραιότητα για μας στο MAXMAG. Αυτός είναι κ ο λόγος, για τον οποίο κάθε εβδομάδα οι συντάκτες μας θα επιλέγουν τα 15 σημαντικότερα άρθρα, από όλες τις στήλες του περιοδικού και θα φροντίζουμε να τα λαμβάνεις απευθείας στο email σου. Όλες οι σημαντικές ειδήσεις θα σε περιμένουν να τις ανοίξεις. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι μια εγγραφή στο Newsletter μας. Τι περιμένεις λοιπόν;

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG

Advertisement

Λίγα λόγια για τον συντάκτη

Ετών 22. Ζω και εργάζομαι στην Αθήνα. Λατρεύω τις σοκολάτες, την καλή συντροφιά και τους ανθρώπους που μου δίνουν έμπνευση να συνεχίζω αυτό που αγαπώ να κάνω. Αν δεν με βρει κάποιος να γράφω κάτι πάνω από ένα χαρτί ή ένα πληκτρολόγιο τότε σίγουρα θα βρίσκομαι για κάποια ταινία, ξεχασμένος σε κάποιο όνειρο ή θα ταξιδεύω σε νεά μέρη. Εύχομαι να σας αρέσει ότι κάνω και θα χαιρόμουν πολύ να έρχομαι σε επαφή με το αναγνωστικό κοινό μου μέσω του προσωπικού μου mail: iliasth@hotmail.com

Το MAXMAG είναι ένα περιοδικό που μπήκε δυναμικά στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Κοινό όλων: η αγάπη για την αρθρογραφία, την οποία ο καθένας ξεχωριστά τη συνδέει με το αντικείμενο που γνωρίζει καλά και, συνήθως, έχει σπουδάσει.

Follow Newsweek

Κάνοντας εγγραφή στο newsletter μας θα λαμβάνετε όλα τα τελευταία νέα που ανεβαίνουν στην ιστοσελίδα του MAXMAG